Legislator Case Law & Legislation
347/2021 AI generated

Supreme Court adjourns appeal due to pending full bench ruling on constitutionality of doctors' pay cuts.

Case Number 347/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court adjourned the appeal regarding the constitutionality of medical staff pay cuts pending a full bench ruling. The government argued for the validity of the legislation, while individual doctors challenged its compatibility with constitutional principles of equal treatment and proportionality. The court deferred the case to ensure uniformity and avoid contradictory judgments with the pending full bench decision.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576(1), 576(2), and 249 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may adjourn an appeal when a serious legal issue has been referred to the Full Bench for a general interest ruling to ensure judicial unity and prevent contradictory decisions.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure Full Bench referral Constitutional challenge Judicial unity Adjournment of appeal Medical staff pay Proportionality principle

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) of the Constitution
Article 21(3) of the Constitution
Article 4(5) of the Constitution
Article 25(4) of the Constitution

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 347 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 347/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6η Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής" (1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής) (1η Δ.Υ.ΠΕ. Αττικής), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Στέφανου Μουζουράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων:

1) Ε. Σ. - Μ. του Μ.,

2) Α. Σ. του Μ.,

3) Α. Χ. του Ι.,

4) Δ. Τ. του Γ.,

5) Ε. Μ. του Ε.,

6) Γ. Δ. του Ν.,

7) Α. Π. του Ν.,

8) Ό. Π. του Α.,

9) Δ. Τ. του Λ.

10) Μ. Κ. του Γ.,

11) Ι. Τ. του Ν.,

12) Χ. Μ. του Γ.,

13) Χ. Τ. του Α.,

14) Ε. Τ. του Σ.,

15) Ε. Γ. του Ν.,

16) Α. Κ. του Δ.,

17) Ε. Σ. του Π.,

18) Γ. Β. του Χ.,

19) Β. Α. του Α.,

20) Μ. Α. του Κ.,

21) Ν. Κ. του Δ.,

22) Γ. Π. του Π.,

23) Α. Τ.-Ζ. του Α.,

24) Σ.-Β. Μ. του Σ.,

25) Α. Ρ. του Ι.,

26) Μ. Ψ. του Μ.,

27) Ε. Κ. του Α.,

28) Ε. Χ. του Ε.,

29) Π. Τ. του Α.,

30) Γ. Δ. του Ν.,

31) Ε. Μ. του Δ.,

32) Ι. Α. του Γ.,

33) Α. Τ. του Λ.,

34) Χ. Θ. του Α.,

35) Φ. Ε. του Σ.,

36) Μ. Α. του Π.,

37) Κ. Σ. του Π.,

38) Ε. Τ. του Κ.,

39) Γ. Γ. του Γ.,

40) Β. Κ. του Κ.,

41) Α. Χ. του Κ.,

42) Ε. Μ. του Χ.,

43) Π. Μ. του Χ.,

44) Α.-Χ. Λ. του Τ.,

45) Α. Π. του Δ., η οποία δεν παραστάθηκε•

46) Π. Δ. του Δ.,

47) Ι. Π. του Π.,

48) Φ. Μ. του Δ.,

49) Ι. Κ. του Π.,

50) Γ. Α. του Χ. και

51) Α. Ε. Α. του Ν., κατοίκων Αθηνών, που παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Τουτζιαράκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30.01.2017 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1009/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6135/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 03.10.2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[I] Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν ο επισπεύδων τη συζήτηση διάδικος δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη όμως ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως. Αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή γίνεται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, εφ’ όσον όμως ο πληρεξούσιος που υπέγραψε την κλήση– αίτηση ήταν νόμιμα διορισμένος πληρεξούσιος δικηγόρος του (ΟλΑΠ 4/1994, 2/1992), κατά τα άρθρα 94 § 1, 96 § 1 και 97 § 3 ΚΠολΔ, γεγονός που διαπιστώνεται με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου (άρθρο 104 εδ. β’ ΚΠολΔ | ΑΠ 661/2017, ΑΠ 100/2017).

Αν αντιθέτως η επίσπευση της συζήτησης έγινε με την επιμέλεια του αντιδίκου του διαδίκου που δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της αναίρεσης ή εμφανίσθηκε αλλά δεν έλαβε μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως τη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση αυτού.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Στην αντίθετη περίπτωση η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία εκείνου που έχει νόμιμα κλητευθεί.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά. Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, όπως το εδάφιο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι σε περίπτωση περισσοτέρων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της αναίρεσης, αν κάποιος από αυτούς απουσιάζει κατά τη συζήτηση, τότε, για να είναι παραδεκτή η συζήτηση, πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο απών αναιρεσίβλητος είχε παράσχει στον φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο, μέσω του οποίου επέσπευσε και ο ίδιος τη συζήτηση, την προς τούτο απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, την ύπαρξη της οποίας ερευνά αυτεπαγγέλτως ο Άρειος Πάγος, ή ότι είχε κλητευθεί για τη συζήτηση της αναίρεσης από τον αναιρεσείοντα ή τους νόμιμα παρισταμένους λοιπούς αναιρεσιβλήτους (ΑΠ 93/2020, ΑΠ 661/2017, ΑΠ 47/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η επίσπευση της συζήτησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής» για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (06.10.2020) έλαβε χώρα με επιμέλεια όλων των αναιρεσιβλήτων, πενήντα ένα (51) τον αριθμό, σύμφωνα με την σχετική έγγραφη παραγγελία προς επίδοση της αίτησης αναίρεσης κάτω από το αντίγραφο αυτής του Γιάννη Τουτζιαράκη, πληρεξουσίου δικηγόρου αυτών, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../4.12.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Νικόλαου Στυλ.

