Legislator Case Law & Legislation
350/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding missing evidence and non-legal claims.

Case Number 350/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a lower court decision that rejected the plaintiffs' claim as illegal. The plaintiffs argued the lower court failed to consider specific evidence and claims regarding colleagues' benefits, but the court ruled these were merely arguments rather than new legal grounds. Consequently, the appeal was declared inadmissible because the lower court did not enter an evidentiary phase but instead rejected the suit on procedural grounds.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559(8), 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a failure to consider evidence is inadmissible if the lower court rejected the suit as illegal without entering an evidentiary phase, as such claims constitute arguments rather than new legal grounds.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal failure to consider evidence illegal claim rejection evidentiary phase legal grounds requirement civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Art. 576(1), (2) of the Code of Civil Procedure
Art. 94(1) of the Code of Civil Procedure
Art. 96(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(8) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Art. 63 of Law 4509/2017
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 350 / 2023 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 350/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1)Γ. Ά. του Α., 2)Μ. Δ. του Κ., 3)Χ. Ν. του Π., 4)Δ. Γ. του Ά., 5)Α. Σ. του Κ., 6)Α. Σ. του Π., 7)Χ. - Λ. Μ. του Ν. και 8)Α. Μ. του Γ., κατοίκων .... Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και οι λοιποί (2η έως 8η) εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία…, η οποία εδρεύει … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Η 1η δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και το 2ο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2052/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 5458/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/12/2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν και αυτός παρών, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ιδίου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22-12-2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι, αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003).

Στην περίπτωση αυτή, αν δεν προκύπτει άλλοθεν κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 1317/2021, ΑΠ 446/2020, ΑΠ1389/2019, ΑΠ 1374/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013 και εφαρμόζεται, κατά το άρθρο 98 παρ. 1 αυτού και στις εκκρεμείς υποθέσεις, εφόσον βεβαίως αυτές δεν είχαν συζητηθεί κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού (20-3-2013), σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 42/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 260 ΚΠολΔ, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι, ή εμφανίζονται αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται. Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1, 260, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση κάποιος από αυτούς και .απολείπεται ή δεν μετέχει προσηκόντως στη συζήτηση και ο αντίδικος του, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση κηρύσσεται ματαιωμένη ως προς τους απολιπομένους ή μη μετέχοντες προσηκόντως στη συζήτηση (αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητο) και η συζήτηση χωρεί νομίμως ως προς τους λοιπούς ομοδίκους (ΑΠ 1461/2018).? Στην προκειμένη περίπτωση, τη συζήτηση της ένδικης από 4-12-2019 και με αριθ.

κατ. 11645/1141/5-12-2019) αίτησης αναίρεσης επισπεύδουν οι αναιρεσείοντες, με επιμέλεια των οποίων και κατόπιν έγγραφης εντολής της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Χρυσάνθης Υφαντή επιδόθηκε τόσο στην πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία … όσο και στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, όπως προκύπτει από τις με αριθ. 9658Β/19-10-2021 και 9656R/19-10-2021, αντίστοιχα εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά….

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, οπότε αυτή εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο η πρώτη αναιρεσείουσα …και η, ως άνω πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (…Α.Ε.), ενώ παρέστησαν οι λοιποί διάδικοι και συγκεκριμένα οι λοιποί αναιρεσείοντες, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσάνθη Υφαντή, και το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ευτυχία Τσούντου, η οποία παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η, ως άνω, δικηγόρος Χρυσάνθη Υφαντή, η οποία έδωσε την εντολή για την, κατά τα παραπάνω, επίδοση της αίτησης αναίρεσης στους αναιρεσίβλητους είχε πληρεξουσιότητα για την επίσπευση της συζήτησής της αίτησης αναίρεσης και για τη συζήτηση αυτής και από την προαναφερόμενη απολιπόμενη πρώτη αναιρεσείουσα, αφού δεν προσκομίζεται έγγραφη περί τούτου εξουσιοδότηση αυτής προς την εν λόγω δικηγόρο, με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής της από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς τούτο πληρεξούσιο.

Επομένως, εφόσον η, ως άνω, απολιπόμενη αναιρεσείουσα δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και δεν παρέστη με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κατά τη συζήτησή της, θεωρείται δικονομικά απούσα. Επιπλέον, δεν προκύπτει η εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων κλήτευση της εν λόγω πρώτης αναιρεσείουσας προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση, ενώ αντιθέτως, από την προαναφερόμενη έκθεση επίδοσης προκύπτει η εκ μέρους των λοιπών αναιρεσειόντων κλήτευση της απολιπομένης πρώτης αναιρεσίβλητης, προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης.

Κατόπιν των παραπάνω, ως προς τις εν λόγω απολιπόμενες διαδίκους (πρώτη αναιρεσείουσα και πρώτη αναιρεσίβλητη), οι οποίες συνδέονται με τις ομοδίκους τους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να κηρυχθεί ματαιωμένη ως προς αυτές η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Περαιτέρω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα και το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

Τέλος, παρά την απουσία της νομίμως κλητευθείσας πρώτης αναιρεσίβλητης πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν και τους λοιπούς (πλην της πρώτης αναιρεσείουσας) διαδίκους.

