Legislator Case Law & Legislation
336/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of prior argumentation on specific legal grounds.

Case Number 336/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant argued that the lower court violated specific technology transfer laws by rejecting a request for document disclosure, but failed to mention this claim in the appeal. The court held that because the appellant did not raise this specific legal ground in the lower proceedings, it could not be raised for the first time on appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal ground is inadmissible if the substantive claim relied upon was not raised in the lower proceedings.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal first instance argument technology transfer law document disclosure procedural default Code of Civil Procedure supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 569(2) of the Code of Civil Procedure
Article 17A of Law 1733/1987
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 450-452 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 336 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 336/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Ρ. του Δ., κατοίκου … , η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παρασκευή Φεζίκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ" (Ι.Τ.Ε.) που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Β. Μ., κατοίκου …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τις πληρεξούσιες δικηγόρους τους Έλλη Βενεδίκτου και Ελευθερία Τσιτα και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/1/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1001/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1377/2015 του 18ου Τμήματος του Εφετείου Αθηνών με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο 17ο Τμήμα του Εφετείου Αθηνών.

Εκδόθηκε η 1560/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όπως αυτή διορθώθηκε με την 6054/2018 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23/2/2020 αίτησή της και τους από 15/9/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 23-2-2020 (1928/196/24-2-2020) αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα, 1560/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, όπως διορθώθηκε με την 6064/2018 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα. Κατά τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 569 του Κ.Πολ.Δ., οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στα ίδια κεφάλαια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ή της μετ' αυτής συμπροσβληθείσας ή στα αναγκαίως μετ' αυτών συνεχόμενα, τα οποία τελούν σε σχέση ουσιαστικής συνάφειας με τα πρώτα. Η έννοια των συνεχόμενων κεφαλαίων ταυτίζεται με την ουσιαστική συνάφεια αυτών, η οποία υπάρχει, όταν τα κεφάλαια στηρίζονται στην ίδια γενεσιουργό αιτία, στα αφορώντα στα προδικαστικά αιτήματα καθώς και στα παρεπόμενα ή παρακολουθηματικού χαρακτήρα αιτήματα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το από 15-9-2021 (92/16-9-2021) αυτοτελές δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα άσκησε, εμπρόθεσμα και παραδεκτά, πρόσθετους λόγους αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, το παραδεκτό και το βάσιμο αυτών, κατ' άρθρο 577 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα.

Στην προκειμένη περίπτωση, η υπόθεση ακολούθησε την ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή: Η ήδη αναιρεσείουσα, με την από 9-1-2012 (10746/395/2012) αγωγή της κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων ιστορούσε ότι, ως μοριακή βιολόγος, απασχολήθηκε στο πρώτο εξ αυτών (πρώτο εναγόμενο), ("Ίδρυμα Τεχνολογίας Έρευνας"), από το 1987 και από το 1994, ως ειδική λειτουργική επιστήμονας Β' βαθμίδας, υπαγόμενη υπηρεσιακώς στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΒΜΜ) του εν λόγω Ιδρύματος, με υπεύθυνο εργαστηρίου το δεύτερο εξ αυτών, Β.

Μ., καθηγητή στο τμήμα Βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεργαζόμενο ερευνητή του πρώτου εναγομένου, ενώ από τον Ιανουάριο του 2000 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, εργάστηκε ως υπεύθυνη παραγωγής, έρευνας, ανάπτυξης και ποιοτικού ελέγχου προϊόντων στο παραγωγικό εργαστήριο του ΙΜΒΒ με την ονομασία "MINOTECH".

Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο 1996 μέχρι το Δεκέμβριο 1998, στα πλαίσιο ερευνητικής της εργασίας και προς επίλυση του αναφερόμενου στην αγωγή τεχνικού προβλήματος, πραγματοποίησε μια καινοτόμο τεχνολογία, που, επίσης, αναλυτικά παρατίθεται στο αγωγικό δικόγραφο, η οποία, όπως και το παραχθέν με την εν λόγω μέθοδο προϊόν αποτελούν βιοτεχνολογική εφεύρεση, που δεν ανήκε στην υφιστάμενη στάθμη τεχνικής, εμπεριείχε εφευρετικότητα και ήταν βιομηχανικά εφαρμόσιμη.

Ότι η ίδια σχεδίασε και καθόρισε τα βήματα της πειραματικής αυτής διαδικασίας και για την υλοποίησή της, που υλοποιήθηκε στο εργαστήριο ενζυμικής τεχνολογίας του πρώτου εναγομένου, με υλικά και μέσα του προαναφερόμενου Ινστιτούτου, της παρείχαν συνδρομή και οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνεργάτες της.

Ότι, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενημέρωνε για την εξέλιξη και τα αποτελέσματά της, όλα τα μέλη του εργαστηρίου ενζυμικής τεχνολογίας του πρώτου των εναγομένων καθώς και τον δεύτερο εξ αυτών. Ότι αυτός, αφού εκτίμησε και αξιολόγησε τα συνολικά αποτελέσματα της έρευνας, αποφάσισε ότι έπρεπε να δημοσιευθούν σε γνωστό διεθνές επιστημονικό περιοδικό.

Ότι, πράγματι, τον Ιανουάριο 2000, δημοσιεύθηκαν στο αναφερόμενο στο αγωγικό δικόγραφο έγκυρο διεθνές επιστημονικό περιοδικό και τα ερευνητικά αποτελέσματα του πρωτότυπου επιστημονικού της έργου κατέστησαν γνωστά στον επιστημονικό κόσμο. Ότι, το έτος 2008, ανακάλυψε στο διαδικτυακό τόπο της αμερικανικής εταιρίας περιοριστικών ενζύμων και προϊόντων Μοριακής Βιολογίας με την επωνυμία "New England Biolabs Inc" (ΝΕΒ) και στον κατάλογο των προϊόντων της ένα προϊόν με την ονομασία 'ανταρκτική φωσφατάση', ως πηγή απομόνωσης του οποίου αναφερόταν το μετασχηματισμένο πλασμίδιο ρΝ1 βακτήριο e.coli, ενώ υπήρχε παραπομπή στην ως άνω εφεύρεσή της.

Ότι ο διευθυντής του ΙΒΜΜ την ενημέρωσε ότι, δυνάμει της από 13-3-2003 συμβάσεως του πρώτου εναγομένου με την ως άνω εταιρεία, παραχωρήθηκε σ' αυτήν όχι το ενσώματο υλικό της εφεύρεσής της, αλλά το άγριο ανταρκτικό βακτήριο ΤΑΒ5, από το οποίο παρήχθη το ως άνω προϊόν της ανταρκτικής φωσφατάσης. Ότι, τον Οκτώβριο του 2010, διαπίστωσε ότι η εταιρεία ΝΕΒ ήταν, ήδη από τις 20-2-2004, κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας από το Αμερικάνικο Γραφείο Ευρεσιτεχνιών και Εμπορικών Σημάτων, με τίτλο "υπερέκφραση, καθαρισμός και χαρακτηρισμός μιας θερμοευαίσθητης φωσφατάσης" και ότι για τη χορήγηση του ως άνω διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η ΝΕΒ είχε κάνει χρήση της δικής εφεύρεσης, του δημοσιευμένου άρθρου της και του ενσώματου υλικού της εφεύρεσής της, προέβη στην τροποποίηση αυτής και έλαβε το δίπλωμα αυτό για μια αξίωση χρήσης προϊόντος αλκαλικής φωσφατάσης που είναι τροποποιημένη εκδοχή της εφεύρεσής της.

Ότι η εταιρεία ΝΕΒ κατέβαλε στο πρώτο εναγόμενο για δικαιώματα εκμετάλλευσης, κατά τα έτη 2003 έως και 2010, το συνολικό ποσό των 242.024,02 ευρώ, από το οποίο ποσοστό 20% έλαβε το ΙΒΜΜ και το 80% έλαβε ο δεύτερος εναγόμενος. Ότι σε εξώδικο έγγραφό του προς αυτήν, το πρώτο εναγόμενο υποστήριξε ότι τα ανωτέρω ερευνητικά αποτελέσματα εκπονήθηκαν στα πλαίσια χρηματοδοτούμενου ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος από ολόκληρη την ερευνητική ομάδα του εργαστηρίου Ενζυμικής Τεχνολογίας του πρώτου εναγομένου και αποκλειστικός δικαιούχος είναι το ίδιο, ως ο φορέας που το ανέπτυξε.

Ότι η εφεύρεση, που πραγματοποίησε η ίδια, αφορά καινοτόμο μέθοδο παραγωγής του ενζύμου "ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 αλκαλική φωσφατάση με χρήση του Τ7 κλώνου υπερέκφρασης ρΝ1", είναι εξαρτημένη και ανήκει κατά ποσοστό 60% σε αυτήν και κατά ποσοστό 40% στο πρώτο εναγόμενο. Ότι οι εναγόμενοι προσέβαλαν υπαίτια τόσο το ηθικό της δικαίωμα επί της εφεύρεσης αυτής, καθόσον αμφισβητούν την πατρότητά της επί της ως άνω εφεύρεσής της, προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά της, αλλά και το περιουσιακό της δικαίωμα επί της εφεύρεσης, διότι προέβησαν στην εκμετάλλευσή της, χωρίς την άδειά της και χωρίς να της καταβάλουν την αμοιβή που της αναλογεί.

Ότι το πρώτο εναγόμενο παρέλειψε από αμέλεια των εκπροσώπων του να ερευνήσει για ποιο λόγο δεν ακολουθήθηκε η διαδικασία κατοχύρωσης της εφεύρεσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, αλλά, αποδέχθηκε την εσπευσμένη και πρόωρη επιλογή του δεύτερου εναγόμενου να δημοσιοποιήσει τα ερευνητικά αποτελέσματα της εφεύρεσης, ενέργεια, η οποία κατήργησε τη δυνατότητα λήψης διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ζημίωσε το ίδιο.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε α) να αναγνωριστεί ότι είναι μοναδική εφευρέτης της ως ιστορικό περιγραφόμενης εξαρτημένης εφεύρεσης, η οποία της ανήκει κατά ποσοστό 60%, β) να αναγνωριστεί ότι δικαιούται να λάβει νόμιμη αμοιβή, ανάλογη των κερδών, που αποφέρει η εμπορική εκμετάλλευση της εξαρτημένης εφεύρεσής της από την εταιρεία ΝΕΒ, η οποία συνίσταται στην απόληψη ποσοστού 60% επί των καθαρών ετήσιων εσόδων που αποκόμισε μέχρι σήμερα και θα αποκομίζει στο μέλλον το ΙΤΕ-ΙΒΜΜ, δυνάμει της από 13-3-2003 ισχύουσας μεταξύ τους συμφωνίας παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης καθώς και επί των συνολικών εσόδων που τυχόν θα αποφέρει κάθε μελλοντική οικονομική εκμετάλλευσή της από το πρώτο εναγόμενο, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι: 1) να άρουν κάθε προσβολή του ηθικού δικαιώματός της επί της ως άνω εφεύρεσης, 2) να παραλείπουν στο μέλλον κάθε πράξη αμφισβήτησης της πατρότητας και των δικαιωμάτων της επί της ως άνω εφεύρεσής της και να απειληθεί εναντίον τους, για κάθε παράβαση της υποχρέωσής τους αυτής, ως χρηματική ποινή το ποσό των 10.000 ευρώ, 3) να της καταβάλουν το ποσό των 30.000 ευρώ, έκαστος εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, 4) να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 145.214,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση που συνίσταται στη νόμιμη αμοιβή της, που αναλογεί στο ποσοστό 60% επί των κερδών που αποφέρει η εμπορική εκμετάλλευση της εξαρτημένης εφεύρεσής της και την οποία θα εισέπραττε, κατά τη συνήθη και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων από το 2003 έως και το 2010, άλλως, να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δ) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να παραλείπει στο μέλλον την αποκλειστική εκμετάλλευση της εφεύρεσής της χωρίς την έγγραφη συναίνεσή της για το ποσοστό συνιδιοκτησίας της (60%) και χωρίς να διασφαλίζει τα νόμιμα δικαιώματά της επ' αυτής, ε) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο στο μέλλον και μέχρι τη λήξη ισχύος της από 13-3-2003 αποκλειστικής σύμβασης για εμπορική εκμετάλλευση της εφεύρεσής της από τη ΝΕΒ να της καταβάλει σε μετρητά και αμέσως μετά την είσπραξή του το ποσοστό 60% επί των ετήσιων καθαρών κερδών, όπως αυτά θα προκύπτουν από την εκάστοτε ετήσια αναφορά της ΝΕΒ, στ) να απαγγελθεί σε βάρος των νόμιμων εκπροσώπων του πρώτου εναγομένου και σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί, ζ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, κατά τις καταψηφιστικές της διατάξεις και η) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να προσκομίσει, σε επίσημα αντίγραφα, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, τις ετήσιες οικονομικές αναφορές (εκθέσεις) της ΝΕΒ για το χρονικό διάστημα από 2003 έως και 2010, οι οποίες πρέπει να περιέχουν όλα τα στοιχεία που θα επιτρέπουν τη διασταύρωση και τον έλεγχο της αλήθειας των στοιχείων που περιέχει ο πίνακας δικαιωμάτων από την εταιρεία ΝΕΒ, που ήδη της χορήγησε το πρώτο εναγόμενο, με βάση τον οποίο υπολογίστηκαν και τα αιτούμενα με την αγωγή δικαιώματά της και, στην περίπτωση που δεν έχει στην κατοχή του τα εν λόγω έγγραφα, να υποχρεωθεί να τα προμηθευτεί με σχετικό αίτημά του προς την υπόχρεη να τα χορηγήσει ΝΕΒ και στη συνέχεια να τα προσκομίσει κατά τα ανωτέρω.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1001/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκρινε νόμιμη την αγωγή, ως προς τα α και γ1, γ2 και γ3 αιτήματα αυτής, ως συνδεόμενα με την αναγνώριση της ενάγουσας ως δημιουργού του περιγραφόμενου στην αγωγή επιστημονικού επιτεύγματος και μόνον όσον αφορά στην αμφισβήτηση της πατρότητάς της επί της προαναφερόμενης επιστημονικής εργασίας, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 71, 299, 330, 340, 346, 914, 932 και 946 του Α.Κ.

καθώς ως προς τα παρεπόμενα αιτήματα περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του δεύτερου εναγομένου και κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ενώ, κατά τα λοιπά, απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Στη συνέχεια, δέχθηκε εν μέρει ως ουσία βάσιμη την αγωγή και αναγνώρισε την πατρότητα της ενάγουσας επί της προαναφερόμενης ερευνητικής/επιστημονικής της εργασίας, υποχρέωσε τους εναγόμενους να άρουν την προσβολή της προσωπικότητάς της και να παραλείπουν αυτή στο μέλλον, επ' απειλή χρηματικής ποινής 1.000 ευρώ για κάθε παραβίαση της ως άνω υποχρέωσής τους και υποχρέωσε καθένα εξ αυτών να της καταβάλουν το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις και πρόσθετους λόγους αυτών, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Με την απόφαση αυτή (1560/2018) του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών κρίθηκε, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας και πρόσθετου λόγου αυτής, ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ως προς τα αιτήματά της (α'), ήτοι να αναγνωριστεί μοναδική εφευρέτης κατά ποσοστό 60% της σ' αυτήν περιγραφόμενης εξαρτημένης εφεύρεσης, (γ'), ήτοι 1) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να άρουν κάθε προσβολή του ηθικού δικαιώματός της επί της ως άνω εφεύρεσης, 2) να παραλείπουν στο μέλλον κάθε πράξη αμφισβήτησης της πατρότητάς της και των δικαιωμάτων της επί της ανωτέρω εφεύρεσής της και να απειληθεί εναντίον τους, για κάθε παράβαση της υποχρέωσής τους αυτής, ως χρηματική ποινή το ποσό των 10.000 ευρώ, 3) να της καταβάλουν, έκαστος εξ αυτών, το ποσό των 30.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3-5, 6 παρ. 4-6 και 8 του ν. 1733/1987, 3 παρ. 1 και 2 του π.δ. 321/2001 και 60 του Α.Κ.

Αντίθετα, με την ίδια ως άνω απόφαση, κρίθηκαν ως μη νόμιμα τα υπό στοιχεία β', γ'4, δ' και ε' αιτήματα της αγωγής, με τα οποία η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε, ως εφευρέτης, να λάβει νόμιμη αμοιβή, ανάλογη των κερδών που αποφέρει η εμπορική εκμετάλλευση της εξαρτημένης εφεύρεσής της από την εταιρεία ΝΕΒ, καθώς και επί των συνολικών εσόδων που τυχόν αποφέρει κάθε μελλοντική οικονομική εκμετάλλευσή της από το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι-αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 145.214,41 ευρώ, να υποχρεωθεί το πρώτο εξ αυτών να παραλείπει στο μέλλον την αποκλειστική εκμετάλλευση της εφεύρεσής της, κατά ποσοστό 60%, χωρίς τη συναίνεσή της και χωρίς να διασφαλίζει τα νόμιμα δικαιώματά της επ' αυτής και να υποχρεωθεί τούτο, ωσαύτως, στο μέλλον και μέχρι τη λήξη της ισχύος της από 13-3-2003 αποκλειστικής σύμβασης με την εταιρεία ΝΕΒ, να της καταβάλει το ποσοστό 60% επί των καθαρών ετήσιων κερδών, επικυρώνοντας τη σχετική διάταξη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.

