Supreme Court dismisses appeal on bank check fraud, ruling lower court properly considered all evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's request to overturn the single-instance court's judgment regarding a bank check fraud case. The appellant argued the appellate court ignored specific declarations submitted by the appellant to prove the check was issued in 2010 rather than 2008. The court found no basis for this claim because the appellate court explicitly stated it had considered and weighed all documents and declarations presented by both parties. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 79 of Law 5960/1933; Art. 27 of the Penal Code: The Supreme Court holds that an appeal is admissible only if the lower court's reasoning leaves doubts regarding the assessment of evidence, and that witness statements made without strict procedural compliance cannot serve as proof in the current trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 34 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 34/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Π., κατοίκου ... Ηλείας. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Λαμπρόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ... Πατρών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Κυριαζή, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-06-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 428/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 191/2018 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-7-2018 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Α] Η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής, δηλαδή επιταγής η οποία κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή της στην πληρώτρια τράπεζα δεν πληρώθηκε λόγω ελλείψεως αντιστοίχων κεφαλαίων του εκδότη, αποτελεί κατά τις διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 αξιόποινη πράξη (πλημμέλημα), όταν ο εκδότης ενήργησε από δόλο, που δύναται να είναι και ενδεχόμενος (άρθρ. 27 παρ. 1 ΠΚ), εφ' όσον, μετά την αντικατάσταση του αρχικού άρθρ. 79 του ν. 5960/1933 με το άρθρ. 1 του ν.δ/τος 1325/1972, δεν αποτελεί πλέον στοιχείο της ποινικής υποστάσεως του οικείου εγκλήματος η έκδοση της επιταγής εν γνώσει του ότι δεν υπάρχουν ή δεν θα υπάρξουν κατά την εμφάνισή της προς πληρωμή αντίστοιχα κεφάλαια. Έτσι δολίως ενεργεί ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής όχι μόνο όταν γνωρίζει ότι δεν έχει κατά την έκδοση ή δεν θα έχει κατά την πληρωμή της επιταγής αντίστοιχα κεφάλαια, αλλά και όταν γνωρίζει ότι ο λογαριασμός του κατά τους χρόνους αυτούς ενδέχεται να είναι χωρίς διαθέσιμα κεφάλαια και αποδέχεται το ενδεχόμενο αυτό (ΑΠ 1051/2012).
Οι διατάξεις του άρθρου 79 του ν. 5960/1933 έχουν θεσπισθεί για την προστασία τόσο δημόσιου όσο και του ατομικού συμφέροντος του δικαιούχου της επιταγής, και μάλιστα μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του ανωτέρω άρθρου με το άρθρ. 4 § 1 του ν. 2408/1996 αυτό είναι το κατ' εξοχήν έννομο συμφέρον που προστατεύεται.
Συνεπώς, η έκδοση ακάλυπτης τραπεζικής επιταγής αποτελεί για τον εκδότη της, που ενήργησε δολίως κατά την ανωτέρω έννοια, αδικοπραξία, που τον υποχρεώνει κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ σε ισόποση, κατ' αρχάς, με το ποσό της επιταγής αποζημίωση και εύλογη λόγω ηθικής βλάβης χρηματική ικανοποίηση του νόμιμου κομιστή της, ο οποίος μάλιστα δεν είναι αναγκαίο να είναι αυτός που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα, αλλά δύναται να είναι και προηγούμενος οπισθογράφος που πλήρωσε την επιταγή και έγινε κομιστής με δικαίωμα αναγωγής, εφ' όσον αυτός υφίσταται τελικώς τη ζημία από τη μη πληρωμή της επιταγής, υπό την έννοια ότι η ζημία του είναι απότοκη της παράνομης συμπεριφοράς του εκδότη και τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με αυτή (ΟλΑΠ 29/2007, ΑΠ 1008/2010).
