Supreme Court dismisses appeal on appealable error grounds, upholding lower court's evidence assessment in property dispute.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Court of Appeal in Evia. The appellant argued the appellate court distorted a notarial deed regarding the payment of a purchase price, claiming this constituted a procedural error under Article 559 of the Code of Civil Procedure. The court found this argument baseless because the appellate court correctly interpreted the document and its evaluation of evidence remains unreviewable under Article 561. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: The appellate court's assessment of evidence and interpretation of documents is unreviewable; an appeal alleging distortion of evidence without proof of procedural error is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 340 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 340/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Κ. του Χ., κατοίκου ... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιάκωβο Βενιέρη, που ανακάλεσε την από 25/10/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Μ. του Η., κατοίκου ... ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Καραμαγκιώλη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2/2/2018 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 272/2020 του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11/4/2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11.04.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 272/16.11.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών του άρθρου 614 παρ.8 σε συνδ. με τα άρθρα 632 παρ.2 εδ.β' και 937 παρ.3 ΚΠολΔ, και δέχτηκε τυπικά, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της τότε εκκαλούσας-καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 304/01.10.2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, με την οποία απορρίφθηκε μεν, ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της, η ανακοπή του τότε ανακόπτοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. 5/2018 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και επικυρώθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής, πλην όμως, έγινε δεκτή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη η σωρευθείσα, στο ίδιο δικόγραφο, ανακοπή κατά της επισπευθείσας εκτέλεσης, με εκτελεστό τίτλο την ίδια ως άνω διαταγή πληρωμής, και ακυρώθηκε η από 31.01.2018 επιταγή προς εκτέλεση, που είχε συνταχθεί παρά πόδας αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω υπ' αριθ. 5/2018 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 1, 3, 9, 11, 15, 17, 21 & 28 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν" προκύπτει ότι η ενοχή από συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, αφού η αιτία της έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο του κύρους της και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, όμως ο οφειλέτης από συναλλαγματική, όπως προπάντων είναι ο αποδέκτης της, μπορεί να επικαλεσθεί και να αποκαλύψει την εσωτερική (υποκείμενη ή βασική) σχέση που τον συνδέει με τον εκδότη ή και τον κομιστή της συναλλαγματικής, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ` αυτόν ή αν αυτός κατά την κτήση της συναλλαγματικής ενήργησε εν γνώσει του προς βλάβη του οφειλέτη, προβάλλοντας την ένσταση ότι δεν υπάρχει αιτία για την έκδοση ή την οπισθογράφηση της συναλλαγματικής, είτε διότι αυτή ήταν εξ αρχής ανύπαρκτη, παράνομη, ανήθικη ή ελαττωματική (λ.χ.
εικονική) είτε διότι έληξε ή δεν επακολούθησε, οπότε αν η ένστασή του αποδειχθεί, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική και ο οφειλέτης ελευθερώνεται (ΑΠ 896/2006, ΑΠ 903/2006), αφού διαφορετικά η πληρωμή της συναλλαγματικής θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της συναλλαγματικής κατά τα άρθρ. 904 επ.
ΑΚ (ΑΠ 544/1998, ΑΠ 1312/1991, ΑΠ 8/1994). Ο οφειλέτης δεν είναι πάντως αναγκαίο για να ελευθερωθεί να επικαλεσθεί ρητά τον προκαλούμενο από την πληρωμή της συναλλαγματικής αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό του κομιστή της, αλλά αρκεί να αναφερθεί στα στοιχεία που καθιστούν χωρίς νόμιμη αιτία την υποχρέωσή του και συνεπώς αχρεώστητη την πληρωμή της συναλλαγματικής, ο δε κομιστής αυτής ενεργεί προς βλάβη του οφειλέτη, όταν κατά το χρόνο κτήσης της συναλλαγματικής γνώριζε την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της αιτίας έκδοσης ή οπισθογράφησής της και την απέκτησε για να τον εμποδίσει να αντιτάξει ουσιώδεις ενστάσεις από τις προσωπικές του σχέσεις με τον εκδότη ή τον προηγούμενο κομιστή της συναλλαγματικής και να επιτευχθεί έτσι η πληρωμή της, η οποία χωρίς τη μεταβίβασή της δεν θα επιτυγχανόταν (ΑΠ 1266/2011).
Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 317 ΑΚ η παροχή μπορεί να εκπληρωθεί και από τρίτον, εκτός αν ο δανειστής έχει συμφέρον να την εκπληρώσει ο οφειλέτης, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 416 ίδιου Κώδικα, η ενοχή αποσβήνεται με καταβολή, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 421 ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντί του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της απόφασης επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμες (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ δεν ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 (ΑΠ 1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο μη διάδικος στην παρούσα δίκη Ε.
Κ. του Δ. πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου σε κάθε έναν από τους νυν διαδίκους αγοραστές τρεις αυτοτελείς και διηρημένες ιδιοκτησίες, ήτοι την υπό στοιχείο(...) υπόγεια αποθήκη, το υπό στοιχείο ... κατάστημα ισογείου ορόφου και το υπό στοιχείο ... κατάστημα ισογείου ορόφου μίας οικοδομής, που βρίσκεται σε οικόπεδο 1.904 τ.μ.
στην ... έναντι συνολικού τιμήματος 148.000 ευρώ. Για την αγοραπωλησία αυτή συντάχθηκε το υπ' αριθμό ... συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Θηβών Αγγελικής Βλάχου, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Νέας Φιλαδέλφειας... Όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο του ως άνω συμβολαίου.. ορίστηκε ότι το τίμημα της πώλησης των 148.000 ευρώ θα καταβληθεί στον πωλητή από τους αγοραστές(διαδίκους) κατά την αναλογία τους, ήτοι υποχρεούτο να καταβάλει έκαστος των διαδίκων το χρηματικό ποσό των 74.000 ευρώ, σε μία άτοκη δόση καταβλητέα στις 10-3-2015.
Επιπλέον ορίστηκε... σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής της δόσης, αυτή καθίσταται ληξιπρόθεσμη, απαιτητή και έντοκη και ότι στην περίπτωση αυτή ο πωλητής δικαιούται να εισπράξει την δόση του υπολοίπου τιμήματος με εκτέλεση του ιδίου του συμβολαίου... που κηρύχθηκε τίτλος εκτελεστός. Στο ίδιο συμβόλαιο αναφέρεται ότι προς διευκόλυνση του πωλητή και όχι για εξόφληση ή ανανέωση του χρέους, οι αγοραστές αποδέχθηκαν(εκτός του συμβολαιογραφικού γραφείου και χωρίς την παρουσία του Συμβολαιογράφου) δύο συναλλαγματικές, ποσού 74.000 ευρώ η κάθε μία, με ημερομηνία λήξεως 10-3-2015, εκδόσεως του πωλητή, εις διαταγή του, τις οποίες αποδέχθηκαν οι αγοραστές-διάδικοι (ο κάθε ένας από μία συναλλαγματική), υπέγραψε ο κάθε ένας την δική του συναλλαγματική και την παρέδωσε στον πωλητή.
Μία εξ αυτών των συναλλαγματικών είναι και η ένδικη συναλλαγματική, με ημερομηνία έκδοσης 13-2-2015, τόπο έκδοσης τη …., ποσού 74.000 ευρώ, έκδοσης Ε. Κ. του Δ., αποδοχής αυθημερόν του ανακόπτοντος, πληρωτέα εις διαταγήν του εκδότη, λήξης την 10-3-2015. Οι προαναφερόμενες δύο συναλλαγματικές, μία εκ των οποίων είναι και η ένδικη, αποδείχθηκε ότι δόθηκαν στον πωλητή Ε.
Κ. χάριν καταβολής του τιμήματος της πώλησης, όπως η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητώς στο άρθρο 421 του ΑΚ, ήτοι ως πρόσθετη-μεγαλύτερη διασφάλιση της εκπλήρωσης της ήδη υπάρχουσας ενοχής για καταβολή του τιμήματος. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο αξιώσεις του πωλητή και αντίστοιχα υποχρεώσεις του ανακόπτοντος-αγοραστή(και ήδη αναιρεσίβλητου), η εκπλήρωση της μίας εκ των οποίων θα απέφερε και την απόσβεση της άλλης.
Περαιτέρω, από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την ίδια την εκκαλούσα(και ήδη αναιρεσείουσα)... υπ' αριθμό ... συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Αγγελικής Βλάχου, με συμβαλλόμενους αφενός τον πωλητή των ακινήτων Ε.
