Appeal partially allowed; sentence increased due to excessive sentencing power violation under Art. 510 KPD.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a conviction for delayed wage payments, finding the lower court exceeded its sentencing authority. The defendant argued the new sentence was harsher than a previous overturned decision, violating the principle of proportionality. Consequently, the court annulled the penalty portion and remitted the case for a new sentencing hearing before different judges.
Legislator headnote
AI generatedArt. 510 para. 1 item Theta KPD; Art. 519 KPD: A second-instance court must annul a judgment if it exceeds its positive authority by imposing a heavier penalty than previously established in a prior decision, requiring remittal for new sentencing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 34 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 34/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Μαρίας Γκανέ (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Θ. του Θ., κατοίκου Παγκρατίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Χριστοδούλου, για αναίρεση της απόφασης ΗΤ2938/2024 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: 1.Τ. Α. του Α., κάτοικο Κερατσινίου Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Σμαΐλη … και 13. Ι. Δ. του Γ., κάτοικο Αθηνών, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Σμαΐλη.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 4.9.2024 και με αριθμό 5965/2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 809/24.
Αφού άκουσε Ι)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε : 1) να αναιρεθεί εν μέρει την προσβαλλόμενη απόφαση που κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για παράβαση άρθρου 98 Π.Κ και 28 παρ. 1 Ν. 3996/2011 και να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη που ασκήθηκε εναντίον του για την εν λόγω μερικότερη πράξη του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος λόγω παραγραφής και εξαλείψεως του αξιοποίνου της για το χρονικό διάστημα από 31.8.2016 μέχρι και 8.11.2016, 2) να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις διατάξεις περί επιβολής ποινής στον αναιρεσείοντα και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος που αφορά την επιβολή ποινής, για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως και 3) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ)Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 04.09.2024 και με αριθμό 5965/2024 αίτηση του Θ. Ν. του Θ. και της Β., κατοίκου Παγκρατίου Αττικής..., για αναίρεση της με αριθμό ΗΤ2938/2024 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία καταχωρίστηκε καθαρογραμμένη στο κατά το άρθρο 473 παρ.2 και 3 εδ.α του ΚΠΔ βιβλίο στις 24.07.2024, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ενόψει και της αναστολής των προθεσμιών από 01 έως 31 Αυγούστου (473 παρ.2, 3 και 4 ΚΠΔ), για λογαριασμό του κατηγορουμένου από την δικηγόρο Αθηνών Γεωργία Χριστοδούλου, η οποία είχε παρασταθεί, ως συνήγορός του, στη συζήτηση, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την επίδοση, διά της δικαστικής επιμελήτριας Α.
Μ., του σχετικού δικογράφου της στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στις 05.09.2024, (άρθρα 462 παρ.1, 464, 466 παρ.2, 474 παρ.2Α και 4, 504 παρ1 και 505 παρ.1 ΚΠΔ του ΚΠΔ) και περιέχει παραδεκτούς λόγους αναίρεσης, ήτοι την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπό τη μορφή της εκ πλαγίου παραβίασής της και την υπέρβαση εξουσίας (άρθρο 510 παρ.1, εδ.Ε' και εδ.Θ' του ΚΠΔ ).
Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα των προβαλλόμενων με αυτή λόγων, ερήμην των έκτου και ενδέκατου εκ των υποστηριζόντων την κατηγορία, Μ. Ν. του Π. και Φ. Β. του Γ., αντίστοιχα, οι οποίοι δεν εμφανίσθηκαν στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, μολονότι κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα να παραστούν, όπως προκύπτει από το από 27.09.2024 αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση του Χ.
Λ., Επιμελητή Εισαγγελίας Αρείου Πάγου και το από 07.10.2024 αποδεικτικό κλήτευσης της Σ. Α., Επιμελήτριας Εισαγγελίας Αρείου Πάγου προς τον αντίκλητο δικηγόρο του Σμαϊλη Λάμπρο, καθόσον αφορά τον έκτο υποστηρίζοντα την κατηγορία και καθόσον αφορά τον ενδέκατο, από το από 26.09.2024 αποδεικτικό επίδοσης με θυροκόλληση της ίδιας ως άνω Επιμελήτριας Σ.
Α. και το από 01.10.2024 αποδεικτικό κλήτευσης της αυτής Επιμελήτριας προς τον αντίκλητο δικηγόρο του Καραμήτσα Δημήτριο. Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του Ν. 3996/2011, "1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α' 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2.
Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 εδ. α' του ΑΝ 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα.
Από τις εν λόγω διατάξεις, προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στο δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις.