Ο εκδότης ακάλυπτης επιταγής είναι υποχρεωμένος να αποζημιώσει τον κομιστή της, ακόμη και αν αυτή είναι μεταχρονολογημένη, οπότε ευθύνεται κατά τα άρθρα 28, 29 §§ 1 και 4 και 56 του ν. 5960/1933, αν η επιταγή εμφανισθεί προς πληρωμή οποτεδήποτε εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει από την επομένη της ημέρας που πραγματικά εκδόθηκε και λήγει την όγδοη ημέρα μετά την αναγραφόμενη στο σώμα της επιταγής ημεροχρονολογία έκδοσης (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 1069/2017).
Περαιτέρω, η ενοχή από την επιταγή είναι αναιτιώδης, με την έννοια ότι η αιτία, η οποία έδωσε αφορμή στην έκδοσή της, δεν αποτελεί, κατ' αρχήν, προϋπόθεση του κύρους της. Όμως, ο οφειλέτης από επιταγή και ειδικά ο εκδότης μπορεί, όπως σε κάθε περίπτωση αναιτιώδους δικαιοπραξίας, να αποκαλύψει και επικαλεσθεί την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με το λήπτη που ενασκεί την απαίτηση από την επιταγή, αντιτάσσοντας εναντίον του την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοσή της με την ευρεία έννοια, δηλαδή είτε διότι η αιτία είναι παράνομη ή ανήθικη, είτε διότι αυτή έληξε ή δεν επακολούθησε ή δεν υπήρχε καθόλου αιτία από την αρχή κατά την έκδοση της επιταγής, καθώς και το τυχόν ελάττωμα της αιτιώδους σχέσεως, οπότε, εάν αποδειχθεί η ένσταση αυτή, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από την επιταγή (ΑΠ 896/2006).
Τέτοια ένσταση είναι και ο ισχυρισμός ότι η επιταγή είναι ευκολίας. Το περιεχόμενο της ένστασης αυτής είναι ότι ουδεμία έννομη σχέση υπήρξε μεταξύ του εκδότη και του λήπτη της επιταγής, που να δικαιολογεί την έκδοσή της, ενώ κατά την πρόθεση αμφοτέρων η έκδοση της επιταγής δεν επρόκειτο να δημιουργήσει πράγματι νομικό δεσμό μεταξύ των προσώπων αυτών, διότι ο σκοπός, στον οποίο απέβλεψαν, ήταν η απόκτηση (από το λήπτη) δυνατότητας πίστωσης έναντι τρίτων προσώπων.
Υπό την έννοια αυτή υπάρχει έκδοση επιταγής ευκολίας (δηλαδή επιταγής χωρίς την ύπαρξη ορισμένης έννομης σχέσης ή οικονομικού αντισταθμίσματος), όταν εκδίδεται απλώς και μόνο για την εξυπηρέτηση του λήπτη της επιταγής (ή και άλλου περαιτέρω κατόχου αυτής λ.χ. του πρώτου κομιστή), έτσι ώστε να φανεί αυτός ως φερέγγυος για να δανειστεί το ποσό της επιταγής από τρίτον, χωρίς να υπάρχει μεταξύ των μερών οποιαδήποτε έννομη σχέση και αιτία που δικαιολογεί την παράδοση της επιταγής (ΑΠ 735/2011, ΑΠ 1846/2007).
Επομένως, ο εναγόμενος ως εκδώσας ακάλυπτη επιταγή προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας, δικαιούται αμυνόμενος να προβάλει κατά του λήπτη, με τον οποίο συνδέεται άμεσα και διατελεί σε προσωπική σχέση μαζί του, τον ισχυρισμό περί ανύπαρκτης μεταξύ τους έννομης σχέσης που δικαιολογούσε την έκδοση της επιταγής και περί μη πρόκλησης στη συγκεκριμένη περίπτωση ζημίας στην περιουσία του δικαιούχου.
Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά άρνηση της επικαλούμενης στην αγωγή ζημίας του ενάγοντος λόγω αδικοπραξίας (πρβλ. ΑΠ 1804/2012, ΑΠ 1462/2003).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 2 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", σαφώς προκύπτει ότι η επιταγή είναι έγκυρη όταν περιέχει: (1) την ονομασία "επιταγή" μέσα στο κείμενο, (2) την εντολή περί πληρωμής ορισμένου ποσού, (3) το όνομα εκείνου που πρέπει να πληρώσει (πληρωτής), (4) τη σημείωση του τόπου πληρωμής, (5) τη σημείωση της χρονολογίας και του ποσού εκδόσεως της επιταγής, (6) την υπογραφή αυτού που εκδίδει την επιταγή (εκδότης).
