Legislator Case Law & Legislation
336/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible for vague document references and non-appealable precedent citations.

Case Number 336/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a labor dispute judgment as inadmissible regarding three absent appellants and rejected the appeal for the remaining parties. The appellants argued the lower court ignored specific legal precedents and documentary evidence proving their employment status. The court ruled that citing precedents does not create an appeal ground under Article 559(11)(c) of the Civil Procedure Code and that the vague reference to documents failed to identify specific evidence for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 576(1) of the Civil Procedure Code; An appeal is inadmissible if the lower court fails to consider legal precedents resolving the case, and vague references to documents do not satisfy the requirement for specific identification of evidence.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code inadmissible appeal legal precedents documentary evidence labor dispute appeal grounds specific identification

Cited Legislation

AI generated
Article 3(1) of Law 4921/2022
Article 576(1) and (2) of the Civil Procedure Code
Article 559(11)(c) of the Civil Procedure Code
Article 22(3) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 336/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την 2/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου,κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Ερατώ Κολέση και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 9 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:

1) Δ. Ε. του Η., κατοίκου ...., 2) Κ. Α. του Θ., κατοίκου ...., 3) Μ. Ε. του Κ., κατοίκου ... 4) Α. Ε. του Γ., κατοίκου ……………, 69) Κ. Α. του Χ., κατοίκου ... Αττικής και 70) Σ. Θ. του Ι., κατοίκου ..., εκ των οποίων οι με α/α 60η, 67η και 69ος δεν παραστάθηκαν, όλοι οι λοιποί παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ) Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ), όπως μετονομάστηκε ο με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ-Ο.Α.Ε.Δ.", ο οποίος δυνάμει του ν.4144/2013 κατέστη καθολικός διάδοχος και υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του καταργηθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Οργανισμός Εργατικής Κατοικίας"(Ο.Ε.Κ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σταύρου Κελαϊδή, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-12-2010 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1257/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2668/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27-1-2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από ... με αριθ. κατάθ. ... κλήση των καλούντων-αναιρεσειόντων κατά του καθού η κλήση Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ" (Δ.ΥΠ.Α) όπως μετονομάσθηκε, με το άρθρο 3 παρ.1 του ν. 4921/2022 (ΦΕΚ Α 75), το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ" (Ο.Α.Ε.Δ.) φέρεται προς συζήτηση η από 27.1.2021 με αριθμ. καταθ. 748/72/29.1.2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 2668/14.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, λόγω ματαίωσης της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο στις 6.12.2022.

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος και υπό τον όρο ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης έλαβε χώρα εγκύρως, η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΑΠ 1308/2022, 110/2020, 593/2016).

Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 636/2021, 306/2020). Ακόμη, με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.3 εδ. α του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β του ιδίου άρθρου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013, ορίζεται ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Συνακόλουθα, αν οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και απολείπεται ή δε μετέχει προσηκόντως της συζήτησης ένας εξ αυτών σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 1308/2022, 542/2020, 540/2020), η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς ομοδίκους που δεν έχουν κλητευθεί (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1308/2022, 536/2020, 415/2020).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α 201) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 1308/2022, 536/2020, 306/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που έλαβε χώρα κατά την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι εξηκοστή (60η), εξηκοστή έβδομη (67η) και εξηκοστή ένατη (69η) καλούσες-αναιρεσείουσες, ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτές, η κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι καλούντες-αναιρεσείοντες επέσπευσαν, με την από ... κλήση, τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους παρισταμένους αναιρεσείοντες, με αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου Αθηνών Κ.

Λ., από την οποία, επίσης, προκύπτει ότι κατόπιν παραγγελίας του δικηγόρου Αθηνών Σπύρου Παυλάτου, ως πληρεξούσιου δικηγόρου των καλούντων-αναιρεσειόντων, ακριβές αντίγραφο αυτής με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στο καθού η κλήση-αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ.