Νενεδάκη, που προσκομίζουν οι αναιρεσίβλητοι, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο προς το αναιρεσείον ΝΠΔΔ. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κατά την ανωτέρω δικάσιμο ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων (Γιάννης Τουτζιαράκης) με την από 05.10.2020 δήλωσή του δήλωσε ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι όλοι οι αναιρεσίβλητοι, πλην της 45ης , εξουσιοδότησαν εγγράφως τον ως άνω δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει στα πλαίσια της εν λόγω αναιρετικής δίκης. Τέτοια εξουσιοδότηση ή πληρεξούσιο συμβολαιογραφικό έγγραφο δεν υπάρχει στη δικογραφία από την 45η αναιρεσίβλητη προς το φερόμενο ως πληρεξούσιο δικηγόρο της Γιάννη Τουτζιαράκη, τούτο δε έχει ως συνέπεια τη μη προσήκουσα παράσταση αυτής κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Επομένως, εφόσον η απολιπόμενη 45η αναιρεσίβλητη Α. Π. δεν παρέστη προσηκόντως κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε κλητεύθηκε νομίμως από το αναιρεσείον για να παραστεί κατ' αυτή. Πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτήν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσίβλητους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

[II] Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1 στοιχ. β', 577 παρ.2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, εκείνη δηλαδή η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.

Εξάλλου, ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στην συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του, παρέχεται δυνατότητα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, η οποία είναι δέκα πέντε ημέρες από την επίδοση της απόφασης αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα (άρθρο 503 παρ. 1 ΚΠολΔ) να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577§1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513§1 εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Αντίθετα με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ’ αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή έφεση (ΟλΑΠ 17/2013, 15/2001, 11/1998), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.

Εξάλλου, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση ενδίκου μέσου είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο διαδικαστικός τύπος του άρθρου 297 ΚΠολΔ, διότι ο τύπος αυτός αφορά αποκλειστικά την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου (ΑΕΔ 42/1980). Ενόψει τούτου, η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας μπορεί να συνάγεται και σιωπηρώς από το ότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής ερημοδικασθείς διάδικος άσκησε αναίρεση χωρίς να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας.

Για το κύρος μιας τέτοιας παραίτησης απαιτείται ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα του υπογράφοντος την αίτηση αναίρεσης δικηγόρου (άρθρο 98 περ. β ΚΠολΔ), η έλλειψη, όμως, της οποίας μπορεί να καλυφθεί με έγκριση εκ των υστέρων του ασκήσαντος την αναίρεση διαδίκου, με συνέπεια, λόγω της αναδρομικής ενέργειας της έγκρισης που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, να ισχυροποιείται αναδρομικά η παραίτηση από το χρόνο ασκήσεως της αναίρεσης και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και ως εκ τούτου να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (Ολ ΑΠ 17/2013, 9/1996, 626/1980, ΑΠ 221/2020, 769/2019, 1274/2019, 557/2018, 938/2018, 700/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1 και 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της άσκησης αίτησης αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τελειώνει δε κατά τη λήξη του ωραρίου των δικαστικών υπηρεσιών την τριακοστή ημέρα ή, αν αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα της επόμενης, μη εξαιρετέας ημέρας.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944 «Περί δικών του Δημοσίου», σε όλες τις δίκες του Δημοσίου δεν τρέχει ουδεμία, απολύτως, προθεσμία σε βάρος αυτού κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών. Αυτό ισχύει, ρητώς, και για την άσκηση οιουδήποτε ενδίκου μέσου, ήτοι και για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, με τη ρητή, επίσης, διευκρίνιση ότι και η προθεσμία, που τυχόν άρχισε πριν από τις δικαστικές διακοπές, αναστέλλεται κατά τη διάρκειά τους.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 11 παρ. 2 του ΚΟΔΚαΔΛ (ν. 1756/1988), οι δικαστικές διακοπές αρχίζουν την 1η Ιουλίου και διαρκούν μέχρι την 15η Σεπτεμβρίου κάθε έτους. Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 4 εδ. α' του ν. 2579/1998, οι υπέρ του Δημοσίου ισχύουσες, προνομιακές διατάξεις του άρθρου 11 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944, οι οποίες δεν καταργήθηκαν με την εισαγωγή του ΚΠολΔ και μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η ως άνω αναστολή των προθεσμιών προς άσκηση ενδίκων μέσων κατά τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, εφαρμόζονται και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), όπως το αναιρεσείον ΝΠΔΔ (ΑΠ 1337/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στρέφεται κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών- εργατικών διαφορών υπ’ αριθμ. 6135/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε κατ' ουσίαν, λόγω της ερημοδικίας του, την έφεση του εκκαλούντος - αναιρεσείοντος Ν.Π.Δ.Δ.