Επίσης, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απορρίφθηκε ο πρόσθετος λόγος έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη του πρωτοδίκως υποβληθέντος αιτήματός της περί επιδείξεως εγγράφων. Μετά ταύτα, το Εφετείο, με την ως άνω προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, ως προς το κεφάλαιο, στο οποίο έκρινε νόμιμη και ουσία βάσιμη την αγωγή, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και, εν τέλει, απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη.

Με τη διάταξη από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχονται διατάξεις αντιφατικές εν όλω ή εν μέρει και μάλιστα τέτοιες, ώστε η απόφαση να μην μπορεί να εκτελεστεί ή να προκαλέσει τη σκοπούμενη διάπλαση ή να δημιουργήσει βεβαιότητα στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 158/2019).

Οι διατάξεις της απόφασης που αντιφάσκουν, εν όλω ή εν μέρει, πρέπει να αφορούν στις κύριες αιτήσεις ή σε αυτές και στις παρεπόμενες (Α.Π. 1365/2014, Α.Π. 867/2008, Α.Π. 753/2003, Α.Π. 372/1996). Είναι αυτονόητο ότι αντίφαση δεν νοείται αν υπάρχει μόνο μια διάταξη στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι στο διατακτικό της η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως διατυπώνεται ανωτέρω, ενώ δέχεται τυπικά και κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις της ίδιας και των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτών, εξαφανίζει την εκκληθείσα απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή της, κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό και απορρίπτει την αγωγή, δηλαδή το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αγωγικά αιτήματά της, που αφορούν στις περιουσιακές της αξιώσεις και στο αίτημα περί επιδείξεως εγγράφων, με συνέπεια να προκαλείται εκκρεμοδικία, να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια δεδικασμένου και να καθίσταται αδύνατη η εκτέλεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του.

Στην προκειμένη περίπτωση, στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αποτυπώνεται, κατά τρόπο σαφή, η κρίση του Εφετείου, ως προς την τύχη των αντίθετων εφέσεων των διαδίκων και των πρόσθετων λόγων αυτών και, εντεύθεν, μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο -και όχι ως προς τις απορριπτικές της αγωγής διατάξεις, ως προς τις οποίες απορρίφθηκαν οι σχετικοί λόγοι έφεσης της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας- καθώς και ως προς την τύχη της αγωγής της αναιρεσείουσας, την οποία απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη.

Συνεπώς, ουδεμία αντίφαση ή αμφιβολία γεννάται από τις διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης και οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας τυγχάνουν αβάσιμες. Πρέπει, συνακόλουθα, να απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Από τις διατάξεις των άρθρων 5 έως 12, 17 και 25 του ν. 1733/1987 "περί μεταφοράς τεχνολογίας, εφευρέσεων, καινοτομίας και σύστασης επιτροπής ατομικής ενέργειας" προκύπτει, μεταξύ άλλων, ότι οι ουσιαστικές θετικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση έγκυρου διπλώματος ευρεσιτεχνίας είναι:

το "νέο της εφεύρεσης", η εφευρετική δραστηριότητα ως περιεχόμενο αυτής και η επιδεκτικότητα της εφεύρεσης προς βιομηχανική εφαρμογή. Ως "νέα" κρίνεται μία εφεύρεση, όταν υπερβαίνει τη γνωστή στάθμη της τεχνικής. Ως γνωστή στάθμιση της τεχνικής νοείται κάθε τι, που είναι γνωστό οπουδήποτε στον κόσμο (αρχή της οικουμενικότητας), από γραπτή ή προφορική περιγραφή ή με οποιονδήποτε άλλον τρόπο, πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης για τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Το στοιχείο του "νέου" θεωρείται ότι υπάρχει, όταν πρόκειται μεν για παραγωγή προϊόντος, αν το προϊόν αυτό διαφέρει από τα ομοειδή του προϊόντα με ουσιώδη νέα χαρακτηριστικά, όταν πρόκειται, δηλαδή, για παραγωγή αποτελέσματος, αν εμφανίζει αξιόλογη πρωτοτυπία ή αξιόλογη βελτίωση ήδη γνωστού αποτελέσματος, ανεξαρτήτως του αν η βελτίωση αφορά μόνο στον τρόπο παραγωγής ή μόνο στο αποτέλεσμα ή στη μείωση της δαπάνης παραγωγής του ή και όλα μαζί και δεν εμφανίζεται σαν απλή προσαρμογή στοιχείων ή μεθόδων που είναι ήδη γνωστά ή σαν συνήθης βελτίωση και τροποποίηση, οι οποίες επιτυγχάνονται μέσα στα όρια της φυσιολογικής και διαρκούς επιστημονικής και τεχνικής εξέλιξης από το μέσο ειδικό άνθρωπο, προς εξάλειψη των ατελειών που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή των γνωστών προϊόντων ή μεθόδων, χωρίς αξιόλογο αποτέλεσμα ή βελτίωση ή σαν απλή νέα χρήση ενός μέσου που είναι γνωστό σε αντικείμενα άλλα από εκείνα στα οποία είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως, κατά τον ίδιο όμως τρόπο, κατά τον οποίο πάντοτε γινόταν η χρησιμοποίηση του, για να επιτευχθεί το ίδιο αποτέλεσμα (ΑΠ 545/1996, ΑΠ 1588/1991).

Σε αντίθεση με το προγενέστερο δίκαιο (άρθρα 2, 21 και 22 του Ν. 2527/1920), κατά το οποίο αρκούσε το σχετικώς νέο της εφεύρεσης, ο ν. 1733/1987 καθιέρωσε από 01-01-1988 το απολύτως νέο της εφεύρεσης. Το δικαίωμα στην ευρεσιτεχνία δημιουργείται με την απονομή του διπλώματος, η δε σχετική πράξη αποτελεί διοικητική πράξη, που εκδίδεται από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας.

Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παρέχει το αποκλειστικό δικαίωμα στον κάτοχο αυτού, καθώς και σε όποιον ο τελευταίος έχει μεταβιβάσει το δικαίωμα αυτό, να επιδίδεται εξ επαγγέλματος στην παραγωγή του αντικειμένου της εφευρέσεως, στην έκθεση αυτού προς εμπορία ή πώληση ή στη χρησιμοποίηση του. Εξάλλου, μία εφεύρεση θεωρείται ότι εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα όταν, κατά την κρίση ειδικού, παριστά ένα βήμα προόδου, σε σχέση με τη στάθμη της τεχνικής, δηλαδή, όταν ο μέσος ειδικός δε θα μπορούσε, αξιοποιώντας τη στάθμη της τεχνικής, να φτάσει στην επίλυση του τεχνικού προβλήματος ή, όπως ορίζεται στη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 5 του ανωτέρω νόμου, η εφεύρεση, κατά την κρίση του ειδικού, θα πρέπει να μην προκύπτει με προφανή τρόπο από την υπάρχουσα στάθμη της τεχνικής.

Τέλος, μία εφεύρεση θεωρείται επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής, αν το αντικείμενό της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιονδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας. Η μεταφορά μίας λύσης ήδη γνωστής σε άλλο τεχνικό πρόβλημα αποτελεί εφεύρεση, μόνο αν η λύση του προβλήματος, τεχνικά, δεν αναμενόταν.

Ακόμη, ο συνδυασμός περισσοτέρων τεχνικών μέσων ή διαδικασιών για τη επίλυση ενός τεχνικού προβλήματος, με τρόπο ενιαίο, αποτελεί εφεύρεση, μόνον αν ο συνδυασμός δεν είναι προφανής για το μέσο ειδικό. Η εφαρμογή ισοδύναμων μέσων ενός ήδη λυμένου τεχνικού προβλήματος αποτελεί εφεύρεση, μόνον αν το ισοδύναμο μέσο δεν είναι γνωστό στο μέσο ειδικό.

Στο άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 1733/1987, με τον τίτλο "Μεταφορά τεχνολογίας, εφευρέσεις, τεχνολογική καινοτομία και σύσταση Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας" ορίζονται τα εξής: "Με την σύμβαση μεταφοράς τεχνολογίας ο δότης τεχνολογίας υποχρεούται να παρέχει στον δέκτη τεχνολογία και ο δέκτης να καταβάλλει το συμφωνημένο τίμημα.

Ως παροχή τεχνολογίας για την εφαρμογή του άρθρου αυτού νοούνται ιδίως τα εξής: α) Η άδεια εκμετάλλευσης διπλωμάτων και πιστοποιητικών υποδείγματος χρησιμότητας, β) Η μεταβίβαση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και πιστοποιητικών υποδείγματος χρησιμότητας, γ) Η παροχή τεχνικών κατασκευαστικών οδηγιών, σχεδίων ή υπηρεσιών, δ) Η παροχή υπηρεσιών οργάνωσης και διοίκησης, καθώς και ειδικευμένων συμβουλευτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών παρακολούθησης και ελέγχου, ε) Η ανακοίνωση βιομηχανικών απορρήτων με σχέδια, διαγράμματα, υποδείγματα, πρότυπα, οδηγίες, αναλογίες, συνθήκες, διαδικασίες, προδιαγραφές και τρόπους παραγωγής προϊόντων που αναφέρονται στην παραγωγική εκμετάλλευση.

Τέτοια βιομηχανικά απόρρητα αποτελούν, κυρίως, οι τεχνικές πληροφορίες, στοιχεία ή γνώσεις που αφορούν σε μεθόδους, εμπειρίες ή δεξιοτεχνίες που έχουν πρακτική εφαρμογή, ιδιαίτερα, στην παραγωγή αγαθών και παροχή υπηρεσιών, εφόσον δεν έχουν γίνει ευρύτερα γνωστά, στ) Η από κοινού έρευνα, η ανάπτυξη νέας τεχνολογίας, επιδεικτικών ή πειραματικών προγραμμάτων ή έργων, ζ) Η παροχή τεχνικής βοήθειας με την μορφή ενημέρωσης, καθοδήγησης και κατάρτισης προσωπικού." Περαιτέρω με το άρθρο 22 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι:

Η σύμβαση μεταφοράς τεχνολογίας υποβάλλεται από το συμβαλλόμενο η τους συμβαλλόμενους που έχουν κατοικία ή έδρα στην Ελλάδα, μέσα σε ένα μήνα από την κατάρτισή της, στον ΟΒΙ και εφαρμόζονται παράλληλα οι διατάξεις του ν.1360/1983 (ΦΕΚ 65)(§1). Η σύμβαση καταχωρίζεται στο μητρώο μεταφοράς τεχνολογίας. Οι καταχωριζόμενες συμβάσεις μεταφοράς τεχνολογίας ή τα στοιχεία του κατά την παράγραφο 5 εντύπου τηρούνται απόρρητα (§2).

Ο υπόχρεος ή οι υπόχρεοι για καταχώρηση σύμβασης μεταφοράς τεχνολογίας μπορούν είτε να καταθέσουν αντίγραφο της σύμβασης είτε να συμπληρώσουν το κατά την παράγραφο 5 ειδικό έντυπο. Αγωγή ή αίτηση σε δικαστήριο που αφορά οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων, η οποία απορρέει από σύμβαση μεταφοράς τεχνολογίας, δεν συζητείται χωρίς βεβαίωση του ΟΒΙ ότι τηρήθηκε η διάταξη της παραγράφου αυτής. (§4)".

Από τις παρατεθείσες διατάξεις συνάγονται τα εξής: α) Η έννοια της τεχνολογίας, στα πλαίσια του άρθρου 21 παρ.1 του ν. 1733/1987, έχει ευρύ εννοιολογικό περιεχόμενο, στο οποίο εμπίπτει κάθε μέθοδος ή τεχνική γνώση, δια των οποίων λαμβάνει χώρα διαμόρφωση και μετασχηματισμός πρώτης ύλης, εργασίας πηγής ενέργειας, σε προϊόν ή υπηρεσία.

Κάθε στοιχείο που συνιστά αντικείμενο τεχνικής, βιομηχανικής ή εμπορικής πληροφορίας, γνώσεως και εφαρμογής περιλαμβάνεται στο εννοιολογικό περιεχόμενο της τεχνολογίας και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της στο ανωτέρω άρθρο αναφερόμενης συμβάσεως β) Η καταχώρηση των συναπτόμενων συμβάσεων μεταφοράς τεχνολογίας στο μητρώο μεταφοράς τεχνολογίας που τηρείται από τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας, δεν λειτουργεί ως συστατικός ή αποδεικτικός τύπος των εν λόγω συμβάσεων, η δε τήρηση της υποχρεώσεως του ή των συμβαλλομένων να καταθέσουν αντίγραφο αυτών στα αρμόδια διοικητικά όργανα προς καταχώρισή των στο ανωτέρω μητρώο, υπαγορευθείσα από λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, προκειμένου τα όργανα της πολιτείας να γνωρίζουν την ύπαρξη και μεταφορά τεχνολογίας που επιδρά στις γενικότερες κοινωνικοοικονομικές εξελίξεις, θεσπίζεται ως όρος του παραδεκτού της συζητήσεως της αγωγής ή οποιασδήποτε άλλης αιτήσεως προς παροχή εννόμου προστασίας, εχούσης ως νομικό αντικείμενο την διάγνωση αξιώσεων, οι οποίες εκπηγάζουν από σύμβαση μεταφοράς τεχνολογίας (Α.Π. 2107/2009, Α.Π. 564/2007).

Κατά τη διάταξη του αριθμού 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή, το δικαστήριο προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα, ελέγχονται, δηλαδή, τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων.

Ελέγχονται, επίσης, τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον προέβη στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης (Ολ.Α.Π. 27 και 28/1998, Α.Π. 192/2019), αποκλειστικώς και μόνο, βάσει των πραγματικών παραδοχών της απόφασης (Ολ.Α.Π. 20/2005), ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος, αν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε ή εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Α.Π. 39/2021, Α.Π. 37/2021, Α.Π. 1373/2017).

Ελέγχεται, δηλαδή, αν υπάρχουν σφάλματα στη μείζονα σκέψη του νομικού συλλογισμού ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος προτάσεως (την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές) στη μείζονα (Ολ.Α.Π. 25/2008), μόνον εφόσον υπάρχει σφάλμα και στο διατακτικό (Ολ.Α.Π. 1/2016). Αν, παρά την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή, το διατακτικό της απόφασης, βάσει των παραδοχών της, είναι ορθό, λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται.

Για το ορισμένο του συγκεκριμένου αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Ολ. ΑΠ 20/2005), όταν δε ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο δικόγραφο και τα νομικά σφάλματα, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς και να παρατίθενται αναλυτικά οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης.

Κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο λόγος αυτός ιδρύεται, αποκλειστικώς και μόνο, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικώς με ορισμένο ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, δηλαδή, ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.

Ο λόγος αυτός ανάγεται στη δομή του νομικού συλλογισμού, όταν δεν εκτίθενται παντάπασι πραγματικά περιστατικά (παντελής έλλειψη αιτιολογίας). Ιδρύεται, επίσης, όταν τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικώς και η ενδοιαστική αιτιολογία), όταν, δηλαδή, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατυπώνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού σαφή δικανική πεποίθηση, με συνέπεια το αποδεικτικό πόρισμα να μην είναι αναμφισβήτητο και όταν τα περιστατικά αντιφάσκουν μεταξύ τους. (Ολ.Α.Π. 15/2006, Ολ.Α.Π 1/1999, Ολ.

Α.Π. 24/1992, Α.Π. 998/2020, Α.Π. 287/2019, Α.Π. 502/2018, Α.Π. 724/2016, Α.Π. 1420/2013, Α.Π. 1703/2009, Α.Π. 1202/2008). Δεν συνιστούν, συνεπώς, "ζητήματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που συνέχονται με την αξιολόγηση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 24/1992, Α.Π. 1186/2021, Α.Π. 68/2021, Α.Π. 302/2020), κατά μείζονα δε λόγο, δεν μπορεί να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός σε επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά.

Συνακόλουθα, ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/2008, Ολ.Α.Π. 15/2006, Α.Π. 53/2021, Α.Π. 37/2021).

Ενόψει των ανωτέρω, προϋπόθεση ιδρύσεως του λόγου αυτού είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον κρίσιμο ισχυρισμό κατ' ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο ή μη νόμιμο (Ολ. Α.Π.25/2003, Ολ.Α.Π. 3/1997, Ολ.Α.Π.12/1991, Α.Π. 38/2021, Α.Π. 15/2021).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο διέλαβε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι απόφοιτος του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, κάτοχος διδακτορικού διπλώματος του Τμήματος Βιολογίας, Τομέα Γενετικής και Μοριακής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και πτυχιούχος μεταδιδακτορικών σπουδών στη Μοριακή Βιολογία, στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας.

Το πρώτο εναγόμενο, Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), ιδρύθηκε με το πδ 432/1987, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού κοινωφελούς χαρακτήρα, αποτελεί Ερευνητικό Ίδρυμα διεπόμενο από το Ν. 1514/1985 'Ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας' και εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης. Εποπτεύεται από το Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, το οποίο ασκεί οικονομικό, διαχειριστικό και διοικητικό έλεγχο και περιλαμβάνεται στους φορείς που υπάγονται στο Δημόσιο Τομέα ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (νπιδ) δημόσιου χαρακτήρα που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 51 του Ν. 1892/1990, που συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 6 του Ν. 1943/1991 και λειτουργεί υπό τον έλεγχο, την εποπτεία και την εγγύηση του Ελληνικού Κράτους ως ερευνητικό, επιστημονικό, τεχνολογικό ίδρυμα Δημοσίου συμφέροντος...

