Supreme Court allows appeal against conviction for unpaid wages due to lack of detailed reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against a conviction for unpaid wages, ruling that the lower court failed to provide the specific and detailed reasoning required by law. The defendant argued the judgment lacked clarity regarding his corporate authority and the calculation of owed wages, making the appeal review impossible. Consequently, the court set aside the conviction and remanded the case for a new trial before different judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 464, 474, 504, 507, 510, 519 of the Code of Criminal Procedure; A judgment lacking specific and detailed reasoning regarding the facts and legal application constitutes grounds for appeal, necessitating remittal for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 799 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 799/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 17 Μαΐου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Θ. του Θ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Χριστοδούλου, για αναίρεση της ΗΤ 3265/2023 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζοντες την κατηγορία τους: Α) 1. Π. Μ. του Α., κάτοικο …, 2. Τ. Α. του Α., κάτοικο …, 3. Δ. Κ. του Σ., κάτοικο …, 4. Δ. Κ. του Γ., κάτοικο …, 5. Ι. Λ. του Γ., κάτοικο .., 6. Ν. Μ. του Π., κάτοικο …, 7. Χ. Π. του Π., κάτοικο …, 8. Ν. Σ. του Ι., κάτοικο …, 9. Μ. Σ. του Σ., κάτοικο …, 10. Α. Α. του Α., κάτοικο …, 11. Ι. Κ. του Γ., κάτοικο … και 12. Χ. Μ. του Θ., κάτοικο …, οι οποίοι (άπαντες) παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Λάμπρο Σμαΐλη και Β) Β. Φ. του Γ., κάτοικο …, ο οποίος δεν εμφανίστηκε. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεσή της για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 1-3-2024 με αριθμό Ε.Μ. …/2024 αίτησή του αναίρεσης, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …
Αφού άκουσε 1) Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που έχουν δικάσει την υπόθεση και 2) τους πληρεξούσιους δικηγόρους των παραστάντων διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινομένη από 1-3-2024 με αριθ. E.Μ. …/2024 αίτηση του Ν. Θ. του Θ. για αναίρεση της υπ' αριθ. ΗΤ3265/2023 καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, του δικάσαντος κατ' έφεση Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών για το αδίκημα της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 474, 504,507 του ΚΠΔ), περιέχει δε σαφείς και ορισμένους λόγους αναίρεσης και δη αυτούς της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Σημειώνεται επίσης ότι από το με ημερομηνία 28-3-2024 αποδεικτικό επίδοσης, της επιμελήτριας της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου Α. Σ., προκύπτει ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, κλητεύθηκε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, με την υπ' αριθμ.
…/2024 κλήση του, νόμιμα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να εμφανισθεί στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης συνεδρίαση, όπου θα συζητηθεί η προαναφερόμενη από 1-3-2024 αίτηση του αναιρεσείοντος, ο παρασταθείς για την υποστήριξη της κατηγορίας στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Β. Φ. του Γ., πλην όμως ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε.
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 παρ. 1 εδ. α' και παρ. 2 του Ν. 3996/2011, "1. Κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του ν. 3904/2010 (Α' 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές. 2.
Ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας που προβλέπουν βαρύτερη ποινική μεταχείριση εξακολουθούν να ισχύουν". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου μόνου παράγραφος 1 εδ. α' του Α.Ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του Ν. 2336/1995, "1. Κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολουμένους σε αυτόν τις οφειλόμενες συνεπεία της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας πάσης φύσεως αποδοχές, που καθορίζονται είτε από τη σύμβαση εργασίας είτε από τις συλλογικές συμβάσεις εργασίας είτε από αποφάσεις διαιτησίας είτε από το νόμο ή έθιμο είτε σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3198/1955, συνεπεία της θέσεως των εργαζομένων σε κατάσταση διαθεσιμότητας, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας ή των οργάνων της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης που είναι εντεταλμένα για την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το ποσό δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού, για την εξεύρεση του οποίου οι τυχόν σε είδος οφειλόμενες αποδοχές πρέπει να αποτιμώνται, με τη σχετική απόφαση, σε χρήμα".
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το προβλεπόμενο από αυτές πλημμέλημα τιμωρείται ως γνήσιο έγκλημα παράλειψης, το οποίο συντελείται ευθύς ως ο υπόχρεος παραλείψει να καταβάλει στον δικαιούχο μισθωτό τις οφειλόμενες σ' αυτόν αποδοχές ή άλλης φύσης χορηγίες, μέσα στην προθεσμία που ορίζεται είτε από τη σύμβαση, είτε από το νόμο ή το έθιμο είτε από διοικητικές πράξεις (Α.Π. 1157/2020).