Με την κρινόμενη από 4-12-2019 και με αριθ. 11645/1141/5-12- 2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 5458/5-12-2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 30-12-2014 και με αριθ. κατ. 861/11-2-2015 έφεσης των εναγόντων - αναιρεσειόντων κατά της με αριθ. 2052/18-6-2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 27-12-2010 και με αριθ. κατ. 228088/8254/28-12-2010 αγωγής και απέρριψε αυτήν.

Με την εν λόγω αγωγή, οι οκτώ (8) ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες, στρεφόμενοι κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων: α) της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "…" και β) του Ελληνικού Δημοσίου ισχυρίσθηκαν ότι είναι υπάλληλοι της πρώτης εναγομένης με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ως στελέχη προερχόμενα από τον ιδιωτικό τομέα και ότι στις αναφερόμενες στην αγωγή για τον καθένα χρονολογίες (από 10-11-2008 έως 1-9-2009) αποσπάσθηκαν στις αναφερόμενες πέντε (5) Ειδικές Υπηρεσίες Διαχείρισης της Γενικής Διεύθυνσης Αναπτυξιακού Προγραμματισμού, Περιφερειακής Πολιτικής και Δημοσίων Επενδύσεων της Γενικής Γ ραμματείας Επενδύσεων και Ανάπτυξης του Υπουργείου Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (τ.

Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών) που συστάθηκαν με βάση το άρθρο 7 του ν. 2860/2000. Οτι, λόγω της απόσπασής τους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν κατέχουν οργανική θέση στο δημόσιο, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου, δηλαδή του άρθρου 57 του ν. 2324/1995 και της κατ' εξουσιοδότησή του εκδοθείσας με αριθ. πρωτ. 4626/ΔΙΟΕ/27-1-2004 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, το προβλεπόμενο στην, ως άνω, απόφαση κίνητρο παραγωγικότητας, το οποίο άλλως δικαιούνται με βάση τη Συνταγματική αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης, αφού παρέχουν την ίδια εργασία με τους υπαλλήλους του δημοσίου, που το λαμβάνουν, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, αφού οι εναγόμενοι δια των αρμοδίων οργάνων τους παραλείπουν παρανόμως και υπαιτίως να τους το καταβάλουν, άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού το δημόσιο έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος της περιουσίας τους.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να καταβάλουν σε καθένα από αυτούς, τα αναφερόμενα ποσά, που αντιστοιχούν στο κίνητρο παραγωγικότητας κατά τη διάρκεια του χρόνου απόσπασής τους, υπολογιζόμενο με βάση το βασικό μισθό του υπαλλήλου του εισαγωγικού 18ου κλιμακίου της κατηγορίας ΠΕ, όσον αφορά τους έξι πρώτους ενάγοντες, της κατηγορίας ΤΕ όσον αφορά την έβδομη ενάγουσα και της κατηγορίας ΔΕ όσον αφορά την όγδοη ενάγουσα, νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή διακρίσεις.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τη με αριθ. 2052/18.6.2014 οριστική απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς όλες τις βάσεις αυτής, ως μη νόμιμη. Κατά της απόφασης αυτής, οι ενάγοντες-αναιρεσείοντες άσκησαν την από 30-12-2014 και με αριθ. κατ. 861/11-2-2015 έφεση, την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1576/2021, ΑΠ 319/2017). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο τρίτο ν. 2372/1996 (Α'29), όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε από τους ν. 2860/2000, 2937/2001, 3336/2005 και 3614/2007, συστάθηκε η… , που αποτελεί ανώνυμη εταιρία του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δηλαδή Ν.Π.Ι Δ., το οποίο έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και απολαμβάνει διοικητικής αυτοτέλειας, λειτουργεί δε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.

Η … διέπεται από τον, ως άνω, ιδρυτικό νόμο αυτής, όπως ισχύει και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του άρθρου 36 ν. 849/1978 και τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920, αναλογικώς εφαρμοζόμενες, όπως κάθε φορά ισχύουν. Κατά τον κρίσιμο δε χρόνο (24-3-2014) της συζήτησης της ένδικης αγωγής στον πρώτο βαθμό, εποπτευόταν, ως φορέας του ευρύτερου δημόσιου τομέα, από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ήδη δε εποπτεύεται από τον Αναπληρωτή Υπουργό Οικονομίας και Ανάπτυξης.