Σκοπός του ΙΤΕ είναι η διεξαγωγή βασικής, ιδιαίτερα δε εφαρμοσμένης και τεχνολογικής έρευνας, η ανάπτυξη εφαρμογών και προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών ιδίως στους τομείς: α) Πληροφορικής, β) Ηλεκτρονικής δομής της ύλης και λέιζερ, γ) Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, δ) Υπολογιστικών Μαθηματικών, ε) Θεμάτων της περιοχής της Μεσογείου και της Ιστορίας και του Πολιτισμού των λαών της, στ) Χημικής Μηχανικής και Μεταλλουργίας, ζ) Βιοϊατρικής Έρευνας και Τεχνολογίας...

Για την επίτευξη των πιο πάνω σκοπών, το ΙΤΕ: α) Εκπονεί μελέτες και εκτελεί εγκεκριμένα ερευνητικά και τεχνολογικά προγράμματα ή προγράμματα φιλοξενούμενα, δηλαδή προγράμματα που εκτελούνται κατά παραγγελία τρίτων ή που βρίσκονται σε δοκιμαστικό στάδιο και τα οποία εμπίπτουν στους πιο πάνω τομείς, β) προωθεί την ανάπτυξη σχέσεων και συνεργάζεται με τα ΑΕΙ της Χώρας ως και με άλλα ερευνητικά ιδρύματα του εσωτερικού ή του εξωτερικού, τα οποία ασκούν όμοια ή συναφή δραστηριότητα, γ) ειδικεύει επιστήμονες στους παραπάνω τομείς με την οργάνωση και τη χρηματοδότηση ερευνητικών προγραμμάτων στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, μεταπτυχιακών σεμιναρίων, δημοσιεύσεων, εκδόσεων, σεμιναρίων και συνεδρίων, δ) παράγει προϊόντα και παρέχει υπηρεσίες σχετικά με τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα, μόνο του, ή με δυνατότητα σύστασης θυγατρικών εταιρειών ή σε συνεργασία με ερευνητικούς φορείς ή με συμμετοχή του σε οποιαδήποτε επιχείρηση στο εσωτερικό ή το εξωτερικό, παραγωγής προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών σε τομείς σχετικούς με τους σκοπούς του, ε) αναπτύσσει οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα συναφή με τους σκοπούς του...

Το ΙΤΕ αποτελείται, μεταξύ άλλων, από το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ), που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και είναι αρμόδιο για τα θέματα του τομέα της Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, έχει δε ως σκοπό του την εκτέλεση βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας στη μοριακή βιολογία και τη χρησιμοποίησή της για την ανάπτυξη εφαρμογών βιοτεχνολογίας...

Το προσωπικό του ΙΤΕ διακρίνεται σε ερευνητικό, τεχνικό (επιστημονικό και μη), διοικητικό και βοηθητικό... Για την εκτέλεση επιστημονικών και τεχνικών εργασιών υποδομής και λειτουργίας των Ινστιτούτων του ΙΤΕ, την υποστήριξη της έρευνας, την ανάπτυξη της τεχνολογίας, την προσφορά υπηρεσιών προς τρίτους και τη στελέχωση διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών του, μπορεί, ύστερα από προκήρυξη... , να προσλαμβάνονται αναλόγως των αναγκών με σύμβαση ορισμένου ή αόριστου χρόνου...

μεταξύ άλλων και Λειτουργικοί Επιστήμονες. Για την πρόσληψη σε θέσεις ειδικών λειτουργικών επιστημόνων απαιτείται διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών ή μεταπτυχιακή εξειδίκευση σε ερευνητικό ίδρυμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής, που έχουν συνάφεια με τους επιστημονικούς, ερευνητικούς και τεχνολογικούς τομείς του Ινστιτούτου...

Η ενάγουσα προσλήφθηκε με την από 8-4-1996 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το πρώτο εναγόμενο, στην θέση του ειδικού λειτουργικού επιστήμονα [ΕΛΕ] Β' Βαθμίδας, υπαγόμενη υπηρεσιακώς στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ. Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ισχύοντος κατά το χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας από Μαΐου 1995 εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του ΙΤΕ [στον οποίο κανονισμό γίνεται ρητή αναφορά στην παραπάνω σύμβαση εργασίας της ενάγουσας]: "...2.

Το αντικείμενο και η φύση των αρμοδιοτήτων των ΕΛΕ είναι η Τεχνολογική/Επιστημονική έρευνα τα δε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αντίστοιχα με αυτά των Ερευνητών. Οι ΕΛΕ εξομοιούνται με τους Ερευνητές του Ιδρύματος... κατατάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες... Τα ελάχιστα προσόντα που απαιτούνται για κάθε βαθμίδα πρόσληψης ΕΛΕ καθορίζονται ως εξής:

α. Στη βαθμίδα Δ': Διδακτορικό δίπλωμα ή όπου η φύση του τεχνολογικού κλάδου το απαιτεί, άλλος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών σε επιστημονικό κλάδο θετικών ή τεχνικών επιστημών ή μεταπτυχιακή εξειδίκευση σε ειδικό επιστημονικό τομέα σε ερευνητικό ίδρυμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής. β. Στη βαθμίδα Γ: Πέρα από τα παραπάνω προσόντα, απαιτείται τεκμηριωμένη ικανότητα σχεδιασμού και εκτέλεσης επιστημονικής/τεχνολογικής έρευνας ή τεχνολογικού έργου που να καταλήγουν στην κατασκευή πρότυπου προϊόντος, διαδικασία ή μεθόδου και κατανομής τμημάτων ή φάσεών τους σε άλλους ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες ή Ερευνητές ή εξειδικευμένους επιστήμονες, επίσης ικανότητα καθοδήγησης ή επίβλεψης άλλων ειδικών λειτουργικών επιστημόνων ή ερευνητών ή ειδικών επιστημόνων και πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά διεθνούς κύρους ή συγγραφή βιβλίων ευρύτατης αποδοχής από την επιστημονική κοινότητα.

γ. Στη βαθμίδα Β': Πέρα από τα παραπάνω προσόντα, απαιτείται τεκμηριωμένη ικανότητα οργάνωσης και καθοδήγησης τεχνολογικών προϊόντων καθώς και ικανότητα συντονισμού και καθορισμού κατευθύνσεων στην τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη επιμέρους έργων ενός προγράμματος, απαιτείται επίσης τεκμηριωμένη ικανότητα προώθησης πρωτοποριακών ιδεών στην επιστήμη, την τεχνολογία και την καινοτομία ανάπτυξης νέων τεχνικών καθώς και η αποφασιστική συμβολή στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των ερευνητικών, τεχνολογικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων.

Παράλληλα, απαιτούνται πρωτότυπες δημοσιεύσεις σε επιστημονικά περιοδικά διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους ή συγγραφή βιβλίων ευρύτατης αποδοχής από την επιστημονική κοινότητα και συγκεκριμένα προσφορά στην πρόοδο της επιστήμης και τεχνολογίας, αναγνωρισμένη από άλλους συναδέλφους του...". Πριν από τη σύναψη της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα είχε συνεργαστεί με το πρώτο εναγόμενο [ΙΤΕ] αρχικά δυνάμει της από 1-3-1987 σύμβασης έργου, με την οποία συνεργάστηκε με το ΙΜΒΒ, ακολούθως, προσλήφθηκε με τις από 1-3-1989 και 1-3-1991 συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στη θέση ειδικού λειτουργικού επιστήμονα Δ' Βαθμίδας και Γ' Βαθμίδας, αντίστοιχα, υπαγόμενη υπηρεσιακώς στο ΙΜΒΒ του ΙΤΕ και στη συνέχεια προσλήφθηκε με την από 1-3-1994 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως ειδικός λειτουργικός επιστήμονας Γ' Βαθμίδας, προκειμένου να προσφέρει την εργασία της στο εργαστήριο ενζυμικής τεχνολογίας του ΙΜΒΒ.

Εξάλλου, η τελευταία από 8-4-1996 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας τροποποιήθηκε στις 28-12-2001, για να συμπεριλάβει το νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων περί φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ενώ προστέθηκε ο ακόλουθος όρος: "α. ο εργαζόμενος στα πλαίσια της υπηρεσιακής του δραστηριότητας και αντίστοιχης αμοιβής έχει την υποχρέωση να ενεργεί τόσο την διεκπεραίωση τρέχουσας καθημερινής εργασίας όσο και την ανάπτυξη πρωτότυπης δημιουργικής δραστηριότητας.

Ως τέτοια δραστηριότητα εννοείται και κάθε πνευματική δημιουργία [εφευρέσεις, οργάνωση και μεταφορά τεχνογνωσίας, καινοτόμες διαδικασίες, προγράμματα Η/Υ και συναφή] η οποία είναι αυτοτελώς εκμεταλλεύσιμη με εμπορικό τρόπο. Τα δικαιώματα που έχουν σχέση με κάθε είδους πνευματική δημιουργία κατά τη διάρκεια συμβάσεων με το ΙΤΕ, συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας σύμβασης ανήκουν αποκλειστικά και εξολοκλήρου στο ΙΤΕ και ειδικότερα στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του ΙΤΕ για λογαριασμό του οποίου εργάζεται και παρέχει ο δεύτερος συμβαλλόμενος τις υπηρεσίες του...

β. Ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος το αργότερο κατά την ολοκλήρωση της κάθε φύσεως πνευματικής δημιουργίας να γνωστοποιεί γραπτώς στον άμεσο προϊστάμενό του ό,τι έχει σχέση με την αντίστοιχη δημιουργία πριν από την ανακοίνωσή της σε οποιονδήποτε τρίτο εκτός ιδρύματος. Ο προϊστάμενος έχει την υποχρέωση κατόπιν συνεννοήσεως με το Διευθυντή του ινστιτούτου να απαντήσει μέσα σε είκοσι ημέρες.

Εάν η θέση του προϊσταμένου του είναι αρνητική ως προς ενδιαφέρον κατοχύρωσης δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή και εκμετάλλευσής της ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει εγγράφως στην κεντρική διεύθυνση του Ιδρύματος, η οποία είναι υποχρεωμένη να απαντήσει μέσα σε δέκα ημέρες επίσης εγγράφως. Εάν και η θέση της διευθύνσεως είναι τελεσίδικα αρνητική ως προς ενδιαφέρον του ιδρύματος για την κατοχύρωση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή και την εκμετάλλευση της εν λόγω πνευματικής δημιουργίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να ενεργήσει ελεύθερα για την εκμετάλλευση της πνευματικής δημιουργίας προς όφελός του υπό τον ότι η κάθε σχετική ενέργεια δεν θα έχει αποτελέσματα ή βλαπτικές συνέπειες για τα κάθε φύσεως συμφέροντα του ιδρύματος... ".

Από το 1990 έως το τέλος του 1999 η ενάγουσα εργάστηκε στο εργαστήριο ενζυμικής τεχνολογίας του ΙΜΒΒ, ως μέλος της ομάδας "MINOTECH" (παραγωγική δραστηριότητα του ΙΜΒΒ από το 1987, με σκοπό την παραγωγή και διάθεση προϊόντων μοριακής βιολογίας) και από τον Ιανουάριο 2000 μέχρι και την άσκηση της αγωγής ως υπεύθυνη έρευνας, ανάπτυξης και ποιοτικού ελέγχου προϊόντων στο παραγωγικό εργαστήριο και εργαστήριο παροχής υπηρεσιών στον τομέα της Μοριακής Βιοτεχνολογίας και της Λειτουργικής Γονιδιωματικής Έρευνας του ΙΜΒΒ με το διακριτικό τίτλο "MINOTECH BIOTECHNOLOGY"...

το οποίο παράγει και διαθέτει, τόσο στην εγχώρια όσο και στη διεθνή αγορά προϊόντα μοριακής βιολογίας, που φέρουν τον τίτλο "MINOTECH biotechnology". Ο δεύτερος εναγόμενος είναι... καθηγητής του Πανεπιστημίου της Κρήτης στο τμήμα Βιολογίας, στον τομέα Βιοτεχνολογίας και εφαρμοσμένης Βιολογίας, με γνωστικό αντικείμενο "Βιοτεχνολογία και Εφαρμοσμένη βιολογία".

Επίσης από το 1983 είναι συνεργαζόμενος ερευνητής του ΙΒΜΜ..., αρχικά ερευνητής βαθμίδας Β και ακολούθως ως συνεργαζόμενο μέλος ΔΕΠ του ΙΤΕ και μόνος αποκλειστικά επιστημονικός υπεύθυνος του εργαστηρίου Ενζυμικής Τεχνολογίας του ΙΒΜΜ. Υπό την ιδιότητα αυτή... διηύθυνε, συντόνιζε και αποτιμούσε το έργο αυτό με σκοπό την προώθηση επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας.

Κατά τα έτη 1997-2001, το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του πρώτου εναγομένου συμμετείχε μαζί με άλλους ευρωπαϊκούς επιστημονικούς φορείς σε ερευνητικό πρόγραμμα χρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, με τίτλο 'Ψυχρόφιλοι μικροοργανισμοί και τα ένζυμά τους ως νέα εργαλεία στην βιοτεχνολογία' και εν συντομία "Goldnet", διαρκείας από 1-12-1997 έως 30-11-2001..., με επιστημονικά υπεύθυνο τον δεύτερο εναγόμενο.

Ειδικότερα, στις 31 Ιανουαρίου 1997, το πρώτο εναγόμενο, μέσω του διευθυντή του ΙΜΒΒ, Γ. Θ., υπέβαλε προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, μια πρόταση-αίτηση χρηματοδότησης έρευνας στο πλαίσιο του γνωστού τότε ως '4ο Πρόγραμμα Πλαίσιο' (1994-1998)... μαζί με τους ακόλουθους ερευνητικούς φορείς: το Πανεπιστήμιο της Λιέγης..., ως Συντονιστή (coordinator), το Πανεπιστήμιο της Νάπολης Frederico II..., το Εθνικό Κέντρο Ερευνών...

και την εταιρεία Eurogentec (Βέλγιο). Η πρόταση-αίτηση χρηματοδότησης έρευνας είχε τίτλο 'Ψυχρόφιλοι μικροοργανισμοί και τα ένζυμά τους ως νέα εργαλεία στην βιοτεχνολογία' και εν συντομία "Goldnet". Σκοπός της προτεινόμενης έρευνας ήταν: α) ο ορισμός σε μοριακό επίπεδο των κανόνων που διέπουν την προσαρμογή σε χαμηλές θερμοκρασίες των ενζύμων που παράγονται από ψυχρόφιλους οργανισμούς, β) η αναδίπλωση ψυχρόφιλων ανασυνδυασμένων πρωτεϊνών και η παραγωγή ενζύμων από ψυχρόφιλους μικροοργανισμούς για χρήση τους στη βιοτεχνολογία.

Μεταξύ των άλλων ενζύμων στην πρόταση, που υποβλήθηκε, αναφέρεται και η αλκαλική φωσφατάση ως κατάλληλη για τη συγκεκριμένη έρευνα. Σύμφωνα με την παραπάνω πρόταση, οι στόχοι που θα έπρεπε να επιτευχθούν από το πρώτο εναγόμενο και το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας με υπεύθυνο του προγράμματος τον δεύτερο εναγόμενο ήταν:

α] ο έλεγχος των μικροοργανισμών για αλκαλικές φωσφατάσες, χυτινάσες και χυτοβιάσεις, β] ο καθαρισμός αυτών των ενζύμων και προετοιμασία αρκετών υλικών για αλληλούχιση και κρυσταλλογραφία, κλωνοποίηση των γονιδίων τους στο βακτήριο Ε.coli και η ανάγνωση της νουκλεοτιδικής αλληλουχίας, γ] ο χαρακτηρισμός των καταλυτικών ιδιοτήτων και κινητικών παραμέτρων των ψυχρόφιλων ενζύμων ως αποτέλεσμα της θερμοκρασίας και δ] η στοχευμένη μεταλλαξογένεση, προκειμένου να κατανοηθεί ο μηχανισμός δράσης και να βελτιωθεί η σταθερότητα και η καταλυτική απόδοση.

Ως υπεύθυνος του προγράμματος αυτού για το ΙΜΒΒ αναφέρεται στην άνω πρόταση ο δεύτερος εναγόμενος, λόγω της πρακτικής του εμπειρίας επί 18 έτη σε τεχνικές καθαρισμού ενζύμου, του ότι μέχρι τότε είχε εκδώσει 38 ερευνητικές εργασίες, σε 15 από τις οποίες περιγράφονται η απομόνωση κλώνου και ο χαρακτηρισμός χυτίνης δεακετυλάσης από μύκητα και αλκαλικών φωσφατασών από έντερο μόσχου, όπως επίσης και η νέα μεθοδολογία χρωματογραφίας συγγένειας για την παραγωγή ενζύμων.

Ο σχεδιασμός των τεσσάρων σταδίων έγινε από τον δεύτερο εναγόμενο με την εμπειρία του ως καθηγητή στον Τομέα της Εφαρμοσμένης Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας. Αφότου κρίθηκε επιτυχής η εν λόγω πρόταση, στη συνέχεια η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέκρινε τη χρηματοδότηση αυτού του έργου για διάρκεια 48 μηνών (δηλαδή 4 ετών, από 1-12-1997 έως 30-11-2001).