Ακόμη, από τις διατάξεις του άρθρου 94 του ΠΚ που ορίζει ότι "1. Κατά του υπαιτίου δύο ή περισσοτέρων εγκλημάτων, που τελέστηκαν με περισσότερες πράξεις και τιμωρούνται με πρόσκαιρες στερητικές της ελευθερίας ποινές, επιβάλλεται, μετά την επιμέτρησή τους συνολική ποινή, η οποία αποτελείται από τη βαρύτερη από τις συντρέχουσες ποινές επαυξημένη.
Αν οι συντρέχουσες ποινές είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας, η συνολική ποινή σχηματίζεται με την επαύξηση μιας από αυτές....", προκύπτει ότι για τον καθορισμό της επιβλητέας ποινής σε περίπτωση συρροής εγκλημάτων, επιβάλλεται ξεχωριστή ποινή για καθένα από τα συρρέοντα εγκλήματα, στο τέλος όμως σχηματίζεται μια συνολική ποινή, που αποτελείται από τη βαρύτερη ( ή σε περίπτωση που είναι του ίδιου είδους και ίσης διάρκειας από μία από αυτές), που αποτελείται ποινή βάσης, η οποία στη συνέχεια επαυξάνεται, σύμφωνα με ορισμένα ποσοστά προσαύξησης που ορίζονται στο νόμο, με πρόσθεση μέρους των λοιπών, που καλούνται συντρέχουσες.
Η συνολική αυτή ποινή παριστά μόνο τον ενιαίο τρόπο εκτέλεσης των συνολικά επιμετρηθεισών επί μέρους ποινών, που διατηρούν την αυτοτέλειά τους και μετά την επιβολή της συνολικής ποινής, χωρίς να απορροφώνται από την τελευταία, εκτελούνται όμως άπασες μέσω της συνολικής ποινής. Τέλος, από το άρθρο 98 του ΠΚ, το οποίο έχει θεσπιστεί προς το σκοπό της επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου και ορίζει ότι "1.
Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1...να επιβάλλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικοτέρων πράξεων...", προκύπτει, ότι κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο, το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, οι οποίες απέχουν χρονικά μεταξύ τους, προσβάλλουν διαφορετικές μονάδες του ίδιου έννομου αγαθού και καθεμία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της απόφασης για την τέλεσή τους δηλαδή με ενότητα δόλου του δράστη.
ΙΙ. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη (ΑΠ 1150/2022, ΑΠ 132/2022, ΑΠ 1092/2020).
Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του ΑΝ 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο.
Περαιτέρω επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, αν πρόκειται για εταιρία και η εταιρική μορφή αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα, την οποία είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών.
Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης, αλλά πρέπει να προκύπτει ότι είχε ενεργό συμμετοχή στην ουσιαστική διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της εταιρίας (ΑΠ 976/2023, ΑΠ 622/2023, ΑΠ 1645/2022, ΑΠ 626/2022, ΑΠ 232/2022, ΑΠ 1157/2020, ΑΠ 784/2020).
ΙΙΙ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση δε, εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
ΑΠ 3/2008, ΑΠ 1645/2022). Ειδικότερα, κατά το πραγματικό περιεχόμενο της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του α.ν.690/1945, κατά την οποία τιμωρείται ο κατά νόμο υπόχρεος ή σε περίπτωση νομικού προσώπου ο υπόχρεος ή ο συνυπόχρεος, εφόσον προβλέπεται ευθύνη από κοινού, που ασκεί την πραγματική διοίκηση ή διαχείριση του νομικού προσώπου, όταν δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες, συνεπεία της εργασιακής σχέσης, αποδοχές, θεσπίζεται το μεν ποινική ευθύνη των εργοδοτών, οι οποίοι δεν καταβάλλουν εμπρόθεσμα τις οφειλόμενες στους εργαζόμενους από τη σχέση εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, το δε τιμωρείται μόνο η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών αυτών, προκειμένου να διασφαλιστεί η έγκαιρη καταβολή αυτών στους δικαιούχους χωρίς να δημιουργείται πρωτογενής αξίωση των εργαζομένων για πληρωμή των αποδοχών τους (Α.Π. 1707/2010).
Το έγκλημα αυτό, συνεπώς, τελείται με την καθυστέρηση καταβολής των συμφωνημένων αποδοχών των εργαζομένων (Α.Π.2356/2005). Υπόψη ότι η αξίωση του εργαζομένου για πληρωμή του μισθού του προστατεύεται από σειρά μέτρων που προβλέπονται από την εργατική νομοθεσία, ο δικαιολογητικός δε λόγος αυτής της προστασίας προκύπτει από την ίδια τη φύση και τον κύριο χαρακτήρα του μισθού, ως του κατά βάση μέσου συντήρησης του ιδίου του εργαζομένου και της οικογενείας του.