Εξάλλου, έλλειψη της επιβαλλόμενης, από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Ειδικότερα, η καταδικαστική, για παράβαση της ως άνω διάταξης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου μόνου του Α.Ν. 690/1945, απόφαση στερείται της απαιτούμενης αιτιολογίας, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή, με πληρότητα και σαφήνεια, ενόψει του περιεχομένου των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τα κρίσιμα για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος περιστατικά, που είναι ο χρόνος κατά τον οποίο διήρκεσε η σύμβαση εργασίας, οι μηνιαίες τακτικές αποδοχές, καθώς και οι έκτακτες, το σύνολο αυτών, το ποσό που καταβλήθηκε στον εργαζόμενο έναντι αυτών και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν οι οφειλόμενες από τον κατηγορούμενο αποδοχές στον εργαζόμενο και αν το ύψος των αποδοχών και ο χρόνος καταβολής τους είχε ορισθεί από ατομική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση ή από το νόμο ή από το έθιμο (Α.Π. 135/2019).
Περαιτέρω, επί νομικού προσώπου, φερομένου ως εργοδότη, πρέπει να προσδιορίζεται η μορφή του νομικού προσώπου και, αν πρόκειται για εταιρεία, και η εταιρική μορφή αυτής, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προκύπτει η θέση και η ιδιότητα, την οποία είχε ο κατηγορούμενος στην εταιρία αυτή κατά τον κρίσιμο χρόνο, ώστε να ανακύπτει η υποχρέωσή του για την καταβολή των αποδοχών.
Δεν αρκεί, δηλαδή, ο χαρακτηρισμός του κατηγορουμένου ως εργοδότη ή ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρικής επιχείρησης (ΑΠ 6/2022, ΑΠ 249/2021, ΑΠ 948/2020, ΑΠ 994/2019). Εξάλλου, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης.
Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρ. 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' του Κ.Ποιν.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης αυτής, η οποία υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης υπ` αριθμ. ΗΤ 3265/2023 αποφάσεώς του, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατά το είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθησαν, τα ακόλουθα: "ο εκκαλών κατηγορούμενος έχει τελέσει την αξιόποινη πράξη, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος αυτής, καθώς αποδείχθηκαν τα κατά τόπο και χρόνο πραγματικά περιστατικά, που αναφέρονται στο διατακτικό της προκείμενης απόφασης, το οποίο αποτελεί ενιαίο σώμα με το παρόν σκεπτικό και παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται.
Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι αυτός κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα είχε την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ της εργοδότριας εταιρίας "..." καταλαμβάνοντας τη θέση του αντιπροέδρου αυτού και ασκώντας το εκ της θέσεώς του αυτής απορρέον διευθυντικό δικαίωμα, καθώς σύμφωνα με όσα κατέθεσε ο πρώτος των εξετασθέντων μαρτύρων μεσολαβούσε σε προσλήψεις ή απολύσεις εργαζομένων.
Την ιδιότητα αυτή διατήρησε καθ'όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από τον Αύγουστο 2016 έως και το Νοέμβριου 2018, καθώς η υποβληθείσα εκ μέρους του παραίτηση δεν υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες διατυπώσεις δημοσιότητας κι επομένως δεν δύνανται να αναταχθεί έναντι καλόπιστων τρίτων, μεταξύ των οποίων και οι εγκαλούντες.
Πρέπει, επομένως, απορριπτομένου του ισχυρισμού του περί έλλειψης στο πρόσωπό του της ιδιότητας του εργοδότη, να κηρυχθεί ένοχος, αναγνωριζομένων στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων εκ του άρ. 84 παρ. 2βΠΚ ως πρωτοδίκως αλλά και εκ του άρ. 84 παρ. 2α ΠΚ περί σύννομου βίου, καθώς από το σύνολο της αποδεικτικής διαδικασίας προέκυψε ότι ο εκκαλών κατηγορούμενος έως την τέλεση της πράξης, που του αποδίδεται, έζησε με σεβασμό στους δικαιϊκούς κανόνες και στα έννομα αγαθά, που προστατεύονται από αυτούς, και συμμορφούμενους με τις νομοθετικές επιταγές, κατά τρόπο ώστε η πράξη, που του αποδίδεται, να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτήν την εκ πεποιθήσεως σταθερά νομοταγή στάση ζωής του (ΑΠ 997/2023 δημ.
