Legislator Case Law & Legislation
66/2020 AI generated

Greek Supreme Court dismisses appeal arguments for lack of jurisdiction and standing due to insufficient specificity.

Case Number 66/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal arguments regarding lack of jurisdiction, passive standing, and abuse of right. The appellants failed to specify the exact legal errors and demonstrate how these issues were properly raised in the lower courts. Consequently, the court declared the appeal inadmissible for lack of clarity and remanded the discussion to the Full Bench.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error and demonstrate its material impact on the case outcome, and the error must have been properly raised in the lower court.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of jurisdiction passive standing specificity requirement material impact code of civil procedure full bench referral

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 242, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 14/2004
AP 44/2003
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 66 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 66/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Μαρτίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος- αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο ... και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ιωάννη Κυμιωνή, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων: 1) Μ. Π. του Γ., κατοίκου ..., 2) Ε. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 3) Γ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 4) Ε. Χ. του Α., κατοίκου ... 5) Α. Κ. του Ι., κατοίκου ..., 6) Ι. Δ. του Ν., κατοίκου ..., 7) Ε. Λ. του Β., κατοίκου ..., 8) Σ. Π. του Δ., κατοίκου ..., 9) Α. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 10) Ο. Μ. του Ν., κατοίκου ..., 11) Π. Γ. του Ν., κατοίκου ..., 12) Λ.

Χ. του Ι., κατοίκου ..., 13) Δ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 14) Α. Κ. του Σ.- Θ., κατοίκου ..., 15) Χ. Κ. του Π., κατοίκου ..., 16) Ε. Κ. του Μ., κατοίκου ..., 17) Ε. Μ. του Μ., κατοίκου ..., 18) Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., 19) Ε. Κ. του Ν., κατοίκου ..., 20) Δ. Τ. του Ν., κατοίκου ..., 21) Θ. Μ. του Α., κατοίκου ..., 22) Ε. Σ. του Π., κατοίκου ..., 23) Γ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., 24) Κ.

Α. του Α., κατοίκου ..., 25) Μ. Κ. του Φ., κατοίκου ..., 26) Α. Κ. του Ό., κατοίκου ... 27) Γ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 28) Ν. Α. του Α., κατοίκου ..., 29)Ε. Μ. του Κ., κατοίκου ..., 30) Τ. Α. του Ν., κατοίκου ..., 31) Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., 32) Δ. Β. του Β., κατοίκου ..., 33) Β. Τ. του Π., κατοίκου ..., 34) Ν. Α. του Ι., κατοίκου ..., 35) Ε. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 36) Χ. Μ.

του Κ., κατοίκου ..., 37) Δ. Γ. του Γ., κατοίκου ... 38) Β. Α. του Ι., κατοίκου ..., 39) Θ. Δ. του Β., κατοίκου ..., 40) Δ. Π. του Β., κατοίκου ..., 41) Ε. Ρ. του Ν., κατοίκου ..., 42) Θ. Λ. του Ι., κατοίκου ..., 43) Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., 44) Μ. Π. του Π., κατοίκου ..., 45) Ε. Ζ. του Ν., κατοίκου ..., 46) Μ. Μ. του Π., κατοίκου ..., 47) ..., κατοίκου ..., 48) ..., κατοίκου ..., 49) ..., κατοίκου ..., 50) Μ.

Β. του Ν., κατοίκου ... 51) Α. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., 52) Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., 53) Θ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 54) Π. Α. του Γ., κατοίκου ..., 55) Μ. Τ. του Δ., κατοίκου ..., 56) Φ. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 57) Α. Β. του Γ., κατοίκου ..., 58) Ν. Κ. του Α., κατοίκου ..., 59) Χ. Π. του Β., κατοίκου ..., 60) Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., 61) Ε. Σ. του Α., κατοίκου ..., 62) Ε. Κ.

του Σ., κατοίκου ..., 63) Κ. Ν. του Ι., κατοίκου ... 64) Ι. Β. του Σ., κατοίκου ..., 65) Α. Τ. του Β., κατοίκου ..., και 66) Ε. Τ. του Θ., κατοίκου ..., εκ των οποίων η Α. Τ. (65η) δεν παραστάθηκε, οι δε λοιποί παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπυρίδωνος Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και δήλωσε ότι η Α. Τ. (65η) έχει αποβιώσει.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό 7525/7-12-2010. Εκδόθηκαν η 143/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν άσκησης έφεσης κατ' αυτής, η 1812/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητούν το αναιρεσείον- εναγόμενο με την από 2-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 402/14-5-2018 αίτησή του και οι αναιρεσείοντες- ενάγοντες με την από 7-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 383/8-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων- αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αυτών, την απόρριψη της αίτησης του αντιδίκου και την καταδίκη του τελευταίου στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.Υπόκεινται προς κρίση η από 2-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 402/14-5-2018 αίτηση αναίρεσης του εναγομένου ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού" (ΟΑΕΔ) και η από 7-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 383/8-5-2018 αίτηση αναίρεσης των εναγόντων Μ. Π. και λοιπών (66 συνολικά), κατά της 1812/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τους ενάγοντες έφεσης κατά της 143/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 3-12-2010 (με αριθμό κατάθεσης 7525/7-12-2010) αγωγής.