Ως προς τις ως άνω υπ'αριθμ. 60η, 67ο και 69η αναιρεσείουσες, οι οποίες, όπως προεκτέθηκε, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (9.1.2024), δεν αποδεικνύεται ότι αυτές είχαν χορηγήσει πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο, που υπέγραψε, για λογαριασμό όλων των καλούντων-αναιρεσειόντων, την παραγγελία προς επίδοση της από 14.12.2022 κλήσης προς το καθού η κλήση-αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ με κλήση προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης για την ως άνω δικάσιμο, να επισπεύσει και για λογαριασμό τους τη συζήτηση αυτής, αφού δεν προσκομίζονται έγγραφες περί τούτου εξουσιοδοτήσεις των εν λόγω αναιρεσειουσών προς τον ως άνω δικηγόρο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τους από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή ή συμβολαιογραφικό προς αυτόν πληρεξούσιο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτές κλητεύθηκαν από το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, αλλά ούτε και από τους απλούς ομόδικούς τους αναιρεσείοντες, για να παραστούν στη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Κατά συνέπεια ακύρως οι ως άνω 60η, 67ο και 69η αναιρεσείουσες επέσπευσαν, με την από ... κλήση, τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, δεν προκύπτει κλήτευσή τους, προκειμένου να παραστούν κατά την εκδίκαση αυτής για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτές, καθότι συνδέονται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσείοντες και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές.

Με την υπό κρίση από 27.1.2021 με αριθμ. καταθ. 748/72/29.1.2021 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ. προσβάλλεται η υπ' αριθ. 2668/14.5.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως προς τους παριστάμενους αναιρεσείοντες, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης προκύπτουν τα εξής: Με την από 9-12-2010 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν ότι προσλήφθηκαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος εργασιακής εμπειρίας που εικονικά και κατ'επίφαση χαρακτηρίζονταν ως τοιούτου είδους και ορισμένης χρονικής διάρκειας, ενώ περιείχαν τα στοιχεία συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τοποθετήθηκαν στις υπηρεσίες αυτού με την ειδικότητα του διοικητικού υπαλλήλου.

Ότι ειδικότερα προσλήφθηκαν οι 1η, 49ος, 61η και 62η την 15.11.2004, η 2η την 10.10.2005, η 7η την 2.10.2005, οι 3η, 11η, 42η, 46η την 3.11.2004, ο 4ος την 14.12.2004, οι 5η και 64η την 17.10.2005, οι 6η, 19η 21η, 23η, 30ος και 36ος την 6.12.2004, η 8η την 20.6.2007, οι 9η, 58η και 68ος την 1.11.2004, ο 10ος την 5.12.2005, η 12η την 29.3.2005, η 13η την 7.12.2004, οι 14η και 55η την 29.6.2007, η 15η την 3.10.2005, η 16η την 26.10.2005, η 17η την 26.4.2005, η 18η την 27.10.2005, οι 20η, 35η, 37η και 38η την 1.12.2004, η 22η την 24.6.2005, η 24η την 29.11.2004, η 25η την 12.11.2004, ο 26ος την 28.12.2004, οι 27ος, 28ος και 29η την 12.10.2005, η 31η την 9.12.2004, η 32η την 27.9.2005, η 33η την 1.11.2005, ο 34ος την 30.11.2008, η 39η την 21.11.2005, οι 40 και 43η την 2.11.2004, η 41η την 6.11.2004, οι 44ος, 65η και 66η την 12.11.2004, η 45η την 4.11.2004, ο 47ος την 10.11.2004, η 48η την 16.11.2004, η 50η την 1.6.2005, η 51η την 24.11.2004, η 52η την 7.4.2005, η 53η την 25.6.2007, η 54η την 9.3.2005, η 56η την 22.6.2007, η 57η την 9.11.2005, η 59η την 29.9.2005, η 60η την 6.2.2008, η 63η την 24.12.2004, η 67η την 13.10.2005, η 69η την 14.12.2005 και η 70η την 22.11.2004 και ότι στις θέσεις τους παρέμειναν δυνάμει διαδοχικώς παρατεινόμενων και ανανεούμενων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου για τα αναφερόμενα για έκαστο από αυτούς χρονικά διαστήματα.

