Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendant and inadmissible substantive arguments.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court failed to properly evaluate witness testimony regarding overtime claims, but the court found the appeal inadmissible. The decision was based on the defendant's failure to appear and the appellant's improper invocation of legal grounds regarding evidence assessment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576(2)(a), (c) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines cases ex officio when a summoned defendant is absent, and an appeal based on violation of evidence rules is inadmissible if it improperly attacks the substantive judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 349 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 349/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 23 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Π. Ξ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μάριο Αρμάο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας γραφικών τεχνών με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο της που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6/7/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1097/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 1352/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7/11/2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό ….54Θ'/23-4-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Μ., που προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 7-11-2017 και με ειδικό αριθμό κατάθ. 800/2017 αίτησης αναίρεσης αυτού με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την 23-10-2018, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς την αναιρεσίβλητη εταιρία και δη λόγω απουσίας του νομίμου εκπροσώπου αυτής, που βεβαιώνεται στην άνω έκθεση, δια παραδόσεως του δικογράφου προς τον εντεταλμένο για την παραλαβή του υπάλληλο αυτής Ν.
Ο. (άρθ. 126 παρ. 1 περ. γ' σε συνδ. με άρθ. 129 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκδίκαση της αίτησης αναίρεσης κατά την ως άνω δικάσιμο, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, πρέπει το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου να χωρήσει στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, παρά την απουσία αυτής.
2. Με την από 7-11-2017 (με ειδικό αριθμό κατάθεσης 800/2017) αίτηση αναίρεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης-εναγομένης, πλήττεται η 1352/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείoυ Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων επί των ασκηθεισών από 3-8-2015(αριθ. κατ.4873/2015) και 30-9-2015 (αριθ. κατάθ. 3978/2016)εφέσεων του ενάγοντος και της εναγομένης αντίστοιχα κατά της 1097/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσης κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 6-7-2014 αγωγής. Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, αφού απέρριψε από ουσιαστική άποψη την έφεση του ενάγοντος, στην συνέχεια δεχόμενο την έφεση της εναγομένης και μετά από εξαφάνιση της πρωτοβάθμιας άνω απόφασης, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή την αγωγή και είχε επιδικάσει στον ενάγοντα το ποσό των 10.951,84 ευρώ, την έκανε ομοίως εν μέρει δεκτή και επεδίκασε στον ενάγοντα το ποσό των 4.307,32 ευρώ νομιμότοκα. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα(άρθρα 552,553,556,558,564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 ΚΠολΔ).
Συνεπώς είναι παραδεκτή(άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). 3. Με την Δ.Α.33/2009, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την αριθ.4725/492 (ΦΕΚ Β'342/30.3.2010) απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης αναπροσαρμόσθηκαν τα βασικά ημερομίσθια των εργαζόμενων στην εκτυπωτική βιομηχανία στα λιθογραφεία, τα εργοστάσια και επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί στις 21.12.2008 βάσει της από 9.7.2008 ΣΣΣ (Π.Κ 62/10.7.2008).
Στο άρθρο 3 αυτής ορίστηκε ότι "διατάξεις προηγούμενων συλλογικών ρυθμίσεων που δεν έρχονται σε αντίθεση με την παρούσα και δεν έχουν καταργηθεί με νεότερη ρύθμιση εξακολουθούν να ισχύουν". Σύμφωνα με το άρθρο 4 δε της Κλαδικής ΣΣΕ 2008 των εργαζομένων στον ίδιο ως άνω χώρο είχε ορισθεί ότι : "Τα βασικά ημερομίσθια θα προσαξαύνονται για κάθε συμπληρωμένη τριετία απασχόλησης στον κλάδο με επίδομα 5% και μέχρι 6 τριετίες.
Με τη συμπλήρωση 20 ετών στον Κλάδο καταβάλλεται πρόσθετο επίδομα πολυετίας σε ποσοστό 10%.......Η προϋπηρεσία που έχει ένας εργαζόμενος θα πρέπει να αποδεικνύεται κατά την πρόσληψη του από τις ασφαλιστικές του καταβολές". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, είτε αυτή διατυπώνεται ρητά είτε υπονοείται, ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Ωστόσο, ελλείψεις στη διατύπωση της μείζονος πρότασης, όπως η μη αναγραφή των νομικών διατάξεων και η μη παράθεση του περιεχομένου τους ή η μη ανάλυση του νοήματός τους, δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό, αρκεί δε να υπάρχει κανόνας δικαίου, ο οποίος, με βάση τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, επάγεται την έννομη συνέπεια που αυτό δέχτηκε ως διατακτικό της απόφασής του.
4. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη: " Η εναγόμενη εταιρεία με την επωνυμία "..." εδρεύει στη ... - θέση …. - και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας τη λειτουργία επιχείρησης γραφικών τεχνών. Στα πλαίσια της ανωτέρω δραστηριότητας της, στις 28.9.2010 προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του λιθογράφου τεχνίτη - εκτυπωτή ΟΦΦΣΕΤ , απασχολούμενος επί πενθήμερο εβδομαδιαίως (Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτάωρο ημερησίως (από ώρα 08.00' έως 16.00'), όπως αυτό προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εναγόμενη με ημερομηνία 28.9.2010 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, η οποία φέρει και την υπογραφή του ενάγοντος.
Στις 30.4.2014 η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως την ως άνω σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και του κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 1.165,68 Ευρώ, που αντιστοιχεί σε αποζημίωση απόλυσης εργατοτεχνίτη και το οποίο αυτός εισέπραξε με κάθε νόμιμη επιφύλαξη (βλ. το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από τους διαδίκους σχετικό έντυπο καταγγελίας).
Ο ενάγων, ο οποίος, όπως δεν αμφισβητείται από την εναγόμενη, είναι απόφοιτος του Τ.Ε.Ι. γραφικών τεχνών, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε η ένδικη εργασιακή του σύμβαση, είχε αναλάβει και χειριζόταν κατά τη διάρκεια της βάρδιας του, συνεπικουρούμενος από δύο συναδέλφους του της αυτής με εκείνον ειδικότητας , έναν βοηθό και έναν ρολλοφορέα μία τετράχρωμη εκτυπωτική μηχανή , τύπου ΜΑΝ ΚΟΤΟΜΑΝ 45, έχοντας τη βασική ευθύνη της λειτουργίας της και του παραγόμενου αποτελέσματος.
Ειδικότερα, ο ενάγων ρύθμιζε τα μέτρα της εν λόγω εκτυπωτικής μηχανής , την πίεση του χαρτιού, τα υγρά της μηχανής και το φωτισμό της και στη συνέχεια έθετε τον τσίγκο φωτομεταφοράς σε αυτήν. Επίσης, είχε την ευθύνη της μείξης των τεσσάρων βασικών χρωμάτων , προκειμένου να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο, σύμφωνα με τις απαιτήσεις των πελατών της εργοδότριας του, αποτέλεσμα, ελέγχοντας ταυτόχρονα την ορθή λειτουργία της μηχανής.
Οι εργασίες αυτές απαιτούσαν εξειδιασμένη εμπειρία και αυτοσυγκέντρωση, εγρήγορση και προσοχή, με έντονη τη χρησιμοποίηση των πνευματικών λειτουργιών μαζί με την ανάπτυξη πρωτοβουλίας για την επίτευξη καλύτερου αισθητικού αποτελέσματος για το οποίο ο ίδιος ήταν υπεύθυνος. Συγκεκριμένα, αν και η λειτουργία της ως άνω εκτυπωτικής μηχανής, λόγω του όγκου και της πολυπλοκότητάς της, απαιτούσε την απασχόληση περισσότερων ατόμων (πέντε κατά τα προαναφερθέντα), ο ενάγων ήταν αυτός που κατά τη διάρκεια της βάρδιάς του είχε την κύρια ευθύνη για την ορθή λειτουργία της και για το εκάστοτε παραγόμενο αποτέλεσμα...........Ενόψει των προαναφερθέντων αποδείχθηκε ότι ο ενάγων....είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη.
Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα οι όροι αμοιβής και εργασίας των εργαζόμενων στην εκτυπωτική βιομηχανία , στα λιθογραφεία, στα εργοστάσια και επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας, όπως ο ενάγων, ρυθμίζονταν από την 33/2009 Δ.Α, σε συνδυασμό με τις προγενέστερες κλαδικές ΣΣΕ των εργαζόμενων στην εκτυπωτική βιομηχανία , στα λιθογραφεία, στα εργοστάσια και επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας (άρθρο 3 της Δ.Α.).Η ως άνω ΔΑ στο άρθρο 2 αυτής προβλέπει για τους τεχνίτες , εκτυπωτές, όπως ο ενάγων, ημερομίσθιο 53,29 Ευρώ, ενώ οι ανωτέρω ΣΣΕ προβλέπουν, μεταξύ άλλων, επίδομα 5% για κάθε τριετία, μέχρι και έξι τριετίες, επίδομα πολυετίας 10% και επίδομα γάμου 10% επί των εκάστοτε βασικών αποδοχών των εργαζόμενων.
Προϋπόθεση για τη θεμελίωση της κατά του εργοδότη αξίωσης προς καταβολή επιδόματος προϋπηρεσίας, την οποία παρείχε ο μισθωτός σε άλλους εργοδότες με καθήκοντα συναφή και ομότιμα, και τη με βάση αυτή διαμόρφωση των αποδοχών του, είναι η γνωστοποίηση σε αυτόν της εν λόγω προϋπηρεσίας και της χρονικής της διάρκειας με την προσκόμιση των ασφαλιστικών ενσήμων ή σχετική βεβαίωση του προηγούμενου εργοδότη.
Έτσι, ανεξάρτητα από το αν ο εργαζόμενος γνωστοποίησε άτυπα στον εκπρόσωπο του εργοδότη την επικαλούμενη προϋπηρεσία του, αφού για τη χορήγηση του σχετικού επιδόματος προβλέπεται αποκλειστικός τρόπος απόδειξης της προϋπηρεσίας για την αποφυγή καταστρατηγήσεων (ΑΠ 1971/1993, Ελ.Δ 1995,166)1 και μάλιστα για την κατοχύρωση του εργοδότη από δυσάρεστες εκπλήξεις, γίνεται δεκτό ότι η προϋπηρεσία λαμβάνεται υπόψη μόνον αφότου υποβλήθηκαν στον εργοδότη τα έγγραφα που την αποδεικνύουν.
Διαφορετικά η προϋπηρεσία μπορεί να ληφθεί υπόψη, μόνο ύστερα από ομολογία του εργοδότη ή έμπρακτη αναγνώριση από αυτόν της προϋπηρεσίας του μισθωτού με τη χορήγηση του σχετικού επιδόματος. Σε αντίθετη περίπτωση, η προϋπηρεσία του ενάγοντος δεν θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό των νόμιμων αποδοχών του.
Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την πρόσληψη του ο ενάγων, ο οποίος είναι έγγαμος, γνωστοποίησε στην εναγόμενη την οικογενειακή του κατάσταση και ότι είχε προϋπηρεσία έντεκα (11) ετών, την οποία αυτή (εναγόμενη) αποδέχθηκε, συνυπολογίζοντας στις νόμιμες αποδοχές του επίδομα 15% για τρεις τριετίες (5% χ 3). Δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτός κατά την πρόσληψη του προσκόμισε στην εναγόμενη φωτοαντίγραφα των ασφαλιστικών του ενσήμων, τα οποία προσκόμισε για πρώτη φορά στο πρωτόδικο δικαστήριο, και από τα οποία προκύπτει απασχόληση του σε επιχείρηση εκτυπώσεων - βιβλιοδεσιών από το Μάιο 1990.
Και τούτο γιατί οι μάρτυρες απόδειξης Σ. Λ. του Δ., που κατέθεσε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και Π. Α. του Ε. στην 30946/2.12.2016 ένορκη βεβαίωση, προσλήφθηκαν στην εναγόμενη μεταγενέστερα από τον ενάγοντα ήτοι στις 11.6.2011 και 18.5.2012,αντίστοιχα, και δεν έχουν άμεση γνώση περί του αν ο ενάγων κατά την πρόσληψη του, προσκόμισε αποδείξεις της προϋπηρεσίας του.