Έτσι, το πρώτο εναγόμενο συμβλήθηκε με τα πιο πάνω τέσσερα νομικά πρόσωπα-ερευνητικούς φορείς... και ένα (1) συντονιστή νομικό πρόσωπο αναφερόμενο ως 'Coordinator' και όλοι με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ακολούθως, στις 20-11-1997 υπεγράφησαν:[α] η Σύμβαση Δικτύου Έρευνας... και [β] το Συμφωνητικό Συνεργασίας 1997-2001... και εν συντομία "Goldnet".

Στο πλαίσιο του έργου αυτού και κατά την εκτέλεση του καθηκόντων του ως επιστημονικού υπευθύνου του έργου αυτού, για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, ο δεύτερος εναγόμενος, Β. Μ., συνέστησε την απαραίτητη ομάδα εργασίας με μέλη εργαζομένους επιστήμονες του πρώτου εναγομένου για την εκτέλεση των απαιτούμενων ερευνητικών εργασιών και στόχων εντός του εργαστηρίου 'Ενζυμικής Τεχνολογίας' του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του πρώτου εναγομένου.

Πριν την υποβολή της πρότασης αυτής και της σύναψη της άνω σύμβασης, ο δεύτερος εναγόμενος είχε ήδη στην κατοχή του μεγάλο αριθμό ψυχρόφιλων βακτηρίων, τα οποία του είχε αποστείλει ο καθηγητής C. Gerday του τμήματος Βιοχημείας του πανεπιστημίου της Λιέγης, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν, στα πλαίσια άλλων ερευνητικών προγραμμάτων.

Μάλιστα, κατά έτη 1995-1996 είχε αναθέσει στον Χ. Π., ερευνητή του ΙΤΕ-ΙΜΒΒ και μέλος τότε του εργαστηρίου Ενζυμικής Τεχνολογίας, να εντοπίσει και να επιλέξει μεταξύ πολλών ψυχρόφιλων βακτηρίων το πλέον κατάλληλο βακτήριο, με βάση τις εξής ιδιότητες: α] την υψηλότερη ενεργότητα του ενζύμου αλκαλική φωσφατάση σε συγκεκριμένα προεπιλεγμένα υποστρώματα και β] τη θερμοευαισθησία του.

Πράγματι ο Χ. Π.ς επέλεξε το αγρίου τύπου, από την Ανταρκτική προερχόμενο, στέλεχος ΤΑΒ5 που πληρούσε τις ιδιότητες και τους σκοπούς της έρευνας αυτής και πέτυχε την απομόνωση και το βιοχημικό χαρακτηρισμό του ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης από το αγρίου τύπου στέλεχος ΤΑΒ5. Σημειώνεται ότι τα αποτελέσματα αυτής της ερευνητικής εργασίας του Χ.

Π. δεν δημοσιεύθηκαν σε κάποιο επιστημονικό περιοδικό. Δηλαδή, ήδη, πριν από τη σύναψη της σύμβασης FMRX-CT97-0131, στο εργαστήριο Ενζυμικής Τεχνολογίας του πρώτου εναγομένου είχε πραγματοποιηθεί ο πρώτος στόχος του έργου για το ένζυμο της αλκαλικής φωσφατάσης, όπως περιγράφεται στην από 31-1-1997 πρόταση που υπέβαλε το πρώτο εναγόμενο...

στην άνω πρόταση το πρώτο εναγόμενο αναφέρει ότι από προκαταρκτικούς πειραματισμούς που έχουν γίνει θεωρούν [οι ερευνητές του] ότι μπορούν να πετύχουν αξιόλογη ποσότητα των συγκεκριμένων ενζύμων... από τα άγρια στελέχη και είναι επίσης αρκετά σίγουροι ότι αυτές οι πρωτεΐνες μπορούν να εκφραστούν εύκολα σε e.coli, όπως και σε άλλα ψυχρά ένζυμα...

Ακολούθως, ο δεύτερος εναγόμενος ανέθεσε στην ενάγουσα να προβεί σε κλωνοποίηση του γονιδίου της αλκαλικής φωσφατάσης σε e.coli, απομόνωση πρωτεΐνης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκφραση και ο βιοχημικός χαρακτηρισμός του ανασυνδυασμένου ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης από e.coli, που αποτελούσαν μέρος του δεύτερου στόχου του ευρωπαϊκού προγράμματος.

Η ανάθεση αυτή έγινε πριν από την τυπική έναρξη του ευρωπαϊκού προγράμματος [ήτοι πριν την 1-12-1997]. Η ενάγουσα, έχοντας τα ουσιαστικά προς τούτο προσόντα... εργάστηκε προς την κατεύθυνση αυτή υπό τις οδηγίες και την επίβλεψη του δεύτερου εναγομένου, που είχε την ερευνητική ιδέα και είχε σχεδιάσει τους επιμέρους στόχους του προγράμματος, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 1997 έως τον Δεκέμβριο του 1998, στο εργαστήριο της Ενζυμικής Τεχνολογίας του πρώτου εναγομένου, με τα υλικά και τα μέσα που αυτό παρείχε, αφού προηγουμένως έλαβε από τον Χ.

Π. το συγκεκριμένο στέλεχος-δείγμα ΤΑΒ5 και στα πορίσματα, στα οποία είχε ήδη καταλήξει ο τελευταίος. Κατά το διάστημα αυτό, η ενάγουσα εργάστηκε με τη συνδρομή της Μ. Τ., τεχνικής επιστήμονος του δεύτερου εναγομένου και Κ. Μ., μεταπτυχιακού φοιτητή-υπότροφου του ΙΜΒΒ και του προπτυχιακού φοιτητή του Βιολογικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Κρήτης, Κ.

Σ., ο οποίος τότε εργαζόταν ως εκπαιδευόμενος της ενάγουσας στο εργαστήριο της ενζυμικής τεχνολογίας, στο πλαίσιο της πτυχιακής του εργασίας με θέμα 'Κλωνοποίηση, έκφραση της αλκαλικής φωσφατάσης από το ψυχρόφιλο βακτήριο ΤΑΒ5 σε e.coli-απομόνωση του ενζύμου'. Καθόλη τη διάρκεια της εκτέλεσης της εργασίας της, η ενάγουσα ενημέρωνε τακτικά και σε εβδομαδιαία βάση όλα τα μέλη του Εργαστηρίου Ενζυμικής τεχνολογίας και όχι μόνο τα μέλη της ερευνητικής ομάδας που συμμετείχαν στο συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα και τον δεύτερο εναγόμενο, ως υπεύθυνο του προγράμματος...

αποδεικνύεται ότι το έργο που παρακάτω περιγράφεται εκτελέστηκε από την ενάγουσα και τα λοιπά αναφερόμενα μέλη του εργαστηρίου ενζυμικής τεχνολογίας... από τον Σεπτέμβριο 1997 έως τον Δεκέμβριο 1998... Πράγματι, η ενάγουσα, υλοποιώντας μια πειραματική και ερευνητική μεθοδολογία, κλωνοποίησε και πέτυχε την έκφραση του γονιδίου της ΤΑΒ5 αλκαλικής φωσφατάσης στο βακτήριο e.coli και εν συνεχεία απομόνωσε το ανασυνδυασμένο ένζυμο από e.coli σε ικανοποιητική DNA αυτής έρευνας και προέβη στο βιοχημικό χαρακτηρισμό του.

Η ενάγουσα κατασκεύασε ένα ανασυνδυασμένο DNA από το γονιδίωμα του ανταρκτικού βακτηρίου ΤΑΒ5, που φέρει το γονίδιο που κωδικοποιεί το ένζυμο ΤΑΒ5 αλκαλική φωσφατάση και κατόπιν προχώρησε στην κλωνοποίησή του, δηλαδή στην εισαγωγή του ανασυνδυασμένου DNA σε ένα κύτταρο ξενιστή με σκοπό τη δημιουργία πολλαπλών αντιγράφων του εν λόγω γονιδίου.

Έπειτα, απομόνωσε το γονίδιο σε ικανοποιητική ποσότητα και με τη μέθοδο της αλληλούχισης DNA ταυτοποιήθηκε η νουκλεοτιδική αλληλουχία του γονιδίου της ΤΑΒ5 ΑΡ..., η οποία καταχωρήθηκε, το Σεπτέμβριο του 1998 στη βάση δεδομένων GenBank/EMBL, με αριθμό καταχώρισης Y18016... Η ενάγουσα κατέγραψε και αποτύπωσε το σύνολο των ερευνητικών αποτελεσμάτων, των παρατηρήσεων και γενική την πλήρη εξέλιξη της ερευνητικής διαδικασίας-εφαρμογής της άνω μεθοδολογίας, σε τετράδιο εργασιών που τηρούσε ως επιστήμονας-ερευνητής...

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι τον Δεκέμβριο 1998, μετά την ολοκλήρωση της ως άνω πειραματικής διαδικασίας και αφού η ενάγουσα είχε παρουσιάσει τα συνολικά αποτελέσματα αυτής στο δεύτερο εναγόμενο, υπεύθυνο ερευνητή του εργαστηρίου του ΙΜΒΒ, αποφασίστηκε από τον τελευταίο η δημοσίευση αυτών σε γνωστό διεθνές επιστημονικό περιοδικό.

Η συλλογή και η επεξεργασία των αποτελεσμάτων της ως άνω ερευνητικής διαδικασίας ξεκίνησε στις αρχές του 1999, ακολούθησε η συγγραφή επιστημονικού άρθρου, η οποία ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο 1999 και στη συνέχεια, το εν λόγω άρθρο υποβλήθηκε, στις 12-10-1999 προς δημοσίευση στο διεθνές επιστημονικό περιοδικά "European Journal of Biochemistry", έγινε δεκτό στις 22-12-1999 και δημοσιεύθηκε το έτος 2000, με τα εξής στοιχεία... 'Αλκαλική φωσφατάση από το Ανταρκτικό στέλεχος ΤΑΒ5- Ιδιότητες και ψυχροφιλικές προσαρμογές', Μ.

Ρ., Χ. Π., Κ. Μ., Μ. Τ., Μ. Κ. και Β. Μ.. Στην πρώτη σελίδα (σελίδα 1230) του άρθρου αυτού, στο κάτω μέρος αυτής, αναφέρεται ότι οι δύο πρώτοι συγγραφείς, Μ. Ρ. και Χ. Π. έχουν συμβάλει εξίσου σε αυτό το έργο, η δε αναφορά αυτή γίνεται λόγω της σημαντικής συμβολής τόσο της ενάγουσας όσο και του Χ. Π. στο επιστημονικό έργο που είχε εκτελεστεί, μολονότι το έργο του Π....

και η έρευνά του προηγείται της επιστημονικής εργασίας που περιγράφεται στο... άρθρο... τη γενική επιμέλεια του συνόλου του άρθρου είχαν ο δεύτερος εναγόμενος και ο καθηγητής Μ. Κ., υπεύθυνος ερευνητής του εργαστηρίου Δομής και Λειτουργίας Πρωτεϊνών του ΙΤΕ-ΙΜΒΒ, ο οποίος συμμετείχε στο εν λόγω πρόγραμμα και μάλιστα είχε αναλάβει τις υπολογιστικές μελέτες σχετικά με τη δομή και τις φυσικοχημικές ιδιότητες των ψυχρόφιλων ενζύμων, λόγω της εμπειρίας του και της τεχνογνωσίας του στο χώρο της πρωτεϊνικής δομικής βιοτεχνολογίας.

Εξάλλου, αντεπιστέλλων καθηγητής-συγγραφέας για το άνω άρθρο είναι ο δεύτερος εναγόμενος, Β. Μ. και, σύμφωνα με τους κανόνες δεοντολογίας και την πρακτική που ακολουθείται σε όμοιες επιστημονικές δημοσιεύσεις, ο όρος αυτός περιγράφει τον συγγραφέα που έχει την κύρια επιστημονική ιδέα και εποπτεύει τις εργασίες των λοιπών, ορίζει και ελέγχει τα πρωτόκολλα και γενικότερα συντονίζει το έργο της ερευνητικής ομάδας και είθισται να αναφέρεται τελευταίο το όνομά του και με αυτόν αλληλογραφεί όποιος ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα που καταγράφονται σε μια τέτοια εργασία, διότι αυτός έχει πλήρη γνώση της ερευνητικής ιδέας, της διαδικασίας και των αποτελεσμάτων...

Στο τέλος εξάλλου του άνω άρθρου και κάτω από τον τίτλο 'αναγνωρίσεις' αναφέρονται ευχαριστίες προς τον καθηγητή G. Gerday για την παροχή του στελέχους ΤΑΒ5 και για τη βοήθεια στην αμινοτελική αλληλούχιση και προς την δρ. Δ. Αλεξανδράκη για τις οδηγίες στην αλληλούχιση DNA. Τέλος, αναφέρεται ότι η εργασία αυτή υποστηρίχθηκε από TMR Network FMRX-CT 97-0131.

Η ενάγουσα αρνείται ότι η ερευνητική εργασία που εκτέλεσε... και τα αποτελέσματά της δημοσιεύθηκαν στο άνω επιστημονικό περιοδικό, αποτέλεσε μέρος του ερευνητικού ευρωπαϊκού προγράμματος με την κωδική ονομασία TMR Network FMRX-CT 97-0131 και εν συντομία "Goldnet", χωρίς όμως να εξηγεί για ποιο λόγο αναφέρεται ακριβώς το αντίθετο και μάλιστα σε ένα επιστημονικό άρθρο, που δημοσιεύθηκε όχι μόνο με τη συναίνεσή της, αλλά και με την προσωπική της συμβολή, αφού ήταν ένας από τους κύριους συγγραφείς του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, περί το τέλος του 1998, αφότου ολοκληρώθηκε εκ μέρους της ενάγουσας το μέρος της επιστημονικής εργασίας που ο δεύτερος εναγόμενος... της είχε αναθέσει, η ενάγουσα παρέδωσε στον μεταδιδακτορικό υπότροφο του πρώτου εναγομένου, Ι. Τ., δείγμα του e.coli κλώνο ρΝ1 που περιείχε το γονίδιο της ψυχρόφιλης αλκαλικής φωσφατάσης, προκειμένου αυτός να συνεχίσει την έρευνα και μάλιστα να προχωρήσει στη στοχευμένη μεταλλαξογένεση του ανασυνδυασμένου ενζύμου με απώτερο στόχο την κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών που καθιστούν το ένζυμο με απώτερο στόχο την κατανόηση των βιολογικών μηχανισμών που καθιστούν το ένζυμο προσαρμοσμένο σε χαμηλές θερμοκρασίες..., όπου η στοχευμένη μεταλλαξογένεση είναι ένας από τους στόχους του προγράμματος, που αναφέρονται ήδη στην από 31 Ιανουαρίου 1997 πρόταση, που είχε υποβάλει το πρώτο εναγόμενο για τη συμμετοχή του στο παραπάνω ερευνητικό πρόγραμμα "Goldnet", στόχο που αναλάμβανε να πραγματοποιήσει το ίδιο το ΙΤΕ.

Μάλιστα, ο ως άνω ερευνητής Ι Τ., στα πλαίσια της εργασίας που εκτέλεσε, σε συνεργασία με τον Κ. Μ. και με τις οδηγίες του δεύτερου εναγομένου, πέτυχε τη σημαντική βελτίωση αναφορικά με την έκφραση και την απομόνωση του ανασυνδυασμένου ενζύμου. Τα αποτελέσμα της άνω εργασίας του δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό "European Journal of Biochemistry"...

Σημειώνεται ότι πέραν των άνω δημοσιεύσεων, τα επιστημονικά αποτελέσματα που είχαν παραχθεί κατά τη διάρκεια του εν λόγω ερευνητικού προγράμματος υποβάλλονταν κατά τη διάρκεια του έργου και στην αρμόδια Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ειδικότερα, για την περίοδο 1-12-1997 έως 30-11-1998, υποβλήθηκε από το Πανεπιστήμιο της Λιέγης ως συντονιστή φορέα του έργου, έκθεση ετήσιας προόδου, όπου αναφέρεται ότι η κλωνοποίηση και αλληλούχιση του γονιδίου της αλκαλικής φωσφατάσης ΤΑΒ5 και η απομόνωση σε καθαρή μορφή του ανασυνδυασμένου ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης είχε ήδη επιτευχθεί, ενώ, κατά τον αρχικό προγραμματισμό του έργου, οι εργασίες αλληλούχισης και η έκφραση του γονιδίου προβλεπόταν να παραδοθούν κατά το δεύτερο έτος.

Εξάλλου, το Μάιο του 2000 υποβλήθηκε από το πρώτο εναγόμενο προς τον συντονιστή του έργου και την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έκθεση ενδιάμεσης ανασκόπησης του έργου..., όπου ειδικά για την αλκαλική φασφατάση, παρουσιάζονται τα αποτελέσματα, που αναφέρονται ως περίληψη του άρθρου που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 στο περιοδικό "European Journal of Biochemistry"...

Μάλιστα, στις 13-5-2000, σε διήμερη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης μεταξύ των ερευνητικών φορέων που συμμετείχαν στο έργου, παρουσιάστηκαν και δημόσια τα αποτελέσματα αυτά, ενώ η ενάγουσα ήταν ομιλήτρια στο διήμερο αυτό συνέδρια για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου και συγκεκριμένα παρουσίασε αποτελέσματα για την αλκαλική φωσφατάση.