Ότι, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής τους, κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου ασκώντας τα ειδικότερα καθήκοντα που αναφέρουν στην αγωγή τους, πάντοτε υπό τις υπηρεσιακές οδηγίες των εντεταλμένων οργάνων του εναγομένου και υπό τις ίδιες περιστάσεις παροχής εργασίας, ως και οι εργαζόμενοι που συνδέονται με το εναγόμενο ΝΠΔΔ με σχέση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ή δημοσίου δικαίου, χωρίς όμως το εναγόμενο να τους καταβάλει, ως όφειλε, τις διαφορές μηνιαίων αποδοχών, τις αποδοχές αδείας, τα επιδόματα εορτών και αδείας, το επίδομα (κίνητρο) απόδοσης, την οικογενειακή παροχή, τα έξοδα κίνησης και την ειδική παροχή των 176 ευρώ, που καταβαλλόταν το επίδικο χρονικό διάστημα στους λοιπούς εργαζόμενούς του, με βάση τις μισθολογικές διατάξεις του ν. 3205/2003 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 παρ.1 εδ.

β του Συντάγματος περί ισότητας και ίσης μεταχείρισης και που ανέρχονται στο αναγραφόμενο για έκαστο από αυτούς ποσό. Ότι επικουρικά το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τις ως άνω αποδοχές και τα επιδόματα με βάση τις διατάξεις των άρθρων 105 και 106 του ΕισΝΑΚ αλλά και σύμφωνα με τις κοινές περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ.

ΑΚ καθώς και με τις διατάξεις των άρθρων 904 επ. του ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ζητούσαν, δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο, να τους καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ στον καθένα και να αναγνωριστεί ότι οφείλει στον καθένα από αυτούς, το υπόλοιπο αιτούμενο με την αγωγή ποσό, με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ'αριθμ. 1257/2016 οριστική του απόφαση απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη.

Επί της 8.2.2018 έφεσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 2668/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο α) ορθά απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της και απέρριψε την έφεση κατά το μέρος που οι ενάγοντες-εκκαλούντες ζητούσαν με αυτή να γίνει δεκτή η αγωγή ως προς την κυρία βάση της, β) εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της και δεχόμενη την έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, κράτησε την υπόθεση ως προς την επικουρική βάση της αγωγής, που έκρινε νόμιμη κατά το μέρος που οι ενάγοντες ζητούσαν τα επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της ΥΑ 19040/1981, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και 1 επ.

του α.ν.539/1945 και τις διαφορές αποδοχών και τα λοιπά επιδόματα με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και την οποία (επικουρική βάση) απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013).

Με τον ως άνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 912/2022, 42/2020, 531/2014).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 355/2021, 1040/2022, 763/2018) όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 912/2022, 326/2022).

Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1551/2022, ΑΠ 912/2022, ΑΠ 128/2021).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση α) με το δεύτερο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης την πλημμέλεια ότι εσφαλμένα έκρινε ότι οι συμβάσεις τους με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ συνιστούσαν συμβάσεις μαθητείας για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στα πλαίσια εκπαιδευτικού προγράμματος (stage) και ότι ως εκ τούτου δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για την καταβολή των νομίμων αποδοχών, των επιδομάτων εορτών και αδείας ερμηνεύοντας εσφαλμένα τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2639/1998, ενώ όφειλε να δεχθεί, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης που τους συνέδεε με το αναιρεσίβλητο, ότι ήταν αυτή της εξηρτημένης εργασίας και β) με τον έβδομο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης την πλημμέλεια ότι, με το να κρίνει ότι οι συμβάσεις τους με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ ήταν συμβάσεις μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας και ότι δεν συνδέονταν με αυτό με σχέση εργασίας και κατόπιν τούτου να απορρίψει κατ'ουσία την επικουρική εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού βάση της αγωγής τους, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της υπ'αριθμ. 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου μόνου του ν. 133/1975, καθότι όφειλε να δεχθεί ότι αυτοί, κατ'ορθό νομικό χαρακτηρισμό, τελούσαν με το αναιρεσίβλητο σε απλή σχέση εργασίας.

Οι ως άνω δεύτερος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, είναι απορριπτέοι ως αόριστοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι, καθότι διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, επί μέρους, μόνο, παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επιλεκτικά και αποσπασματικά, κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, και δεν διαλαμβάνονται σ' αυτή (αίτηση), όλες οι κρίσιμες επί της ουσίας παραδοχές αυτής, επί του ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το εν λόγω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ως θεμελιωτικά του αποδεικτικού του πορίσματος ότι "οι διάδικοι δεν συνδέονταν μεταξύ τους με σχέση εργασίας επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά οι συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας" προκειμένου να ελεγχθεί, αν υπάρχουν νομικά σφάλματα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δηλαδή αν παραβιάσθηκαν ευθέως οι διατάξεις των αναφερομένων στους ως άνω λόγους αναίρεσης κανόνων ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να θεμελιώσουν την εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια,, αλλά οι αναιρεσείοντες περιορίζονται στην ανάπτυξη της ερμηνείας των σχετικών νομοθετικών ρυθμίσεων, βάσει των οποίων, κατά τη εκτίμησή τους, δεν τελούσαν με το αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ σε σύμβαση γνήσιας μαθητείας αλλά σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, άλλως σε σχέση εργασίας.