Ενόψει των παραπάνω, σαφώς συνάγεται ότι η …δεν αποτελεί Υπηρεσία, δηλαδή μονάδα του εν στενή έννοια δημοσίου, ούτε υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Επενδύσεων και Ανάπτυξης. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 του Κωδικοποιημένου Καταστατικού της (άρθρο 33 Ν. 3614/2007), σκοπός της είναι η επιστημονική και τεχνική υποστήριξη της διαχείρισης και εφαρμογής προγραμμάτων που συγχρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, από τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ) ή και από εθνικούς πόρους, η οργάνωση και η κάλυψη των αναγκών σε εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό και σε μεταφορά τεχνογνωσίας για τη βελτίωση της διοικητικής δομής.

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 8 του άνω Καταστατικού α) το προσωπικό της …προσλαμβάνεται από τον ιδιωτικό τομέα ή αποσπάται από το δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 14 ν. 2190/1994, όπως εκάστοτε ισχύει, ύστερα από δημόσια προκήρυξη και αξιολόγηση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων των υποψηφίων, της διαδικασίας επιλογής καθοριζομένης με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εσωτερικών και Οικονομίας και οικονομικών.

Τα στελέχη της …Α.Ε. από τον ιδιωτικό τομέα προσλαμβάνονται με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, που περιλαμβάνουν δοκιμαστική περίοδο, η διάρκεια της οποίας καθορίζεται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Μ. Α.Ε., β) οι διατάξεις περί προσλήψεων, βαθμολογίου και μισθολογίου του δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα δεν εφαρμόζονται στο προσωπικό της Μ.

Α.Ε...γ)....δ)....ε)...στ)....ζ) Σε περίπτωση που αποσπάται προσωπικό της Μ. Α.Ε. σε φορείς ή υπηρεσίες του δημοσίου ή ευρύτερου δημόσιου τομέα, σε φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης και σε Ν.Π.Ι.Δ., ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 18 παρ. 1 περ. α' του νόμου που κυρώνει το παρόν καταστατικό (δηλαδή του ν. 3614/2007". Στο ν.3614/3-12-2007 (Α' 267) "Διαχείριση και εφαρμογή αναπτυξιακών παρεμβάσεων για την προγραμματική περίοδο 2007-2013" ορίζεται, στο άρθρο 18, στην παρ. 1 εδ.

α' ότι "Η μετακίνηση υπηρετούντος προσωπικού ή η απόσπαση προσωπικού που υπηρετεί σε φορείς του δημόσιου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα, συμπεριλαμβανομένης της Μ.. Α.Ε γίνεται με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού [....] ενώ στην παρ. 6 εδ.α του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζεται ειδικό επίδομα που καταβάλλεται στο προσωπικό των ειδικών υπηρεσιών [....].

Στην ίδια αυτή απόφαση προβλέπεται ειδικό επίδομα εξομάλυνσης για το προερχόμενο από τη Μ. Α.Ε. προσωπικό". Από τα παραπάνω προκύπτει ότι για τη διαδικασία πρόσληψης του προσωπικού της Μ. Α.Ε., για το βαθμολόγιο και μισθολόγιο του τελευταίου δεν εφαρμόζονται ούτε αναλογικά οι διατάξεις περί πρόσληψης, βαθμολογίου και μισθολογίου του δημοσίου ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα Από το έτος δε 2006 έχει καταρτισθεί μεταξύ της Μ.

Α.Ε. και του Συλλόγου Εργαζομένων σε αυτήν η πρώτη (1η) Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (ΕΣΣΕ), η οποία, όπως ισχύει τροποποιημένη από τη δεύτερη (2η) από 4-7-2008 ΕΣΣΕ, σε συνδυασμό με την 55/2010 Διαιτητική Απόφαση ρυθμίζει και τις μισθολογικές κατηγορίες των υπαλλήλων της, ενώ μέχρι το έτος 2006 η αμοιβή τους προσδιοριζόταν από την ατομική σύμβαση πρόσληψης του κάθε υπαλλήλου.

Περαιτέρω, στο άρθρο 7 ν. 2860/2000 (Α'251) "Περί διαχειρίσεως του Κοινοτικού Πλαισίου Στηρίξεως", όπως το εδ. γ της παρ.2 αυτού συμπληρώθηκε με το άρθρο 37 ν.2937/2001, ορίζεται ότι: "1. Η διαχείριση κάθε επιχειρησιακού προγράμματος ασκείται μέσω ειδικής υπηρεσίας (διαχειριστική αρχή), η οποία συνιστάται για τους σκοπούς αυτούς στο οικείο Υπουργείο ή Περιφέρεια με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και του αρμοδίου κατά περίπτωση Υπουργού [.....]. 2.

Η στελέχωση των ανωτέρω ειδικών υπηρεσιών γίνεται με μετακίνηση προσωπικού που υπηρετεί στο οικείο Υπουργείο ή στην οικεία Περιφέρεια, με απόσπαση προσωπικού που υπηρετεί σε φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 2001/1991 με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, ή με πρόσληψη νέου προσωπικού: α)...β) Η απόσπαση προσωπικού μπορεί να γίνεται και ύστερα από δημόσια πρόσκληση της Μ.