Η επιταγή είναι αυστηρά τυπικό έγγραφο και γι' αυτό, αν λείπει ένα από τα ως άνω τυπικά στοιχεία, τα οποία δεν είναι από αυτά που ο νόμος (άρθρο 2 ν. 5960/1939) καθορίζει ότι μπορούν να λείπουν (τόπος πληρωμής, περισσότεροι τόποι πληρωμής, τόπος εκδόσεως) δεν ισχύει ως επιταγή, δηλαδή η επιταγή είναι άκυρη. Ο ανωτέρω ν. 5960/1933 δεν αναγνωρίζει ρητώς την λευκή επιταγή, πλην όμως από το άρθρο 13 αυτού, σύμφωνα με το οποίο, εάν επιταγή ατελής κατά την έκδοση συμπληρώθηκε εναντίον αυτών που συμφωνήθηκαν, η μη τήρηση των συμφωνιών αυτών δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του κομιστή, εκτός αν αυτός απέκτησε την επιταγή με κακή πίστη ή αν κατά την κτήση της διέπραξε βαρύ πταίσμα, συνάγεται ότι μπορεί να υπάρξει ηθελημένη έλλειψη ενός ή περισσοτέρων στοιχείων της επιταγής, όπως συνήθως της χρονολογίας εκδόσεώς της και να τεθεί αυτή σε κυκλοφορία, εφόσον φέρει απλή υπογραφή του εκδότη, με την πρόθεση να δημιουργηθεί (θεληματικά) ατελής επιταγή, η οποία όμως μπορεί να συμπληρωθεί με βάση την συμφωνία που έγινε με τον λήπτη.
Η μη τήρηση της συμφωνίας συμπλήρωσης της λευκής επιταγής, που μπορεί να είναι και σιωπηρή, τεκμαιρόμενη μάλιστα σε περίπτωση που αφέθηκε σε αυτήν (επιταγή) συγκεκριμένο κενό προφανώς με σκοπό μεταγενέστερης συμπλήρωσής της, δεν αποτελεί πλαστογράφηση αυτής. Τέτοια υπάρχει, αν συμπληρωθεί ατελής επιταγή, για την οποία δεν υπάρχει συμφωνία για τη συμπλήρωσή της (ΑΠ 963/2019, ΑΠ 907/2018, ΑΠ 738/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016).
[Β] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
«Ο εφεσίβλητος - ενάγων (ήδη αναιρεσείων) διατηρεί επιχείρηση με την επωνυμία "...και Σια Ο.Ε."... που δραστηριοποιείται στο χώρο της εμπορίας υγραερίων, βιομηχανικών αερίων και οξυγονοκολλήσεως. Από το 2003 έως το 2010 συνεργάστηκε με την επιχείρηση του εκκαλούντος - εναγόμενου (αναιρεσιβλήτου), προμηθεύοντας τον τελευταίο με εμπορεύματα. Στα πλαίσια της μεταξύ τους συνεργασίας ο εκκαλών - εναγόμενος παρέδωσε σε διαταγή του εφεσίβλητου - ενάγοντος μια επιταγή με αριθμό ... της Eurobank ποσού 28.500 ευρώ, με ημερομηνία 05-02-2011 και τόπο την Πάτρα. Η επιταγή αυτή εμφανίστηκε από τον ενάγοντα, …, εμπροθέσμως και δεν πληρώθηκε ελλείψει διαθεσίμων κεφαλαίων. Ο εκκαλών, …, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε στον εφεσίβλητο, ..., το έτος 2008 από σχετικό μπλοκ επιταγών αυτού του έτους, και δεν δόθηκε χάριν καταβολής οφειλομένου τιμήματος από μεταξύ τους αγοραπωλησία εμπορευμάτων, αλλά δόθηκε, ατελής ως προς τον τόπο και την ημερομηνία, χωρίς αυτά να συμπληρωθούν, με τη συμφωνία να μην συμπληρωθούν ποτέ και η επιταγή να μην εμφανιστεί ποτέ και να τη χρησιμοποιήσει ο εφεσίβλητος μόνο προς ενίσχυση της οικονομικής του αξιοπιστίας και φερεγγυότητας, επιδεικνύοντάς την στη προμηθεύτρια αυτόν εταιρείας …, με την οποία συνεργαζόταν.