Με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του α.ν. 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον... Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ` ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Η διάταξη αυτή, η οποία εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ανεξάρτητα αν έχουν συναφθεί στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ κατά τη γραμματική της διατύπωση αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από την μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει κατά την καταγγελία ο ν. 2112/1920, αξιοποιήθηκε γενικότερα για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις ιδίως των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που στη πραγματικότητα καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται κυρίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι εκείνης της μεταγενέστερης με αριθμό 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 640/2022, 104/2022).

Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 640/2022, 104/2022, 907/2017).Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που προστέθηκε με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6.4.2001 ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και άρχισε να ισχύει από 17-4-2001 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος της πιο πάνω συνταγματικής διάταξης, με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.

Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (ΟλΑΠ 19, 20/2007, ΑΠ 1853/2022, 237/2022).

Η παρά την απαγόρευση συνταγματικών ή άλλων διατάξεων κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ή έργου με το Δημόσιο ή με φορέα του δημοσίου τομέα, επαγόμενη την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης εργασίας κατά τα άρθρα 174 και 180 του ΑΚ, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις των άρθρων 904 επόμ.

του ΑΚ, το Δημόσιο ή ο φορέας του ευρύτερου δημοσίου τομέα ενέχονται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σε αυτούς εργασία, εκ της οποίας αυτοί κατέστησαν πλουσιότεροι (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 575/2018, 131/2015). Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ.2 της με αριθ. 19040/1981 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 1 παρ. 1 και του άρθρου 2 του α.ν 539/1945, του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 και του άρθρου 3 παρ. 16 του ν. 133/1975 ( που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΣΣΕ), συνάγεται ότι τα επιδόματα εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας, δικαιούνται ευθέως εκ του νόμου και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, με απλή, δηλαδή, σχέση εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 497/2020, 975/2019, 513/2019, 25/2018, 1781/2017).

Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου.

Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών.

Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001, όπως τα άρθρα αυτά ίσχυαν πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012.

Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση κα' στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α 234/28-12-2009)], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας.

Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά (ΑΠ 544/2021, 918/2017). Πράγμα που σημαίνει ότι οι συμβάσεις μαθητείας, ακόμη και αν κατά την εκτέλεσή τους παρέχεται εξαρτημένη εργασία, που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Δημοσίου ή προσώπου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, στον οποίο τοποθετήθηκαν οι μαθητευόμενοι, δεν μπορούν ούτε κατ' εξαίρεση να χαρακτηρισθούν ως συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΑΠ 1086/2022, 544/2021), στην περίπτωση, δε, που παρέχεται εξηρτημένη εργασία, υφίσταται άκυρη σύμβαση εργασίας (σχέση εργασίας) και το Δημόσιο ή τα άλλα δημόσια νομικά πρόσωπα υποχρεούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 παρ. 1 εδ.

α' και 908 εδ. α' ΑΚ, στην απόδοση της ωφέλειας, την οποία αποκόμισαν από την εργασία του μισθωτού, συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλαν σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπ' όψη παροχές προσιδιάζουσες αποκλειστικώς στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού και χωρίς η νομιμότητα της σχετικής αγωγής να επηρεάζεται από το γεγονός, ότι δεν υπήρχε δυνατότητα έγκυρης πρόσληψης άλλου μισθωτού στη θέση του ακύρως απασχοληθέντος (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 735/2022).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και 6 του ν. 765/1943 (που κυρώθηκε με την 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ, κατά το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ) προκύπτει, ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, έναντι της καταβολής μισθού, αδιαφόρως του τρόπου καθορισμού και καταβολής αυτού, και εφόσον ο μισθωτός τελεί σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του μισθωτού να συμμορφώνεται στις δεσμευτικές γι' αυτόν εντολές ή οδηγίες του εργοδότη (ΑΠ 640/2022, 378/2022).