Α.Ε., με την οποία καθορίζονται τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα [....] γ) Η πρόσληψη προσωπικού γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις των νόμων 2190/1994 και 2372/1996, όπως ισχύουν. Ειδικότερα θέματα σχετικά με το ν. 2372/1996, που αφορούν τις διαδικασίες προσδιορισμού των αναγκών στελέχωσης των ειδικών υπηρεσιών, τη διαδικασία αξιολόγησης, επιλογής και πρόσληψης του προσωπικού από τη Μ.

Α.Ε., την απόσπασή του σε υπηρεσίες, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια ρυθμίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εθνικής Οικονομίας 3....4....5....6. Η δαπάνη μισθοδοσίας των αποσπασμένων στις ειδικές υπηρεσίες υπαλλήλων βαρύνει τους φορείς από τους οποίους προέρχονται".

Δυνάμει της, ως άνω, εξουσιοδοτικής διάταξης του άρθρου 7 παρ. 1 ν. 2860/2000 συστάθηκαν στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών οι εξής επιμέρους ειδικές υπηρεσίες: α) Η ειδική υπηρεσία στρατηγικής, σχεδιασμού και αξιολόγησης αναπτυξιακών προγραμμάτων (ΕΥΣΣΑΑΠ) (ΚΥΑ 35257/17-10-2001 (Β' 1352), β) Η ειδική υπηρεσία συντονισμού της εφαρμογής των επιχειρησιακών προγραμμάτων (ΕΥΣ) (ΚΥΑ 35256/17-10-2001 (Β' 1352), γ) η ειδική υπηρεσία θεσμικής υποστήριξης (ΕΥΘΥ) (ΚΥΑ 3851/29-1-2008 (Β' 333), δ) η ειδική υπηρεσία ολοκληρωμένου πληροφοριακού συστήματος (ΟΠΣ) (ΚΥΑ 10195 ΔΙΟΔΕ 144/23-3-2001 (Β' 340), όπως τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 36844/ΟΠΣ 887/18-8-2008 (Β' 1672) και ε) η ειδική υπηρεσία διαχείρισης των επιχειρησιακών προγραμμάτων του στόχου Ευρωπαϊκή Εδαφική Συνεργασία Στρατηγικής, Σχεδιασμού και Αξιολόγησης Αναπτυξιακών Προγραμμάτων" (ΚΥΑ 175294/ΔΙΟΕ 196/19-6-2002 (Β'730), ως υπηρεσία διαχείρισης προγραμμάτων κοινοτικής πρωτοβουλίας INTERREG.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 57 ν. 2324/1995, (ΦΕΚ Α 146) που συμπλήρωσε το άρθρο 25 ν. 2008/1992, με την προσθήκη των παραγράφων 5 και 6 "5. Παρακρατείται ποσοστό 5°/οο στο σύνολο του προϋπολογισμού εκάστου έτους των επιχορηγήσεων των νόμων 1116/1981, 1262/1982, 1682/1987, 1892/1990 και 2234/1994 και των εκάστοτε αναπτυξιακών νόμων, το οποίο διατίθεται ως κίνητρο παραγωγικότητας στους μόνιμους και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας, καθώς και στους αποσπασμένους σ' αυτό υπαλλήλους. 6.

Το τυχόν αδιάθετο ποσό του 2°/οο της παρ. 1 του άρθρου 25 ν. 2008/1992 διατίθεται σύμφωνα με τη διαδικασία του παρόντος. Προς το σκοπό αυτό εγγράφεται στο Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ειδικό έργο που αντιστοιχεί στα ποσά των παραγράφων 5 και 6. Η διοίκηση, διάθεση και κατανομή των πόρων του ανωτέρω ποσού καθορίζεται με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών".

Από το συνδυασμό των προεκτεθεισών διατάξεων του ν. 2372/1996, όπως κατά τα παραπάνω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, του άρθρου 7 ν. 2860/2000 και του άρθρου 57 ν. 2324/1995, συνάγεται, παρότι δεν αναφέρεται ρητά στην τελευταία αυτή διάταξη, ότι το προβλεπόμενο κίνητρο παραγωγικότητας ορίσθηκε μόνο για το μόνιμο προσωπικό του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και για τους αποσπασμένους σ' αυτό υπαλλήλους από άλλες υπηρεσίες του δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ.

με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και όχι για τους αποσπασμένους σ' αυτό υπαλλήλους από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, όπως η μεταγενεστέρως ιδρυθείσα Μ. Α.Ε. Εξάλλου, με το εν λόγω επίδομα (του άρθρου 57 ν. 2324/1995) επιδιώκεται η αύξηση της παραγωγικότητας των δημοσίων υπαλλήλων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και των αποσπασμένων σ' αυτό υπαλλήλων από άλλη υπηρεσία του δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., με κίνητρο τις αυξημένες, λόγω του επιδόματος αυτού απολαβές, ως αντιστάθμισμα του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων, το οποίο δεν διαμορφώνεται με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, όπως, αντιθέτως, συμβαίνει με τους αποσπασμένους στο εν λόγω Υπουργείο ανώνυμες εταιρίες, όπως η Μ.