Ο εφεσίβλητος, αντίθετα, ισχυρίζεται ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε συμπληρωμένη ως προς όλα τα στοιχεία με το χέρι του εκκαλούντος και μόνο η ημερομηνία συμπληρώθηκε με το χέρι του, άμεσα κατά την παράδοση κατόπιν ρητής συμφωνίας τους, χάριν καταβολής οφειλομένου τιμήματος από την πώληση και παράδοση στην επιχείρηση του εκκαλούντος εμπορευμάτων. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η μεταξύ των διαδίκων συνεργασία διήρκησε από το 2003 έως 2010. Κατά το χρονικό αυτό διάστημα η επιχείρηση του εφεσίβλητου - ενάγοντος πώλησε και παρέδωσε στον εκκαλούντα - εναγόμενο εμπορεύματα, συνολικής αξίας 353.753 ευρώ. Τούτο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Για τα μέχρι τις 24-03-2008 πωληθέντα και παραδοθέντα εμπορεύματα το τίμημα αυτών εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς από τον εκκαλούντα - εναγόμενο, όπως ρητώς συνομολογεί με τις προτάσεις του ο εφεσίβλητος – ενάγων. Τα εμπορεύματα που πώλησε και παρέδωσε ο τελευταίος στον εκκαλούντα - εναγόμενο από 01-04-2008 έως 24-12-2010, συνολικής αξίας 130.715,79 ευρώ και τα οποία δεν αμφισβητούνται από αυτόν, ο τελευταίος τα εξόφλησε ως εξής:
(1)Τα τιμολόγια με αρ. …/2-8-2010,... και …/24-12-2010, συνολικού ύψους 16.908,01 ευρώ, εξοφλήθηκαν με μετρητά αμέσως με την παράδοση των εμπορευμάτων και την έκδοση των τιμολογίων, όπως συνομολογεί ο εφεσίβλητος - ενάγων με τις προτάσεις του.
(2)Για το υπόλοιπο οφειλόμενο τίμημα, συνολικού ύψους 113.807,78 ευρώ, ο εκκαλών - εναγόμενος παρέδωσε στον εφεσίβλητο - ενάγοντα και εξόφλησε τις εξής επιταγές:
- Επιταγή αριθ. .../30-6-2008, ποσού 8.665,00 € της ALPHA ΒΑΝΚ,
- επιταγή .../26-9-2008, ποσού 8.550,00 € της ALPHA ΒΑΝΚ
-επιταγή .../4-12-2008, ποσού 8,972176 € της ALPHA ΒΑΝΚ,
-επιταγή αριθ. .../5-1-2009, ποσού 7.107,44 € της ALPHA ΒΑΝΚ,
-επιταγή .../20-2-2009, ποσού 8.000,00 € της ALPHA ΒΑΝΚ,
-επιταγή αριθ. .../30-3-1009 ποσού 8.596,00 € της PROBANK,
επιταγή .../30-6-2009 ποσού 6.000,00 € της ALPHA ΒΑΝΚ,
επιταγή .../30-6-2009 ποσού 6.000,00 € της ALPHA ΒΑΝΚ,
επιταγή .../10-12-2009 ποσού 8.000,00 ε της PROBANK,
επιταγή .../11-1-2010 ποσού 10.000 € της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,
επιταγή αριθ..../26-1-2010 ποσού 7.500,00 € της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,
επιταγή .../10-3-2010 ποσού 9.000,00 € της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ,
επιταγή .../21-6-2010 ποσού 6.500,00 € της ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ.