Κ. του Δ. και αφετέρου τους αγοραστές των ακινήτων-διαδίκους, αποδείχθηκε ότι ο πωλητής των ακινήτων Ε. Κ. δήλωσε ότι ¨πληρώθηκε και έλαβε άτοκα και εμπρόθεσμα από τους αφετέρου συμβαλλόμενους-αγοραστές το ποσό των 148.000 ευρώ που του χρωστούσαν από το τίμημα που πιστώθηκε με το υπ' αριθμό ... πωλητήριο συμβόλαιο...
¨. Από την προαναφερόμενη δήλωση, ενώπιον συμβολαιογράφου, αποδείχθηκε, παρά χρήμα, α)ότι ο ανακόπτων εξόφλησε ο ίδιος στον πωλητή, Ε. Κ., το τίμημα της πώλησης, ποσού 74.000 ευρώ, για τα ακίνητα που απέκτησε, β)ότι τον εξόφλησε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρητή πρόβλεψη του πωλητηρίου συμβολαίου, ήτοι στις 10-3-2015 και γ)ότι η καθ' ης η ανακοπή-εκκαλούσα γνώριζε, ως συμπράττουσα και η ίδια στην συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης, τα παραπάνω, ήτοι την εμπρόθεσμη, στις 10-3-2015, εξόφληση του τιμήματος της πώλησης, ποσού 74.000 ευρώ, εκ μέρους του ιδίου του ανακόπτοντος, κατά το μέρος που αφορούσε στο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στα ακίνητα που απέκτησε(ο ανακόπτων).
Η καθ' ης η ανακοπή-εκκαλούσα αμφισβητεί την εξόφληση του τιμήματος των 74.000 ευρώ από τον ανακόπτοντα, επικαλούμενη ότι η ίδια ήταν αυτή που κατέβαλε το ποσό της οφειλής του ανακόπτοντος(74.000 ευρώ)στον πωλητή των ακινήτων. Συγκεκριμένα επικαλείται και προσκομίζει για να αποδείξει τον ισχυρισμό της, τις δηλώσεις πόθεν έσχες, της αντίστοιχης χρονικής περιόδου, που υπέβαλε στην αρμόδια για τον έλεγχο τους Αρχή.
Οι εν λόγω δηλώσεις του ¨πόθεν έσχες¨ της καθ' ης δεν αποτελούν ικανό αποδεικτικό μέσο, για την απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι αυτή ήταν που εξόφλησε στον Ε. Κ. το τίμημα των 74.000 ευρώ για λογαριασμό του ανακόπτοντος, καθόσον πρόκειται για μονομερείς δηλώσεις της καθ' ης μη ικανές, εκ του προορισμού και της σκοπιμότητας για την οποία υποβλήθηκαν, να αποδείξουν οιαδήποτε εξόφληση τιμήματος, την στιγμή, μάλιστα, που για την απόδειξη της ως άνω εξόφλησης εκ μέρους του ανακόπτοντος έχει καταρτιστεί επί τούτου, ήτοι για να αποδεικνύει αυτήν ακριβώς την εξόφληση, συμβολαιογραφικό έγγραφο, με την σύμπραξη μάλιστα και της καθ' ης...
Συνεπώς, αποδείχθηκε ότι ο ανακόπτων εξόφλησε, ήδη από τις 10-3-2015, το τίμημα της πώλησης, ποσού 74.000 ευρώ, που όφειλε στον πωλητή Ε. Κ., χάριν καταβολής του οποίου είχε αποδεχθεί την ένδικη συναλλαγματική, και γι' αυτό η εκπλήρωση της υποχρέωσης του ανακόπτοντος να εξοφλήσει το τίμημα της πώλησης επέφερε και την απόσβεση της υποχρέωσής του από την ένδικη συναλλαγματική. Η καθ' ης η ανακοπή-εκκαλούσα γνώριζε, όπως αποδεικνύεται από την σύμπραξή της στην κατάρτιση της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξης εξόφλησης, τα παραπάνω, ήτοι την εμπρόθεσμη, στις 10-3-2015, εξόφληση του τιμήματος της πώλησης, ποσού 74.000 ευρώ, εκ μέρους του ιδίου του ανακόπτοντος και γι' αυτό κατά την κτήση της ένδικης συναλλαγματικής, περί τον Μάρτιο του 2016, όταν την οπισθογράφησε την συναλλαγματική, σύμφωνα με την κατάθεσή του, ο Ε. Κ., με βάση την οποία η καθ' ης ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της ανακοπτόμενης υπ' αριθμό 5/2018 διαταγής πληρωμής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, ενήργησε (εξαιτίας των κακών οικογενειακών σχέσεων που είχε με τον ανακόπτοντα)προς βλάβη του αποδέκτη αυτής-ανακόπτοντος...