Στο πνεύμα αυτό, η αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 664 Α.Κ. που απαγορεύει τον συμψηφισμό ανταπαίτησης του εργοδότη στον εργατικό μισθό, ορίζει σχετικώς ότι ο εργαζόμενος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση και για οποιαδήποτε αιτία να στερείται το μισθό του που είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή αυτού και της οικογένειας του.
Για τον ίδιο ως άνω λόγο ο ισχυρισμός του εργοδότη ότι ως εκπρόσωπος νομικού προσώπου, δεν ήταν μόνος αυτός υπόχρεος, αλλά ήταν συνυπόχρεος από κοινού με άλλον στην εξόφληση των καθυστερουμένων μισθών του εργαζόμενου του, δεν αίρει το αξιόποινο της καθυστέρησης πληρωμής τους, σύμφωνα με την εν λόγω ουσιαστικού ποινικού δικαίου διάταξη του α.ν.690/1945.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης, υπ` αριθμόν ΗΤ 2938/2024, αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την έφεση του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης ΘΜ 1037/2021 καταδικαστικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, μετά από αναίρεση, με την 799/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, της ΗΤ 3265/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που είχε εκδοθεί επί της ως άνω έφεσης, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων αποδεικτικών μέσων (τις ανωμοτί καταθέσεις των μαρτύρων προς υποστήριξη της κατηγορίας, τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο), δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα, επί λέξει, πραγματικά περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος Θ.
Ν. ως Αντιπρόεδρος της εταιρείας με την επωνυμία: ..." που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων, ασκώντας για το χρονικό διάστημα από 1-4-2016 έως 30-6-2020 τη διαχειριστική και εκπροσωπευτική εξουσία, έχοντας αναλάβει την ουσιαστική διαχείριση των υποθέσεων της ανωτέρω επιχείρησης, ήτοι την εξουσία διαχείρισης των οικονομικών θεμάτων της επιχείρησης, καθώς και την εξουσία διενέργειας νομικών και υλικών πράξεων, αν και απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην επιχείρηση αυτή τους κάτωθι εργαζόμενους , κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-2016 έως 31-11-2018 δεν κατέβαλε σε αυτούς τα κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενα ποσά , που αφορούν στις δεδουλευμένες αποδοχές τους για το ως άνω χρονικό διάστημα.
Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος δυνάμει του από 25-6-2015 πρακτικού της ως γενικής συνέλευσης της άνω εταιρείας και του από 25-6-2015 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας, δημοσιευμένου στο ΦΕΚ, που καταχωρήθηκαν στο ΓΕΜΗ με αρ. κατ.859843, στις 1-4-2016, αποφασίστηκε ότι το διοικητικό συμβούλιο συστάθηκε με δετή θητεία έως τις 30-6-2020 και συγκροτήθηκε ως σώμα ως εξής:
Σ. Ψ. πρόεδρος, Ν. Θ. Αντιπρόεδρος, Β. Χ. γενικός διευθυντής, Ε. Ε. μέλος του διοικητικού συμβουλίου, Ν. Π. μέλος, Π. Ψ. μέλος του διοικητικού συμβουλίου. Παράλληλα ως προς την εκπροσώπηση της εταιρείας, αποφασίστηκε να δεσμεύουν την εταιρεία δύο πρόσωπα είτε από την Α ομάδα είτε από ένα πρόσωπο της Α και ένα πρόσωπο της Β ομάδας, όπου στην Α ήταν ο Β.
Χ. και ο Ν. Π. και στη Β ομάδα ο Α. Ν., Α. Χ. και ο Ν. Θ. για τις υποχρεώσεις έναντι τρίτων έως του ποσού των 100.000 ευρώ Επίσης, δυνάμει του από 13-5-2016 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας που δημοσιεύτηκε νόμιμα στο ΓΕΜΗ στις 19-9-2016, με αρ.κατ. 860058, το ΔΣ ανασυγκροτήθηκε σε σώμα μετά την παραίτηση του Χιώτη, εκλέγοντας τον Α.