Εξάλλου, ο πρώτος ρητά κατέθεσε ότι δεν γνωρίζει περί αυτού,ενώ η δεύτερη, εντελώς αόριστα, ότι ο ενάγων γνωστοποίησε το σύνολο της προϋπηρεσίας του στην εναγόμενη. Ο μάρτυρας όμως ανταπόδειξης, Ι. Α., λογιστής της εναγόμενης από τη σύστασή της, ρητά και κατηγορηματικά στην προαναφερθείσα ένορκη βεβαίωση του, ανέφερε ότι ο ενάγων ουδέποτε κατέθεσε στην εναγόμενη την καρτέλα των ασφαλιστικών του εισφορών, από την οποία να αποδεικνύεται προϋπηρεσία μεγαλύτερη των 11 ετών, που δήλωσε.
Με βάση τα παραπάνω, οι μεικτές μηνιαίες αποδοχές, τις οποίες έπρεπε να λαμβάνει ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1.10.2010 μέχρι 14.2.2014, ήταν με βάση την οικογενειακή του κατάσταση και την προϋπηρεσία του 1870,44 Ευρώ (βασικό ημερομίσθιο 53,29 Ευρώ χ 26 ημερομίσθια = 1385,54 Ευρώ + 138,54 (10% επίδομα γάμου) + 207,83 Ευρώ (15% επίδομα για τρεις τριετίες) + 138,54 Ευρώ (10% επίδομα πολυετίας).
Έναντι αυτών έλαβε :α) κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.2010 μέχρι 31.7.2013 το ίδιο ως άνω ποσό 1870,44 Ευρώ (κατά μήνα) όπως ο ίδιος συνομολογεί και επομένως ουδέν για την αιτία αυτή δικαιούται. Συνακόλουθα ουδέν δικαιούται για Δώρο Πάσχα 2011,2012 και 2013, για Δώρο Χριστουγέννων 2011 και 2012 και για επίδομα αδείας 2011 και 2012, β) κατά το χρονικό διάστημα από 1.8.2013 μέχρι 14.2.2014 ελάμβανε κάθε μήνα, όπως συνομολογείται από τον ίδιο, το ποσό των 1731,86 Ευρώ και επομένως δικαιούται για κάθε μήνα τη διαφορά των 138,58 Ευρώ και συνολικά για το χρονικό αυτό διάστημα το ποσό των 900,77 Ευρώ (138,58 Ευρώ χ 6,5 μήνες).
Επίσης ο ενάγων δικαιούται για διαφορά Δώρου Χριστουγέννων 2013 το ποσό των 138,58 Ευρώ και για διαφορά επιδόματος αδείας 2013 το ποσό των 69,29 Ευρώ (138,58 : 2) και συνολικά για τις προαναφερθείσες αιτίες το ποσό των1108,64 Ευρώ (900,77 + 138,58 + 69,29), το οποίο και πρέπει να του επιδικασθεί, δεκτής γενομένης ως και κατ' ουσίαν βάσιμης της ένστασης μερικής εξόφλησης που παραδεκτά πρόβαλε η εναγόμενη στον πρώτο βαθμό και επαναφέρει ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου.
Περαιτέρω, ο ενάγων, ο οποίος κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης του είχε συμπληρώσει στην εναγόμενη υπηρεσία τριών ετών, εδικαιούτο να λάβει ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας σύμβασης εργασίας υπαλλήλου, με βάση τις τακτικές αποδοχές κατά τον τελευταίο πριν την απόλυση του μήνα, ύψους 1870,44 Ευρώ το ποσό των 4.364,36 Ευρώ [1870,44 Ευρώ χ 2 μήνες = 3740,88 Ευρώ + 623,48 Ευρώ (1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας)].