με την επωνυμία «1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής» (1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής) κατά της υπ’ αριθμ. 1009/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. 6862γ/29.7.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Εφετείου Αθηνών Νικόλαου Στυλ. Νενεδάκη, προκύπτει ότι αντίγραφο της ως άνω προσβαλλόμενης ερήμην απόφασης επιδόθηκε στο αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ.

στις 29 Ιουλίου 2019, ενώ η ασκηθείσα από μέρους αυτού, από 03.10.2019 και με αριθμ. κατάθεσης 9089/874/4.10.2019, αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 4 Οκτωβρίου 2019 (μη υπολογιζομένου του χρονικού διαστήματος των δικαστικών διακοπών). Το αναιρεσείον δεν άσκησε ανακοπή ερημοδικίας εντός της προθεσμίας των δέκα πέντε ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αναφέρει ρητά το αναιρεσείον στην αίτησή του και δεν αμφισβητούν οι αναιρεσίβλητοι.

Στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, Στέφανο Μουζουράκη, ο οποίος συνδέεται με αυτό με σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, έχει δοθεί ειδική πληρεξουσιότητα, με το υπ’ αριθμ. 5503/2017 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Άννας Κωνσταντίνου Παντάλου, συζύγου Μ. Σ., η οποία χορηγεί σ’ αυτόν το δικαίωμα να παραιτείται από τα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων που το αφορούν, ενώ δηλώνει στο ίδιο πληρεξούσιο ο νόμιμος εκπρόσωπος του αναιρεσείοντος ότι εγκρίνει και αναγνωρίζει όλες τις πράξεις του πληρεξουσίου του, που θα ενεργήσει στα πλαίσια των παρεχόμενων εντολών, ως νόμιμες, έγκυρες και απρόσβλητες και ότι το ως άνω πληρεξούσιο ισχύει μέχρι να ανακληθεί.

Κατά συνέπεια, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη, εφόσον ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος είχε το δικαίωμα να παραιτηθεί σιωπηρά από το δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, υπήρχε δε και έγκριση γι’ αυτή, η οποία, ενεργώντας αναδρομικά, ισχυροποίησε την παραίτηση από το χρόνο κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης και κατέστησε την προσβαλλόμενη απόφαση τελεσίδικη και υποκείμενη έκτοτε σε αναίρεση.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ. Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

[III] Με τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.04.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:

(α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια,

β) [...],

γ) [...].

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 95 παρ. 1 του Συντάγματος που αφορά τις αρμοδιότητες του Συμβουλίου της Επικρατείας, προκύπτει ότι διοικητικές διαφορές ουσίας, που υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, είναι οι διαφορές που πηγάζουν από διοικητικές συμβάσεις ή από ενέργειες διοικητικών οργάνων, οι οποίες δεν συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και εφόσον, στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο νόμος οργανώνει κατά τέτοιο τρόπο τη δικαστική προστασία του πολίτη, ώστε το αίτημά του ενώπιον του δικαστηρίου να είναι η καταψήφιση σε παροχή ή η αναγνώριση δικαιώματος ή έννομης σχέσης, που αναφέρονται στο δημόσιο δίκαιο (ΑΕΔ 2/1993). Εξ άλλου, σε εφαρμογή των αντιστοίχων Συνταγματικών ρυθμίσεων του άρθρου 94 παρ.1 και 3, όπως ίσχυαν πριν την πιο πάνω αναθεώρηση, εκδόθηκε ο Ν. 1406/1983, με τα άρθρα 1 και 9 του οποίου όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπήχθησαν από 11.06.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων.

Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 εδ. θ' του Ν. 1406/1983, όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 παρ. 3 του Ν. 2721/1999, ορίσθηκε ότι στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως και διαφορές που αφορούν τις κάθε είδους αποδοχές (δεδουλευμένες ή μη) του προσωπικού γενικώς του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτης και δεύτερης βαθμίδας και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως «αποδοχές», κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ’ αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο, τους Ο.Τ.Α ή τα Ν.Π.Δ.Δ, όπως είναι η αναιρεσείουσα 1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής (άρθ. 1 παρ. 2 του Ν. 3329/2005), με σύμβαση ή σχέση εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 533/2018, ΑΠ 22/2016, ΑΠ 1340/2014, ΑΠ 1635/2012).

[IV] Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 εδ. α - δ του Ν. 4238/2014 "Πρωτοβάθμιο Εθνικό Δίκτυο Υγείας (Π.Ε.Δ.Υ.), αλλαγή σκοπού Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και λοιπές διατάξεις" (ΦΕΚ Α 38) ορίσθηκε ότι «Το σύνολο του μόνιμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (Ι.Δ.Α.Χ.) ιατρικού, οδοντιατρικού, νοσηλευτικού, επιστημονικού, παραϊατρικού, τεχνικού, διοικητικού προσωπικού των Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ.