Α.Ε.(ΑΠ 505/2017, ΑΠ 685/2016). Εξάλλου, κατ' εξουσιοδότηση του άνω νόμου (2324/1995) εκδόθηκε η 43134/ΔΙΟΕ 1100/12-11-2004 (Β' 1676) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία συγκροτήθηκε η Επιτροπή Διαχείρισης του ειδικού λογαριασμού, μέσω του οποίου θα καταβάλλονται στους δικαιούχους του εν λόγω επιδόματος τα αναλογούντα ποσά.

Στο προοίμιο της υπουργικής αυτής απόφασης, με αριθ. 5 μνημονεύεται η 4626/ΔΙΟΕ 34/27-1-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών "Χορήγηση κινήτρου παραγωγικότητας στους υπαλλήλους των Κεντρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών (τ. ΥΠΕΘΟ). Η εν λόγω υπουργική απόφαση δεν προκύπτει ότι δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ και μάλιστα κατά πλήρες περιεχόμενο, ώστε με τη δημοσίευσή της να αποκτήσει υπόσταση, αφού είναι κανονιστική διοικητική πράξη και η δημοσίευσή τας επιβάλλεται ως στοιχείο του κύρους της από τα άρθρα 43 παρ.2 και 35 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 παρ.

γ' του ν. 301/1976 του Εθνικού Τυπογραφείου, χωρίς να αρκεί για την επιβαλλόμενη δημοσίευσή της η αναφορά της στο προοίμιο της προαναφερόμενης 43134/ΔΙΟΕ 1100/2004 υπουργικής απόφασης (Ολ.ΣτΕ 87/2011, ΣτΕ 1334/2017, ΣτΕ 3297/2015), με αποτέλεσμα να είναι ανυπόστατη και να μην παράγει έννομες συνέπειες. Ανεξάρτητα δε από το ανυπόστατο της εν λόγω υπουργικής απόφασης και της ανυπαρξίας εννόμων συνεπειών, δεν θα ήταν δυνατή η επέκταση με αυτήν της χορήγησης του επίμαχου επιδόματος και στους αποσπασμένους στο, ως άνω, υπουργείο υπαλλήλους της Μ.

Α.Ε., αφού η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 57 ν. 2324/1995 δεν προβλέπει ρητά τούτο, ούτε παρέχει νομοθετική εξουσιοδότηση για τη διεύρυνση του κύκλου των δικαιούχων (ΣτΕ 2257/2009, που αφορά τη χορήγηση επιδόματος, με βάση την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 5 παρ. 4 ν. 2229/1994). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι έναντι του νόμου, καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των Ελλήνων έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών.

Έτσι, δεσμεύει τον κοινό νομοθέτη και τον υποχρεώνει, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλουν λόγοι κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων, χωρίς από αυτό να παραβιάζεται η αρχή της διάκρισης των εξουσιών (Ολ ΑΠ 7/1993).

Η ισότητα αμοιβής μεταξύ εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και παρέχουν την ίδια υπό τις αυτές συνθήκες εργασία επιβάλλεται και από το άρθρο 22 παρ.1 εδ.β του Συντάγματος, το οποίο αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της ισότητας του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος.

Συνεπώς, αν γίνει με νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος, που δικαιολογεί την ειδική αυτή μεταχείριση, η διάκριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική και προς αποκατάσταση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, πρέπει να εφαρμοστεί η νομοθετική αυτή ρύθμιση και σε εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, αφού μόνο με τον τρόπο αυτό αίρεται η κατά παράβαση των άνω διατάξεων του Συντάγματος δημιουργουμένη ανισότητα (Ολ ΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/1997).

Εξάλλου, γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των μισθών κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες, συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, δηλαδή όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή, προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, κάθε μια από αυτές υπάγεται σε διαφορετικό, μισθολογικό καθεστώς (ΑΠ 505/2017, ΑΠ 685/2016, ΑΠ 243/2008).

Δηλαδή ο ανωτέρω κανόνας δεν εφαρμόζεται επί συγκεκριμένης, βάσει διατάξεως νόμου, παροχής προς ορισμένη κατηγορία μισθωτών, σε σχέση με μισθωτούς οι οποίοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία, όπως είναι και οι έχοντες διαφορετικό εργοδότη και διαφορετικούς όρους απασχολήσεως και απολαβών. Για την εφαρμογή δε της ανωτέρω αρχής δεν μπορεί να γίνει σύγκριση μεταξύ δύο κατηγοριών εργαζομένων, ως προς μόνο ένα αιτούμενο επίδομα, απομονωμένο δηλαδή από τις εκατέρωθεν λαμβανόμενες συνολικές αποδοχές, διότι δεν επιτρέπεται επιλεκτική σύγκριση με βάση μία επί μέρους μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών, στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται, διότι για την εφαρμογή της ισότητας αμοιβής πρέπει ο εξαιρούμενος από την παροχή μισθωτός να παρέχει εργασία ποσοτική και ποιοτική ίση προς εκείνη που παρέχει ο ευνοούμενος μισθωτός και επιπλέον η εργασία αυτή να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες (Ολ ΑΠ 16/2015, ΟλΑΠ 3/2013, ΑΠ 474/2022).