Έναντι αυτού, έλαβε το ποσό των 1.165,68 Ευρώ (βλ. έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης του) και επομένως δικαιούται τη διαφορά των 3.198,68 Ευρώ (4.364,36 Ευρώ - 1.165,68 Ευρώ).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι ο ενάγων κατά την πρόσληψη του στην εναγόμενη είχε προϋπηρεσία δέκα επτά (17) ετών και, υπολογίζοντας με βάση αυτή τις μεικτές μηνιαίες αποδοχές του στο ύψος των 2008,99 Ευρώ, του επιδίκασε για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων εορτών και επιδόματος αδείας για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 7.429,88 Ευρώ και για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης το ποσό των 3.521,96 Ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και τις αποδείξεις εκτίμησε, όπως βάσιμα ισχυρίζεται με τους δεύτερο (κατά το σχετικό σκέλος του) και τρίτο λόγο της έφεσης της η εναγόμενη, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί ως και κατ' ουσίαν βάσιμοι, ενώ πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι οι πρώτος, δεύτερος και πέμπτος λόγοι έφεσης του ενάγοντος, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθ' όλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε η σύμβαση εργασίας του εργαζόταν καθημερινά από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή σε δύο βάρδιες που εναλλάσσονταν ανά εβδομάδα, επί οκτάωρο ημερησίως, ήτοι πρωινή βάρδια από ώρα 08.00' μέχρι 16.00' και απογευματινή βάρδια από ώρα 16.00' μέχρι 12.00.
Δεν αποδείχτηκε ότι κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα εργαζόταν επί δώδεκα (12) ώρες την ημέρα σε δύο βάρδιες εναλλάξ ανά εβδομάδα, ήτοι πρωινή βάρδια από ώρα 07.00 μέχρι 19.00 και νυχτερινή βάρδια από ώρα 19.00' μέχρι 07.00. Και τούτο γιατί, για την απασχόληση του αυτή καταθέτουν μόνο οι μάρτυρες απόδειξης, Σ. Λ.
του Δ. στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και Π. Α. του Ε. στην προαναφερθείσα 30946/2.12.2016 ένορκη βεβαίωση. Πλην όμως, οι καταθέσεις αυτές δεν κρίνονται πειστικές, γιατί οι μάρτυρες αυτοί, εργαζόμενοι στην επιχείρηση της εναγόμενης, μάλιστα ο πρώτος με την ίδια ειδικότητα με εκείνη του ενάγοντος, έχουν με αυτήν δικαστική διένεξη έχοντας ασκήσει σε βάρος της αγωγές, με την επισήμανση ότι ο πρώτος μάρτυρας έχει τον ίδιο αγωγικό ισχυρισμό περί καθημερινής δωδεκάωρης εναλλάξ (πρωί - βράδυ) απασχόλησης και διεκδικεί αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, σε συνδυασμό με το ότι ο ενάγων ουδέποτε κατά το χρονικό διάστημα που εργαζόταν διαμαρτυρήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο (εγγράφως ή προφορικά) στην εργοδότρια του, ούτε προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, επικαλούμενος επί πλέον τετράωρη καθημερινή απασχόληση, για την οποία δεν πληρωνόταν.
Εξάλλου, οι ανωτέρω καταθέσεις αναιρούνται από τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης, Α. Π., Ι. Α. και Μ. Φ., που καταθέτουν για καθημερινή οκτάωρη απασχόληση του ενάγοντος, που ουδέποτε υπερέβαινε τις σαράντα ώρες την εβδομάδα, οι οποίες βέβαια, λόγω της ιδιότητας των μαρτύρων αυτών ως εργαζόμενων στην εναγόμενη, σταθμίζονται, όπως και εκείνες των μαρτύρων απόδειξης, ανάλογα με το βαθμό της γνώσης και αξιοπιστίας τους.
Επίσης, οκτάωρη καθημερινή απασχόληση του ενάγοντος προκύπτει και από τους επικαλούμενους και προσκομιζόμενους από την εναγόμενη πίνακες προσωπικού, οι οποίοι έχουν συνταχθεί και κατατεθεί, κατ'άρθρο 16 του Ν. 2874/2000 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Μετά ταύτα, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε εργασία πέραν των οκτώ (8) ωρών την ημέρα και των σαράντα ωρών την εβδομάδα, οι ένδικες αξιώσεις για αμοιβή λόγω υπερεργασίας και κατ 'εξαίρεση υπερωρίας είναι αβάσιμες και απορριπτέες.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση του δέχθηκε τα ίδια, δεν έσφαλε αλλά σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και ο τρίτος και τέταρτος λόγος της έφεσης του ενάγοντος με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι κατ' ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του ενάγοντος, έκανε δεκτή την έφεση της εναγομένης, δεχόμενο ότι η δηλωθείσα προϋπηρεσία του ενάγοντος κατά την πρόσληψή του ανέρχεται σε 11 έτη και όχι σε 17 έτη, που έκρινε εσφαλμένα η πρωτοβάθμια, την εξαφάνισε και στην συνέχεια επεδίκασε στον ενάγοντα ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, δώρων εορτών και επιδόματος αδείας για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθώς και για διαφορά αποζημίωσης συνολικά το ποσό των 4.307,32 ευρώ νομιμότοκα.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις Δ.Α 33/2009 που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 4725/492 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, και την από 9-7-2008 ΣΣΕ των εργαζομένων στην εκτυπωτική βιομηχανία στα λιθογραφεία, τα εργοστάσια και επιχειρήσεις γραφικών τεχνών όλης της χώρας και δη το άρθρο 4 αυτής.