Συνολικά δηλαδή έναντι της πιο πάνω οφειλής του (113.807,78 ευρώ) κατέβαλε με τις ως άνω επιταγές, που πληρώθηκαν, το ποσό των 102.891,92 ευρώ. Απέμεινε δε το Δεκέμβριο του 2010 υπόλοιπο 10.915,86 ευρώ. Την 01-12-2010 ο εκκαλών κατέβαλε στην επιχείρηση του εφεσίβλητου με μετρητά το ποσό των 2.000 ευρώ, έναντι της ως άνω οφειλής του και έτσι απέμεινε ανεξόφλητο υπόλοιπο αυτής 8.915,86 ευρώ.
Η επίδικη επιταγή όμως εκδόθηκε το έτος 2008 από το μπλοκ επιταγών αυτού του έτους, όταν δηλαδή δεν υπήρχε η οφειλή του 2010, εκ ποσού 8.715,86 ευρώ. Δόθηκε δε όχι χάριν καταβολής οφειλομένου τιμήματος από μεταξύ τους αγοραπωλησία εμπορευμάτων, αφού δεν οφειλόταν τότε τίμημα από μεταξύ τους αγοραπωλησία, αλλά μόνο για να τη χρησιμοποιήσει ο εφεσίβλητος προς ενίσχυση της οικονομικής του αξιοπιστίας και φερεγγυότητας έναντι της προμηθεύτριας αυτόν εταιρείας ...
με τη συμφωνία αυτή να μην εμφανιστεί ποτέ προς είσπραξη. Για το σκοπό αυτό δόθηκε, πλήρως συμπληρωμένη ως προς τον τόπο και την ημερομηνία, η τελευταία δε συμπληρώθηκε κατά το χρόνο της παράδοσης της επιταγής από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα κατόπιν ρητής συμφωνίας και του εκκαλούντος εναγόμενου. Διαφορετικά, αν δηλαδή είχε δοθεί ατελής ως προς την ημερομηνία και τον τόπο με τη συμφωνία αυτά να μην συμπληρωθούν ποτέ, τότε δεν υπήρχε και λόγος να την παραλάβει ο εφεσίβλητος - ενάγων για να τη χρησιμοποιήσει για το σκοπό που την ήθελε, αφού έτσι ατελής η εν λόγω επιταγή δεν είχε καμία χρησιμότητα.
Μετά τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η επίμαχη επιταγή δεν πλαστογραφήθηκε αλλά και δεν ενσωματώνει πραγματική απαίτηση του εφεσίβλητου - ενάγοντος και αντίστοιχη οφειλή του εκκαλούντος - εναγόμενου, ελλείπει δηλαδή η υποκείμενη σχέση που θα αποτελούσε το υπόβαθρο και την αιτία της έκδοσής της και συνεπώς ο εφεσίβλητος - ενάγων δεν υπέστη ζημία εξ αδικοπραξίας από τη μη πληρωμή της, αφού δεν είχε δικαίωμα να εισπράξει αυτήν».
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση και τους προσθέτους λόγους του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει αντιθέτως και, στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη πρόκλησης ζημίας στον αναιρεσείοντα λόγω μη πληρωμής της εκδοθείσας από τον αναιρεσίβλητο επιταγής, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 298 ΑΚ και 79 ν. 5960/1933, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.
Και τούτο, διότι οι ανελέγκτως γενόμενες δεκτές ως άνω παραδοχές του, ότι η επίδικη επιταγή εκδόθηκε το έτος 2008 και παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα για να τη χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνον προς ενίσχυση της οικονομικής του αξιοπιστίας και φερεγγυότητας έναντι της προμηθεύτριας αυτόν εταιρείας ..., με τη συμφωνία αυτή να μην εμφανιστεί ποτέ προς είσπραξη, και ότι δεν εκδόθηκε χάριν καταβολής οφειλομένου τιμήματος από μεταξύ τους αγοραπωλησία εμπορευμάτων, δηλαδή ότι αυτή ήταν επιταγή ευκολίας και δεν ενσωμάτωνε πραγματική απαίτηση του αναιρεσείοντος και αντίστοιχη οφειλή του αναιρεσιβλήτου, δικαιολογούν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε περί ελλείψεως υποκειμένης σχέσης και ανύπαρκτης αιτίας έκδοσης της πιο πάνω επιταγής και, συνακόλουθα, περί μη πρόκλησης ζημίας στον αναιρεσείοντα από τη μη πληρωμή της, με έννομη συνέπεια να μην καταφάσκεται ευθύνη του αναιρεσιβλήτου λόγω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς αυτού.