Χ. ως νέο μέλος του ΔΣ, και καθορίζοντας ότι τα πρόσωπα που δικαιούνται να εκπροσωπούν την ως άνω εταιρεία είναι τα εξής, στην ομάδα Α , Σ. Ψ., Π. Ψ. και Π. Χ. και στην ομάδα Β Ν. Α., Ν. Θ. και Α. Χ.. Επιπλέον, δυνάμει του από 10-8-2016 πρακτικού του διοικητικού συμβουλίου της ως άνω εταιρείας που δημοσιεύτηκε στο ΓΕΜΗ στις 19-9-2016 με αρ.κατ.860449 επανακαθορίστηκαν τα πρόσωπα που δικαιούνται να εκπροσωπούν και να δεσμεύουν την εταιρεία ως εξής , στην ομάδα Α , Σ.
Ψ., Π. Ψ. και Π. Χ. και στην ομάδα Β Ν. Α. , Ν. Θ. και Α. Χ.. Ο κατηγορούμενος επικαλείται ότι δυνάμει της από 9-1-2017 επιστολής του δήλωσε ότι παραιτείται και αποχωρεί οικειοθελώς από την εταιρεία, καθώς και την από 9-9-2017 εξώδικη δήλωση προς την ως άνω ανώνυμη εταιρεία, με την οποία διαμαρτύρεται για την αδικαιολόγητη μη κοινοποίηση σε αυτόν εγγράφως της αποδοχής της παραίτησής του.
Όμως, η ως άνω παραίτηση δεν έχει υποβληθεί στις νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας, όπως έπρεπε , κατά τα ισχύοντα τον ανωτέρω χρόνο άρθρα 7° και 7β του Ν. 2190/1920 και δεν αντιτάσσεται στους καλόπιστους τρίτους, όπως εν προκειμένω οι εργαζόμενοι. Άλλωστε, η ως άνω επιστολή παραίτησης δεν αποδεικνύεται ότι παρελήφθη από κάποιο πρόσωπο , καθώς και η εξώδικη δήλωση θυροκολλήθηκε στα ήδη κλειστά γραφεία της ως άνω ανώνυμης εταιρείας.
Επιπλέον, τα ως άνω κρίθηκαν και με την υπ'αριθμ.542/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη διαδικασία της εκούσιας διαδικασίας , η οποία επικυρώθηκε με την υπ'αριθμ. 421/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε αίτηση της "..." περί διορισμού προσωρινής διοίκησης κατά το άρθρο 69 ΑΚ και 786 ΚΠολΔ στην ως άνω ανώνυμη εταιρεία, κρίνοντας ότι δεν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για τον διορισμό προσωρινής διοίκησης.
Όσον, αφορά στον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι δεν ασκούσε ουσιαστική διαχείριση , καθόσον στις 9-1-2017 προσλήφθηκε στην εταιρεία ΙΑΝΟΣ, ουδόλως ασκεί έννομη επιρροή, καθόσον, ο κατηγορούμενος , ως προελέχθη δεν απώλεσε ουδέποτε την ιδιότητα του Αντιπρόεδρου της ως άνω εταιρείας, ενώ σύμφωνα με τις αναλυτικές καταθέσεις των παρισταμένων προς υποστήριξη της κατηγορίας αποδεικνύεται ότι πράγματι ο κατηγορούμενος ασκούσε ουσιαστική διαχείριση των υποθέσεων της ως άνω εταιρείας.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας Μ. αναφέρεται ότι : "...εγώ τυγχάνω πρόεδρος του ΔΣ της ένωσης τεχνικών ελληνικής ραδιοφωνίας στην οποία είναι όλοι οι εργαζόμενοι που έχουν προσφύγει είμαι σε θέση να γνωρίζω ότι ο κύριος Θ. έχει προβεί και ακόμα και σε απολύσεις συναδέλφων και πρόσληψη άλλων στην θέση αυτών που απολύθηκαν για διάφορες αιτίες τέλος πάντων Ασκούσε λοιπόν διευθυντικά καθήκοντα.
Τώρα όσων αφορά μέσα στο ΓΕΜΗ φαίνεται ξεκάθαρα ότι τα Μέλη του ΔΣ είναι υπόχρεα για τις καταβολές της μισθοδοσίας, είναι χωρισμένα σε ομάδα Α και Β και ένα μέλος της ομάδας Α και ένα μέλος της ομάδας Β είναι υπόχρεα απέναντι στις υποχρεώσεις χρηματικές της εταιρίας μέχρι ενός ορισμένου ποσού δεν το θυμάμαι το ποσό...
Εγώ θέλω να τονίσω εδώ πέρα ότι ο κ. Θ. όλο αυτό το χρονικό διάστημα ασκούσε διευθυντικά πράξη, ήταν στην ουσία το αφεντικό μας. Ό,τι συνέβαινε στην καθημερινότητα του σταθμού, τι πρόγραμμα θα υπάρχει, ποιος θα κάνει εκπομπή, ποιος δεν θα κάνει εκπομπή, τι θα γίνει με τις ηχογραφήσεις, τι θα γίνει με διάφορες εκδηλώσεις που κάναμε, κάναμε κάποια μπαζάρ βιβλίου και τα λοιπά, όλα αυτά γίνονταν υπό τη δική του επίβλεψη......