2.Κατά το άρθρο 566 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα κατά τα άρθρα 118 έως 120 απαιτούμενα στοιχεία, κατά δε τα άρθρα 118 και 119 του ίδιου Κώδικα, το υποβαλλόμενο στο δικαστήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, και το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο των διαδίκων και ακριβή καθορισμό της διεύθυνσης αυτών, σε τρόπο ώστε να μη γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητας των διαδίκων, η δε παράλειψη ή η εσφαλμένη αναγραφή κάποιου από τα στοιχεία αυτά, εφόσον δεν δημιουργείται εντεύθεν αμφιβολία για την ταυτότητα του διαδίκου, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου (ΑΠ 1767/1983).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται, ότι η παράλειψη του αναιρεσείοντος να αναγράψει στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης τα ονόματα των λοιπών, πλην του πρώτου, αναιρεσιβλήτων, αρκεσθέντος μετά το όνομα του πρώτου να αναγράψει "και λοιπών, συνολικά εξήντα έξι (66)", εφόσον από το καθόλου περιεχόμενο του δικογράφου ουδεμία αμφιβολία γεννάται περί της ταυτότητος των αναιρεσιβλήτων, δεν επάγεται ακυρότητα του δικογράφου και συνακόλουθα απαράδεκτο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 415/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένσταση των αναιρεσιβλήτων περί ακυρότητας του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης του ΟΑΕΔ, για το λόγο αυτό της μη αναγραφής των ονομάτων των λοιπών, πλην του πρώτου, εξ αυτών, η ταυτότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, υποβαλλόμενη με τις νομοτύπως και εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους, είναι αβάσιμη.

3.Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287, 291 και 292 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου κώδικα, και στην αναιρετική δίκη, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που δικαιούται να επαναλάβει τη δίκη. Τη γνωστοποίηση αυτή μπορεί να κάνει και ο μέχρι τη στιγμή της επέλευσης του λόγου της διακοπής πληρεξούσιος δικηγόρος του διαδίκου, στο πρόσωπο του οποίου επήλθε η διακοπή.

Η δίκη, που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί είτε εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή, είτε αναγκαστικά με πρόσκληση του αντιδίκου του διαδίκου, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή (ΑΠ 83/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης κατατέθηκαν στη Γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, την 14-5-2018 και 8-5-2018, αντίστοιχα, και ορίσθηκε δικάσιμος για τη συζήτηση αυτών η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (5-3-2019), κατά την οποία οι αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Σπυρίδωνα Παυλάτο, εκτός της 65ης Α.

Τ. του Β., για την οποία ο εν λόγω δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο ότι έχει αποβιώσει (χωρίς αναφορά της ημεροχρονολογίας θανάτου), πλην όμως δεν προσκομίζεται σχετική ληξιαρχική πράξη θανάτου, ώστε να διαπιστωθεί αν οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν πριν από το θάνατο αυτής, οπότε επέρχεται διακοπή της δίκης, ή αν προηγήθηκε ο θάνατος της άσκησης των αιτήσεων αναίρεσης, οπότε η αναίρεση της ίδιας είναι άκυρη, η δε αναίρεση του αντιδίκου της, εάν δεν προκύπτει ότι γνώριζε το θάνατο, δεν είναι άκυρη και μπορεί να συνεχισθεί η δίκη από τους κληρονόμους.

Ανεξαρτήτως αυτών, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι- αναιρεσείοντες συνδέονται μεταξύ τους με απλή ομοδικία και ουδείς των κληρονόμων της 65ης εξ αυτών δεν προέβη σε σχετική δήλωση προς επανάληψη της δίκης (προσκομίζοντας και τα σχετικά αποδεικτικά έγγραφα), ούτε το αναιρεσείον- αναιρεσίβλητο προέβη σε αναγκαστική επανάληψη αυτής, θεωρώντας ότι έχει επέλθει η βίαιη διακοπή της δίκης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση των αιτήσεων αναίρεσης ως προς την εν λόγω διάδικο (65η) και να συζητηθούν αυτές ως προς τους λοιπούς, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν νομότυπα κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο.