Με την ολοκλήρωση του παραπάνω ερευνητικού προγράμματος, υποβλήθηκε στα τέλη του 2001, η τελική έκθεση-αναφορά από τον συντονιστή του έργου [Πανεπιστήμιο Λιέγης] προς την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, στην οποία αναφέρονται σχετικά με τη δυνατότητα βιομηχανικής αξιοποίησης των ενζύμων που ερευνήθηκαν...

Από τα παραπάνω πορίσματα σαφώς προκύπτει ότι, κατά το χρόνο που ολοκληρώθηκε το έργο αυτό, δηλαδή το ερευνητικό πρόγραμμα με την ονομασία "ERBFMRXCT97-0131 ή "Goldnet", στο τέλος του 2001, η μέθοδος παραγωγής του ανασυνδυασμένου ενζύμου αλκαλική φωσφατάση ΤΑΒ5, όπως περιγράφεται στο άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 στο περιοδικό "European Journal of Biochemistry" "Αλκαλική φωσφατάση από το Ανταρκτικό στέλεχος ΤΑΒ5-Ιδιότητες από ψυχροφιλικές προσαρμογές" [Μ.

Ρ. και λοιποί], η οποία υλοποιήθηκε στο εργαστήριο Ενζυμικής Τεχνολογίας του πρώτου εναγομένου ως συλλογικό επιστημονικό έργο, με την σημαντική συμβολή της ενάγουσας και το ίδιο το παραγόμενο με τη μέθοδο αυτή προϊόν δεν ήταν δεκτικά βιομηχανικής εκμετάλλευσης, διότι δεν ήταν δυνατή η παραγωγή του ενζύμου σε ικανοποιητική ποσότητα, ώστε να χρησιμοποιηθεί σε βιοτεχνολογικούς σκοπούς και απαιτούνταν περαιτέρω έρευνα για την δημιουργία καλύτερων συστημάτων έκφρασης του ενζύμου που θα επέτρεπαν παραγωγή σε μεγαλύτερη ποσότητα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 25-4-2001, με σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ του ΙΜΒΒ του πρώτου εναγομένου και της εταιρείας New England [NEB], η οποία δραστηριοποιείται εμπορικά στον τομέα προϊόντων μοριακής βιολογίας, μεταβιβάστηκε στην τελευταία δείγμα υλικού που αφορούσε το προϊόν της αλκαλικής φωσφατάσης από το ανταρκτικό στέλεχος ΤΑΒ5..., με τη χρήση υπερέκφρασης κλώνουν Τ7 (ΡΝ1, περιγραφόμενο στη σελίδα 1232) ή παράγωγα αυτού, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει, με την αποκλειστική άδεια χρήσης, για ερευνητικούς και ακολούθως για εμπορικούς σκοπούς.

Επίσης, το πρώτο εναγόμενο, με σύμβαση που καταρτίστηκε στις 13-3-2003, με την ίδια ως άνω εταιρία, παραχώρησε στην τελευταία το δικαίωμα αποκλειστικής άδειας χρήσης του ανταρκτικού στελέχους ΤΑΒ5 και της παραγωγής, με τη χρήση αυτού, αλκαλικής φωσφατάσης, έναντι ετήσιου δικαιώματος εκμετάλλευσης ποσοστού 5% επί των καθαρών πωλήσεων από τη ΝΕΒ της αλκαλικής φωσφατάσης από το ανταρκτικό στέλεχος ΤΑΒ5, για χρονική περίοδο δέκα (10) ετών από την πρώτη εμπορική πώληση αυτής ή για τη διάρκεια ζωής οποιουδήποτε διπλώματος ευρεσιτεχνίας των ΗΠΑ αποκτηθέν από τη ΝΕΒ (εάν υπάρχει τέτοιο) σε σχέση με το εν λόγω ένζυμο, οποιαδήποτε περίοδος είναι μεγαλύτερη.

Στην τελευταία αναφερόμενη σύμβαση (13-3-2003) δεν γίνεται αναφορά στο δημοσιευμένο στο επιστημονικό περιοδικό "European Journal of Biochemistry" άρθρο με στοιχεία Eur.J.Biochem. 267, 1230-1238 (2000), όπως γίνεται στην προγενέστερη σύμβαση (25-4-2001). Ωστόσο, η τελευταία αυτή σύμβαση αφορά το βιολογικό υλικό που παρήχθη με τη μέθοδο αυτή που δημοσιεύθηκε στο άνω επιστημονικό περιοδικό...

Αποδείχθηκε επίσης ότι η παραπάνω εταιρεία ΝΕΒ, έχοντας στην κατοχή της ήδη από τον Απρίλιο του 2001, δυνάμει της προαναφερθείσας από 25-4-2001 σύμβαση με το πρώτο εναγόμενο, το προϊόν [βιολογικό υλικό] της ανασυνδυασμένης αλκαλικής φωσφατάσης ΤΑΒ5 και το πρωτόκολλο-μέθοδο παραγωγής, όπως δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό "European Journal of Biochemistry", στο άρθρο 'Ρήνα και λοιποί', το έτος 2000, προέβη σε τροποποιήσεις αυτού, με στόχο τη λήψη επαρκούς ποσότητας καθαρού ενζύμου, σημείο, κατά το οποίο υστερούσε το δημοσιευμένο πρωτόκολλο και έλαβε τελικά το με αριθμ. 7,319,014 Β2 Αμερικανικό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας, με ημερομηνία 15-1-2008, κατόπιν της υπ' αριθμ. 10/545,905 αιτήσεώς της, που καταχωρήθηκε στις 20-2-2003.

Το εν λόγω δίπλωμα ευρεσιτεχνίας έχει τον τίτλο 'Υπερέκφραση, καθαρισμός και χαρακτηρισμός μιας θερμοευαίσθητης φωσφατάσης' και σύμφωνα με την περίληψή του 'παρέχονται συνθέσεις για μια αλκαλική φωσφατάση και μέθοδοι για την υπερέκφραση και τον καθαρισμό της θερμοευαίσθητης Ανταρκτικής φωσφατάσης (ΤΑΡ).

Η ΤΑΡ χρησιμοποιείται για αποφωσφορυλίωση νουκλεϊνικών οξέων, σακχάρων, πεπτιδίων και πρωτεϊνών. Η ΤΑΡ όπως περιγράφεται εδώ έχει πλεονεκτήματα σε σχέση με φωσφατάσες από άλλες πηγές όσον αφορά στη θερμοευαισθησία στους 65ο C και στην αποτελεσματικότητα της ικανότητας να αποφωσφορυλιώνει σε περίπου ουδέτερο ρΗ'.

Η προστασία που παρέχεται με το δίπλωμα αυτό περιορίζεται σε μια αξίωση που αφορά 'Μια μέθοδο αποφωσφορυλίωσης ενός φωσφορυλιωμένου υποστρώματος, που περιλαμβάνει: α) προσθήκη της θερμοευαίσθητης Ανταρκτικής Φωσφατάσης (ΤΑΡ) της SEQ ID NO:10 σε ένα υπόστρωμα μέσα σε ένα ρυθμιστικό διάλυμα σε εΗ 5,5-6,5 και β) επώαση του μίγματος που περιέχει το υπόστρωμα και την ΤΑΡ κάτω από συνθήκες που αφήνουν να αφαιρεθεί φωσφορικό από το υπόστρωμα'...

Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι τόσο η μέθοδος παραγωγής του ανασυνδυασμένου ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης ΤΑΒ5, όπως αυτή δημοσιεύθηκε στο παραπάνω επιστημονικό περιοδικό... όσο και το ίδιο το παραγόμενο προϊόν είναι εφεύρεση. Σημειώνεται ότι η ενάγουσα ισχυρίστηκε για πρώτη φορά με την από 15-11-2010 και με αριθμό πρωτ. 2813/2010 αίτησή της προς τον Διευθυντή του ΙΜΒΒ-ΙΤΕ, Β.

Π., ότι τα ερευνητικά αυτά αποτελέσματα αποτελούν εφεύρεση, όχι όμως εξαρτημένη, όπως ισχυρίζεται με την ένδικη αγωγή της, αλλά υπηρεσιακή, που δημιουργήθηκε στα πλαίσια των καθηκόντων της και ότι συνδημιουργοί αυτής της εφεύρεσης είναι αυτοί που περιγράφονται στην παραπάνω δημοσίευση, που εργάστηκαν υπό την καθοδήγησή της με τη χρήση υλικών και μέσων του δεύτερου εναγομένου.

Αντίθετα, κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η άνω έρευνα και παρήχθησαν τα σχετικά αποτελέσματα [στο τέλος του 1998] και μέχρι τη δημοσίευση αυτών το Φεβρουάριο του 2000, ουδέποτε ισχυρίστηκε είτε προφορικά είτε εγγράφως, με αίτησή της είτε προς τον υπεύθυνο του Εργαστηρίου της Ενζυμικής τεχνολογίας του πρώτου εναγομένου είτε προς το διοικητικό του συμβούλιο ότι είχε πραγματοποιηθεί τέτοια εφεύρεση, ούτε ζήτησε την κατοχύρωσή της με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ενόψει μάλιστα του ότι γνώριζε ότι επίκειται δημοσίευσή της, αφού ήταν από τους συντάκτες του σχετικού επιστημονικού άρθρου και μετά την αποκάλυψή της στο κοινό δεν θα ήταν σε κάθε περίπτωση δυνατή η χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας.

Όμως, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι, όπως αποδείχθηκε, το έργο αυτό ήταν ένα συλλογικό επιστημονικό έργο, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του ερευνητικού ευρωπαϊκού προγράμματος "Goldnet" και τα αποτελέσματά που δημοσιεύθηκαν και η δημοσίευση στο παραπάνω περιοδικό ήταν μέρος αυτού, που δημιουργήθηκαν με τη συμβολή της ενάγουσας αλλά και άλλων επιστημόνων του πρώτου εναγομένου, όπως αυτοί αναφέρθηκαν παραπάνω και είναι συντάκτες του εν λόγω επιστημονικού άρθρου, εργαζόμενοι υπό την επίβλεψη και το συντονισμό του δεύτερου εναγομένου, που είχε τη βασική ερευνητική ιδέα, αναφορικά με τον άνω ισχυρισμό της ότι πραγματοποιήθηκε εφεύρεση, θα πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Το έργο αυτό που πραγματοποιήθηκε ήταν επιστημονικά σημαντικό, καινοτόμο και δημιούργησε μια νέα στάθμη τεχνικής, αφού έως τότε δεν είχε δημοσιευθεί ούτε είχε γίνει γνωστή οπουδήποτε στον κόσμο από γραπτή ή προφορική περιγραφή η παραγωγή ανασυνδυασμένης αλκαλικής φωσφατάσης από το βατήριο της ανταρκτικής φωσφατάσης.

Επομένως, πληρούσε την προϋπόθεση του 'νέου', με την έννοια του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 1733/1987. Για το λόγο αυτό, εξάλλου, το άρθρο αυτό αναφέρεται στη συνέχεια ως υφισταμένη στάθμη τεχνικής στην έκθεση της διεθνούς έρευνας, κατά την εξέταση της... αίτησης της εταιρίας ΝΕΒ για την απονομή διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η οποία αίτηση περιελάμβανε και αξιώσεις αναφορικά με τη μέθοδο παρασκευής μιας τροποποιημένης εκδοχής του ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης που παρήχθη με βάση το δημοσιευμένο πρωτόκολλο του άρθρου Rina et al. Όμως, η μεθοδολογία που ακολούθησε η παραπάνω ερευνητική ομάδα και η ενάγουσα για την παραγωγή του ενζύμου της ανασυνδυασμένης αλκαλικής φωσφατάσης, δεν περιέχει εφευρετικό βήμα και ούτε θα μπορούσε να οδηγήσει στην παραγωγή εφευρετικού προϊόντος που να είναι δεκτικό κατοχύρωσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.

Αντιθέτως, η ενάγουσα εκτέλεσε γνωστές μεθόδους και πρωτόκολλα κλωνοποίησης, υπερέκφρασης και απομόνωσης του συγκεκριμένου ενζύμου. Ειδικότερα, εφάρμοσε την γνωστή στους μοριακούς βιολόγους τεχνική μεθοδολογία κλωνοποίησης, που περιγράφεται στο εγχειρίδιο των Sambrook J., Fritsch EF και Μανιάτης Τ. με τίτλο 'Μοριακή κλωνοποίηση εγχειρίδιο εργαστηρίου 1989'...

και μέσω αυτής της μεθόδου κατέστη εργαστηριακής εφικτή η κλωνοποίηση για πρώτη φορά, έκφραση του συγκεκριμένου ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης ΤΑΒ5 από το αγρίου τύπου στέλεχος [ανταρκτικό βακτήριο που υπήρχε στη φύση]. Η αλληλούχιση του DNA έγινε με τη χρήση ενός αυτόματου DNA αλληλουχητή της εταιρείας Pharmatia Biotech και η απομόνωση του ανασυνδυασμένου ενζύμου πραγματοποιήθηκε με επιτυχία με τη χρήση του προσφορητή Mimetic Blue ARA 6 XL-Aragose solumn.

Επομένως, η μέθοδος που περιγράφεται ανωτέρω στο άνω επιστημονικό άρθρο και το προϊόν, που παράγεται μέσω αυτής, δεν εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα, διότι ένα πρόσωπο [ειδικός επιστήμονας μοριακός βιολόγος], με τη συνήθη τεχνική δεξιότητα, θα μπορούσε να δημιουργήσει το ένζυμο που αναφέρεται ως ανασυνδυασμένη αλκαλική φασφατάση ΤΑΒ5...

Εξάλλου, στο ίδιο το δημοσιευμένο άρθρο, κατά την περιγραφή της κλωνοποίησης του γονιδίου της αλκαλικής φωσφατάσης, αναφέρεται ότι γενικά όλοι οι χειρισμοί έγιναν ακολουθώντας πρότυπες μεθόδους και γίνεται ρητή παραπομπή στο σημείο αυτό στο άνω εγχειρίδιο των Sambrook J., Fritsch EF και Μανιάτης Τ. με τίτλο 'Μοριακή κλωνοποίηση εγχειρίδιο εργαστηρίου 1989', το οποίο σημαίνεται με τον αριθμό 19.

Τέλος, η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει εφευρετικό βήμα ενισχύεται από το γεγονός ότι ήδη στην από 31-1-1997 πρόταση, που υπέβαλε το πρώτο εναγόμενο για τη συμμετοχή του στο πρόγραμμα "Goldnet", όπου ο δεύτερος εναγόμενος είχε καθορίσει τους στόχους που έπρεπε να επιτευχθούν από το πρώτο εναγόμενο και μεταξύ αυτών ήταν ο έλεγχος των μικροοργανισμών για αλκαλικές φωσφατάσες, καθαρισμός αυτών των ενζύμων και προετοιμασία αρκετών υλικών για αλληλούχιση και κλωνοποίηση των γονιδίων τους σε e.coli, αναφέρεται ρητά ότι οι επιστήμονες που θα συμμετείχαν και ο Β.

Μ., ως υπεύθυνος του προγράμματος, ήταν αρκετά σίγουροι ότι αυτές οι πρωτεΐνες [μεταξύ αυτών και η αλκαλική φωσφατάση] μπορούν εύκολα να εκφραστούν σε e.coli, δηλαδή να κλωνοποιηθούν... οι αξιώσεις της εταιρίας ΝΕΒ για τη χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας... και μάλιστα οι αξιώσεις 1-6 και 21-23, που αφορούσαν σε ένα μόριο νουκλεϊκού οξέος που κωδικοποιεί μια θερμοασταθή ανταρκτική φωσφατάση [ΤΑΠ], κύτταρα ξενιστή και τις μεθόδους παρασκευής της ΤΑΡ, απορρίφθηκαν, διότι κρίθηκε ότι δεν εμπεριέχουν εφευρετικό βήμα.

Πέραν τούτου, η μέθοδος παραγωγής του ανασυνδυασμένου ενζύμου αλκαλική φωσφατάση ΤΑΒ5, όπως περιγράφεται στο άρθρο που δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο του 2000 στο περιοδικό "European Journal of Biochemistry"... και το ίδιο το παραγόμενο με τη μέθοδο αυτή προϊόν, δεν ήταν δεκτικά βιομηχανικής εκμετάλλευσης, διότι δεν ήταν δυνατή η παραγωγή του ενζύμου σε ικανοποιητική ποσότητα, ώστε να χρησιμοποιηθεί σε βιοτεχνολογικούς σκοπούς και απαιτούνταν περαιτέρω έρευνα για τη δημιουργία καλύτερων συστημάτων έκφρασης του ενζύμου που θα επέτρεπαν παραγωγή σε μεγαλύτερη ποσότητα...

Επομένως, δεν πληρούνταν τα κριτήρια που θέτει ο νόμος στο άρθρο 5 παρ. 4 και 5 του ν. 1733/1987 και μάλιστα της ύπαρξης εφευρετικής ιδέας και της δυνατότητας βιομηχανικής εφαρμογής και τα ερευνητικά αποτελέσματα που παρουσιάστηκαν με το παραπάνω δημοσιευμένο άρθρο, τον Φεβρουάριο του 2000, δεν αποτελούν εφεύρεση...