τίθεται, αυτοδικαίως, από την ισχύ του παρόντος, σε καθεστώς διαθεσιμότητας με ταυτόχρονη κατάργηση των θέσεων που κατέχει. Οι ανωτέρω υπάλληλοι παραμένουν σε καθεστώς διαθεσιμότητας επί έναν (1) μήνα και εν συνεχεία, μετατάσσονται / μεταφέρονται, μετά από αίτησή τους, με τους όρους και τις προϋποθέσεις του επόμενου άρθρου, σε οργανικές θέσεις που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν στις Διοικήσεις των αντίστοιχων, χωροταξικά, Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.Πε.), όπως προβλέπεται με την παρ. 4 του άρθρου 17 του ν. 4224/2013 (Α' 288).

Με απόφαση του Υπουργού Υγείας καθορίζεται η χωροταξική κατανομή, ανά Υγειονομική Περιφέρεια, των υφιστάμενων Μονάδων Υγείας του Ε.Ο.Π.Υ.Υ. Στους υπαλλήλους που τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας καταβάλλονται τα τρία τέταρτα (3/4) των αποδοχών τους, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις [...]», ενώ με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι «οι διαπιστωτικές πράξεις για τη θέση σε καθεστώς διαθεσιμότητας των ανωτέρω υπαλλήλων εκδίδονται από το όργανο διοίκησης του φορέα προέλευσης».

Κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής, εκδόθηκε η με αριθ. Γ.Π./οικ 18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση (ΦΕΚ Β 485) των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Υγείας, με την οποία συστήθηκαν και κατανεμήθηκαν ανά ειδικότητα (ιατροί) ή κλάδο (λοιπό προσωπικό) 9.930 οργανικές θέσεις, μόνιμου και με σχέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, ιατρικού, νοσηλευτικού, παραϊατρικού και λοιπού προσωπικού στις επτά Διοικήσεις των Υγειονομικών Περιφερειών της χώρας.

Εξ άλλου, με τη διάταξη του άρθρου 17 του ιδίου νόμου και υπό τον παράτιτλο «Κινητικότητα υπαλλήλων Ε.Ο.Π.Υ.Υ. προς Δ.Υ.ΠΕ», όπως τα δύο πρώτα εδάφια της παρ. 1 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαρ. 15 του Ν. 4254/2014 (ΦΕΚ Α 85) , ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

«(1) Εκ των υπαλλήλων των παραγράφων 1 και 2 του προηγούμενου άρθρου, που έχουν τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας, οι ιατροί/οδοντίατροι, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ., μετατάσσονται / μεταφέρονται αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που συνιστώνται για το σκοπό αυτόν, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 1 του προηγούμενου άρθρου, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης, λαμβανομένων υπόψη και των ρυθμίσεων της παρ. 18 του άρθρου 32 του ν. 2190/1994, όπως ισχύει. Το λοιπό προσωπικό των ως άνω παραγράφων 1 και 2 μετατάσσεται/μεταφέρεται, αναδρομικά από την ημερομηνία λήξης του χρόνου διαθεσιμότητας, με την ίδια εργασιακή σχέση, κατόπιν αιτήσεως τους, περί αποδοχής της εν λόγω θέσης.

Η ισχύς των προηγούμενων εδαφίων αρχίζει την 4η Μαρτίου 2014. Οι ανωτέρω αιτήσεις υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους, εντός επτά (7) εργασίμων ημερών από την ημερομηνία έκδοσης των διαπιστωτικών πράξεων της ως άνω παραγράφου 3 του προηγούμενου άρθρου. Οι εν λόγω αιτήσεις, οι οποίες υπέχουν θέση υπεύθυνης δήλωσης του ν. 1599/1986 (Α' 75), υποβάλλονται από τους ενδιαφερομένους στις αρμόδιες υπηρεσίες των κατά τόπους περιφερειακών διοικητικών μονάδων του Ε.Ο.Π.Υ.Υ., οι οποίες με ευθύνη τους τις διαβιβάζουν στις αντίστοιχες υπηρεσίες των Δ.Υ.ΠΕ. υποδοχής, εντός τριών ημερών.

Το ιατρικό/οδοντιατρικό προσωπικό που ασκεί, παράλληλα, ελευθέριο επάγγελμα και το οποίο έχει υποβάλει αίτηση αποδοχής θέσης πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης σε Δ.Υ.ΠΕ., οφείλει, κατά το χρόνο ανάληψης υπηρεσίας και προκειμένου να αναλάβει, να προσκομίσει στην αρμόδια υπηρεσία της Δ.Υ.ΠΕ. υποδοχής βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας ή εναλλακτικά, στην περίπτωση που χωρίς δική του υπαιτιότητα είναι αδύνατη η άμεση λήψη αντίστοιχης βεβαίωσης, επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης διακοπής δραστηριότητας προς την αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία (Δ.Ο.Υ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η βεβαίωση διακοπής δραστηριότητας κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία υποδοχής, από τον υπόχρεο, αμέσως μετά τη λήψη της, το αργότερο εντός μηνός από την ανάληψη υπηρεσίας, άλλως απολύονται αυτοδικαίως.

(2) Σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής της σχετικής αίτησης αποδοχής ο υπάλληλος που έχει τεθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας απολύεται, αυτοδικαίως, μετά την πάροδο του προκαθορισμένου χρόνου των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 16 του παρόντος.