Οι ένδικες αιτήσεις, κατά το μέρος που ερευνώνται, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε την 13-4-2018, οι δε αιτήσεις κατατέθηκαν στον αρμόδιο γραμματέα του Εφετείου εντός της προθεσμίας των 30 ημερών από την επίδοση της απόφασης και δη η μεν πρώτη την 14-5-2018, δεδομένου ότι η 13η Μαΐου ήταν Κυριακή, η δε δεύτερη την 8-5-2018 (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144).

Συνεπώς, είναι παραδεκτές (ΚΠολΔ 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 παρ.3), συνεκδικαζόμενες λόγω της μεταξύ τους πρόδηλης συνάφειας (ΚΠολΔ 246).

4.Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν.765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη.

Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου.

Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται µε τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017).

5.Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου).

Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί.

Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012).

Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12-2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 780/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με την εξαίρεση και με τους ορισμούς του άρθρου 1 παρ.1 και 2 του ν. 3320/2005, που εκδόθηκε προς συμπλήρωση των μεταβατικού περιεχομένου διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, οι εργαζόμενοι που πληρούν τις προϋποθέσεις αυτών, κατατάσσονται είτε σε υφιστάμενες κενές είτε σε προς τούτο συνιστώμενες νέες οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς εκείνη, με την οποία είχαν προσληφθεί.

Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ.4 του ν. 3320/2005, ορίσθηκε ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους". Εξ αντιδιαστολής συνάγεται ότι για την παροχή εργασίας πριν από την κατάταξη, οι εργαζόμενοι αυτοί, ακόμη και αν στην πραγματικότητα προσέφεραν εξαρτημένη εργασία για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών (διότι, όπως αναφέρθηκε, αυτό συνιστά προϋπόθεση της κατάταξης), οφείλουν να περιορισθούν στις αποδοχές της σύμβασης, με την οποία προσλήφθηκαν (ΟλΑΠ 16/2017).

Η ρύθμιση αυτή δεν αντίκειται στις συνταγματικές αρχές της ισονομίας και της ίσης αμοιβής για την παροχή της ίδιας εργασίας (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 εδ. β' του Συντάγματος), διότι η εφαρμογή των αρχών αυτών προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας. Στις περιπτώσεις, όμως, που ρυθμίζονται από τις ως άνω διατάξεις, πρόκειται για εργαζομένους που είχαν προσληφθεί με συμβάσεις παροχής εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, χωρίς την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής (άρθρο 103 παρ.7 του Συντάγματος) και με γνώση του περιστατικού ότι, αντίθετα προς τα διαλαμβανόμενα στις ατομικές συμβάσεις, δεν επρόκειτο να καλύψουν πρόσκαιρες ή επείγουσες, αλλά πάγιες και διαρκείς ανάγκες του φορέα που τους προσέλαβε.

Ως εκ τούτου, οι εργαζόμενοι αυτοί συνιστούν διακριτή κατηγορία από το λοιπό προσωπικό, είτε μόνιμο είτε με συμβάσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, γεγονός που συνιστά αντικειμενική περίσταση (άρθρο 4 παρ.1 του π.δ. 164/ 2004) και δικαιολογεί τη διαφορετική μισθολογική μεταχείριση. Έτσι, καθ' όλο το χρονικό διάστημα που οι εργαζόμενοι αυτοί απασχολήθηκαν βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δεν δικαιούνται τις διαφορές των νομίμων αποδοχών του χρονικού αυτού διαστήματος ούτε με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης (άρθρα 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος), ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), καθόσον ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση, στην οποία απασχόλησε ακύρως κάποιο συμβασιούχο (ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 110/2017).

Κατά μείζονα λόγο αυτό ισχύει στις περιπτώσεις των συμβάσεων επαγγελματικής κατάρτισης ή μαθητείας. Παρά ταύτα, μετά την τυχόν παραδοχή ότι υπήρξε παροχή εξαρτημένης εργασίας, έστω και ακύρως, οι εργαζόμενοι αυτοί δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου τις αποδοχές για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και για επίδομα άδειας (άρθρα 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ.1 και 2 του α.ν. 539/1945 και 3 παρ.16 του ν. 4504/1966), διότι τις παροχές αυτές δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, που απασχολούνται σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά ακόμη και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας (ΑΠ 1805/2017).

6.Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, ήτοι αποκλειστικά των πραγματικών περιστατικών που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή ή η ένσταση ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσία.

