Legislator Case Law & Legislation
346/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for lack of jurisdiction and failure to consider inadmissible plea.

Case Number 346/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's rejection of his claim for lack of international jurisdiction. The appellant argued the lower court failed to consider a plea of invalidity based on public policy, but the Court of Appeal had already examined and rejected this plea as inadmissible due to improper timing. The Court ruled that since the lower court had addressed the argument and rejected it, the appeal lacked a valid ground for review under the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible when the court of first instance has already considered the argument and rejected it substantively, as the appellant cannot claim the court failed to take the matter into account.

Keywords

AI generated
appeal admissibility lack of jurisdiction inadmissible plea public policy Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 569 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 178 and 179 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 346 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 346/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή - Εισηγήτρια και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Β. του Σ., κατοίκου Γ. Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Καλαβρό και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χρηματοπιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία ... που εδρεύει στo ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Επιχείρησης Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών με την επωνυμία ... που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Π. Σ. - Κ., κατοίκου ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κορίτσα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5826/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3643/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15/7/2019 αίτησή του και τους από 6/10/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ'αρθμ. 3643/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών που απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή του ως απαράδεκτη ελλείψει διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αρθμ.3 ΚΠολΔ). Ο αναιρεσείων άσκησε παραδεκτά με αυτοτελές δικόγραφο τους από 6-10-2021 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως (άρθρο 569 ΚΠολΔ), οι οποίοι συνεκφωνήθηκαν με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και πρέπει να συνεκδικασθούν με αυτή, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρο 246 ΚΠολΔ), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται υποχρεωτικά με την αίτηση αναιρέσεως, πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών των λόγων (άρθρο 577 αρθμ.3ΚΠολΔ).

Ο από το άρθρο 559 αρθμ. 19 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της αποφάσεως, με την οποία η αγωγή, ανακοπή κλπ απορρίφθηκε ως αόριστη ή ως μη νόμιμη ή ως απαράδεκτη (ΑΠ369/2014,ΑΠ701/2011,ΑΠ 121/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών σχετικά με τις παραδοχές του Εφετείου ότι ο ενάγων δεν υπέγραψε με τις εναγόμενες επιχειρήσεις σύμβαση διαχειρίσεως χαρτοφυλακίου, αλλά ο ίδιος προέβαινε σε πράξεις αγοραπωλησίας τίτλων στα διεθνή χρηματιστήρια δια των χρημάτων τα οποία αντλούνταν από την πρώτη εναγομένη δυνάμει της συμβάσεως μόχλευσης, έχοντας αυτός την απόλυτη πρωτοβουλία και τον έλεγχο των επενδυτικών επιλογών του, ότι είχε εντάξει την άνω συναλλαγή στο πλαίσιο συστηματικής (επαγγελματικής και μη ιδιωτικής) δραστηριότητας κερδοσκοπίας, ότι οι ως άνω συναλλαγές καταδεικνύουν εξειδιασμένη γνώση και εξειδίκευση, χαρακτηριστικά μη προσιδιάζοντα στην έννοια του καταναλωτή και ενώ δέχεται ότι το προσκομισθέν από τους εναγομένους έγγραφο δεν περιορίζει το δικαίωμα του ενάγοντος να διενεργήσει διαδικαστικές πράξεις ενώπιον των ελληνικών δικαστηρίων, καταλήγει ότι με το ίδιο έγγραφο καθιδρύεται αποκλειστική κατά παρέκταση δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω δεν αποτελούν κρίση του Εφετείου επί της ουσίας της υποθέσεως, αλλά αφενός εκτίμηση απ'αυτό του δικογράφου της ένδικης αγωγής και αφετέρου σκέψη αυτού, με την οποία η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω υπάρξεως συμφωνίας των διαδίκων περί παρεκτάσεως και υπαγωγής της επίδικης διαφοράς στην αποκλειστική δικαιοδοσία των αγγλικών δικαστηρίων, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε την αγωγή.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρθμ.11 του ΚΠολΔ, κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει εισέλθει στην έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξεως και όχι να την έχει απορρίψει ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ3/1997,ΑΠ 615/2019, ΑΠ 1409/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δεν υπεισήλθε στην έρευνα της ουσίας της διαφοράς, αλλά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη λόγω ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων. Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενος στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το υπ'αρθμ.14 σχετικό που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων, είναι απαράδεκτος.

Εξάλλου ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το άρθρο 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κηρύξεως απαραδέκτου παρά το νόμο.

Οι σχετικές πάντως με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις τόσο του ΚΠολΔ όσο και της Συμβάσεως των Βρυξελλών και του Κανονισμού του Συμβουλίου 44/2001 έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοιώσεως ή καταργήσεως ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη των ως άνω δικονομικών διατάξεων ( ΑΠ246/2016, ΑΠ8/2015, ΑΠ1527/2013, ΑΠ1215/2012).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε αν η ρήτρα παρεκτάσεως αρμοδιότητας υπήρξε πράγματι αντικείμενο συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και αν ο αναιρεσείων έλαβε πράγματι γνώση και συνήνεσε στην παρέκταση αυτή.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει τις σχετικές με τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου προαναφερθείσες διατάξεις που έχουν δικονομικό χαρακτήρα και θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρθμ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως. Αντιθέτως, δεν αποτελούν "πράγματα" η αιτιολογημένη άρνηση, οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ Ολ 12/1991), γεγονός που συντρέχει στην τελευταία περίπτωση και όταν το δικαστήριο δέχθηκε ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα από εκείνα που συγκροτούν τον ισχυρισμό, οπότε τον αντιμετωπίζει και τον απορρίπτει εκ των πραγμάτων κατ' ουσίαν (ΑΠ1293/2017,ΑΠ927/2017,ΑΠ126/2016).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 (και όχι από τον αρθμ. 14) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη νομίμως προταθείσα ένσταση ακυρότητας της συμφωνίας αυτού και των αναιρεσιβλήτων για αποκλεισμό της δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων ως αντιβαίνουσας στα χρηστά ήθη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ. Από την παραδεκτή επισκόπηση της πληττόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την ως άνω ένσταση του αναιρεσείοντος και την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω της προβολής της το πρώτον ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αρθμ.3ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρα 106,176,183,191παρ.2ΚΠολΔ),όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2019 αίτηση και τους από 6-10-2021 πρόσθετους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ'αρθμ.3643/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει συνολικά για όλους στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