Αλλά τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται και από την ανωμοτί κατάθεση του παρισταμένου προς υποστήριξη της κατηγορίας Τ. Α., ο οποίος καταθέτει για τον κατηγορούμενο: "...Είχε διευθυντική θέση και ήταν και Αντιπρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Είχε λόγο στα πάντα. Μέχρι και την τελευταία στιγμή που φύγαμε από εκεί πέρα είχε λόγο στα πάντα.
Εμείς βέβαια ως τεχνικοί ήμασταν οι τελευταίοι που φύγαμε από το κτήριο. Μας έβγαλαν έξω με το ζόρι..". Όσον αφορά στην από 30-10-2018 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που άσκησαν οι κάτωθι εργαζόμενοι στρεφόμενοι μεταξύ άλλων κατά της ΒΗΜΑ FM ΑΕ και του Ψυχάρη Σταύρου , διεκδικώντας τις δεδουλευμένες αποδοχές τους, ο ισχυρισμός τους ήταν η άρση της νομικής αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, ώστε ο ανωτέρω , ως μοναδικός μέτοχος της ως άνω εταιρείας να ευθύνεται από κοινού με το νομικό πρόσωπο για τις δεδουλευμένες αποδοχές τους.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός του κατηγορούμενου ότι, ενόψει της άσκησης της ως άνω αγωγής, οι εργαζόμενοι αναγνωρίζουν ότι ουσιαστική διοίκηση της εταιρείας είχε ο Σ. Ψ. και όχι ο κατηγορούμενος. Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η ως άνω εταιρεία είχε νόμιμα συνάψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τους Τ.
Α., Α. Α., Ι. Κ., Δ. Κ., Π. Μ.., Ν. Μ., Χ. Μ., Μ. Σ. , Ν. Σ., Β. Φ., Δ. Κ. και εργάζονταν ως τεχνικοί ραδιοφωνίας οι οποίοι ήταν μέλη της συνδικαλιστικής ενώσεως -σωματείου με την επωνυμία Ένωση Τεχνικών Ελληνικής ραδιοφωνίας και τους όρους αμοιβής και εργασίας καθόριζε η συλλογική σύμβαση εργασίας 10η και 11η που συνάπτεται μεταξύ της ΕΤΕΡ και της Ε
ΙΙΡΑ, τη Χ. Π. και την Ι. Δ. ως διοικητικούς υπαλλήλους, οι οποίοι ήταν μέλη της συνδικαλιστικής ένωσης -σωματείου με την επωνυμία Ένωση προσωπικού ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και τους όρους αμοιβής και εργασίας καθόριζε η συλλογική σύμβαση εργασίας του προσωπικού ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και την Α. Π., ως δημοσιογράφο, μέλος της ένωσης συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών και τους όρους αμοιβής και εργασίας καθόριζε η συλλογική σύμβαση εργασίας των δημοσιογράφων συντακτών ημερησίων εφημερίδων Αθηνών. Ειδικότερα, οι αμοιβές των ανωτέρω εργαζομένων, ήταν οι κάτωθι :
Ωστόσο, ο κατηγορούμενος από πρόθεση δεν κατέβαλε τα κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα από 31-8-2016 έως 31-11-2018, ήτοι δεν κατέβαλε τους μισθούς εκάστου εξ αυτών, οι οποίοι σύμφωνα με τις συμβάσεις εργασίας και κατά το άρθρο 655 ΑΚ, ήταν καταβλητέοι στο τέλος εκάστου μηνός που αφορούν, τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τις αποδοχές και το επίδομα αδείας εκάστου εξ αυτών, τα οποία σύμφωνα με τα άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981 που εκδόθηκε κατ'εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ.1 του ΑΝ 539/1945. του Ν. 4504/1961 και 1 παρ.3 του ΝΔ 4547/1966 , είναι καταβλητέα το δώρο εορτών των Χριστουγέννων την 31-12 του έτους που αφορούν, το δώρο εορτών του Πάσχα στις 30 Απριλίου του έτους που αφορούν και οι αποδοχές και το επίδομα αδείας στο τέλος του έτους που αφορούν. Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος δεν κατέβαλε τις κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενες αποδοχές σε έκαστον εργαζόμενο :
Επομένως, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος για την πράξη που του αποδίδεται κατά εξακολούθηση για το χρονικό διάστημα από 31-8-2016 έως 31-11-2018, και κατά συρροή για έκαστον τον εργαζόμενο, απορριπτομένου του ισχυρισμού του κατηγορούμενου ότι πρέπει να κηρυχθεί ένοχος μόνο κατ'εξακολούθηση κατά το άρθρο 98 παρ.2 ΠΚ, εφόσον ο κατηγορούμενος τέλεσε την ως άνω πράξη κατά συρροή, σε βάρος περισσότερων του ενός εργαζομένων και κατ'εξακολούθηση.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β ΠΚ, το οποίο του είχε αναγνωριστεί πρωτοδίκως". Στη συνέχεια το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της παράβασης του άρθρου 28 παρ.1 Ν.3996/2011 κατ'εξακολούθηση και κατά συρροή με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β με το ακόλουθο διατακτικό:
ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2β Π.Κ., του ότι στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 31-8-2016 έως 31-11-2018, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέβη το άρθρο 28 §1 του Ν.3996/2011, κατά τις οποίες "κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με του όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν.3904/2010 (Α' 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές".