7.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, με την ένδικη, από 3-12-2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες εξέθεσαν, μεταξύ άλλων, ότι δυνάμει συμβάσεων δεκαοκτάμηνης διάρκειας, που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου, Οργανισμού Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΟΑΕΔ), κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες των ετών 2004 έως και 2007, απασχολήθηκαν σε υπηρεσίες του τελευταίου, στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, με τις ειδικότητες που αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι οι αρχικές συμβάσεις τους παρατάθηκαν διαδοχικά, με ανανεούμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μέχρι τις αναφερόμενες ημερομηνίες του έτους 2010, μετά δε τη λήξη της τελευταίας για τον καθένα σύμβασης, το εναγόμενο έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους. Ότι, στην πραγματικότητα, δεν προσλήφθηκαν για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ούτε οι συμβάσεις τους ήταν συμβάσεις μαθητείας, αλλά προσέφεραν εξαρτημένη εργασία και εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες ζήτησαν να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο κατά τις εκεί διακρίσεις, που αντιστοιχούν στις διαφορές μεταξύ αφενός των μεγαλύτερων αποδοχών για μισθούς και επιδόματα εορτών και άδειας, που έπρεπε να είχε καταβάλει για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους, σύμφωνα με τις αντιστοίχως ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου των υπαλλήλων της δημόσιας διοίκησης και αφετέρου των αποδοχών που πράγματι τους κατέβαλε, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης μαθητείας που είχαν καταρτίσει.

Τις αποδοχές αυτές ζήτησαν με βάση τη σύμβαση εργασίας και τις αρχές της ισότητας και ίσης μεταχείρισης, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι ενάγοντες προέβησαν σε περιορισμό του αιτήματός της σε εν μέρει αναγνωριστικό.

Επί της αγωγής, εκδόθηκε η 143/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως μη νόμιμη. Κατά της ανωτέρω απόφασης, οι ενάγοντες άσκησαν έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 1812/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού κρίθηκε νόμιμη η αγωγή μόνο ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ως προς τις λοιπές βάσεις της κρίθηκε μη νόμιμη), έγινε δεκτή η έφεση, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση (κατά το μέρος που απέρριψε τη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό) και, αφού δικάσθηκε εκ νέου η αγωγή κατά το μέρος αυτό, έγινε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη και επιδικάσθηκαν στους ενάγοντες, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, με το νόμιμο τόκο (6%) από την επίδοση της αγωγής, για διαφορές αποδοχών και επιδόματα εορτών και άδειας που ανάγονται στο ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2008, 2009 και 2010, ενώ ως προς τις λοιπές αξιώσεις που ανάγονται στα έτη 2004 έως και 2007, η αγωγή απορρίφθηκε λόγω διετούς παραγραφής.

8.Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη ως άνω 1812/2017 απόφασή του, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της. Αιτιολογώντας την κρίση αυτή, το Εφετείο διέλαβε ότι οι συμβάσεις, που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, με τα συμφωνητικά που υπέγραψαν, είναι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας, οι οποίες καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, προκειμένου να αποκτήσουν οι ενάγοντες επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και την απασχόληση με το αντικείμενο της συγκεκριμένης θέσης και αποτελούν, ως εκ τούτου, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας, για τις οποίες δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά τις οποίες οι μαθητευόμενοι παρέχουν εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται δε αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ότι μη νόμιμη τυγχάνει η αγωγή και για το λόγο αυτό απορριπτέα, καθόσον και αληθών υποτιθέμενων των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την ιστορική βάση της, δηλαδή και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι το είδος της έννομης σχέσης, που συνδέει τους διαδίκους, είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγοντες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση η αρχή της μη διάκρισης, όπως επικαλούνται οι ενάγοντες στην αγωγή τους, αφού οι εν λόγω συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν, ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), το οποίο, κατά ρητή επιταγή του, δεν εφαρμόζεται στις συμβάσεις μαθητείας και με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Κοινοτική Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ΕΕ, προβλέπει δε στο άρθρο 11 αυτού συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις αορίστου χρόνου μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που έχουν καταρτισθεί μεταγενέστερα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ενώ ως κύρωση για την κατάρτιση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, που καταρτίζονται έκτοτε, μετά την έναρξη της ισχύος του, κατά παράβαση των ορισμών του, προβλέπει όχι τη μετατροπή τους σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αλλά την αυτοδίκαιη ακυρότητά τους, την καταβολή στον εργαζόμενο των αποδοχών του και αποζημίωσης, καθώς και την ποινική και πειθαρχική ευθύνη των αρμοδίων.

Ότι οι επίδικες συμβάσεις έχουν καταρτισθεί υπό την ισχύ των διατάξεων των άρθρων 103 του Συντάγματος και 21 του ν. 2190/1994 και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, ως συμβάσεις αορίστου χρόνου ή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενων, ακόμη και στην περίπτωση που κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, διότι το εναγόμενο ΝΠΔΔ, στο οποίο προσέφεραν τις υπηρεσίες τους οι ενάγοντες, ως εμπίπτον στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρω νόμου, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου αυτού και συγκεκριμένα κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη αρχή του ΑΣΕΠ.