Πέραν δε των ανωτέρω παραδοχών, δεν ήταν αναγκαίο να περιλάβει άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε και συγκεκριμένα ότι η εταιρεία ... ΑΕ είχε ζητήσει από τον αναιρεσείοντα και δεχόταν την εκ μέρους του παράδοση επιταγής του αναιρεσιβλήτου ως εγγύηση. Εξάλλου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η συμπλήρωση της ημερομηνίας έκδοσης της επιταγής (05-02-2011) έλαβε χώρα κατά το χρόνο εκδόσεώς της το έτος 2008 και ότι υπήρξε συμφωνία για τη μη εμφάνισή της, δεν αντιφάσκουν με την έτερη παραδοχή αυτής ότι η εν λόγω επιταγή δόθηκε προς ενίσχυση της οικονομικής αξιοπιστίας και φερεγγυότητας του αναιρεσείοντος έναντι της προμηθεύτριας εταιρείας, δεδομένου μάλιστα ότι το Εφετείο δεν διαλαμβάνει περαιτέρω κρίση ότι η επιταγή επρόκειτο να οπισθογραφηθεί και να δοθεί από τον αναιρεσείοντα στην προμηθεύτρια εταιρεία ως εγγύηση.
Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 179/2019, ΑΠ 433/2019). Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου, όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του. Η εν λόγω επίκληση μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 1016/2017, ΑΠ 29/2017), όχι όμως με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου, εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση (ΑΠ 759/2018, ΑΠ 477/2017, ΑΠ 67/2011).
Εξάλλου, οι αποδείξεις που παρά το νόμο ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να είναι κρίσιμες για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού των διαδίκων, αφού μόνο ένας τέτοιος ισχυρισμός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 42/2002, ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 511/2016), ενώ δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται, στο αναιρετήριο, το αποδεικτικό αυτό μέσο, που παρανόμως λήφθηκε υπόψη και ο λόγος, για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί, να προβάλλεται δε ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις (ΑΠ 1279/2019).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως, από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και 1) την από 03-03-2017 βεβαίωση της ALPHA τράπεζας, 2) την από 09-02-2016 βεβαίωση της Εθνικής τράπεζας και 3) την από 11-12-2015 βεβαίωση της Εθνικής Τράπεζας ως ειδικής διαδόχου της τράπεζας PROBANK, τις οποίες ο αναιρεσίβλητος προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο απαραδέκτως μετά τη συζήτηση της έφεσης με την προθήκη των προτάσεων, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι είχε εξοφλήσει 13 επιταγές, που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος αγοράς εμπορευμάτων από την επιχείρηση του αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα 2008-2010, επικαλείται δε ο αναιρεσείων για το παραδεκτό της προβολής του ως άνω λόγου αναίρεσης, ότι δεν μπορούσε να προβάλει την ως άνω παράβαση στο δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ήταν αδύνατο να τη γνωρίζει πριν την ανάγνωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσκομιδή των ως άνω βεβαιώσεων ως εγγράφων προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων έγινε, πράγματι, με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του εφετείου, δηλαδή απαραδέκτως. Επομένως, από την άποψη αυτή, το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά.