(3) Στην περίπτωση που ο μετατασσόμενος/μεταφερόμενος υπάλληλος δεν παρουσιαστεί στην αρμόδια υπηρεσία του φορέα υποδοχής, προκειμένου να αναλάβει υπηρεσία, απολύεται αυτοδικαίως.

(4) Οι πράξεις μετάταξης / μεταφοράς των εν λόγω υπαλλήλων εκδίδονται από το αρμόδιο όργανο διοίκησης του Φορέα υποδοχής».

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιατροί / οδοντίατροι που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), οι οποίοι αρχικά είχαν μεταφερθεί αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ [άρθ. 17 παρ. 1 και 2 και 26 παρ. 9 του Ν. 3918/2011, όπως η τελευταία αυτή παράγραφος προστέθηκε με την παρ.21 του άρθρου 72 του Ν. 3984/2011 (ΦΕΚ Α 150)], στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε αντίστοιχες οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα ως άνω άρθρα 16 παρ. 1 και 17 παρ. 1 του Ν. 4238/2014.

Επίσης, με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014), ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ. 2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.

Τέλος, με το άρθρο 25 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε διαδικασία αξιολόγησης από πενταμελές Συμβούλιο Αξιολόγησης ιατρών και κατάταξης αναλόγως της προϋπηρεσίας του έχοντος μεταταχθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία ιατρικού προσωπικού στους βαθμούς Διευθυντή, Επιμελητή Α' ή Επιμελητή Β', προκειμένου αυτό να ενταχθεί στον κλάδο ειδικευμένων ιατρών του Ε.Σ.Υ.

Επομένως ναι μεν, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών /οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρών και οδοντίατρων, που είχαν ήδη μεταταχθεί / μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.

που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία, πλην όμως καμία από τις προαναφερθείσες διατάξεις δεν προβλέπει ρητώς τη μετατροπή των οργανικών θέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των ως άνω ιατρών / οδοντιάτρων [οι οποίοι μέχρι τότε υπηρετούσαν με σχέση ιδιωτικού δικαίου αρχικά στο Ι.Κ.Α. - Ε.Τ.Α.Μ.

και στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Υ.Υ. και ακολούθως εντάχθηκαν κατά τα ανωτέρω σε μονάδες παροχής υπηρεσιών πρωτοβάθμιας φροντίδας των ΔΥΠΕ], σε μόνιμες οργανικές θέσεις ιατρών / οδοντιάτρων δημοσίου δικαίου, μετά την αξιολόγηση και κατάταξή τους σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. για τη σύσταση των οποίων (μόνιμων θέσεων) άλλωστε απαιτείται ειδική νομοθετική πρόβλεψη, κατά το άρθρο 103 παρ. 2 εδ.

α του Συντάγματος. Αντιθέτως, η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του Ν. 4238/2014 ρητώς ορίζει ότι η ως άνω μετάταξη / μεταφορά των ιατρών / οδοντιάτρων (μόνιμων και ΙΔΑΧ) λαμβάνει χώρα «με την ίδια εργασιακή σχέση» σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, ήτοι για μεν τους μόνιμους σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου, για δε τους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ) σε οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Για το λόγο αυτό άλλωστε η με αριθ. Γ.Π. οικ/18936/26.2.2014 Κοινή Υπουργική Απόφαση δεν διαχώρισε αριθμητικά τις συσταθείσες 9.930 θέσεις σε θέσεις μόνιμου προσωπικού και σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού, αφού κατά την έκδοσή της ήταν άδηλος ο αριθμός των ιατρών/ οδοντιάτρων - μόνιμων και Ι.Δ.Α.Χ. - που θα εντάσσονταν σε αντίστοιχες θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.

[V] Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 4 (και όχι από τους αριθμούς 1, 8, 11 και 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα «1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής», επικαλούμενη ότι μετά την αξιολόγηση και ένταξη των εναγόντων - εφεσίβλητων και ήδη αναιρεσιβλήτων ιατρών σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ.

με την με αριθμ. 40.697/17.12.2014 (ΦΕΚ Β’ 3418) απόφαση του Διοικητή της αναιρεσείουσας, αυτοί συνδέονται έκτοτε με αυτήν με σχέση δημοσίου δικαίου, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς επίλυση της ένδικης διαφοράς, απορρίπτοντας την από 02.10.2017 έφεση αυτής λόγω της ερημοδικίας της και επικυρώνοντας ούτω την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε σχετικό λόγο της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί ελλείψεως δικαιοδοσίας.

Ο λόγος αυτός, πέραν της αοριστίας του, δεδομένου ότι δεν αναφέρονται οι διατάξεις που κατά την αναιρεσείουσα μετέτρεψαν σε οργανικές θέσεις δημοσίου δικαίου εκείνες των αναιρεσιβλήτων ιατρών, είναι αβάσιμος, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι, σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, εξακολουθούν και μετά την ανωτέρω ένταξή τους να συνδέονται με την αναιρεσείουσα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και κατά συνέπεια τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, η οποία αφορά την καταβολή μισθολογικών διαφορών στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους από την εργασία τους, ως ιατρών, σε μονάδες υγείας της αναιρεσείουσας.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι είχε δικαιοδοσία προς εκδίκαση της ένδικης διαφοράς, ορθώς κατά νόμο έκρινε και κατά συνέπεια ο περί του αντιθέτου ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης πρέπει ν’ απορριφθεί.