Αντιθέτως, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλο τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισµένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύµβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύµβαση μαθητείας και η σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου (μη γνήσια σύμβαση μαθητείας).

Στη γνήσια σύµβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στον μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται µε σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του µε το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει σχετική νομοθετική ρύθμιση, όταν ο μαθητευόμενος παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο την εργασία του, εφαρμόζονται μόνο αναλογικά οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τη σύμβαση εργασίας, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 927/2022, 640/2022, 633/2020) και για τα επιδόματα εορτών και αδείας (ΑΠ 1482/2019, 1395/2019, 941/2015), που προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας.

Αντίθετα, στη σύµβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παραλλήλως την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελµα, οπότε η εκμάθηση εκ µέρους του επέρχεται ως αυτόµατη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός των πλαισίων της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη.

Στις συμβάσεις αυτές, εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νοµοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύµβασης αυτής είναι η παροχή εκ µέρους του μαθητευόμενου εργασίας έναντι αµοιβής, και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος σύμφωνα µε τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 640/2022, 544/2021, 217/2017).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 εδ. 3 της Συνθήκης Λειτουργίας Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) η οδηγία δεσμεύει κάθε κράτος μέλος στο οποίο απευθύνεται, όσον αφορά το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, αλλά αφήνει την επιλογή του τύπου και των μέσων, που θα αποτελέσουν αντικείμενο ερμηνείας των εθνικών δικαστηρίων ως προς την επαρκή ή μη αποτελεσματικότητά τους, στην αρμοδιότητα των εθνικών αρχών (ΑΠ 933/2022, 640/2022).

Εξάλλου, η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (που δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και άρχισε να ισχύει από 10-7-2001, με δικαίωμα παράτασης της προθεσμίας για την ενσωμάτωση αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη των κρατών - μελών κατά ένα έτος, του οποίου η Ελλάδα έκανε χρήση) έχει ως σκοπό την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου με την λήψη από τα κράτη - μέλη, όταν δεν υπάρχουν ισοδύναμα μέτρα για την πρόληψη των καταχρήσεων, συγκεκριμένων μέτρων προσαρμογής (ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής).

Η Οδηγία αυτή παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C-212/2004, ΔΕΕ C-184/15 και C-197/15).

Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τα π.δ/τα 81/2003 και 164/2004, που ήδη εφαρμόζονται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα αντίστοιχα, η ισχύς των οποίων άρχισε από την δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης την 2.4.2003 και 19.7.2004 αντίστοιχα.

Οι διατάξεις της με αριθ.1999/70 Οδηγίας, δεν επιβάλλουν τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και συνεπώς η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 933/2022, 640/2022, 544/2021).

Την πλήρη, δε, αποτελεσματικότητα των κανόνων που θεσπίσθηκαν με την ως άνω Οδηγία για τους εργαζομένους του ευρύτερου δημόσιου τομέα εξασφαλίζουν οι διατάξεις των άρθρων 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004 που καθορίζουν τα δικαιώματα του μισθωτού και τις προβλεπόμενες κυρώσεις για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου (ΑΠ 640/2022, 541/2021).

Σε κάθε δε περίπτωση, πρέπει να επισημανθεί ότι με βάση τη ρήτρα 2 της ως άνω Οδηγίας παρέχεται η δυνατότητα στα κράτη μέλη να εξαιρέσουν από το πεδίο εφαρμογής αυτής τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας (περ. α), ως και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού ή από το δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης (περ.

β), της οποίας (δυνατότητας) η Ελλάδα έκανε χρήση, εξαιρώντας από το πεδίο εφαρμογής του π.δ/τος 164/2004, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 αυτού, τις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τις συμβάσεις ή σχέσεις μαθητείας και τις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ΑΠ 933/2022, 922/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι εσφαλμένα απέρριψε την αγωγή τους ως μη νόμιμη ως προς την κυρία βάση της με την αιτιολογία ότι οι συμβάσεις τους αποτελούν συμβάσεις μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ενώ όφειλε να εφαρμόσει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920, καθότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, να αναγνωρίσει το εν τοις πράγμασι εργασιακό τους καθεστώς, ήτοι την απασχόλησή τους υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και να επιδικάσει τα αιτούμενα ποσά για διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωσης αδείας για τα έτη 2004 έως 2010.