Ειδικότερα το Εφετείο με την κρίση του ότι κατά την πρόσληψή του ο ενάγων, ο οποίος είναι έγγαμος, γνωστοποίησε στην εναγόμενη την οικογενειακή του κατάσταση και ότι είχε προϋπηρεσία έντεκα (11) ετών, την οποία αυτή (εναγόμενη) αποδέχθηκε, συνυπολογίζοντας στις νόμιμες αποδοχές του επίδομα 15% για τρεις τριετίες (5% χ 3) και ότι αυτός(ο ενάγων) κατά την πρόσληψη του δεν προσκόμισε στην εναγόμενη φωτοαντίγραφα των ασφαλιστικών του ενσήμων (τα οποία προσκόμισε για πρώτη φορά στο πρωτόδικο δικαστήριο),από τα οποία να προκύπτει απασχόληση του σε επιχείρηση εκτυπώσεων - βιβλιοδεσιών από το Μάιο 1990 και απέρριψε το αίτημά του να αναγνωριστεί ότι έχει προϋπηρεσία 20 ετών στον εν λόγω κλάδο, αφού όπως δέχθηκε δεν είχε προσηκόντως γνωστοποιηθεί στην εναγομένη κατά την πρόσληψη η προϋπηρεσία αυτή δια της προσκομίσεως κατ'αυτήν των ασφαλιστικών του καταβολών, ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε στις άνω διατάξεις της Δ.Α.33/2009, της από 9.7.2008 ΣΣΣ (Π.Κ 62/10.7.2008) και δη του άρθρου 4 αυτής, το οποίο σαφώς ορίζει ότι "...Η προϋπηρεσία που έχει ένας εργαζόμενος θα πρέπει να αποδεικνύεται κατά την πρόσληψή του από τις ασφαλιστικές του καταβολές".
Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζει ο αναιρεσείων τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επίσης η μερικότερη αιτίαση του λόγου αυτού, με την οποία επιχειρεί ο αναιρεσείων να προσάψει στην προσβαλλομένη πλημμέλεια από τον αριθμό 12 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι ο ενάγων κατά την πρόσληψή του είχε προϋπηρεσία 11 ετών, ότι η αναγνώριση της προϋπηρεσίας αυτής (των 11 ετών) εκ μέρους της εναγομένης κατά την πρόσληψη, αποτελεί αμάχητο τεκμήριο ότι προσκομίστηκαν σ'αυτήν κατά την πρόσληψη οι ασφαλιστικές καταβολές του ενάγοντος και έλαβε γνώση αυτών και ότι μετά ταύτα η εναγομένη έφερε το βάρος να ισχυριστεί και να αποδείξει ότι η προϋπηρεσία που αναγνώρισε ήταν σύμφωνη με τις ασφαλιστικές καταβολές του ενάγοντος, αλυσιτελώς προβάλλεται και επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον το Εφετείο ουδόλως κατά τα άνω δέχθηκε ότι στην εναγομένη προσκομίστηκαν κατά την πρόσληψη οι ασφαλιστικές καταβολές του ενάγοντος, αλλά απλά δέχθηκε ότι η εναγομένη αποδέχθηκε την δήλωση του ενάγοντος κατά την πρόσληψη της προϋπηρεσίας του και του χορήγησε τις τριετίες βάσει της προφορικής του αυτής δήλωσης.