Περαιτέρω από τα άρθρα 288 Α.Κ., 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος και 119 της Συνθήκης της ΕΟΚ και ήδη άρθρο 157 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε.) απορρέει η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των εργαζομένων, σύμφωνα με την οποία αν ο εργοδότης προβεί σε εκούσια παροχή προς ορισμένους μισθωτούς του, δεν μπορεί να εξαιρέσει από αυτή άλλους μισθωτούς του, που ανήκουν στην ίδια κατηγορία και εκτελούν την ίδια εργασία κάτω από όμοιες συνθήκες, εκτός αν η εξαίρεση δικαιολογείται κατά την καλή πίστη και είναι συνεπώς δίκαιη και εύλογη κατ' αντικειμενική κρίση.

Η πιο πάνω αρχή (της ίσης μεταχειρίσεως) έχει εφαρμογή μόνο επί οικειοθελών παροχών του εργοδότη και όχι επί παροχών που γίνονται σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως, οπότε η ανισότητα ελέγχεται βάσει του άρθρου 4 παρ. 1 σε συνδυασμό προς το άρθρο 22 παρ. 1 εδ. β του Συντάγματος κατά τα ήδη εκτεθέντα (ΑΠ 505/2017, ΑΠ 981/2011).

Η αρχή της ίσης μεταχειρίσεως δεν παραβιάζεται όταν οι εξαιρούμενοι από την παροχή εργαζόμενοι ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία και δεν έχουν τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, έστω και αν παρέχουν εργασία ανάλογης ή ίσης αξίας που τείνει στην εξυπηρέτηση των ίδιων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του εργοδότη (Α.Π. 505/2017, ΑΠ 107/2006).

Στις προαναφερθείσες περιπτώσεις της δικαιολογημένης εκ μέρους του εργοδότη διαφορετικής μεταχειρίσεως των μισθωτών από την άποψη της αμοιβής, δεν μπορούν να θεμελιωθούν αξιώσεις τους κατ' αυτού ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. Α.Κ. περί αδικοπραξιών, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου του παρανόμου, ούτε με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

Α.Κ. περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω μη συνδρομής του στοιχείου της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της αιτίας βάσει της οποίας επήλθε ο πλουτισμός του εργοδότη (ΑΠ 505/2017, Α.Π. 685/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο και τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι, με το να δεχθεί ότι δεν δικαιούνται το επίδομα παραγωγικότητας, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 57 ν. 2324/1995 παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους δεν εφάρμοσε, ενώ ήταν εφαρμοστέοι και συγκεκριμένα ότι παραβίασε: α) τη διάταξη του άρθρου 57 ν. 2324/1995 (πρώτος λόγος αναίρεσης), β) τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος (δεύτερος λόγος αναίρεσης) και γ) τις διατάξεις των άρθρων 914 και 904 ΑΚ (τρίτος λόγος αναίρεσης).

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, μετά από παράθεση του, ως άνω περιεχομένου της ένδικης αγωγής και των συγκροτούντων τη μείζονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού νομικών σκέψεων, έκρινε ότι η αγωγή είναι μη νόμιμη, ως προς όλες τις νομικές βάσεις αυτής, με την ακόλουθη αιτιολογία: " Η κρινόμενη αγωγή ...

δεν είναι νόμιμη. Κατά μεν την κυρία βάση της, διότι το ένδικο επίδομα χορηγήθηκε εκ του νόμου μόνο στους υπαλλήλους με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και στους αποσπασμένους σ' αυτό από άλλες υπηρεσίες του δημοσίου, όπως προκύπτει ευθέως και σαφώς από το άρθρο 57 του ν.2324/1995 και όχι στους αποσπασμένους στο άνω Υπουργείο υπαλλήλους ανωνύμων εταιριών, όπως η Μ.

ΑΕ. Άλλωστε, όπως εκτίθεται και στη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε υπό στοιχ. Δ, από το γεγονός ότι το επίδομα αυτό χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του άνω Υπουργείου, ένα έτος πριν από την ίδρυση της Μ. ΑΕ με το άρθρο 3 του ν.2372/1996, συνάγεται ότι ο νομοθέτης δεν μπορούσε να έχει υπόψη του τους υπαλλήλους της, οι οποίοι κατά τα προαναφερόμενα προσλαμβάνονται με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και δεν συνδέονται με οργανική θέση με το δημόσιο, ακόμη και όταν, αποσπασμένοι στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας, προσφέρουν τη συνδρομή τους στο μόνιμο προσωπικό του, κατά το καταστατικό της Μ.