Ότι, συνεπώς, οι ενάγοντες δεν δικαιούνται, με βάση την αρχή της μη διάκρισης, τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, αφού δεν συνδέονταν με το εναγόμενο με έγκυρες συμβάσεις εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, αλλά με συμβάσεις μαθητείας. Περαιτέρω, έκρινε το εφετείο, ότι απορριπτέα ως μη νόμιμη είναι η αγωγή και ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε εν προκειμένω, αφενός διότι οι ενάγοντες είχαν προσληφθεί ως μαθητευόμενοι και με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και αφετέρου δεν υπήρχε έγκυρη σχέση εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου.

Μετά τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο επικύρωσε την εκεί εκκαλουμένη απόφαση, που έκρινε ομοίως σχετικά με τα ανωτέρω, απορρίπτοντας τους σχετικούς λόγους της έφεσης των εναγόντων.

9.Με την κρίση αυτή, το Εφετείο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση της, ορθώς ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 648 επ. ΑΚ, 21 του ν. 2190/1994, 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, καθόσον, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, με βάση τα στην αγωγή εκτιθέμενα, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτό προσκρούει στις εν λόγω διατάξεις, ακόμη και αν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου.

Ούτε, επίσης, με τη μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, οι οποίες αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, το χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με το άρθρο 7 του π.δ. 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, σε κάθε δε περίπτωση, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ. 164/2004, εκφεύγουν οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων, υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ, όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Περαιτέρω, το Εφετείο, απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς τη βάση της για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 και 22 παρ.1 του Συντάγματος, καθόσον αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων, και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα που δεν συνέβαινε στην προκειμένη περίπτωση, αφού, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, οι ενάγοντες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του ΟΑΕΔ, γνωρίζοντας ότι θα απασχολούνταν για την κάλυψη παγίων και διαρκών αναγκών του φορέα παροχής της εργασίας τους, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης των αναιρεσειόντων (-εναγόντων), με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

10.Στο άρθρο 48 παρ.1 και 3 του ν.δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (ΦΕΚ Α' 204), ορίζεται ότι "1. Ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται άλλως υπό του παρόντος... 3. Ο χρόνος παραγραφής των κατά του νομικού προσώπου αξιώσεων των υπαλλήλων τούτου, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες πάσης φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι δύο ετών", στο δε άρθρο 49 αυτού ορίζεται ότι "Η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής".

Περαιτέρω, με την παρ.2 του άρθρου 56 του πιο πάνω ν.δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικώς από το άρθρο 15 του ν. 369/1976 και στη συνέχεια από το άρθρο 2 του ν. 578/1977 (ΦΕΚ Α' 106), παρασχέθηκε εξουσιοδότηση (πέραν των εξαιρέσεων της παρ.1 του άνω άρθρου) να εξαιρούνται από την εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, ολικά ή εν μέρει, και άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με προεδρικά διατάγματα, τα οποία θα εκδίδονταν μέχρι την 30-11-1977 και τα οποία ήταν δυνατόν να καταργηθούν με την ίδια διαδικασία, αν εξέλειπαν οι λόγοι για τους οποίους είχαν εκδοθεί.

Με βάση την εξουσιοδότηση αυτή εκδόθηκε το π.δ. 1022/1977 (ΦΕΚ Α' 343), με το άρθρο μόνο του οποίου ο ΟΑΕΔ εξαιρέθηκε της εφαρμογής όλων των διατάξεων του ν.δ. 496/1974, ενώ με το άρθρο μόνο του π.δ. 314/1987 (ΦΕΚ Α' 149) ορίσθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 4, 8, 17, 18 και 19 του ν.δ. 496/1974, όπως διαμορφώθηκαν με το ν. 369/1976 (ΦΕΚ Α' 164), εφαρμόζονται και για τον ΟΑΕΔ, καταργούμενης της εξαίρεσης που θεσπίσθηκε για τα θέματα αυτά με το π.δ. 1022/1977.

Ακόμη, με τη μεταγενέστερη διάταξη του άρθρου 14 παρ.1 του ν. 1545/1985 (ΦΕΚ Α' 91) ορίσθηκε ότι ο ΟΑΕΔ "έχει όλες ανεξαίρετα τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και οικονομικά προνόμια, που ισχύουν κάθε φορά για το Δημόσιο". Η αληθής έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης είναι ότι στην εξομοίωση του ΟΑΕΔ με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, μεταξύ των οποίων και το αναγνωριζόμενο υπέρ αυτού από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", με την οποία ορίζεται ότι "η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά από διετία από της γενέσεώς της" (πρβλ ΟλΑΠ 2/2014).