Συγκεκριμένα ο κατηγ/νος Θ. Ν. ως Αντιπρόεδρος της εταιρείας με την επωνυμία: ..." (για χρονικό διάστημα από 1-4-2016 έως 30-6-2020), που εδρεύει στο Δήμο Αθηναίων, αν και απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην επιχείρηση αυτή τους κάτωθι εργαζόμενους:
δεν κατέβαλε σε αυτούς τα κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του έτους 2016 έως Νοέμβριο του έτους 2018 ως εξής: Με αυτά που δέχθηκε το δικάσαν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας (Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών), διέλαβε στην προσβαλλόμενη υπ` αριθμ.
ΗΤ2938/2024 απόφασή του την απαιτουμένη από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. αιτιολογία, αφού εκτίθενται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις, όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 12, 14, 18, 26 εδ.α, 27, 51, 53, 57, 79, 84 παρ.2εδ.β', 94, 98 ΠΚ και του άρθρου 28 παρ. 1 ν.3996/2011, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου και χωρίς να στερήσει έτσι, την απόφαση από νόμιμη βάση.
Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη προσδιορίζεται η, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ιδιότητα του κατηγορουμένου αναιρεσείοντος στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία ...", ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της και Αντιπροέδρου αυτής, με ουσιαστική εξουσία διαχείρισης, ο χρόνος κατά τον οποίο ο καθένας από τους 14 εργαζομένους απασχολήθηκε με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το ύψος των συμφωνημένων αποδοχών του, με βάση την οικεία για τον κάθε εργαζόμενο συλλογική σύμβαση εργασίας, και ο χρόνος μηνιαίας καταβολής τους, αναφέρεται ο κάθε εργαζόμενος και επίσης, προσδιορίζεται και υπολογίζεται το είδος των οφειλομένων αποδοχών, (μισθοί, δώρα, επιδόματα) και το οφειλόμενο υπόλοιπο των δεδουλευμένων αποδοχών, τόσο αναλυτικά, όσο και στο σύνολό του.
Περαιτέρω, η απόφαση με πλήρη αιτιολογία και αξιολογώντας όλα τα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να παραλείψει κανένα, απέρριψε ρητώς και με πλήρη αιτιολογία τους αρνητικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος: 1) ότι δεν είχε την ιδιότητα του αντιπροέδρου της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας, επειδή είχε παραιτηθεί κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 31.08.2016 έως 30.06.2020, στο οποίο αφορούν οι καθυστερήσεις στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών, δεχθείσα ότι είχε την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ και αντιπροέδρου της ΑΕ, από την 01.04.2016 έως την 30.06.2020, την οποία δεν απώλεσε με την έγγραφη δήλωση παραίτησής του, αφού αυτή δεν υποβλήθηκε σε διατυπώσεις δημοσιότητας των άρθρων 7α και 7β του ν.2190/1920, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ούτε αποδείχθηκε ότι η επιστολή παραίτησής του παραλήφθηκε από κάποιο πρόσωπο στην εταιρία, 2) ότι δεν είχε ούτε την ουσιαστική διαχείριση των οικονομικών της εργοδότριας εταιρίας, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι το γεγονός αυτό αναγνωρίστηκε από τους εργαζόμενους, οι οποίοι έστρεψαν την αγωγή τους κατά του βασικού μετόχου της εταιρίας, αλλά εργαζόταν σε άλλη εταιρία ως υπάλληλος και σε κάθε περίπτωση, ότι δεν ήταν μόνος υπόχρεος, αλλά από κοινού με άλλο μέλος του ΔΣ της εταιρίας και ότι δεν αξιολογήθηκαν ορθώς τα σχετικά έγγραφα που προσκόμισε στο ακροατήριο και αναγνώσθηκαν, δεχθείσα ότι αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος ασκούσε την ουσιαστική διαχείριση της εταιρίας, χωρίς να