ΑΕ, μισθοδοτούμενοι από την τελευταία και με μισθολόγιο που διαμορφώνεται με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις σε επίπεδα πολύ ανώτερα του μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων. Προς τούτο συνηγορεί και το γεγονός ότι το προβλεπόμενο στο προαναφερόμενο στη μείζονα σκέψη άρθρο 18 του ν.3614/2007 ειδικό επίδομα που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών στο προσωπικό των άνω ειδικών υπηρεσιών το προερχόμενο από το δημόσιο, αντιδιαστέλλεται σαφώς και από το ειδικό επίδομα εξομάλυνσης που με την ίδια άνω διάταξη, προβλέπεται για το προερχόμενο από τη Μ.

ΑΕ προσωπικό των άνω ειδικών υπηρεσιών, όπως εκτίθεται στη μείζονα σκέψη υπό στοιχ. Δ. Για επέκταση δε και στους εν λόγω υπαλλήλους της Μ. ΑΕ, όπως είναι οι ενάγοντες, της υπουργικής με αρ. πρωτ. 4626/ΔΙΟΕ/27.01.2004 απόφασης, που φέρεται να υπογράφηκε από τον Υπουργό Οικονομικών κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου 57 του ν.2324/1995, δεν μπορεί να γίνει λόγος, αφού δεν παράγει, κατά τα προαναφερόμενα, έννομες συνέπειες, ως ανυπόστατη, επειδή δεν δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ, καίτοι το περιεχόμενο της είναι κανονιστικό.

Ούτε όμως για παραβίαση της αρχής της ισότητας μπορεί να γίνει λόγος σχετικά με τη μη χορήγηση του ενδίκου επιδόματος με το άρθρο 57 του ν.2324/1995, το οποίο σημειωτέον χορηγείται σε δημοσίους υπαλλήλους του Υπουργείου Οικονομίας και στους αποσπασμένους σ' αυτό από άλλες υπηρεσίες του εν στενή εννοία δημοσίου τομέα, σε εκπλήρωση νομικής υποχρεώσεως και δεν είναι οικειοθελής παροχή, στους ενάγοντες' υπαλλήλους της Μ.

ΑΕ, αφού ακόμη και αν υποτεθεί ότι παρέχουν την ίδια εργασία με τους μονίμους υπαλλήλους του δημοσίου (η οποία, ωστόσο, ουδόλως εξειδικεύεται στην αγωγή), τελούν υπό ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες, αφού οι αποσπασμένοι στο άνω Υπουργείο ενάγοντες δεν συνδέονται με οργανικό δεσμό με το δημόσιο ή με άλλη υπηρεσία του δημοσίου, αλλά με ανώνυμη εταιρία.

Σε κάθε δε περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει σύγκριση των αποσπασμένων στο Υπουργείο Οικονομίας εναγόντων με τους υπαλλήλους του δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που είναι επίσης αποσπασμένοι στο άνω Υπουργείο, ως προς μόνο ένα αιτούμενο επίδομα, απομονωμένο δηλαδή από τις εκατέρωθεν λαμβανόμενες συνολικές αποδοχές, διότι, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, δεν επιτρέπεται επιλεκτική σύγκριση με βάση μία επί μέρους μισθολογική παροχή χωρίς συσχετισμό προς το ευρύτερο σύνολο αποδοχών στο οποίο αυτή περιλαμβάνεται, αφού για την εφαρμογή της ισότητας αμοιβής πρέπει ο εξαιρούμενος από την παροχή μισθωτός να παρέχει εργασία ποσοτική και ποιοτική ίση προς εκείνη που παρέχει ο ευνοούμενος μισθωτός και επιπλέον η εργασία αυτή να παρέχεται υπό ουσιωδώς όμοιες συνθήκες.

Ετσι, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, η επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη συνταγματική αρχή της ισότητας. Για τον ίδιο άνω λόγο, δηλαδή ως μη νόμιμες, είναι απορριπτέες και οι έτι επικουρικότερες βάσεις της αγωγής, από την αδικοπραξία, αφού δεν στοιχειοθετείται αδικοπραξία των οργάνων των εναγομένων, που αρνούνται να καταβάλουν στους ενάγοντες το ένδικο επίδομα, το οποίο αυτοί δεν δικαιούνται, βάσει του επικαλουμένου άρθρου 57 του ν.2324/1995 και συνεπώς, δεν συντρέχει το παράνομο, ούτε, όμως, στοιχειοθετείται ελαττωματικότητα της αιτίας, αφού κατά τα αιτούμενα ποσά δεν πλούτισε αδικαιολόγητα το εναγόμενο δημόσιο, στο οποίο παρείχαν οι αποσπασμένοι ενάγοντες τις υπηρεσίες τους, για τις οποίες κατά τα προαναφερόμενα αμείβονται από τον φορέα (Μ.

ΑΕ) από τον οποίο προέρχονται.