Με την ανωτέρω διάταξη της παρ.3 του άρθρου 90 του ν. 2362/1995, η οποία, όπως κρίθηκε με την 1/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, δεν αντίκειται στο Σύνταγμα (άρθρο 4 παρ.1), ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των ως άνω αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού και ορίζεται ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης (ΑΕΔ 32/2008).

11.Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων, που έχουν βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, οι οποίες ανάγονται στα έτη 2004, 2005, 2006 και 2007, έχουν υποκύψει στη διετή παραγραφή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 48 παρ.3 και 49 του ν.δ. 496/1974, διότι από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή τους, μέχρι την επίδοση της ένδικης αγωγής, που έλαβε χώρα την 10-12-2010 (σχετ. η .../10-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Α. Κ.), παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας. Με την κρίση ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων υπόκεινται σε διετή και όχι πενταετή παραγραφή, το Εφετείο, έστω και αν εσφαλμένα θεώρησε ότι η παραγραφή θεμελιώνεται στη διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, που αναφέρεται στην παραγραφή των αξιώσεων υπαλλήλων κατά των ΝΠΔΔ, σε ορθό τελικώς, ως προς το ζήτημα αυτό, διατακτικό κατέληξε και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2362/1995, που είναι εφαρμοστέα, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 249 και 250 ΑΚ με την μη εφαρμογή τους.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αίτησης των αναιρεσειόντων, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση του άρθρου 48 του ν.δ. 496/1974, καθώς και ο τέταρτος λόγος της ίδιας αίτησης, για παραβίαση των άρθρων 249, 250 ΑΚ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Με την κρίση, όμως, ότι οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων υπόκεινται σε διετή παραγραφή, με χρόνο έναρξης το τέλος του έτους εντός του οποίου γεννήθηκαν και έγιναν δικαστικά επιδιώξιμες και όχι το χρόνο γέννησής τους, το εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ.3 και 91 εδ. α' του ν. 2362/1995, πλην όμως δεν πλήττεται κατά τούτο η απόφαση με την αντίθετη αίτηση αναίρεσης.

Όσον αφορά τον τρίτο λόγο της ίδιας αίτησης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 16 του ν. 3762/2009, που ορίζει πενταετή παραγραφή των αξιώσεων κατά του ΟΑΕΔ, και με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι το άρθρο 16 εδ.

α' του ν. 3762/2009 (ΦΕΚ Α' 75/15-5-2009), που ορίζει ότι "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του ΟΑΕΔ παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής" και άρχισε να ισχύει από 15-5-2009, δεν τυγχάνει εφαρμογής στη προκειμένη περίπτωση, καθόσον οι ένδικες αξιώσεις ανάγονται σε προγενέστερο της ισχύος αυτού χρονικό διάστημα.

12. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.8 εδ. β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 971/2015).

Στην προκείμενη περίπτωση, ο τρίτος λόγος της αίτησης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων αναφορικά με τη διάταξη του άρθρου 16 του ν. 3762/2009, που προβλέπει ειδικό νομικό πλαίσιο πενταετούς παραγραφής των αξιώσεων κατά του ΟΑΕΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν πρόκειται για πράγμα κατά την έννοια του νόμου, αλλά για απλά επιχειρήματα.

Προσέτι, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την 1/2005 απόφαση του Ειδικού Δικαστηρίου (Μισθοδικείου), που δέχθηκε την πενταετή παραγραφή τοιούτων αξιώσεων και συνιστά νομολογία επί της υπόθεσης, την οποία αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η νομολογία των δικαστηρίων ως προς ορισμένο θέμα δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ.

13.Περαιτέρω, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε σχέση με την επικουρική βάση της αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι στο πλαίσιο του προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του ΟΑΕΔ, οι ενάγοντες προσλήφθηκαν κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες, που ανάγονται στο χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2004 έως και Ιούνιο 2007, για να απασχοληθούν στο εναγόμενο, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί υπάλληλοι, προκειμένου να αποκτήσουν εργασιακή εμπειρία στο γνωστικό τους αντικείμενο, που σχετιζόταν με την έκδοση καρτών ανεργίας, την έκδοση βεβαιώσεων διαστήματος ανεργίας, τις διακοπές επιδόματος ανεργίας, τις εγγραφές ανέργων στο ταμείο ανεργίας, τις εντολές αναθέσεων έργων, τα οικογενειακά επιδόματα, τα επιδόματα μητρότητας, το επίδομα θέρμανσης, τη χορήγηση δώρου Χριστουγέννων, το λογιστικό έλεγχο και τη διαχείριση.