[VI] Με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 υπό τον παράτιτλο «Μισθολογικές διατάξεις του δημόσιου τομέα» αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2015. Επείγοντα μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής» (ΦΕΚ Α’ 222) αντικαταστάθηκαν η παράγραφος 1 του άρθρου 43 [όπως η παρ. 1 του άρθρου 43 του Ν. 3205/2003 είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθ. 6 του Ν. 3754/2009 (ΦΕΚ Α’ 43) και στη συνέχεια με το άρθ. 55 παρ. 2 του Ν. 3918/2011 (ΦΕΚ Α’ 31), λόγω της θέσπισης του βαθμού του Συντονιστή - Διευθυντή] και οι παράγραφοι 3, 4 και 6 του άρθρου 44 του κεφαλαίου Γ του Ν. 3205/2003 «Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου Ν.Π.Δ.Δ.

και Ο.Τ.Α. [...]» (ΦΕΚ Α 297), [όπως η παρ. 6 είχε αντικατασταθεί αρχικά με το άρθρο 66 παρ. 33 του Ν. 3984/2011 ΦΕΚ Α’ 150)], και ορίσθηκε το ύψος του βασικού μισθού των ιατρών του Εθνικού Συστήματος Υγείας αναλόγως του βαθμού αυτών [Συντονιστής - Διευθυντής, Διευθυντής, Επιμελητής Α', Επιμελητής Β', Ειδικευόμενος] (με την πρώτη διάταξη) και το ύψος των χορηγουμένων σε αυτούς επιδομάτων α) νοσοκομειακής απασχόλησης, απόδοσης και ειδικών συνθηκών άσκησης ιατρικού έργου, β) πάγιας αποζημίωσης για συμμετοχή σε σεμινάρια και ενημέρωση βιβλιοθήκης, τα οποία διαφοροποιούνταν αναλόγως του βαθμού του ιατρού και του γ) επιδόματος θέσης ευθύνης στους συντονιστές διευθυντές και σε όσους διευθυντές ασκούν χρέη συντονιστή και για όσο χρόνο ασκούσαν καθήκοντα των βαθμών τους (με τη δεύτερη διάταξη) σε νέα χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με τα όσα ορίζονταν μέχρι τότε από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας.

Εξ άλλου, οι ιατροί που υπηρετούσαν στο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (όπως και οι μόνιμοι ιατροί), αρχικά μεταφέρθηκαν αυτοδικαίως στον Εθνικό Οργανισμό Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) από την ημερομηνία ένταξης σε αυτόν του κλάδου υγείας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και στη συνέχεια μετατάχθηκαν / μεταφέρθηκαν με την ίδια εργασιακή σχέση και κατόπιν αίτησής τους στις κατά τόπους Διοικήσεις Υγειονομικών Περιφερειών (Δ.Υ.ΠΕ), όπως στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα και σε οργανικές θέσεις πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης που συστήθηκαν για τον σκοπό αυτό, κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα στα άρθρα 16 παρ.1 και 17 παρ.1 του Ν. 4238/2014.

Με το άρθρο 18 του νόμου αυτού (4238/2014) ορίσθηκε ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης / μεταφοράς το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. που θα ενταχθούν στο Π.Ε.Δ.Υ., ενώ με το άρθρο 21 παρ. 2 του ιδίου νόμου ορίσθηκε ότι το ιατρικό / οδοντιατρικό προσωπικό, μόνιμοι και Ι.Δ.Α.Χ. (ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) διατηρεί το σύνολο των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού και ότι, μετά την ένταξή τους σε θέσεις του κλάδου ιατρών / οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ., λαμβάνουν τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις.

Κατά συνέπεια μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας ένταξης (κατόπιν αξιολόγησης) σε θέσεις κλάδου ιατρών /οδοντιάτρων του Εθνικού Συστήματος Υγείας (Ε.Σ.Υ.) των απασχολουμένων με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ιατρών και οδοντίατρων, που είχαν ήδη μεταταχθεί / μεταφερθεί σε οργανικές θέσεις των κατά τόπους Διοικήσεων Υγειονομικής Περιφέρειας, οι αποδοχές αυτών καθορίζονται από το ειδικό μισθολόγιο των ιατρών του Ε.Σ.Υ.

που προβλέπει η ισχύουσα εκάστοτε νομοθεσία. Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι, πέραν των μειώσεων των αποδοχών τους που προβλέφθηκαν με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012, οι ως άνω ιατροί, όπως και οι εργαζόμενοι στον δημόσιο τομέα υπάλληλοι και λειτουργοί, είχαν κατά το παρελθόν υποστεί και άλλες περικοπές των αποδοχών τους προς αντιμετώπιση της οξύτατης δημοσιονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα με προηγούμενα νομοθετήματα, οι οποίες (προηγούμενες μειώσεις) κρίθηκαν συνταγματικά ανεκτές και συμβατές με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ Υπόθεση Κουφάκη και ΑΔΕΔΥ κατά Ελλάδας, ΟλΣτΕ 668/2012, ΟλΕλΣυν 1388/2018, ΑΠ 1460/2018, ΑΠ 1147/2015).