Συνεπώς, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του, έστω και με ελλιπή και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία που συμπληρώνεται και αντικαθίσταται από την παρούσα (534 ΚΠολΔικ) απέρριψε ως μη νόμιμη την ένδικη αγωγή, ως προς όλες τις βάσεις της και όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με όλους τους λόγους της κρινόμενης έφεσής τους είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατ'ακολουθίαν η ένδικη έφεση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη κατ'ουσίαν." Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις νομικές βάσεις αυτής, δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις (των άρθρων 57 ν. 2324/1995, 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 του Συντάγματος, 914 και 904 ΑΚ), καθόσον σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις, που προεκτέθηκαν.

α) το επίμαχο επίδομα (κίνητρο παραγωγικότητας) χορηγήθηκε με βάση το άρθρο 57 ν. 2324/1995 μόνο στους αποσπασμένους στο Υπουργείο Εθνικής Οικονομίας υπαλλήλους από άλλες υπηρεσίες του δημοσίου και όχι στους αποσπασμένους από ανήκουσες στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ανώνυμες εταιρίες, όπως είναι η Μ. Α.Ε., της οποίας υπάλληλοι είναι οι ενάγοντες, β) η μη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος στους ενάγοντες δεν αντιβαίνει στη συνταγματική αρχή της ισότητας, αφού αυτοί τελούν υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς από τους αποσπασμένους στο εν λόγω Υπουργείο υπαλλήλους του δημοσίου, οι δε αποδοχές τους, (σε αντίθεση με εκείνες των υπαλλήλων του δημοσίου) καθορίζονται με ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις, γ) δεν θεμελιώνεται δικαίωμα των εναγόντων για καταβολή ·σ' αυτούς του εν λόγω επιδόματος κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών και αδικαιολόγητου πλουτισμού, επειδή δεν συντρέχει, αντίστοιχα, το στοιχείο του παρανόμου (άρθρο 914 ΑΚ) και το στοιχείο της ανυπαρξίας ή της ελαττωματικότητας της αιτίας, με βάση την οποία επήλθε ο πλουτισμός του Ελληνικού Δημοσίου (άρθρο 904 ΑΚ).

Επισημαίνεται ότι η αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση: α) ότι το εν λόγω επίδομα χορηγήθηκε στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας (με το άρθρο 57 ν. 2324/1995) ένα έτος πριν την ίδρυση της Μ. Α.Ε. (με το άρθρο 3 ν. 2372/1996) και β) ότι το προβλεπόμενο στο άρθρο 18 ν. 3614/2007 ειδικό επίδομα που χορηγείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών στο προσωπικό των εν λόγω ειδικών υπηρεσιών το προερχόμενο από το δημόσιο αντιδιαστέλλεται σαφώς από ειδικό επίδομα εξομάλυνσης που χορηγείται με την ίδια διάταξη στο προερχόμενο από τη Μ.

Α.Ε. προσωπικό, αποτελούν επιχειρήματα του δικαστηρίου, που δεν ιδρύουν λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1014/2019, ΑΠ 258/2019). Κατόπιν των παραπάνω, οι πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Κατά το μέρος δε που με τους δεύτερο και τρίτο λόγους γίνεται επίκληση της από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικής πλημμέλειας, οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, εφ'οσον το δικαστήριο δεν εξέτασε κατ'ουσίαν την υπόθεση διατυπώνοντας αποδεικτικό πόρισμα, αλλά έκρινε την αγωγή ως μη νόμιμη, επικυρώνοντας την ομοίως αποφανθείσα απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Κατά τη διάταξη 8 του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 144/2019).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 144/2019).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 στοιχ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο αναιρετικός αυτός λόγος πλήττει την απόφαση για σφάλματα που αναφέρονται στα αποδεικτικά μέσα, βάσει των οποίων καταρτίζεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Επομένως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες: α) από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους ότι άλλοι συνάδελφοι τους, υπάλληλοι της Μ. Α.Ε., αποσπασμένοι σε διαφορετικές υπηρεσίες του Υπουργείου, λαμβάνουν το εν λόγω επίδομα, β) από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν, από τα οποία προκύπτει η ουσιαστική βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού τους.

Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, ο λόγος αυτός, ως προς αμφότερα τα σκέλη του είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι: α) ο, ως άνω, ισχυρισμός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά πραγματικό επιχείρημα υπέρ των απόψεων των αναιρεσειόντων, β) εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, αλλά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν ιδρύεται ο από τον αριθμό 11 στοιχ.

γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Κατόπιν των παραπάνω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της με αριθμό 134423 οικ.

της 8-12-1992/20-1-1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β' 11), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 ν. 1738/1987, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Α. Γ. του Α. και την πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "… (Μ. Α.Ε.)". -

Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τις παραπάνω διαδίκους.

-

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς την, ως άνω, πρώτη αναιρεσείουσα και το δεύτερο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο.

-Δικάζει την αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς διαδίκους.

-

Απορρίπτει την από 4-12-2019 και με αριθ. κατ. 11645/1141/5-12- 2019 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 5458/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

-

Καταδικάζει τους παρισταμένους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Μαρτίου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