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από το γεγονός ότι, μετά την άνω δημοσίευση και τη σύναψη ακολούθως των παραπάνω αναφερομένων, από 25-4-2011 και 13-3-2003 συμβάσεων, που κατήρτισε το πρώτο εναγόμενο με την εταιρία ΝΕΒ, η τελευταία, αφού απέκτησε το προϊόν [βιολογικό υλικό], που περιγράφεται στο ως άνω άρθρο Rina et al και μάλιστα με μη αποκλειστική άδεια χρήσης [με την πρώτη σύμβαση] για ερευνητικούς και επακολούθως εμπορικούς σκοπούς και με δικαίωμα αποκλειστικής άδειας χρήσης, με τη δεύτερη σύμβαση, προέβη σε περαιτέρω έρευνα, μέσω των ερευνητών Ellen Guthrie, Theodore Davis, Jack Benner, οι οποίοι επέφεραν τροποποιήσεις στην πρωτεΐνη που παρήχθη κατά το άρθρο Rina et al και κατάφεραν έτσι, μέσω άλλων συστημάτων υπερέκφρασης να πετύχουν την παραγωγή του ενζύμου σε επαρκείς αποδόσεις και την παραγωγή μεγάλης κλίμακας, με σκοπό την εμπορία του συγκεκριμένου προϊόντος της ανταρκτικής φωσφατάσης που τελικώς επιτεύχθηκε από την άνω εταιρία.

Εξάλλου, η σύναψη των άνω συμβάσεων μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της εταιρίας ΝΕΒ έγινε νόμιμα κατ' ενάσκηση του περιουσιακού του δικαιώματος επί της γνώσης αυτής που παρήχθη στα πλαίσια του άνω ευρωπαϊκού προγράμματος... Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι οι εναγόμενοι αμφισβήτησαν ποτέ τη συμβολή της ενάγουσας στην παραγωγή των ερευνητικών αποτελεσμάτων που παρήχθησαν στα πλαίσια του παραπάνω ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι αυτά τα αποτελέσματα δεν αποτελούν εφεύρεση.

Ειδικότερα, μετά την παραπάνω δημοσίευση τον Φεβρουάριο του 2000 στο άνω επιστημονικό περιοδικό... εξαίρεται η συμμετοχή της με την ειδική επισημείωση ότι η ίδια μαζί με τον Χ. Π. έχουν συμβάλει εξίσου σ' αυτό το έργο... στη συνέχεια η ενάγουσα ζήτησε με την από 15-11-2010... αίτησή της προς το πρώτο εναγόμενο να ενημερωθεί εγγράφως για το δικαίωμά της [ηθικό / περιουσιακό /εύλογη πρόσθετη αμοιβή] ως δημιουργός/συνδημιουργός της εμπορικά εκμεταλλεύσιμης γνώσης/εφεύρεσης που παρήγαγε στο πλαίσιο των καθηκόντων της.

Την αίτηση αυτή την έκανε η ενάγουσα διότι, από την περιήγησή της στο διαδίκτυο, είχε ενημερωθεί για την εμπορία από την εταιρία ΝΕΒ ενός προϊόντος - ανταρκτικής φωσφατάσης, που, σύμφωνα με τις τεχνικές προδιαγραφές του, είχε ως πηγή απομόνωσης του ενζύμου το μετασχηματισμένο με πλασμιδιο ρΝ1 βακτήριο e.coli, όπως περιγράφονταν στο άρθρο Rina et al...

ήταν η πρώτη φορά που η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι υπήρξε εφεύρεση και μάλιστα υπηρεσιακή, που είχε δημιουργήσει μαζί με όσους αναφέρονται στη δημοσίευση υπό την επίβλεψη του δεύτερου εναγομένου. Επί της αιτήσεως αυτής, το πρώτο εναγόμενο, διά του διευθυντή του ΙΒΜΜ, Β. Π., απάντησε στην ενάγουσα, με την από 13-1-2011 επιστολή του.

Στην επιστολή αυτή αναφέρεται ότι η ομάδα Ενζυμικής Βιοτεχνολογίας του ΙΒΜΜ συμμετείχε στα ευρωπαϊκά προγράμματα GOLDZYME, EUROCOLD και GOLDNET (1995-2000). Στα πλαίσια αυτών των προγραμμάτων, ένα από τα projects, τα οποία εκπονήθηκαν στο εργαστήριο του Καθηγητή Β. Μ. αναφέρονταν στην απομόνωση και χαρακτηρισμό του ενζύμου Αλκαλική Φωσφατάση από το ψυχρόφιλο βακτήριο ΤΑΒ5, το οποίο είχε απομονωθεί από την Ανταρκτική στο εργαστήριο της Βιοχημείας του Πανεπιστημίου της Λιέγης...

Τα αποτελέσματα της εργασίας αυτής, μαζί με άλλα αποτελέσματα που προέκυψαν από συνεργασία των ομάδων Μ. και του Καθ. Μ. Κ., δημοσιεύθηκαν στο Eur. J Biochem. 267:1230-1238 (2000). Αναφέρεται επίσης ότι στο πρόγραμμα αυτό αρχικά εργάστηκε ο Χ. Π.ς, ο οποίο, μεταξύ πολλών ψυχρόφιλων βακτηρίων, επέλεξε το ΤΑΒ5, με βάση την υψηλότερη ενεργότητα του ενζύμου ΑΡ.

Στη συνέχεια, δούλεψε στην απομόνωση και βιοχημικό χαρακτηρισμό του ενζύμου από το αγρίου τύπου στέλεχος ΤΑΒ5. Ότι η ενάγουσα προχώρησε στην κλωνοποίηση, έκφραση, απομόνωση και βιοχημικό χαρακτηρισμό του ανασυνδυασμένου ενζύμου από e.coli. Στην εργασία αυτή, η οποία ολοκληρώθηκε το 1998, συμμετείχαν και οι Μ.

Τ.... και ο Κ. Μ.... Ακολούθως, αναφέρεται στη διάθεση του ενζύμου αυτού από το πρώτο εναγόμενο στην εταιρία ΝΕΒ και ότι τα δικαιώματα που εισπράττονται από το ΙΤΕ κατανέμονται εσωτερικά, με απόφαση του διευθυντή του ΙΤΕ..., απόφαση που εξακολουθεί να εφαρμόζεται... Εξάλλου, κατόπιν νέας εξώδικης δήλωσης της ενάγουσας...

το πρώτο εναγόμενο της απηύθυνε την από 13-4-2011... εξώδικη απάντηση-δήλωση, όπου, αφού περιγράφει και πάλι το άνω ευρωπαϊκό πρόγραμμα, την εργασία της ενάγουσας μαζί με άλλους συναδέλφους της υπό την εποπτεία και καθοδήγηση του δεύτερου εναγόμενου στο εργαστήριο του ΙΤΕ-ΙΜΒΒ της Ενζυμικής Τεχνολογίας... ότι η εργασία που πραγματοποίησε η άνω ερευνητική ομάδα και η ενάγουσα δεν αποτελεί επινόηση κάποιας νέας μεθοδολογίας ούτε νέου ενζύμου, αλλά ότι έγινε χρήση γνωστής τεχνικής και με διαδεδομένα πλασμίδια υπερέκφρασης έγινε η ταυτοποίηση, κλωνοποίηση, έκφραση και βιοχημικός χαρακτηρισμός του συγκεκριμένου ενζύμου από αγρίου στέλεχος ΤΑΒ5 και έτσι κατέστη εργαστηριακώς αξιοποιήσιμο για περαιτέρω ερευνητικούς σκοπούς και περαιτέρω εφαρμοσμένη έρευνα.

Αναφέρεται επίσης... ότι αποκλειστικός δικαιούχος άσκησης του περιουσιακού δικαιώματος εκμετάλλευσης αυτών των ερευνητικών αποτελεσμάτων, που εκπονήθηκαν στο εργαστήριο του ΙΤΕ, είναι το τελευταίο, σύμφωνα με τους γενικούς όρους χρηματοδότησης από την Ε.Ε. τέτοιων ερευνητικών προγραμμάτων, όπου τα όποια δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας ανήκουν στους φορείς που τα ανέπτυξαν και εν προκειμένω στο ΙΤΕ.

Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε αμφισβήτησαν τη συμβολή της ενάγουσας στην επιστημονική ερευνητική εργασία, που πραγματοποιήθηκε στο εργαστήριο Ενζυμικής Τεχνολογίας... Επομένως, ανεξαρτήτως του ότι τα ερευνητικά αυτά αποτελέσματα δεν αποτελούν εφεύρεση, δεν υπήρξε εκ μέρους των εναγομένων αμφισβήτηση ούτε υποτίμηση της συμβολής της ενάγουσας στην ολοκλήρωση του παραπάνω ερευνητικού έργου ούτε προσβολή της επαγγελματικής της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητάς της...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, ανελέγκτως, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και ειδικότερα με το να δεχθεί:

Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, υπό την ιδιότητά της ως μοριακής βιολόγου, απασχολείτο στο πρώτο των εναγόμενων και ήδη αναιρεσιβλήτων, Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), από την 1η-3-1987 και από την 1-3-1994, ως ειδικός λειτουργικός επιστήμονας Γ' Βαθμίδας στο εργαστήριο ενζυμικής τεχνολογίας του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (ΙΜΒΒ) του ΙΤΕ.

Ότι ο δεύτερος των εναγομένων, ήδη αναιρεσιβλήτων, καθηγητής, από το 1997, του τμήματος βιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, στον τομέα Βιοτεχνολογίας, συνεργαζόταν, από το 1983, αρχικά ως ερευνητής του ΙΜΒΒ), ακολούθως, ως συνεργαζόμενο μέλος ΔΕΠ του ΙΤΕ, αποκλειστικά επιστημονικά υπεύθυνος του εργαστηρίου Ενζυμικής Τεχνολογίας του ΙΜΒΒ.

Ότι το τελευταίο συμμετείχε σε ευρωπαϊκό χρηματοδοτούμενο από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόγραμμα, διάρκειας από 1-12-1997 μέχρι 30-11-2001, με τίτλο "Ψυχρόφιλοι μικροοργανισμοί και τα ένζυμά τους ως νέα εργαλεία της βιοτεχνολογίας" (Goldnet), με επιστημονικά υπεύθυνο το δεύτερο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο, σε συνεργασία με τέσσερα (4) ευρωπαϊκά πανεπιστημιακά ιδρύματα και ερευνητικά κέντρα, ενώ η σχετική σύμβαση υπογράφηκε στις 20-11-1997.

Ότι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης αυτής, είχε πραγματοποιηθεί ήδη ο πρώτος στόχος του έργου για το ένζυμο της αλκαλικής φωσφατάσης, λόγω της ερευνητικής εργασίας του Χ. Π., ερευνητή του ΙΤΕ-ΙΜΒΒ, υπό την εποπτεία του δεύτερου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου. Ότι, το Σεπτέμβριο του 1997 και πριν από την τυπική έναρξη του ως άνω προγράμματος, ο τελευταίος ανέθεσε στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, ως έχουσα τα προς τούτο ουσιαστικά και τυπικά προσόντα, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, να προβεί, υπό την εποπτεία του, σε κλωνοποίηση του γονιδίου της αλκαλικής φωσφατάσης σε e.coli, απομόνωση πρωτεΐνης, προκειμένου να καταστεί δυνατή η έκφραση και ο βιοχημικός χαρακτηρισμός του ανασυνδυασμένου ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης από e.coli, εργασία, η οποία αποτελούσε μέρος του δεύτερου στόχου του ευρωπαϊκού προγράμματος.

Ότι από το Σεπτέμβριο 1997 έως το Δεκέμβριο 1998, η ενάγουσα-αναιρεσείουσα, στο εργαστήριο της Ενζυμικής Τεχνολογίας του πρώτου των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, με μέσα και υλικά που αυτό παρείχε, εργάστηκε με τη συνδρομή της ομάδας της, που απαρτιζόταν από ειδικούς επιστήμονες, ενώ ενημέρωνε, σε εβδομαδιαία βάση, όλα τα μέλη του ως άνω εργαστηρίου καθώς και το δεύτερο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, για την πορεία των ερευνών.

Ότι, τελικά, η ενάγουσα - αναιρεσείουσα, μαζί με τα λοιπά μέλη της ομάδας της, υλοποίησε την ανατεθείσα σ' αυτήν ερευνητική εργασία, η οποία καταχωρίστηκε, το Σεπτέμβριο 1998, στην ειδική βάση δεδομένων και έλαβε αριθμό καταχώρισης. Ότι, το Δεκέμβριο 1998, παρουσίασε τα συνολικά αποτελέσματα στο δεύτερο εναγόμενο-αναιρεσίβλητο και αποφασίστηκε η δημοσίευση σε γνωστό διεθνές επιστημονικό περιοδικό.

Ότι η συλλογή και η επεξεργασία των αποτελεσμάτων της ως άνω ερευνητικής διαδικασίας ολοκληρώθηκε το Σεπτέμβριο του 1999 και, στη συνέχεια, το 2000, δημοσιεύθηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό "European Journal of Biochemistry", με τα στοιχεία "Αλκαλική φωσφατάση από το Ανταρκτικό στέλεχος ΤΑΒ5-Ιδιότητες και ψυχροφιλικές προσαρμογές", ενώ στο σχετικό άρθρο έγινε μνεία των ονομάτων της ομάδας, που συνέβαλε στην ολοκλήρωση του ως άνω ερευνητικού έργου καθώς και ότι η ενάγουσα-αναιρεσείουσα μαζί με το Χ.

Π. είχαν συμβάλει σημαντικά και εξίσου στην εκτέλεση του έργου αυτού. Ότι, επιπροσθέτως, τα επιστημονικά αποτελέσματα που είχαν, κατά τα ως άνω παραχθεί, κατά τη διάρκεια του ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος, υποβάλλονταν και στην αρμόδια Επιτροπή Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Ότι, στις 13-5-2000, σε διήμερη συνάντηση που πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης μεταξύ των ερευνητικών φορέων, που συμμετείχαν στο έργο, παρουσιάστηκαν δημόσια τα αποτελέσματα αυτά, με ομιλήτρια, εκτός των άλλων και την ενάγουσα-αναιρεσείουσα, για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου-αναιρεσιβλήτου, ενώ, περί τα τέλη του 2001, υποβλήθηκε η τελική έκθεση σχετικά με το ως άνω ερευνητικό έργο και στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Ότι, το εν λόγω έργο, όπως περιγράφεται στο άρθρο του ως άνω περιοδικού, το οποίο υλοποιήθηκε από την ενάγουσα-αναιρεσείουσα και την ομάδα της, ως συλλογικό επιστημονικό έργο, με τη σημαντική συμβολή της πρώτης και το ίδιο το παραγόμενο με τη μέθοδο αυτή προϊόν δεν ήταν δεκτικό βιομηχανικής εκμετάλλευσης, διότι δεν ήταν δυνατή η παραγωγή του ενζύμου σε ικανοποιητική ποσότητα, ώστε να χρησιμοποιηθεί σε βιοτεχνολογικούς σκοπούς, απαιτείτο δε περαιτέρω έρευνα για τη δημιουργία καλύτερων συστημάτων έκφρασης του ενζύμου, που θα επέτρεπαν παραγωγή σε μεγαλύτερη ποσότητα.

Ότι, δυνάμει συμβάσεων μεταξύ του ΙΒΜΜ του πρώτου των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και της εταιρείας "New England Biolabs" (ΝΕΒ) παραχωρήθηκε στην τελευταία το δικαίωμα αποκλειστικής άδειας χρήσης του ανταρκτικού στελέχους ΤΑΒ5 και της παραγωγής, με χρήση αυτού, αλκαλικής φωσφατάσης, έναντι ετήσιου δικαιώματος εκμετάλλευσης ποσοστού 5% επί των καθαρών πωλήσεων, για χρονική περίοδο δέκα (10) ετών ή για τη διάρκεια ζωής οποιουδήποτε διπλώματος ευρεσιτεχνίας των ΗΠΑ, αποκτηθέντος από τη ΝΕΒ, σε σχέση με το εν λόγω ένζυμο.

Ότι η σύμβαση αυτή αφορά στο βιολογικό υλικό που παρήχθη με τη μέθοδο, που δημοσιεύθηκε στο ως άνω επιστημονικό περιοδικό, πλην όμως, η ως άνω εταιρεία, με τη συνδρομή ειδικών επιστημόνων, προέβη σε τροποποιήσεις τούτου, με στόχο τη λήψη επαρκούς ποσότητας καθαρού ενζύμου, ενώ, αυτή έλαβε, μετά αίτησή της Αμερικανικό Δίπλωμα Ευρεσιτεχνίας.

Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφότου πραγματοποιήθηκε η ανωτέρω έρευνα και μέχρι το 2010, οπότε όχλησε εγγράφως το πρώτο των εναγομένων, δεν ισχυρίστηκε προφορικώς ή εγγράφως ότι είχε υλοποιήσει τέτοια εφεύρεση ούτε ζήτησε την κατοχύρωσή της με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ακόμη και όταν γνώριζε ότι επίκειται η δημοσίευσή και θα συμμετείχε ως συντάκτρια του σχετικού επιστημονικού άρθρου.