ασκεί επιρροή ότι είχε προσληφθεί από 09.01.2017 και εργαζόταν σε άλλη άσχετη εταιρία και ως εκ τούτου, αποδείχθηκε ότι έφερε την ιδιότητα του υποχρέου σε καταβολή των αποδοχών της μισθοδοσίας των υπαλλήλων της εταιρίας, ανεξάρτητα αν εξίσου υπόχρεο σε καταβολή τους ήταν και άλλο μέλος του ΔΣ και ανεξάρτητα αν οι εργαζόμενοι έστρεψαν την σχετική με την καταβολή των ως άνω αποδοχών τους αγωγή τους, εκτός από την εργοδότρια εταιρία και κατά του μοναδικού μετόχου αυτής, προκειμένου, κατά τις παραδοχές της απόφασης, να τον καταστήσουν συνυπεύθυνο για τις υποχρεώσεις του νομικού προσώπου της εταιρίας, απορρίπτοντας έτσι, το ως άνω επιχείρημα του κατηγορουμένου ότι οι εργαζόμενοι αναγνώρισαν με την ως άνω αγωγή ότι ο μοναδικός μέτοχος της εταιρίας -και όχι ο κατηγορούμενος-είχε την ουσιαστική διοίκησή της, η δε διαφορετική εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από τον κατηγορούμενο δεν συνιστά λόγο αναίρεσης, καθόσον, υπό την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττει απαραδέκτως την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του Δικαστηρίου περί τα πράγματα. 3) Τέλος, κατά τις παραδοχές της απόφασης το έγκλημα της μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών, που διέπραξε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος τελέστηκε κατ'εξακολούθηση, με περισσότερες αυτοτελείς ομοειδείς μερικότερες πράξεις, που απέχουν χρονικά μεταξύ τους, σε βάρος του ίδιου εννόμου αγαθού του κάθε εργαζομένου, με ενότητα δόλου (άρθρο 98 ΠΚ) και κατά συρροή σε βάρος του εννόμου αγαθού καθενός εκ των 14 μνημονευομένων στην απόφαση εργαζομένων (άρθρο 94 ΠΚ).
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 28 παρ.1 του ν.3996/2011 και 94 και 98 του ΠΚ, επιμετρώντας ξεχωριστή ποινή σε βάρος του υποχρέου για την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών κατηγορουμένου, για την κάθε μία από τις συρρέουσες πράξεις εναντίον καθενός εκ των 14 εργαζομένων, που τελέστηκε κατ'εξακολούθηση για τον κάθε εργαζόμενο και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου και οι από το άρθρο 510 παρ.1 εδ.Ε' πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
IV. Εξάλλου, υπέρβαση εξουσίας, που στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 στοιχ. Θ' ΚΠΔ, υπάρχει όταν το ποινικό δικαστήριο αποφάσισε για ζήτημα που δεν υπαγόταν στη δικαιοδοσία του ή υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, αλλά δεν συνέτρεχαν οι όροι άσκησής της (θετική υπέρβαση εξουσίας) και όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του και είχε υποχρέωση να αποφασίσει (αρνητική υπέρβαση εξουσίας) (ΟΛΑΠ 6/2017, ΑΠ 19/2017).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 470 εδ.α` του ΚΠΔ, στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του, ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα, που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Με τη διάταξη αυτή, καθιερώνεται η αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσεως του κατηγορουμένου από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως και δη είτε με την επαύξηση των ποινικών κυρώσεων σε βάρος του καταδικασθέντος (πραγματική χειροτέρευση), είτε με την επιβάρυνση της νομικής μεταχείρισης αυτού, δηλαδή, κυρίως, αν αναγνωρίζεται βαρύτερη ενοχή του από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (νομική χειροτέρευση), διαπιστούμενη με τη σύγκριση του περιεχομένου του διατακτικού, αφενός της απόφασης που προσβάλλεται με το ένδικο μέσο και αφετέρου αυτής που εκδίδεται από το δικαστήριο του ενδίκου μέσου (ΑΠ 191/2021).