Ακολούθως, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να κρίνει ότι αυτοί συνδέονται με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Δ.Δ. με συμβάσεις μαθητείας, παρά το γεγονός ότι κάλυπταν κατά το διάστημα της απασχόλησής τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ τις οποίες δεν εφάρμοσε στην ένδικη περίπτωσή τους παρότι οι διατάξεις της ως άνω Οδηγίας ήταν εφαρμοστέες, ενόψει της κάλυψης εκ μέρους τους παγίων αναγκών του εναγομένου και δεδομένου ότι η ρήτρα 5 του παραρτήματος αυτής απαγορεύει την κατάχρηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων ορισμένου χρόνου.

Αμφότεροι οι ως άνω πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την αγωγή κατά την κυρία βάση αυτής, που στηριζόταν στο ότι τα συμφωνητικά συνεργασίας προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας που είχαν συνάψει οι ενάγοντες με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. (Ο.Α.Ε.Δ.) έγιναν κατ'επίφαση καθότι τα συμφωνητικά αυτά περιείχαν όλα τα στοιχεία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι αυτοί παρείχαν τις υπηρεσίες τους με τον ίδιο τρόπο που παρείχε την εργασία του το με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αλλά και το με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου προσωπικό του εναγομένου, δεν έσφαλε, καθότι, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δεν μπορεί να υπάρξει έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου αυτών με το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, αφού κάτι τέτοιο προσκρούει ,στις διατάξεις των άρθρων 648 και 649 ΑΚ και του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, ακόμη και εάν οι ενάγοντες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ..Δ (Ο.Α.Ε.Δ.), ούτε μπορεί να επιδικασθούν διαφορές αποδοχών στηριζόμενες στην ως άνω κύρια βάση, εφόσον ακόμα και σε περίπτωση παροχής εξηρτημένης εργασίας, υπάρχει, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, απλή σχέση εργασίας, με βάση την οποία (απλή σχέση εργασίας) οφείλονται α) διαφορές αποδοχών κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και β) τα επιδόματα εορτών και αδείας και η αποζημίωση (μη ληφθείσας) αδείας εκ του νόμου.

Ούτε, επίσης, το Εφετείο, με την μη εφαρμογή, στην κρινόμενη υπόθεση, του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 παραβίασε τις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, καθότι αυτές αφενός μεν δεν επιβάλλουν, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων διαδοχικών συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό, αφετέρου δε τα προς εφαρμογή της Οδηγίας προβλεπόμενα δικαιώματα του μισθωτού και οι προβλεπόμενες κυρώσεις, σύμφωνα με τα άρθρα 5, 6 και 7 του π.δ/τος 164/2004, είναι επαρκή για την αποτελεσματική προστασία των απασχολουμένων με διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις ορισμένου χρόνου μισθωτών, που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου φορέα, όπου απασχολούνται.

Τέλος, σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, από το ρυθμιστικό πεδίο της Οδηγίας, σύμφωνα με τη ρήτρα 2 αυτής και το άρθρο 2 του π.δ/τος 164/2004 εξαιρούνται οι συμβάσεις που έχουν καταρτισθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (ΟΑΕΔ), όπως στην προκειμένη περίπτωση.

Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, Ο 3/1997, ΑΠ 16/2023, 308/2020).

Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια η απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη, που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 9/2023, 409/2022, 268/2020, 517/2019), ούτε το περιεχόμενο νομικής διάταξης για την οποία γεννάται ζήτημα ερμηνείας ή εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 409/2022), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 9/2023, 308/2020) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 9/2023, 179/2019).