Ότι το έργο αυτό ήταν ένα συλλογικό επιστημονικό έργο, που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του ως άνω ερευνητικού ευρωπαϊκού προγράμματος και τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν ήταν μέρος αυτού, που δημιουργήθηκαν με τη συμβολή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας, αλλά και των άλλων επιστημόνων του πρώτου των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, που εργάστηκαν υπό την επίβλεψη και το συντονισμό του δεύτερου εξ αυτών, πληρούσε δε την προϋπόθεση του "νέου", με την έννοια του άρθρου 5 παρ. 3 του ν. 1733/1987, όμως, η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε από την παραπάνω ερευνητική ομάδα για την παραγωγή του ενζύμου της ανασυνδυασμένης αλκαλικής φωσφατάσης, δεν εμπεριέχει εφευρετικό βήμα και ούτε θα μπορούσε να οδηγήσει στην παραγωγή εφευρετικού προϊόντος, που να είναι δεκτικό κατοχύρωσης με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, καθόσον η ενάγουσα-αναιρεσείουσα εκτέλεσε γνωστές μεθόδους και πρωτόκολλα κλωνοποίησης, υπερέκφρασης και απομόνωσης του συγκεκριμένου ενζύμου και, μέσω της μεθόδου αυτής, κατέστη εργαστηριακώς εφικτή η κλωνοποίηση για πρώτη φορά, έκφραση του συγκεκριμένου ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης ΤΑΒ5 από αγρίου τύπου στέλεχος (ανταρκτικό βακτήριο που υπήρχε στη φύση) και, συνεπώς, η μέθοδος αυτή και το προϊόν που παράγεται, μέσω αυτής, δεν εμπεριέχει εφευρετική δραστηριότητα, διότι ένας ειδικός επιστήμων, με τη συνήθη τεχνική δεξιότητα, θα μπορούσε να δημιουργήσει το ένζυμο που αναφέρεται ως ανασυνδυασμένη αλκαλική φωσφατάση ΤΑΒ5.

Ότι, επιπροσθέτως, η μέθοδος παραγωγής του ανασυνδυασμένου ενζύμου αλκαλική φωσφατάση ΤΑΒ5 και το ίδιο το παραγόμενο με τη μέθοδο αυτή προϊόν δεν ήταν δεκτικά βιομηχανικής εκμετάλλευσης, διότι δεν ήταν δυνατή η παραγωγή του ενζύμου αυτού σε ικανοποιητική ποσότητα και, επομένως, δεν πληρούνταν τα κριτήρια που θέτει ο νόμος στο άρθρο 5 παρ. 4 και 5 του ν. 1733/1987, ήτοι της ύπαρξης εφευρετικής ιδέας και της δυνατότητας βιομηχανικής εφαρμογής.

Ότι η εταιρεία ΝΕΒ προέβη σε περαιτέρω έρευνα, μέσω ερευνητών, οι οποίοι επέφεραν τροποποιήσεις στην πρωτεΐνη που παρήχθη και κατάφεραν, μέσω άλλων συστημάτων υπερέκφρασης, να πετύχουν την παραγωγή του ενζύμου σε επαρκείς αποδόσεις και την παραγωγή μεγάλης κλίμακας, με σκοπό την εμπορία του συγκεκριμένου προϊόντος της αλκαλικής φωσφατάσης.

Ότι αποκλειστικός δικαιούχος άσκησης του περιουσιακού δικαιώματος εκμετάλλευσης των ως άνω ερευνητικών αποτελεσμάτων είναι το πρώτο των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με τους γενικούς όρους χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ότι οι εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ούτε υποτίμησαν τη συμβολή της ενάγουσας-αναιρεσείουσας στην παραγωγή των ερευνητικών αποτελεσμάτων, που παρήχθησαν στο πλαίσιο του παραπάνω ευρωπαϊκού ερευνητικού προγράμματος, στο εργαστήριο της Ενζυμικής Τεχνολογίας, ανεξαρτήτως του ότι αυτά δεν αποτελούν εφεύρεση ούτε προσέβαλαν την επαγγελματική της αξιοπρέπεια.

Διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφείς και αναλυτικές αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές ή ενδοιαστικές κρίσεις, σχετικά με όλα τα ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι στη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος και ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 60 του Α.Κ., 5 παρ. 4 και 5 καθώς και 6 παρ. 5 του ν. 1733/1987, αποφάνθηκε ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, ανελέγκτως, ότι αποδείχθηκαν, δεν υπάγονται στο πραγματικό των ως άνω διατάξεων που δεν ήταν εφαρμοστέες και, εντεύθεν, απέρριψε τις αξιώσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, οι περί αντιθέτου αιτιάσεις της, με τις οποίες αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, ήτοι της μη ορθής ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, οι οποίες περιέχονται στους τρίτο, πέμπτο, έβδομο και ένατο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης καθώς και στον τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής, ως προς το πρώτο σκέλος του, τυγχάνουν αβάσιμες.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθούν οι λόγοι αυτοί ως αβάσιμοι. Το Εφετείο, εξάλλου, ορθώς ερμηνεύοντας τη διάταξη του άρθρου 21 του ν. 1733/1987, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, έκρινε ότι δεν εφαρμόζεται για τη θεμελίωση των ενδίκων αξιώσεων της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, απορριπτομένου, εντεύθεν, ως αβάσιμου του περί του αντιθέτου δέκατου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια. Με τους δεύτερο, έκτο (ως προς το πρώτο σκέλος του), όγδοο λόγους της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης καθώς και το συναφούς περιεχομένου τέταρτο πρόσθετο λόγο αυτής προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια. Άπαντες οι ανωτέρω λόγοι είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου, καθόσον δεν παρατίθενται σ' αυτό αναλυτικά οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης, αλλά, αποσπασματικά και επιλεκτικά φράσεις ή ακόμη και τμήματα φράσεων αυτής, που δεν αποτυπώνουν το συνολικό περιεχόμενο και το νόημα των αιτιολογιών της και, συνακόλουθα, δεν καθίσταται εφικτός ο σχετικός έλεγχος, ώστε να διαπιστωθούν τυχόν αντιφάσεις ή ανεπαρκείς παραδοχές και, εντεύθεν, εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων.

Επιπροσθέτως, με τις αιτιάσεις αυτές δεν αποδίδονται σφάλματα της προσβαλλομένης, που αφορούν σε "ζητήματα", που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αλλά στην εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγησή τους καθώς και σε επιχειρήματα του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που δεν αποτελούν παραδοχές, της απόφασής του στις οποίες μπορεί να αποδοθεί η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια.

Σε κάθε περίπτωση, όπως προεκτίθεται, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει εμπεριστατωμένες και σαφείς αιτιολογίες, χωρίς αντιφατικές παραδοχές, ούτε και απαιτείτο η παράθεση σ'αυτήν και άλλων πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών.

Κατά το άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που κυρώθηκε με το ν. 53/1974 "παν πρόσωπον κατηγορούμενον επί αδικήματι τεκμαίρεται ότι είναι αθώον μέχρι της νομίμου αποδείξεως της ενοχής του". Ταυτόσημη διατύπωση έχει και η διάταξη του άρθρου 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, το οποίο κυρώθηκε με το ν. 2642/1997 και ορίζει ότι "κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο εωσότου η ενοχή του αποδειχθεί σύμφωνα με το νόμο", αλλά και του άρθρου 48 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ε.Ε.

Το τεκμήριο αθωότητας ορίζεται πλέον στο άρθρο 71 του Κ.Π.Δ., συνέπεια της ενσωματώσεως στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2016/343 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 9-3-2016 με το ν. 4596/2019. Η εφαρμογή του τεκμηρίου της αθωότητας προϋποθέτει το πέρας της ποινικής δίκης, με την έκδοση αθωωτικής απόφασης ή αντίστοιχου περιεχομένου βούλευμα δικαστικού συμβουλίου, δηλαδή περίπτωση "διαπιστωμένης ενοχής".

Η μεταγενέστερη της ποινικής, πολιτική δίκη, με την οποία διώκεται η επιδίκαση αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 του Α.Κ. και ερείδεται στο ίδιο, με την πρώτη, βιοτικό συμβάν, δηλαδή, στα ίδια πραγματικά περιστατικά, δεν ισοδυναμεί με διατύπωση μιας άλλης "ποινικής κατηγορίας" κατά του κατηγορουμένου μετά την αθώωσή του και, επομένως, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της αρχής "ne bis in idem", ενόψει του ότι η, κατά τις άνω διατάξεις (914 επ.

του Α.Κ.) αποζημίωση, την οποία οφείλει ο υπαίτιος στον παθόντα δεν έχει το χαρακτήρα ποινής. Κατ' άρθρο 321 του Κ.Πολ.Δ., στην πολιτική δίκη δεν παράγεται δεδικασμένο από απόφαση ποινικού δικαστηρίου. Το πολιτικό δικαστήριο, όμως, το οποίο δεν δεσμεύεται από την αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου-υπαιτίου ενώπιόν του και υποχρέου προς αποζημίωση του παθόντος, με βάση το ίδιο βιοτικό συμβάν και δύναται να αχθεί σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από αυτό του ποινικού δικαστηρίου, έχει υποχρέωση λήψεως υπόψη, συνεκτιμήσεως και συναξιολογήσεως της κατά τα ως άνω αθωωτικής απόφασης, ως ισχυρού τεκμηρίου αθωότητας, χάριν σεβασμού του τεκμηρίου αθωότητας (Ολ.

Α.Π 4/2020, Α.Π. 1308/2020). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 57 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., δεδικασμένο πηγάζει από αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου, που αποφαίνεται για τη βασιμότητα της κατηγορίας, το οποίο εμποδίζει την ποινική δίωξη του ίδιου κατηγορουμένου για την ίδια πράξη, έστω και αν δίδεται διαφορετικός χαρακτηρισμός.

Αντιθέτως, δεν παράγει δεδικασμένο η πράξη του εισαγγελέως πλημμελειοδικών, με την οποία κατ' άρθρο 43 παρ.1 του Κ.Π.Δ., αρχειοθετείται η υποβληθείσα μήνυση ή αναφορά ως μη νόμιμη ή προφανώς κατ' ουσίαν αβάσιμη ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως ούτε και η διάταξη αυτού, με την οποία απορρίπτεται, κατ' άρθρο 47 του ίδιου Κώδικα.

Στην τελευταία μόνο περίπτωση, εφόσον η απορριπτική αυτή διάταξη εγκριθεί από τον εισαγγελέα εφετών, παρέχεται στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών το δικαίωμα να απορρίψει, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 57 του Κ.Π.Δ., κάθε νέα καταγγελία κατά του ιδίου προσώπου που βασίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά ή σε επουσιώδη παραλλαγή τους ή συμπλήρωση αυτών, με συνέπεια τη δημιουργία περιορισμένου οιονεί δεδικασμένου, που ισχύει, κατά το στάδιο που προηγείται της ασκήσεως ποινικής διώξεως και κάμπτεται, όταν, μεταγενεστέρως, προκύψουν νεότερα πραγματικά περιστατικά ή συμπληρωθούν οι διαδικαστικές προϋποθέσεις της ασκήσεως ποινικής δίωξης (Α.Π. 367/2019, Α.Π. 1848/2010).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ομολογία του διαδίκου, γραπτή ή προφορική, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει, αποτελεί η σαφής παραδοχή αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος, η οποία πρέπει να γίνεται με πρόθεσή του προς αναγνώριση του επιβλαβούς γεγονότος. Η δικαστική ομολογία απευθύνεται στο το δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση ή στον εντεταλμένο δικαστή και αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, ενώ εξώδικη είναι η ομολογία, που γίνεται εκτός του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή και εκτιμάται ελεύθερα (Α.Π. 827/2020, Α.Π. 6/2019, Α.Π. 441/2018, Α.Π. 265/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων (Α.Π. 70/2008, Α.Π. 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π. 42/2002, Α.Π. 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό, χωρίς τη σχετική παράλειψη (Α.Π. 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.

Ως εκ τούτου, δεν ιδρύεται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα που εκτιμώνται ελεύθερα (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π.262/2020, Α.Π. 500/2019, Α.Π. 798/2010, Α.Π. 22/2005). Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ` ουσία αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (Α.Π. 455/2014, Α.Π. 1573/2006, Α.Π. 1072/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και το συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι το Εφετείο, κατά τον έλεγχο της ουσίας της διαφοράς και τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, παρέλειψε να λάβει υπόψη του και να συνεκτιμήσει τα υπ' αυτής νομίμως επικληθέντα κι προσκομισθέντα έγγραφα και δη Α) προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του βασικού ισχυρισμού της ότι ανήκει σ' αυτήν αποκλειστικά η ιδιότητα του εφευρέτη καθώς και το ηθικό δικαίωμα να απαιτήσει την αναγνώριση της ιδιότητας αυτής: 1) επικυρωμένο αντίγραφο χειρογράφου της σχεδίασης τριών (3) ολιγονουκλεοτιδίων, 2) επικυρωμένο αντίγραφο της από 23-5-1996 φόρμας παραγγελίας ολιγονουκλεοτιδίων με τις ονομασίες carboxy I/TAB5, carboxy II και animo/TAB5 προς το Εργαστήριο Μικροχημείας του ΙΤΕ-ΙΜΒΒ, 3) επικυρωμένο αντίγραφο του έντυπου παράδοσης από το εργαστήριο Μικροχημείας του ΙΤΕ-ΙΜΒΒ των ολιγονουκλεοτιδίων, με τις ονομασίες I/TAB5, carboxy II και animo/TAB5, στα οποία το Εργαστήριο έδωσε τους κωδικούς …, … και … αντίστοιχα, 4) επικυρωμένο αντίγραφο αποσπάσματος με ημερομηνίες από 06.05.96 έως και 21.06.96 από το Τετράδιο/Ημερολόγιο εργασιών της, της χρονικής περιόδου από Φεβρουάριο 1993 έως Σεπτέμβριο 1997, 5) επικυρωμένο αντίγραφο χειρογράφων ιδιογράφων της, στα οποία καταγράφονται για πρώτη φορά στα παγκόσμια χρονικά, τμήματα από τη νουκλεοτιδική αλληλουχία του γονιδίου της αλκαλικής φωσφατάσης από το ανταρκτικό βακτήριο ΤΑΒ5, 6) επικυρωμένες γνήσιες μηχανικές εκτυπώσεις ηλεκτρονικών εγγράφων εκ του ηλεκτρονικού αρχείου της με ημερομηνίες 25.5.1997, 9.6.1997, 11.7.1997 και 14.7.1997 σχετικά με την ηλεκτρονική αποτύπωση τμημάτων της νουκλεοτιδικής αλληλουχίας του γονιδίου της αλκαλικής φωσφατάσης από το ανταρκτικό βακτήριο ΤΑΒ5, 7) επικυρωμένη γνήσια μηχανική εκτύπωση ηλεκτρονικού εγγράφου από το ηλεκτρονικό της αρχείο, με ημερομηνία 11-9-1997 σχετικού με την ηλεκτρονική αποτύπωση σύγκρισης τμήματος της αμινοξικής αλληλουχίας της ΤΑΒ5 ΑΡ με εκείνη της αλκαλικής φωσφατάσης από το βακτήριο e.coli, 8) επικυρωμένο αντίγραφο ιδιογράφου/χειρογράφου της με ημερομηνία 24-9-1997, στο οποίο αποτυπώνεται ο σχεδιασμός της κατασκευής του ανασυνδυασμένου πλασμιδίου "ρΝ1" και η δημιουργία του Τ7 κλώνου υπερέκφρασης ρΝ1, 9) επικυρωμένο αντίγραφο της από 2.10.2013 βεβαίωσης αποδοχών, που της χορήγησε το τμήμα μισθοδοσίας του ΙΤΕ, κατόπιν έγγραφου αιτήματός της, 10) επικυρωμένο αντίγραφο της από 8-7-2015 υπ' αριθμ.

ΒΔ2015/97 απορριπτικής διάταξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Ηρακλείου, που εκδόθηκε επί από της από 1-12-2014 έγκλησης του ΙΤΕ κατ' αυτής για παράβαση καθήκοντος, παραβίαση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας και υπεξαγωγή εγγράφων, την οποία έθεσε στο αρχείο ως νόμω και ουσία αβάσιμη, δέχθηκε δε ότι αυτή (αναιρεσείουσα) έχει αποκλειστικά την πατρότητα της μεθοδολογίας και ερευνητικής εργασίας σχετικά με το ένζυμο "ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 αλκαλική φωσφατάση", που εμπορεύεται η αμερικάνικη εταιρεία ΝΕΒ, ότι το ΙΤΕ (πρώτο των αναιρεσιβλήτων) ουδέποτε αναγνώρισε την πατρότητά της επί της ως άνω ερευνητικής εργασίας, την οποία, μάλιστα, εκμεταλλεύθηκε εν αγνοία της και 11) επικυρωμένο αντίγραφο της 14/22-8-2016 διατάξεως του Εισαγγελέως Εφετών Ανατολικής Κρήτης, με την απορίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η 11/7-10-2015 προσφυγή του ΙΤΕ κατά την ως άνω διάταξης του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών.

Β) προς απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας του βασικού ισχυρισμού της ότι η καινοτόμος μέθοδος που επινόησε και ανέπτυξε συνιστούσε αναμφισβήτητα εφεύρεση, δηλαδή ήταν νέα, εμπεριείχε εφευρετικότητα, οδηγούσε στην επίτευξη ενός συγκεκριμένου και ζητούμενου αποτελέσματος και ήταν βιομηχανικά εφαρμόσιμη: 1) επικυρωμένο αντίγραφο του πίνακα των ετήσιων δικαιωμάτων, με τα δικαιώματα που κατέβαλε η εταιρεία ΝΕΒ στο ΙΤΕ για τα έτη 2003 μέχρι και το 2010, σε εκτέλεση της σύμβασης "License Agreement", 2) επικυρωμένα αντίγραφα αποφάσεων της διοίκησης του ΙΜΒΒ-ΙΤΕ με αριθμούς 1189/4-2-2008, 1831/29-1-2009, 2380/29-1-2010 και 2971/25-1-2011, 3) επικυρωμένο αντίγραφο της κατάστασης με τα ετήσια 'δικαιώματα', που κατέβαλε η εταιρία ΝΕΒ στο ΙΤΕ-ΙΜΒΒ για τα ημερολογιακά έτης από το 2003 έως και το 2012 για τις πωλήσεις από την εταιρία της 'ανασυνδυασμένης ΤΑΒ5 Αλκαλικής Φωσφατάσης', κατάσταση η οποία είχε επισυναφθεί στην 445/23-4-2013 εξώδικη απάντηση του ΙΤΕ, 4) επικυρωμένο αντίγραφο εγγράφου του ΙΤΕ επιγραφόμενο "NEB Royalty Report έγγραφο με αριθμ.