[VII] Στην ένδικη υπόθεση, επί της από 30.01.2017 αγωγής των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων (επί συνόλου 57 αρχικά εναγόντων), ιατρών που εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αρχικά στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, στη συνέχεια στον Ε.Ο.Π.Π.Υ και τέλος στην εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα 1η ΔΥΠΕ Αττικής, μετά την μετάταξη/μεταφορά τους σε αυτήν και την ένταξη τους σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ, με την οποία διωκόταν η επιδίκαση (μεταξύ άλλων) σε αυτούς για τη χρονική περίοδο από 01.01.2015 έως 31.12.2016 των διαφορών μεταξύ των λαμβανομένων αποδοχών τους πριν τις πιο πάνω περικοπές που επιβλήθηκαν με την ως άνω διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ.

α, β και γ του Ν. 4093/2012 και των καταβαλλομένων σε αυτούς από την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα αποδοχών μετά τις πιο πάνω περικοπές, οι οποίες (περικοπές) είχαν ήδη κριθεί αντισυνταγματικές με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, εκδόθηκε αρχικά η με αριθμ. 1009/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε την πιο πάνω αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία και ειδικότερα για το χρονικό διάστημα από 01.01.2015 έως 31.12.2016, κρίνοντας ότι οι επιβληθείσες με την πιο πάνω διάταξη του Ν. 4093/2012 περικοπές των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων αντίκεινται σε διατάξεις του Συντάγματος και επιδίκασε αναγνωριστικά τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι διαφορές αποδοχών λόγω των πιο πάνω περικοπών), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, κατόπιν άσκησης της από 02.10.2017 (αρ. κατ. 579515/504975/2.10.2017) έφεσης της εναγομένης, απέρριψε την έφεση λόγω ερημοδικίας της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας 1ης ΔΥΠΕ Αττικής, οπότε επικυρώθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι:

Oι ενάγοντες ιατροί και ήδη αναιρεσίβλητοι από τη δημοσίευση του Ν. 4238/2014 (17.02.2014) τέθηκαν σε διαθεσιμότητα για ένα μήνα, ενώ μετά τη λήξη της διαθεσιμότητας (18.03.2014) μεταφέρθηκαν στις οικείες Δ.Υ.Π.Ε•

Ότι σύμφωνα με το άρθρο 18 του ως άνω νόμου, εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μετάταξης/μεταφοράς, το ως άνω ιατρικό προσωπικό αξιολογείται και κατατάσσεται σε θέσεις κλάδου ιατρών/οδοντιάτρων του Ε.Σ.Υ. και κατά τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 2 του ίδιου νόμου, μετά την ένταξή του λαμβάνει τις αποδοχές που προβλέπονται από τις οικείες μισθολογικές διατάξεις, της προϋπηρεσίας σε οποιονδήποτε φορέα κοινωνικής ασφάλισης αναγνωριζομένης και υπολογιζομένης, για τη μισθολογική τους εξέλιξη (χορήγηση επιδόματος χρόνου υπηρεσίας) ως προϋπηρεσίας στο Ε.Σ.Υ.•

Ότι το οκτάμηνο από την ολοκλήρωση της μεταφοράς έληγε την 19.11.2014, ενώ η κατάταξη των εναγόντων έγινε εντός του έτους 2014. Με βάση δε τη διάταξη του άρθρου 18 που ορίζει ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μεταφοράς έληγε την 19.11.2014, ενώ η κατάταξη των εναγόντων έγινε εντός του έτους 2014, με βάση τη διάταξη του άρθρου 18, που ορίζει ότι εντός οκταμήνου από την ολοκλήρωση της μεταφοράς των ιατρών στις θέσεις των Δ.Υ.Π.Ε, αυτοί αξιολογούνται και κατατάσσονται σε θέσεις κλάδου ιατρών του Ε.Σ.Υ., οι οικείες αποδοχές ιατρών του Ε.Σ.Υ. οφείλονται στη συγκεκριμένη περίπτωση μετά την παρέλευση του οκταμήνου, ανεξαρτήτως του χρόνου της πραγματικής μεταγενέστερης ένταξης των ιατρών.

Ότι αυτό συμβαίνει γιατί η μη καταβολή στους ενάγοντες των δεδουλευμένων αποδοχών τους από τη λήξη του οκταμήνου, χωρίς να συντρέχει λόγος γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, παραβιάζει τη μισθολογική ισότητα και είναι αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.β του Συντάγματος, διότι διαφορετικά καταλήγει στη δυσμενή διάκριση να αμείβονται λιγότερο οι ιατροί που εντάχθηκαν αργότερα από αυτούς που εντάχθηκαν νωρίτερα σε άλλες Δ.Υ.Π.Ε., ενώ παρείχαν την ίδια εργασία. Μάλιστα, επειδή η διαδικασία της αξιολόγησης μεγάλου αριθμού ιατρών στις τεράστιες ανισότητες μεταξύ ιατρών διαφόρων Δ.Υ.Π.Ε, ο νομοθέτης έθεσε το εύλογο, ανώτατο όριο των οκτώ μηνών, μετά την παρέλευση του οποίου οφείλονται οι σχετικές αποδοχές σαν να είχε λάβει χώρα η κατάταξη.