Ότι ως τόποι παροχής των υπηρεσιών των εναγόντων καθορίσθηκαν οι διάφορες υπηρεσίες του ΟΑΕΔ [ήτοι τα Κέντρα Προώθησης της Απασχόλησης (ΚΠΑ2), Τοπικές Υπηρεσίες (ΤΥ), Εκπαιδευτικές Μονάδες (ΕΠΑΣ, ΙΕΚ, ΚΕΚ)] και απασχολήθηκαν μέχρι την αναφερόμενη για τον καθένα ημερομηνία του έτους 2010. Ότι, παρότι προσλήφθηκαν προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, στην πραγματικότητα επιδιώχθηκε η παροχή εργασίας στις πιο πάνω υπηρεσίες του εναγομένου, καθόσον όλοι οι ενάγοντες απασχολούνταν όχι ως μαθητευόμενοι, αλλά με τους ίδιους όρους που εργάζονταν οι μόνιμοι υπάλληλοι, με τους οποίους ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα, τελούσαν υπό τις ίδιες δεσμευτικές οδηγίες του εναγομένου, σε σχέση με τον τόπο, τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας τους.

Ότι μετέβαιναν στις υπηρεσίες του εναγομένου καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή και παρείχαν τις υπηρεσίες τους με πλήρης ωράριο, υπό τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων της εκάστοτε υπηρεσίας. Ότι από τη φύση και τον τρόπο εκτέλεσης των καθηκόντων τους, σε συνδυασμό και με το χρόνο διάρκειας αυτών, συνάγεται ότι οι ενάγοντες δεν ήταν μαθητευόμενοι, αλλά ασκούσαν καθήκοντα μονίμων υπαλλήλων, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, που είχε ανάγκη τις συγκεκριμένες υπηρεσίες τους.

Ότι οι άνω συμβάσεις των εναγόντων δεν μπορούν να μετατραπούν σε έγκυρες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, 21 του ν. 2190/1994 και του π.δ. 164/2004 και, ως εκ τούτου, συνδέονται με το εναγόμενο με σχέση απλής εργασίας.

Ότι το τελευταίο ενέχεται έναντι αυτών για την ωφέλεια, την οποία αποκόμισε από την αποδοχή και την αξιοποίηση της εργασίας τους με τη μη πρόσληψη άλλων μισθωτών, που θα εκτελούσαν την ίδια εργασία με τους ίδιους όρους και η οποία ισούται με τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που κατέβαλε στους διοικητικούς υπαλλήλους του, που υπηρετούσαν με σύμβαση αορίστου χρόνου και κατείχαν το εισαγωγικό κλιμάκιο, χωρίς προϋπηρεσία, επιδόματα οικογενειακής κατάστασης και την ειδική παροχή των 176 ευρώ (άρθρο 14 ν. 3016/2002), και των αποδοχών που ελάμβαναν οι ενάγοντες με βάση τα συμφωνητικά συνεργασίας και συγκεκριμένα 25 ευρώ για τους ανήκοντες στον κλάδο ΔΕ και 30 ευρώ για τους ανήκοντες στους κλάδους ΤΕ και ΠΕ.

Με βάση τις παραδοχές αυτές και τις διατάξεις του ν. 3205/2003, το Εφετείο προέβη στη συνέχεια στον υπολογισμό των μισθολογικών διαφορών και έκρινε ότι οι ενάγοντες δικαιούνταν, για το ένδικο χρονικό διάστημα των ετών 2008, 2009 και 2010, τα εκεί αναφερόμενα χρηματικά ποσά, τα οποία και τους επιδίκασε, εν μέρει καταψηφιστικά και εν μέρει αναγνωριστικά.

14.Σύμφωνα με το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται εν όλω ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μίας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μίας δικαιοπραξίας, που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο, ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή εωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.

Από τη διατύπωση και το σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπισθεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, διότι, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ, όπου γίνεται ενδεικτική μνεία μίας σειράς από διατάξεις του γενικού μέρους του ΚΠολΔ, που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια, που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ, να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του ως άνω σκοπού.

Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό, νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το οικείο αναιρετικό τμήμα, έχει παραπεμφθεί ήδη στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, όπου και εκκρεμεί (ΑΠ 602/2015, ΑΠ 355/2014). Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες (-ενάγοντες), επικαλούμενοι την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, προβάλλουν ότι το Εφετείο, δεχόμενο την επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, τους επιδίκασε εσφαλμένως μόνο το βασικό μισθό του 18ου μ.κ.