σε τνπ ΝΟΜΟΣ).".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του ν. 3996/2011 κατ' εξακολούθηση, αναγνωρίζοντάς του τις ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 α' και β' του Π.Κ. και του επέβαλε ποινή φυλάκισης δέκα έξι (16) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: "ΚΗΡΥΣΣΕΙ αυτόν ένοχο, με την αναγνώριση του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ.
παρ. 2α' και 2β ' ΠΚ, του ότι: Στην …, κατά το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του έτους 2016 έως Νοέμβριο του έτους 2018, με περισσότερες από μία πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση παρέβη το άρθρο 28 §1 του Ν.3996/2011,κατά τις οποίες "κάθε εργοδότης, που παραβαίνει τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας τις σχετικές με τους όρους και τις συνθήκες εργασίας και συγκεκριμένα τα χρονικά όρια εργασίας, υπό την επιφύλαξη των παραγράφων 5 και 6 του άρθρου 31 του Ν. 3904/2010 (Α1 218), την καταβολή δεδουλευμένων, την αμοιβή, την ασφάλεια και την υγεία των εργαζομένων ή την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον έξι μηνών ή με χρηματική ποινή τουλάχιστον εννιακοσίων (900) ευρώ ή και με τις δύο αυτές ποινές".
Συγκεκριμένα με την ιδιότητα του Αντιπροέδρου της Εταιρίας με την επωνυμία "..." (για το χρονικό διάστημα από 1-4-2016 έως 30-6-2020), αν και απασχόλησε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας στην επιχείρηση αυτή τους κάτωθι εργαζόμενους δεν κατέβαλε σε αυτούς τα κάτωθι αναλυτικά αναφερόμενα ποσά, που αφορούν δεδουλευμένες αποδοχές τους για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του έτους 2016 έως Νοέμβριο του έτους 2018, ως εξής:
Με τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο της ουσίας δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη, από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, όπως η έννοιά της εκτέθηκε στην προηγηθείσα στην αρχή της παρούσης νομική σκέψη, αφού δεν εκθέτει σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης της παράβασης του άρθρου 28 παρ. 1 του Ν. 3996/2011, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, περαιτέρω δε στέρησε την απόφαση και νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα: α)δεν προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά (π.χ. καταστατικό εταιρίας, απόφαση Δ.Σ, ΦΕΚ διορισμού) από τα οποία να προκύπτει η ιδιότητα και η θέση του αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου στην ως άνω ανώνυμη εταιρία, η οποία κατά νόμο εκπροσωπείται από το διοικητικό της συμβούλιο, αλλά αναφέρεται μόνο ότι αυτός είχε την ιδιότητα του αντιπροέδρου, χωρίς περαιτέρω να διευκρινίζεται πως προκύπτει η εξουσία εκπροσώπησής της ως άνω εταιρίας από αυτόν και κατ' επέκταση η υποχρέωση καταβολής εκ μέρους του των ένδικων δεδουλευμένων αποδοχών προς τους εργαζόμενους της άνω εταιρίας, χωρίς να αρκεί η αναφορά ότι αυτός μεσολαβούσε για την πρόσληψη και απόλυση των εργαζομένων, ιδιότητα και αρμοδιότητα που δεν θεμελιώνει άνευ άλλου τινός, υποχρέωση του καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών των εργαζομένων της ως άνω εταιρίας, β) δεν αναφέρεται η πηγή καθορισμού (ατομική σύμβαση, συλλογική σύμβαση εργασίας κ.λπ.), των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων, και γ) δεν αναφέρεται ο χρόνος που όφειλαν να καταβληθούν οι καθυστερούμενες αποδοχές (δεδουλευμένες αποδοχές, επίδομα εορτών Χριστουγέννων και αποζημίωση αποδοχών αδείας), με συνέπεια, εξαιτίας των παραπάνω ελλείψεων, να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προπαρατεθεισών ουσιαστικών ποινικών διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Κατά συνέπεια, οι σχετικοί λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' και Ε' του Κ.Ποιν.Δ., με τους οποίους ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος προβάλλει έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την περί ενοχής κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, είναι βάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων και αφού παρέλκει πλέον η έρευνα των λοιπών αναιρετικών αιτιάσεων, ως αλυσιτελών, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αρ. ΗΤ 3265/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρο 519 του Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. ΗΤ 3265/2023 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει προηγουμένως.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