Ότι περαιτέρω, με τα δεδομένα που ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσιεύσεως του Ν. 4093/ 2012, οι συγκεκριμένες μειώσεις των αποδοχών των ιατρών του Ε.Σ.Υ., που επήλθαν με το νόμο αυτό αποκλειστικά με βάση το καθαρώς αριθμητικό κριτήριο, συνυπολογιζόμενες με την πλήρη κατάργηση των επιδομάτων εορτών και αδείας, τις υπόλοιπες μειώσεις που επιβλήθηκαν διαδοχικά στις αποδοχές αυτών και τις αλλεπάλληλες φορολογικές επιβαρύνσεις, υπερβαίνουν, λόγω του σωρευτικού τους αποτελέσματος και της έκτασής τους, το όριο που θέτουν οι συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, δεδομένης εξάλλου και της αδυναμίας προώθησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και είσπραξης των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών που αποτέλεσαν έναν από τους λόγους για τους οποίους κρίθηκαν και πάλι αναγκαίες, μεταξύ άλλων, οι νέες μειώσεις στις αποδοχές των αμειβομένων με τα «ειδικά μισθολόγια» μεταξύ των οποίων και των ιατρών του Ε.Σ.Υ. (βλ. ΟλΕΣ 7412/2015).

Με το πιο πάνω σκεπτικό, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι οι μειώσεις των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, που επιβλήθηκαν από 01.08.2012 με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α’, β’ και γ’ του Ν. 4093/2012 και μάλιστα αναδρομικά από 01.08.2012, αντίκεινται προς τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη και ως εκ τούτου είναι ανίσχυρες.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ. 6135/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, απέρριψε την από 2.10.2017 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας 1ης ΔΥΠΕ Αττικής, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία είχε επιδικάσει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους αναγνωριστικά τα εκεί αναγραφόμενα ποσά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι διαφορές αποδοχών λόγω των πιο πάνω περικοπών) σε βάρος της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας).

[VIII] Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο αυτού σκέλος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και όχι από τον αριθμό 19, όπως επικαλείται η αναιρεσείουσα ΔΥΠΕ, αυτή προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί τ' ανωτέρω και ν' αποφανθεί ότι οι επιβληθείσες από 01.08.2012 με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012 μειώσεις αποδοχών των αναιρεσιβλήτων αντιβαίνουν στα άρθρα 4 παρ. 5, 22 παρ. 1 εδ.β' και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και προς τις αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, παραβίασε ευθέως την ανωτέρω διάταξη και τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις, από τις οποίες και για όσα ειδικότερα διαλαμβάνονται στον ως άνω αναιρετικό λόγο δεν προκύπτει η παραβίασή τους με τη νομοθέτηση των πιο πάνω μειώσεων.

[IX] Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μίας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 66/2020, ΑΠ 258/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το ως άνω ζήτημα, δηλαδή η συμβατότητα προς το Σύνταγμα της διάταξης του άρθρου πρώτου παράγραφος Γ υποπαράγραφος Γ1 αριθμ. 27 εδ. α, β και γ του Ν. 4093/2012, με την οποία νομοθετήθηκαν οι προβλεπόμενες από αυτές μειώσεις αποδοχών των ιατρών και ειδικότερα της συμβατότητας αυτής με τις διατάξεις του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος και της απορρέουσας από αυτό αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των ιατρών και των άρθρων 4 παρ. 5 και 25 παρ. 4 του Συντάγματος, καθώς και ως προς τις αρχές της ισότητας στα δημόσια βάρη και της αναλογικότητας, λόγω μάλιστα και της διαμορφωθείσας υπέρ της άποψης της αντισυνταγματικότητας της διάταξης αυτής νομολογίας των λοιπών Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας, έχει παραπεμφθεί με την 535/2020 απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπου και εκκρεμεί. Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 249 ΚΠολΔ.

[X] Κατ’ ακολουθίαν, πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της ένδικης αναίρεσης, μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί του ανωτέρω ζητήματος από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της. Τέλος, το παρόν αναιρετικό Τμήμα επιφυλάσσεται να αποφανθεί επί των λοιπών λόγων αναίρεσης, μετά την έκδοση της απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του παρόντος Δικαστηρίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης, όσον αφορά την 45η των αναιρεσίβλητων Α. Π..

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την αναιρεσίβλητη αυτή.

Απορρίπτει τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά της με αριθμ. 6135/11.12.2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους.

Αναβάλλει τη συζήτηση επί της από 03.10.2019 αιτήσεως αναιρέσεως του Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «1η Διοίκηση Υγειονομικής Περιφέρειας Αττικής» (1η Δ.Υ.Π.Ε. Αττικής) μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σ' αυτή με την 535/2020 απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