πρ. ΙΤΕ Εισαρχ. 9011/21-10-2016", με τα ετήσια δικαιώματα που κατέβαλε η εταιρεία ΝΕΒ στο ΙΤΕ για τα ημερολογιακά έτη από το 2003 έως και το 2015 για τις πωλήσεις από την εταιρεία της "ανασυνδυασμένης ΤΑΒ5 αλκαλικής φωσφατάσης", έγγραφο που έχει επισυναφθεί στην 923/25-10-2016 εξώδικη απάντηση του ΙΤΕ, 5) επικυρωμένη γνήσια μηχανική εκτύπωση του με ημερομηνία 27-10-2011 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της νομικής συμβούλου του ΙΤΕ κ.

Α. Τ., το οποίο είχε θέμα "ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΙΤΕ" και 6) επικυρωμένη γνήσια μηχανική εκτύπωση του με ημερομηνία 1.11.2011 μηνύματος ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της νομικής συμβούλου του ΙΤΕ κ. Α. Τ. με θέμα "ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΙ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΙ ΙΤΕ". Από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία επισκοπήθηκε, προκύπτει ότι τόσον από τη ρητή διαβεβαίωση στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού ότι έλαβε υπόψη του όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, όσον και από την όλη απόφασή του που διαλαμβάνει αναλυτικές και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, διαμόρφωσε τη δικανική πεποίθησή του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη, συναξιολόγησε και συνεκτίμησε, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων και όλα τα ανωτέρω φερόμενα από την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα αποδεικτικά έγγραφα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση τούτων.

Επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι αν το Εφετείο λάμβανε υπόψη τα ανωτέρω υπό στοιχεία Β 1-6 έγγραφα, θα αποφαινόταν ότι αυτή δικαιούται πρόσθετης εύλογης αμοιβής, η οποία προβλέπεται, κατά νόμο, για τον εργαζόμενο-δημιουργό, αξίωση, όμως, η οποία δεν διαλαμβανόταν στην ένδικη αγωγή της.

Συνακόλουθα, οι ανωτέρω λόγοι πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Οι αιτιάσεις, τις οποίες η αναιρεσείουσα παραθέτει στην κατακλείδα του τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, ήτοι ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη την υπ' αυτής επικληθείσα και προσκομισθείσα 1065Β'13-11-2015 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Ορσαλίας Πανταζή, από την οποία προκύπτει η σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) επίδοση της 1001/2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και έκρινε ότι οι αντίθετες εφέσεις κατά της άνω αποφάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός τριετίας από τη δημοσίευσή της, για το λόγο ότι δεν προέκυπτε επίδοση της απόφασης αυτής, δεν ιδρύουν την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 αναιρετική πλημμέλεια και, συνεπώς, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η έκθεση επιδόσεως της εκκληθείσας απόφασης είναι διαδικαστικό έγγραφο της προκειμένης δίκης και όχι αποδεικτικό, που βοηθά στη συγκρότηση της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού.

Σε κάθε περίπτωση, αν οι αιτιάσεις αυτές ήθελαν εκτιμηθεί ότι αφορούν στο εμπρόθεσμο των ασκηθεισών αντίθετων εφέσεων ή μιας εξ αυτών είναι, επίσης, απαράδεκτες, καθόσον δεν γίνεται επίκληση ότι προβλήθηκε λόγος έφεσης σχετικά με το εκπρόθεσμο του ως άνω ένδικου μέσου ή ότι προβλήθηκε τέτοιος λόγος και αγνοήθηκε από το Εφετείο ή απορρίφθηκε, εσφαλμένως.

Συνακόλουθα και στην περίπτωση αυτή, οι εν λόγω αιτιάσεις, ως αφορώσες, πράγματι, στην πλημμέλεια του αριθμού 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτες.

Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, προσάπτοντας την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη δικαστική ομολογία των αναιρεσιβλήτων, παράγουσα για το ομολογημένο γεγονός πλήρη απόδειξη.

Συγκεκριμένα, στο πρώτο υποσκέλος, υποστηρίζει ότι, ενώ οι αναιρεσίβλητοι με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ανέφεραν, επί λέξει ότι "Ο λόγος που το ΙΤΕ προτίμησε τη συνεργασία με τη ΝΕΒ και όχι την εκμετάλλευση του προϊόντος από την εταιρεία MINOTECH είναι ότι η MINOTECH είναι μια μικρή εταιρεία με ελάχιστες πωλήσεις στο εξωτερικό, ανύπαρκτο δίκτυο, τα προϊόντα δε τα οποία παράγει προορίζονται κυρίως για τις ανάγκες των ομάδων του ΙΒΜΜ", το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν δέχθηκε ως πλήρως αποδειχθέν το κρίσιμο πραγματικό περιστατικό της βιομηχανικής εφαρμογής του προϊόντος 'ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 αλκαλική φωσφατάση' και της μεθόδου παραγωγής του καθώς και ότι από το χρονικό σημείο της ολοκλήρωσής του το προϊόν ήταν άμεσα εκμεταλλεύσιμο και εμπορικά αξιοποιήσιμο.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι αβάσιμες, καθόσον από το ανωτέρω χωρίο των προτάσεων των αναιρεσιβλήτων δεν προκύπτει ομολογία τους ότι το παραχθέν υπ' αυτής προϊόν ήταν άμεσα εκμεταλλεύσιμο και εμπορικά αξιοποιήσιμο, αλλά παρατίθεται η άποψή τους σχετικά με την επιλογή της εταιρείας, η οποία θα ήταν η καταλληλότερη για την ικανή τροποποίηση του παραχθέντος προϊόντος, ώστε τούτο να καταστεί εμπορικά εκμεταλλεύσιμο, ιδιότητα, την οποία, δεν είχε η πρωτεΐνη να παρασκεύασε η αναιρεσείουσα με την ομάδα της, στα πλαίσια του ευρωπαϊκού προγράμματος.

Σύμφωνα, άλλωστε, με τις προεκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, κατά τρόπο σαφή, ότι το πρώτο των αναιρεσιβλήτων συμβλήθηκε με την εταιρεία ΝΕΒ, η τελευταία απέκτησε το προϊόν (βιολογικό υλικό), που περιγράφεται στο άρθρο Rina et al (δηλαδή αυτό που παρασκευάστηκε με τη συνδρομή και τη συνεργασία της αναιρεσείουσας και των λοιπών επιστημόνων) και μετά από συστηματικές έρευνες άλλων επιστημόνων, τροποποιήθηκε η παραχθείσα πρωτεΐνη και επιτεύχθηκε, μέσω άλλων συστημάτων υπερέκφρασης, η παραγωγή ενζύμου σε επαρκείς αποδόσεις, με σκοπό την εμπορία του συγκεκριμένου προϊόντος που τελικώς επιτεύχθηκε από την ανωτέρω εταιρεία, το οποίο ήταν διαφορετικό του παραχθέντος από την ομάδα της ενάγουσας- αναιρεσείουσας.

Συνεπώς, τα υπό των αναιρεσιβλήτων υποστηριχθέντα, όπως παρατίθενται στο αναιρετήριο, δεν περιέχουν παντάπασι ομολογία ότι το προϊόν, που εκμεταλλεύεται η εταιρεία ΝΕΒ είναι αυτό που παρήχθη από τη δική της επιστημονική δραστηριότητα. Στο δεύτερο υποσκέλος του ίδιου λόγου, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι, ενώ οι αναιρεσίβλητοι στην προσθήκη των πρωτόδικων προτάσεών τους ομολόγησαν ότι "Η πραγματικότητα είναι ναι μεν η αμινοξική αλληλουχία της αλκαλικής φωσφατάσης είναι πανομοιότυπη...", το Εφετείο δεν δέχθηκε ως πλήρως αποδειχθέντα τον αγωγικό ισχυρισμό της ότι το προϊόν που η ίδια παρήγαγε ήταν άμεσα εμπορικά εκμεταλλεύσιμο και αξιοποιήσιμο.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της από 31-1-2014 προσθήκης των έγγραφων προτάσεων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο χωρίο αυτής, προκύπτει ότι αναφέρονται, επί λέξει, τα εξής "Η πραγματικότητα είναι πως ναι μεν η αμινοξική αλληλουχία της αλκαλικής φωσφατάσης είναι πανομοιότυπη, ΟΜΩΣ για να καταστεί δεκτική βιομηχανικής εκμετάλλευσης και άρα για να πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις ύπαρξης 'εφεύρεσης' και 'διπλώματος ευρεσιτεχνίας' αυτής, η εταιρεία ΝΕΒ τροποποίησε την αλκαλική φωσφατάση, που είχε καταστεί γνωστή στο πλαίσιο της υπάρχουσας τότε στάθμης της επιστήμης, αφότου είχε δημοσιευθεί, δηλαδή το 2000, η συλλογική εργασία των εναγομένων, στην οποία συμμετείχε η αντίδικος.

Όπως περιγράφεται στο αντίστοιχο ΔΕ της ΝΕΒ, έγιναν οι αναγκαίες τροποποιήσεις έτσι ώστε να εκφράζεται το συγκεκριμένο ένζυμο ενεργό και σε ικανοποιητικές ποσότητες (διαφορετικός πλασμιδιακός φορέας, ουρά συγγένειας, σχήμα υπερέκφρασης και απομόνωσης)". Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προκύπτει ότι στις έγγραφες προτάσεις τους και στην προσθήκη αυτών, οι αναιρεσίβλητοι δεν προέβησαν στην υπό της αναιρεσείουσας επικαλούμενη ομολογία, αλλά, αντιθέτως, αναλυτικά παρέθεσαν τη διαφοροποίηση του εμπορικά αξιοποιήσιμου προϊόντος από το αρχικό παραχθέν με τη συμβολή της αναιρεσείουσας και των λοιπών συνεργατών της.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί το δεύτερο σκέλος του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης ως αβάσιμο. Ειδικά, ως προς τις προαναφερόμενες εισαγγελικές διατάξεις, λεκτέα τα εξής: Οι εν λόγω εισαγγελικές διατάξεις, με τις οποίες οι αρμόδιοι εισαγγελικοί λειτουργοί έκριναν επί της κατά της αναιρεσείουσας υποβληθείσας μήνυσης του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και, παρεμπιπτόντως, αποφάνθηκαν περί της φύσης του επίδικου δικαιώματός της επί της προαναφερόμενης ερευνητικής της εργασίας, δεν παράγουν δεδικασμένο επί της υπ' αυτών κριθείσας ποινικής υπόθεσης σε βάρος της αναιρεσείουσας, μη εξισούμενες με αμετάκλητες αθωωτικές ποινικές αποφάσεις, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα, πολλώ δε μάλλον και ως προς το κατά τα ως άνω παρεμπίπτον ζήτημα των αστικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας.

Ως εκ τούτου, αποτελούν αποδεικτικά έγγραφα, χρήσιμα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα οποία, όμως, δεν διαθέτουν ιδιάζουσα βαρύτητα, ώστε να απαιτείται η ειδική αναφορά τους και η χωριστή αξιολόγησή τους, λαμβανομένου υπόψη, επιπροσθέτως, ότι η υπό κρίση διαφορά δεν αφορά σε αστική αδικοπρακτική ευθύνη της αναιρεσείουσας, με βάση τα ίδια περιστατικά, που έκριναν την έλλειψη της ποινικής της ευθύνης.

Συνακόλουθα, δεν συντρέχει παραβίαση του τεκμηρίου αθωότητας, το οποίο αβασίμως επικαλείται η αναιρεσείουσα και, εντεύθεν, ο δεύτερος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, λόγω παραβιάσεως του άρθρου 6 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, πρέπει ν' απορριφθεί, ωσαύτως, ως αβάσιμος.

Στη διάταξη του άρθρου 17Α του ν. 1733/1987, με τον τίτλο "Απόδειξη και δικαίωμα ενημέρωσης", όπως προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 3966/2011, σε συμμόρφωση με τα άρθρα 6 και 8 της Οδηγίας 2004/48 ορίζονται ότι "1. Όταν ένας διάδικος έχει προσκομίσει ευλόγως διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία επαρκή προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του περί προσβολής ή επικείμενης προσβολής δικαιωμάτων του παρόντος νόμου, ενώ παράλληλα επικαλείται αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου, το δικαστήριο ύστερα από αίτηση του διαδίκου, μπορεί να διατάξει την προσκόμιση των αποδεικτικών αυτών στοιχείων από τον αντίδικο.

Η ύπαρξη σημαντικού αριθμού αντιγράφων, αξιολογουμένων και των λοιπών περιστάσεων της υπόθεσης, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά βάσιμο αποδεικτικό στοιχείο. Αν διάδικος κληθεί και αδικαιολόγητα δεν προσκομίσει τα αποδεικτικά στοιχεία που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, οι αντίστοιχοι προς απόδειξη ισχυρισμοί του διαδίκου που ζήτησε την προσκόμιση ή τη γνωστοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων θεωρούνται ομολογημένοι. 2.

Υπό τους όρους που προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο της προηγούμενης παραγράφου, αν συντρέχει προσβολή των δικαιωμάτων σε εμπορική κλίμακα, το δικαστήριο μπορεί επίσης, ύστερα από αίτηση διαδίκου, να διατάξει τη γνωστοποίηση τραπεζικών, χρηματοοικονομικών ή εμπορικών εγγράφων που βρίσκονται υπό τον έλεγχο του αντιδίκου.

Η ύπαρξη σημαντικού αριθμού αντιγράφων, αξιολογούμενων και των λοιπών περιστάσεων της υπόθεσης, μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά επαρκή ένδειξη προσβολής σε εμπορική κλίμακα. Αν διάδικος κληθεί και αδικαιολόγητα δεν προσκομίσει τα έγγραφα που ορίζονται στο πρώτο εδάφιο, οι αντίστοιχοι προς απόδειξη ισχυρισμοί του διαδίκου που ζήτησε την προσκόμιση ή τη γνωστοποίηση των αποδεικτικών στοιχείων θεωρούνται ομολογημένοι. 3.

Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο διασφαλίζει την προστασία των εμπιστευτικών πληροφοριών... 7. Εφόσον ο υπόχρεος προς πληροφόρηση παράσχει ανακριβείς πληροφορίες από δόλο ή από βαρειά αμέλεια, ευθύνεται για τη ζημία που εκ του λόγου τούτου προξένησε".

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση.

Συνεπώς, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο με λόγο έφεσής του ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.Α.Π. 15/2000, Α.Π. 884/2017, Α.Π. 168/2015, Α.Π. 142/2013).

Όπως δε περαιτέρω προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνο του αριθμού 1 του εν λόγω άρθρου. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.

αναιρετική πλημμέλεια, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 17Α του ν. 1733/1987 "περί μεταφοράς τεχνολογίας εφευρέσεων και τεχνολογικής καινοτομίας", με το να απορρίψει ως αβάσιμο το σχετικό πρόσθετο λόγο της έφεσής της, με τον οποίο παραπονείτο ότι η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εσφαλμένα απέρριψε ως αόριστο το αίτημά της περί επιδείξεως των αναφερόμενων στην αγωγή της εγγράφων, πρόσφορων για την απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών της.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, προεχόντως, λόγω αοριστίας του αναιρετηρίου δικογράφου, καθόσον δεν αναφέρεται σ' αυτό ότι ο, κατ' άρθρο 17Α του ν. 1733/1987, ισχυρισμός προβλήθηκε τόσον πρωτοδίκως όσον και στη δίκη ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των σχετικών δικογράφων, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό "περί παροχής πληροφοριών για την προέλευση και για τα δίκτυα των εμπορευμάτων ή παροχής πληροφοριών", κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17Α του ν. 1733/1987, τόσον με την αγωγή της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου όσον και ενώπιον του Εφετείου, με την έφεσή της ή τους πρόσθετους λόγους αυτής, ενώ, το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, υποστηρίζει ότι το με την αγωγή της υποβληθέν αίτημα περί επιδείξεως εγγράφων ερείδεται στην προαναφερόμενη διάταξη.

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η απόρριψη του, κατά τις διατάξεις των άρθρων 450-452 του Κ.Πολ.Δ., αιτήματος της αναιρεσείουσας περί επιδείξεως των στην αγωγή εγγράφων, το οποίο υποβλήθηκε στα πλαίσια της εκκρεμούς δίκης, δεν ελέγχεται αναιρετικώς με τους λόγους από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγω της δικονομικής φύσης των ως άνω διατάξεων.

Πρέπει, συνεπώς, ν' απορριφθεί ο λόγος αυτός ως απαράδεκτος (Α.Π. 69/2021, Α.Π. 436/2020, Α.Π. 1200/2019).

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει ν' απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ. δ του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 23-2-2020 (1928/196/24-2-2020) αίτηση της Μ. Ρ. του Δ. για αναίρεση της 1560/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και τους με το από 15-9-2021 (92/16-9-2021) δικόγραφο πρόσθετους λόγους αυτής.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