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1148/2022, 990/2022), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 954/2023, 990/2022, 85/2020), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 954/2023, 990/2022, 1108/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον τέταρτο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από αυτούς και ειδικότερα τον αγωγικό ισχυρισμό τους ότι καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής τους στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ παρείχαν εξηρτημένη εργασία καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες αυτού και ότι εικονικά και κατ'επίφαση οι συμβάσεις τους είχαν χαρακτηρισθεί ως συμφωνητικά μαθητείας για απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ενώ παρείχαν στην πραγματικότητα εξηρτημένη εργασία.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι το Εφετείο, εξέτασε τους ως άνω ισχυρισμούς που εμπεριέχονταν τόσο στην κυρία βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε ως μη νόμιμη όσο και στην επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής, την οποία απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη κρίνοντας ότι "...οι διάδικοι δεν συνδέονταν μεταξύ τους με σχέση εργασίας επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, αλλά οι συμβάσεις αποτελούν συμβάσεις μαθητείας, οι οποίες δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως άκυρες συμβάσεις εργασίας, Επομένως δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας και του αδικαιολόγητου πλουτισμού...", χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η αποδιδόμενη από τους αναιρεσείοντες στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της εσφαλμένης, κατά την άποψή τους, απόρριψης των ως άνω αγωγικών βάσεων, εφόσον δεν θεμελιώνεται λόγος αναίρεσης εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν το Δικαστήριο της ουσίας εξέτασε ισχυρισμό και τον απέρριψε, έστω και εσφαλμένα.

Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1285/2021, 79/2018, 1333/2018).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 582/2023, 1285/2021, 860/2018, 208/2018). Στην περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, αναφορικά με την επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 582/2023, 1285/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι οδηγήθηκε στην κρίση της ότι οι συμβάσεις τους ήταν γνήσιες συμβάσεις μαθητείας και όχι συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, κατά παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ότι, ειδικότερα, εφόσον αυτοί εργάζονταν για χρονικά διαστήματα τριών (3), τεσσάρων (4), πέντε (5) και έξι (6) ετών, που παρείχαν τις υπηρεσίες τους, με επανειλημμένες ανανεώσεις της αρχικής σύμβασης συνεχώς και αδιαλείπτως, αποδεικνύεται, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι δεν επρόκειτο για προγράμματα απόκτησης εργασιακής εμπειρίας αλλά για σχέση εξηρτημένης εργασίας Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού οι αναιρεσείοντες δεν επικαλούνται τον κανόνα δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου δεν έγινε από το Εφετείο χρήση των επικαλούμενων διδαγμάτων κοινής πείρας, ούτε παρατίθενται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το μέρος που έκρινε επί της ουσίας ότι οι ενάγοντες είχαν συνάψει με το εναγόμενο ΝΠΔΔ γνήσιες συμβάσεις μαθητείας και δεν είχαν συνάψει συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας, ούτε ότι τελούσαν σε σχέση εργασίας με το εναγόμενο.

Σε κάθε, δε, περίπτωση, η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφέρεται στη διαπίστωση της ύπαρξης ή μη πραγματικών περιστατικών ως προς το χρόνο απασχόλησης και ως προς τον αριθμό των ανανεώσεων και παρατάσεων των αρχικών συμβάσεων των εναγόντων, που, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, δεν θεμελιώνουν τον ως άνω εκ του αριθμού 1β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ. β` του Συντάγματος προκύπτει ότι η επιβαλλόμενη με τις ως άνω διατάξεις αρχή της ίσης μισθολογικής μεταχείρισης των εργαζομένων προϋποθέτει ότι οι εργαζόμενοι αυτοί, αφενός μεν να έχουν τα ίδια προσόντα και να εργάζονται κάτω από τις ίδιες συνθήκες, αφετέρου δε να τελούν κάτω από το ίδιο νομικό καθεστώς εργασίας (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 186/2019) και κατά συνέπεια προϋποθέτει εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας (ΑΠ 933/2022, ΑΠ 640/2022, ΑΠ 186/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτών και του εναγομένου ΝΠΔΔ ήταν συμβάσεις μαθητείας και όχι συμβάσεις εργασίας και να μην τους επιδικάσει τις οφειλόμενες αποδοχές που είναι οι ίδιες με αυτές του τακτικού, μόνιμου ή έκτακτου προσωπικού του εναγομένου παραβίασε τη συνταγματική αρχή της ίσης αμοιβής για ίση παρεχόμενη εργασία που θεμελιώνεται στις διατάξεις των άρθρων 4 και 22 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 3205/2003 που αφορούν το μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του Δημοσίου.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι η ένδικη αγωγή των εναγόντων με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, αναφορικά με την επιδίκαση των μισθολογικού χαρακτήρα διαφορών, ως προς τη βάση αυτής που στηρίζεται στην παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, είναι μη νόμιμη διότι αυτή προϋποθέτει, εκτός των άλλων και παροχή εργασίας υπό το αυτό νομικό καθεστώς, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει εν προκειμένω, αφού με βάση τα εκτιθέμενα σ' αυτήν οι αναιρεσείοντες αφενός μεν είχαν προσληφθεί με συμβάσεις προς απόκτηση εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο σχετικού προγράμματος του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ, αφετέρου δε η πρόσληψη αυτών έλαβε χώρα, χωρίς να τηρηθεί η νόμιμη διαδικασία για την πρόσληψη προσωπικού, είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή υπό τον έλεγχο της ανεξάρτητης αρχής (ΑΣΕΠ) και συνεπώς δεν τελούσαν από το ίδιο νομικό καθεστώς με το τακτικό και μόνιμο προσωπικό του αναιρεσίβλητου.