Κατά τα λοιπά ο αναιρεσείων με τον λόγο αυτό, υπό την επίφαση της συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττει απαράδεκτα την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). 5. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Αντιθέτως, η απόφαση δεν στερείται από νόμιμη βάση όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν στα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου ή ανάγονται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΚΠολΔ 561 παρ.1) και ειδικότερα στην ανάλυση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αρκεί τούτο να εκτίθεται στην απόφαση σαφώς.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης και να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
6. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων επικαλούμενος την στον προηγούμενο λόγο μη λήψη υπόψη από την εναγομένη κατά την πρόσληψή του, της πραγματικής προϋπηρεσίας του των 20 ετών για τον υπολογισμό των τριετιών αυτών στις νόμιμες αποδοχές του, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι στερείται πλήρους και επαρκούς αιτιολογίας και ότι δεν έλαβε υπόψη της τα διδάγματα της κοινής πείρας. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποίες είναι οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση κρίσεις της, που στερούνται πλήρους και επαρκούς αιτιολογίας, ήτοι σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του εδαφίου β του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος δεν ιδρύεται όταν τα διδάγματα της κοινής πείρας χρησιμεύουν για την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1652/2009), όπως στον προκείμενο λόγο που προσάπτεται πλημμέλεια της προσβαλλομένης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
7. Τέλος ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης περί παραβίασης από το δικαστήριο της ουσίας των διατάξεων σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1180/2017,ΑΠ 593/2014,ΑΠ 479/2010). Κατά συνέπεια από την ως άνω διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων του άρθρου 110 του ΚΠολΔ. Ούτε το δικαστήριο της ουσίας είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφαση τους λόγους της διαφορετικής του εκτίμησής (ΑΠ 865/2017), διότι τότε υπό την επίφαση της συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ) και κατά συνέπεια ο σχετικός λόγος είναι απαράδεκτος(ΑΠ 232/2018, ΑΠ 1180/2017).
8. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 12 και όχι από τον αριθμό 19 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται με τον λόγο αυτόν, ότι το Εφετείο στο συμπέρασμά του, ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εργασία πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως και των σαράντα ωρών την εβδομάδα και συνακόλουθα ότι οι ένδικες αξιώσεις του για αμοιβή λόγω υπερεργασίας και κατ'εξαίρεση υπερωρίας ότι είναι αβάσιμες και απορριπτέες, προέκρινε ως μη πειστικές τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης χωρίς να εξειδικεύει και να αξιολογεί τα κριτήρια εκείνα που καθιστούν τους μάρτυρες ανταπόδειξης πιο αξιόπιστους και ειδικότερα μη προσδιορίζοντας αφενός τους λόγους που η δικαστική διαμάχη των μαρτύρων απόδειξης με την εναγομένη επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία τους και μη αξιολογώντας με επαρκή στοιχεία αφετέρου το γεγονός ότι οι μάρτυρες ανταπόδειξης είναι εργαζόμενοι της εναγομένης και εξαρτούν αμεσότερα συμφέροντα από την έκβαση της δίκης, αφού διακυβεύεται η εργασιακή τους σχέση, αλλά ούτε προσδιορίζει τα γεγονότα που καθιστούν τον βαθμό γνώσης των μαρτύρων ανταπόδειξης ανώτερο του βαθμού γνώσης των μαρτύρων απόδειξης.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης περί παραβίασης από το δικαστήριο της ουσίας των διατάξεων σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων δεν ιδρύεται σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 7 μείζονα σκέψη, όταν το δικαστήριο της ουσίας όπως στην προκείμενη περίπτωση, στο πλαίσιο της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθ. 340 του ΚΠολΔ) κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του εκτίμησε ως περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα, ήτοι τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, από δε την ως άνω διαφορετική εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων δεν παραβιάζεται η αρχή της ισότητας των διαδίκων του άρθρου 110 του ΚΠολΔ, ούτε το δικαστήριο της ουσίας, ήτοι το Εφετείο ήταν υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφαση, τους λόγους της διαφορετικής του εκτίμησης, και ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττει απαράδεκτα την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθ. 561 παρ.1).
9. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της. Δικαστικά έξοδα εις βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντος δεν επιδικάζονται ελλείψει σχετικού αιτήματος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-11-2017 αίτηση περί αναιρέσεως της 1352/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