Ωστόσο, από την περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου, για τον οποίο ελήφθησαν υπόψη τα σχετικά έγγραφα, ότι δηλαδή είχε εξοφληθεί το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος για τις συναλλαγές της περιόδου 2008-2010, δεν υπήρξε ουσιώδης για την έκβαση της δίκης και δεν επηρέασε το διατακτικό της απόφασης, αφού το πόρισμά του δεν στηρίχθηκε στις παραδοχές σχετικά με τον προαναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, αλλά στο ότι η ένδικη επιταγή εκδόθηκε το έτος 2008 και παραδόθηκε στον αναιρεσείοντα για να τη χρησιμοποιήσει αποκλειστικά και μόνον προς ενίσχυση της οικονομικής του αξιοπιστίας και φερεγγυότητας έναντι της προμηθεύτριας αυτόν εταιρείας ..., με τη συμφωνία αυτή να μην εμφανιστεί ποτέ προς είσπραξη, ήτοι στα πραγματικά περιστατικά που προέβαλε ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής ο αναιρεσίβλητος (επιταγή ευκολίας), η παραδοχή δε αυτή ουδόλως συνδέεται με τις συναλλαγές 2008-2010 και την εξόφληση ή μη του τιμήματος αυτών, η επίκληση των οποίων δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό αλλά απλό επιχείρημα προς ενίσχυση της αιτιολογημένης άρνησης.
Σε κάθε περίπτωση, από την ίδια ως άνω απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο για την παραδοχή του περί εξόφλησης των 13 επιταγών δεν στηρίχθηκε κυρίως στα μη νομίμως επικληθέντα ως άνω έγγραφα, ενόψει μάλιστα και του ότι, κατά τον αναιρεσείοντα, από αυτά προέκυπτε η εξόφληση 8 μόνον επιταγών, αλλά τα συνεκτίμησε, επικουρικά, με τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα, στα οποία κυρίως στηρίχθηκε, όπως την χωρίς όρκο κατάθεση του εφεσιβλήτου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τις ένορκες βεβαιώσεις και πλήθος εγγράφων, που αμφότεροι οι διάδικοι προσκόμισαν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως αιτίαση αφορά έγγραφα που δεν υπήρξαν ουσιώδη, αφού δεν καθόρισαν το διατακτικό της απόφασης, ώστε να ιδρύεται λόγος αναίρεσης από το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη χωρίς επίκλησή τους από τον αναιρεσίβλητο. Κατόπιν αυτών, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης, ο οποίος παραδεκτά προτάθηκε, εφόσον πρόκειται για παράβαση, η οποία δεν μπορούσε να προβληθεί ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος.
Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).
Πρέπει, όμως, για την ίδρυση του προκειμένου λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη (ΑΠ 1134/1993) γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ' ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).
Εξάλλου, η μαρτυρία τρίτου, που δίδεται έστω και με τη δήλωση του άρθρου 8 του ν.1599/86, χωρίς δηλαδή να τηρηθούν οι διατυπώσεις των διατάξεων του ΚΠολΔ, για την εξέταση των μαρτύρων, αποτελεί μη επιτρεπόμενο από το νόμο αποδεικτικό μέσο και μόνον ως μαρτυρία τρίτου δύναται να χρησιμεύσει, εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου δεν έγινε με το σκοπό να χρησιμοποιηθεί στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1427/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.11 γ' Κ.Πολ.Δ., αιτίαση, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τις από 22-11-2017 και 19-04-2016 δηλώσεις της εταιρείας ..., τις οποίες ο αναιρεσείων προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι η επίδικη επιταγή δόθηκε σ' αυτόν τον Νοέμβριο 2010 χάριν καταβολής οφειλόμενου τιμήματος στην επιχείρησή του από τον αναιρεσίβλητο και προς απόκρουση του ισχυρισμού αυτού ότι η επιταγή παραδόθηκε το φθινόπωρο του έτους 2008 ως επιταγή εγγυήσεως για να τη επιδείξει στην εταιρεία ...
ΑΕ για την ενίσχυση της οικονομικής αξιοπιστίας και φερεγγυότητας της εταιρείας του. Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, προς απόδειξη των οποίων αυτός επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και τις ως άνω, φερόμενες ως αγνοηθείσες, δηλώσεις της προαναφερόμενης εταιρείας, αφού δεν τις απέκρουσε διαλαμβάνοντας παραδοχή ότι αυτές έγιναν με σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη (βλ.
ΑΠ 524/2018, ΑΠ 887/2015, ΑΠ 394/2012, ΑΠ 431/2002). Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος για την άσκηση αυτής παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-07-2018 αίτηση του Α. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 191/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αίτησης παραβόλου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 15 Ιανουαρίου 2021.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