Επομένως το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ορθά δεν εφάρμοσε τις επικαλούμενες στο αναιρετήριο ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 22 παρ.1 του Συντάγματος και τις μισθολογικού χαρακτήρα διατάξεις του ν. 3205/2003, που δεν ήταν εφαρμοστέες και τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον ως άνω έκτο λόγο αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 933/2022, 640/2022).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητα του (Ολ ΑΠ 14/2005). Για τον έλεγχο όμως της ουσιαστικής βασιμότητας του λόγου αυτού αναίρεσης είναι αναγκαία η προσκόμιση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με το οποίο θα ελεγχθεί η μη λήψη τους υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 172/2020, 388/2018, 1037/2010, 336/2010).

Τέλος, δεν δημιουργείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο της ουσίας δεν λάβει υπόψη του δικαστικές αποφάσεις που επιλύουν νομικά ζητήματα (ΑΠ 933/2022, 640/2022). Στη προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον όγδοο και τελευταίο, από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που είχαν νόμιμα προσκομίσει και επικαλεστεί με τις προτάσεις τους ενώπιον αυτού, από τα οποία προέκυπτε η νομιμότητα της αγωγής τους.

Ειδικότερα, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του: α) τις αναφερόμενες σ'αυτή δικαστικές αποφάσεις, οι οποίες επιλύουν τα σχετικά νομικά ζητήματα, στα οποία στηρίζεται εν μέρει η αγωγή τους και β) υπεύθυνες δηλώσεις-βεβαιώσεις και έγγραφα από τα οποία προέκυπτε η εργασιακή τους σχέση με το εναγόμενο και το είδος της παρεχόμενης εργασίας τους υπό καθεστώς εξαρτημένης εργασίας.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος α) κατά το σκέλος που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο των επικαλούμενων στο λόγο αυτό δικαστικών αποφάσεων, γιατί δεν δημιουργείται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ από τη μη λήψη δικαστικών αποφάσεων που επιλύουν νομικά θέματα, β) κατά δε το σκέλος που αφορά τη μη λήψη υπόψη από το Εφετείο εγγράφων που προσκομίσθηκαν, λόγω της αοριστίας του γιατί δεν γίνεται στον ως άνω λόγο σαφή και ορισμένη επίκληση των εγγράφων, υπό την έννοια να είναι αυτή ειδική και να προκύπτει η ταυτότητα των εγγράφων που δεν ελήφθησαν, κατά τον ως άνω λόγο, υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση.

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ως προς παρισταμένους αναιρεσείοντες. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, τα οποία δεν επιβάλλονται μειωμένα, αφού η νομική υπεράσπιση της ένδικης υπόθεσης του αναιρεσίβλητου Ν.Π.Δ.Δ.

δεν διεξήχθη από αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 22 παρ.3 του ν. 3693/1957 περί μειωμένης δικαστικής δαπάνης, αλλά από πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 788/2022, 559/2021, 151/2020, 1073/2019) .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει το χωρισμό της δίκης ως προς τις εξηκοστή (60η), εξηκοστή έβδομη (67η) και εξηκοστή ένατη (69η) αναιρεσείουσες και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 27.1.2021 με αριθμ. καταθ. 748/72/29.1.2021 αίτησης αναίρεσης ως προς τις αναιρεσείουσες αυτές.

Απορρίπτει την από 27.1.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2668/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς παριστάμενους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους παριστάμενους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