Συνεπώς, ο σχετικός δεύτερος λόγος της ανακοπής του ανακόπτοντος-εφεσιβλήτου αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη υπ' αριθμό 304/2018 οριστική απόφασή του δέχθηκε τα ανωτέρω και έκανε δεκτό τον δεύτερο λόγο της ανακοπής κατά της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης και συγκεκριμένα κατά της από 31-1-2018 επιταγής προς εκούσια συμμόρφωση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό ο σχετικός λόγος της υπό κρίση έφεσης, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί, καθώς και η έφεση στο σύνολό της...".
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο έκανε τυπικά δεκτή και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, και κατ' αποδοχή του δεύτερου λόγου της ανακοπής του αναιρεσίβλητου είχε ακυρώσει για το λόγο αυτό την προσβληθείσα από 31.01.2018 επιταγή προς εκτέλεση, που είχε συνταχθεί παρά πόδας αντιγράφου του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω υπ' αριθ. 5/2018 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο θεμελιώνοντας το αποδεικτικό του πόρισμα, με βάση τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, στο ότι ο αναιρεσίβλητος είχε εξοφλήσει ο ίδιος το τίμημα της πώλησης, ποσού 74.000 ευρώ, που όφειλε στον πωλητή Ε. Κ., χάριν καταβολής του οποίου είχε αποδεχθεί την ένδικη συναλλαγματική και ότι γι' αυτό η εκπλήρωση της υποχρέωσης του ανακόπτοντος να εξοφλήσει το τίμημα της πώλησης επέφερε και την απόσβεση της υποχρέωσής του από την ένδικη συναλλαγματική και, επιπλέον, ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε το παραπάνω γεγονός, και πέτυχε την έκδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής, με βάση την οποία επέσπευσε σε βάρος του την προσβαλλόμενη διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, ενεργώντας κακόπιστα προς βλάβη του αντιδίκου της αναιρεσίβλητου, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 416 και 421 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1, 3, 9, 11, 15, 17, 21, 28 του Ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", που ήταν εφαρμοστέες και τις εφάρμοσε στην προκειμένη περίπτωση, ορθά ερμηνεύοντάς τες, ενώ τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το Εφετείο δεν δικαιολογούν την υπαγωγή τους στους επικαλούμενους από την αναιρεσείουσα κανόνες δικαίου των διατάξεων των άρθρων 317 ΑΚ περί εκπλήρωσης από τρίτο, 722,736 επ.
ΑΚ περί υποχρεώσεων του εντολέα και περί δικαιωμάτων του διοικητή αλλοτρίων, αντίστοιχα, και των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων των άρθρων 904 επ. ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε εν προκειμένω το Εφετείο. Επίσης, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, μη απαιτουμένης της παραθέσεως και άλλων, αλλά και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν το ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα και καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή ή μη των πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.
Επομένως, κατά τα αντίστοιχα σκέλη του, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 416, 317,722,736 επ. και 904 επ. ΑΚ περί εξόφλησης και στέρησης του δικαιώματος της αναιρεσείουσας αναγωγής από την επικαλούμενη εσωτερική-υποκείμενη σχέση που ισχυρίζεται ότι την συνέδεε με τον αντίδικό της αναιρεσίβλητο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά δε τις λοιπές αιτιάσεις του ο ίδιος ως άνω δεύτερος λόγος, καθ' ό μέρος με τα αντίστοιχα σκέλη του, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει(ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμίας εξ αυτών, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων(ΟλΑΠ 469/1984), ούτε τέλος οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών(ΑΠ 1120/2007), έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (OλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λ.π., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Τέλος, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η οποία συνίσταται στο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον εφεσίβλητο-ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό περί εξόφλησης του επίδικου ποσού της επίμαχης συναλλαγματικής από τον ίδιο τον αναιρεσίβλητο, με διάθεση ιδίων κεφαλαίων, δίχως να έχει προταθεί αντίστοιχος ισχυρισμός από τον τελευταίο.
Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης, με βάση τις προηγηθείσες, αντίθετες με τον ισχυρισμό αυτό παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, και προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον το δικαστήριο που δίκασε, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και απέρριψε, ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, τον αντίθετο αρνητικό ισχυρισμό, που είχε προβάλει η εκκαλούσα -καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσείουσα, προς απόκρουση του δεύτερου λόγου ανακοπής του ανακόπτοντος-εφεσίβλητου και ήδη αναιρεσίβλητου, η οποία, αμφισβητώντας την εξόφληση του τιμήματος των 74.000 ευρώ από τον αντίδικό της, ισχυρίστηκε ότι η ίδια ήταν αυτή που κατέβαλε το ποσό της πιο πάνω οφειλής των 74.000 ευρώ του τελευταίου στον πωλητή των ακινήτων, δεχόμενο το Εφετείο, ειδικότερα, ότι από την επικληθείσα και προσκομισθείσα από την ίδια την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα με αριθμό ...συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου, που συντάχθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θηβών Αγγελικής Βλάχου, με συμβαλλόμενους αφενός τον πωλητή των ακινήτων Ε.
Κ. του Δ. και αφετέρου τους αγοραστές των ακινήτων-διαδίκους, αποδείχθηκε, παρά χρήμα, α)ότι ο ανακόπτων εξόφλησε ο ίδιος στον πωλητή, Ε. Κ., το τίμημα της πώλησης, ποσού 74.000 ευρώ, για τα ακίνητα που απέκτησε, β)ότι τον εξόφλησε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με την προαναφερόμενη ρητή πρόβλεψη του πωλητηρίου συμβολαίου, ήτοι στις 10-3-2015 και γ)ότι η καθ' ης η ανακοπή-εκκαλούσα γνώριζε, ως συμπράττουσα και η ίδια στην συμβολαιογραφική πράξη εξόφλησης, τα παραπάνω, ήτοι την εμπρόθεσμη, στις 10-3-2015, εξόφληση του τιμήματος της πώλησης, ποσού 74.000 ευρώ, εκ μέρους του ιδίου του ανακόπτοντος, κατά το μέρος που αφορούσε στο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στα ακίνητα που απέκτησε ο αντίδικός της.
Επίσης, κατά τα λοιπά, και δη καθό μέρος με τον παραπάνω λόγο, υπό την επίκληση της ανωτέρω παραβιάσεως, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης, και εξ αυτής της αιτίας, τυγχάνει απαράδεκτος.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 791/2020,ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο και τελευταίο αναιρετικό λόγο, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί εξόφλησης του τιμήματος πώλησης από τον αναιρεσίβλητο, παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμό ...
συμβολαιογραφικού εγγράφου εξόφλησης τιμήματος αγοραπωλησίας ακινήτου, δεχόμενο ότι εξ αυτού προέκυπτε ότι ο ίδιος ο αναιρεσίβλητος είχε καταβάλει, με ίδια κεφάλαια, το ποσό των 74.000 ευρώ, και ότι είχε αποσβεστεί η απαίτηση του πωλητή Ε. Κ., αποκλείοντας κάθε εσωτερική σχέση ή οφειλή ή δικαίωμα αναγωγής της αναιρεσείουσας.
Ο εν λόγω προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και του επίμαχου εγγράφου, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο ως άνω έγγραφο, το οποίο πράγματι αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι ο αφενός συμβαλλόμενος(πωλητής Ε.
Κ.) δήλωσε ότι πληρώθηκε και έλαβε άτοκα και εμπρόθεσμα από τους αφ' ετέρου συμβαλλόμενους αγοραστές(και ήδη διαδίκους στην παρούσα αναιρετική δίκη) το ποσόν των ευρώ 148.000 που του χρωστούσαν από το τίμημα που πιστώθηκε με το υπ' αριθμόν ... πωλητήριο συμβόλαιό του, καθώς και ότι εξοφλεί τους αγοραστές από κάθε αιτία με το παραπάνω συμβόλαιο, από το οποίο δεν έχει ούτε διατηρεί σήμερα καμιά αξίωση ή απαίτηση.
Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, αλλά συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του, όπως πράγματι αυτό έχει, μαζί τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ήχθη σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή η αναιρεσείουσα, και, επομένως, πλήττεται η εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων, η οποία είναι, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη, αναιρετικά.
Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ.106, 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 11.04.2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 272/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ευβοίας.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιανουαρίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Μαρτίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