ανά μήνα, σύμφωνα με την κατηγορία που ανήκει ο καθένας, το κίνητρο απόδοσης και τα επιδόματα εορτών και άδειας, ενώ όφειλε να τους επιδικάσει το σύνολο των αποδοχών, σύμφωνα με το ενιαίο μισθολόγιο του Δημοσίου, που διέπει και το εναγόμενο, βάσει του οποίου αμείβονται οι μόνιμοι και με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου υπάλληλοι αυτού, όπως οι αποδοχές αυτές διαλαμβάνονται στην ένδικη αγωγή τους, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 του Συντάγματος, 20 παρ.15 του ν. 2639/1998, 648 επ.

και 904 επ. ΑΚ. Επίσης, το αναιρεσείον (-εναγόμενο), με τον πρώτο λόγο της αίτησής του, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου της, προβάλλει την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κρίνοντας νόμιμη της αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις αυτές, καθόσον στις συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Όμως, με την 186/2019 απόφαση του Β2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και ενόψει του ότι το παρόν Β1 τμήμα, με σειρά αποφάσεών του, διατύπωσε αντίθετη άποψη περί μη νομιμότητας της αγωγής και ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (μνημονεύονται οι ΑΠ 1052/2018, ΑΠ 1049/2018, ΑΠ 25/2018, ΑΠ 1805/2017, ΑΠ 109/2017), το ζήτημα σχετικά με την εφαρμογή ή μη των διατάξεων περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και της βάσης υπολογισμού της σχετικής ωφέλειας του φορέα απασχόλησης από την εργασία του ακύρως απασχοληθέντος στο Δημόσιο (ή σε δημόσιο φορέα), υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας με το μόνιμο προσωπικό, οσάκις ο φορέας απασχόλησης δεν είχε τη δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης εργαζομένου στη θέση όπου απασχόλησε το συμβασιούχο, ο οποίος απασχολήθηκε εκεί δυνάμει σχετικού συμφωνητικού συνεργασίας, καταρτισθέντος μεταξύ του απασχοληθέντος και του ΟΑΕΔ στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος (stage), παραπέμφθηκε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, ως ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπου και εκκρεμεί.

Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας, συντρέχει, ευλόγως, περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.

15.Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4, 566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 [ή 560] ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, για να υπάρξει λόγος για τη μη λήψη υπόψη αυτοτελούς ισχυρισμού, προϋποτίθεται να ασκεί αυτός ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά και να έχει προβληθεί από τον ίδιο τον ασκούντα την αναίρεση διάδικο, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, επιπλέον δε να είναι και νόμιμος (ΟλΑΠ 14/2004).

Για το ορισμένο του λόγου, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά το νόμο δεν λήφθηκαν ή λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκούσαν στην έκβαση της δίκης, καθώς και τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτά από τον αναιρεσείοντα στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 44/2003).

Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με το δικόγραφο της αίτησής του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν εξέτασε τις ενστάσεις έλλειψης δικαιοδοσίας, έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης, αοριστίας της αγωγής και καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος. Οι αιτιάσεις αυτές, όπως διατυπώνονται, είναι απαράδεκτες λόγω αοριστίας, διότι δεν παρατίθενται όλα τα στοιχεία, από τα οποία να προκύπτει ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί προτάθηκαν κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο.

16.Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθούν οι ως άνω κριθέντες ως απορριπτέοι λόγοι αναίρεσης αμφοτέρων των αιτήσεων των διαδίκων (πλην της 65ης Α. Τ. του Β. ως προς την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση των αιτήσεων) και να αναβληθεί η συζήτηση του πρώτου λόγου της αίτησης του αναιρεσείοντος (-εναγομένου) καθώς και του δευτέρου λόγου της αίτησης των αναιρεσειόντων (-εναγόντων), μέχρι να εκδοθεί απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί του ανωτέρω ζητήματος. Τα δικαστικά έξοδα θα καθορισθούν με την τελική απόφαση επί των εκκρεμούντων αναιρετικών λόγων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 2-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 402/14-5-2018 και από 7-5-2018 και με αριθμό κατάθεσης 383/8-5-2018 αντίθετες αιτήσεις αναίρεσης.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση αμφοτέρων των αιτήσεων για αναίρεση της 1812/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς την 65η αναιρεσίβλητη- αναιρεσείουσα, Α. Τ. του Β..

Απορρίπτει, κατά τα λοιπά, τους κριθέντες στο σκεπτικό ως απορριπτέους λόγους αναίρεσης αμφοτέρων των αιτήσεων.

Αναβάλλει τη συζήτηση επί του πρώτου λόγου της από 2-5-2018 αίτησης αναίρεσης και επί του δευτέρου λόγου της από 7-5-2008 αίτησης αναίρεσης, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου επί της υπόθεσης, η οποία έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 186/2019 απόφαση του Β2 τμήματος του Αρείου Πάγου.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 25η Ιουλίου 2019. -Και

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 28η Ιανουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