Κατά δε το άρθρο 524 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, αν η νέα συζήτηση, στο δικαστήριο, όπου παραπέμφθηκε η υπόθεση, διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που ασκήθηκε μόνον από εκείνον που καταδικάσθηκε ή προς όφελός του, το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται από την απαγόρευση του άρθρου 470. Η παράβαση της ανωτέρω διάταξης συνιστά υπέρβαση εξουσίας που ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Θ` λόγο αναίρεσης (ΑΠ 191/2021, ΑΠ 2005/2019, ΑΠ 367/2018, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 229/2018). Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η θέση του κατηγορουμένου χειροτερεύει και όταν το δικαστήριο της παραπομπής, κατά την ενώπιόν του νέα συζήτηση της έφεσης του κατηγορουμένου κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής απόφασης, που διατάχθηκε ύστερα από αναίρεση που άσκησε ο κατηγορούμενος εναντίον προηγούμενης τελεσίδικης απόφασης του ίδιου δικαστηρίου, επιβάλλει μεγαλύτερη ποινή ή ποινή με δυσμενέστερα αποτελέσματα από εκείνη που είχε επιβάλλει με την αναιρεθείσα απόφαση και αν ακόμη η ποινή αυτή (που επέβαλε το Δικαστήριο της παραπομπής) δεν είναι μεγαλύτερη από εκείνη που επιβλήθηκε πρωτόδικα (ΑΠ 191/2021, ΑΠ 367/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση επέβαλε ποινή φυλακίσεως 4 μηνών για την κατ'εξακολούθηση καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών σε καθένα εκ των 14 εργαζομένων και συνολικά, ποινή φυλάκισης 30 μηνών, που αποτελείται από την ποινή βάσης των 4 μηνών που του επιβλήθηκε για την κατ'εξακολούθηση καθυστέρηση καταβολής σε έναν εκ των 14 εργαζομένων συν 2 μήνες από την ποινή φυλάκισης των 4 μηνών, που του επιβλήθηκε για την κατ'εξακολούθηση καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών σε καθένα εκ των λοιπών 13 εργαζομένων.
Όμως, με την ΗΤ 3265/2023 προγενέστερη απόφαση του Τριμελούς Πλημελειοδικείου Αθηνών, η οποία αναιρέθηκε εν όλω με την 799/2024 απόφαση του Αρείου Πάγου, κατόπιν σχετικής αίτησης του αναιρεσείοντος, είχε επιβληθεί ποινή φυλάκισης 3 μηνών για την κατ'εξακολούθηση καθυστέρηση καταβολής σε καθένα εκ των 14 εργαζομένων και συνολική ποινή 16 μηνών αποτελούμενη από την ποινή βάσης των 3 μηνών για την κατ'εξακολούθηση καθυστέρηση καταβολής σε έναν εκ των 14 εργαζομένων συν 1 μήνα από την ποινή φυλάκισης των 3 μηνών που του επιβλήθηκε για την κατ'εξακολούθηση καθυστερηση καταβολής των αποδοχών σε καθένα εκ των λοιπών 13 εργαζομένων.
Ετσι, που έκρινε το ανωτέρω δικαστήριο της παραπομπής, επιβάλλοντας στον αναιρεσείοντα μεγαλύτερη ποινή φυλάκισης (4 μηνών για την καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών σε κάθε εργαζόμενο) έναντι εκείνης (3 μηνών για την καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών σε κάθε εργαζόμενο), που του είχε επιβληθεί με την αναιρεθείσα απόφαση, -έστω και αν η επιβληθείσα ποινή των 4 μηνών για την καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών σε κάθε εργαζόμενο είναι μικρότερη από εκείνη των 6 μηνών για την καθυστέρηση καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών σε κάθε εργαζόμενο, που του είχε επιβληθεί πρωτοδίκως-κατέστησε χείρονα τη θέση του κατηγορουμένου και υπερέβη θετικά την εξουσία του και ως εκ τούτου, θα πρέπει κατά παραδοχή του εκ του αρθ.510 παρ.1 στοιχ.
Θ ΚΠΔ δευτέρου αναιρετικού λόγου, ως βασίμου, η προσβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί, μόνο ως προς την περί ποινής διάταξή της και συνακόλουθα, ως προς την συνολική ποινή και να παραπεμφθεί κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 519 ΚΠΔ) ενώ κατά τα λοιπά πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αρ. ΗΤ 2938/2024 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα, μόνο ως προς την περί της ποινής διάταξή της και συνακόλουθα, ως προς τη συνολική ποινή.
Απορρίπτει, κατά τα λοιπά την αναίρεση κατά της παραπάνω απόφασης.
Παραπέμπει την υπόθεση, μόνο κατά το άνω αναιρεθέν μέρος, που αφορά την επιμέτρηση της ποινής, για νέα συζήτηση, στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Ιανουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