Legislator Case Law & Legislation
329/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for issuing a blank cheque, rejecting claims of statute of limitations and jurisdictional bars.

Case Number 329/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his conviction for issuing a blank cheque, upholding the lower court's judgment. The appellant argued that the prosecution was time-barred and that a prior civil court decision regarding jurisdiction should bar the criminal proceeding. The court rejected these arguments, confirming that the victim company was properly represented and that the criminal court is not bound by the civil court's ruling on jurisdiction.

Legislator headnote

AI generated

Articles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court dismisses appeals where the appellant fails to prove the statute of limitations has expired or that a prior civil judgment on jurisdiction bars the criminal prosecution, affirming the criminal court's independent assessment of jurisdiction.

Keywords

AI generated
blank cheque issuance statute of limitations jurisdictional clause criminal appeal civil court precedent victim representation court costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 473 paragraphs 2 and 3, 474 of the Code of Criminal Procedure
Article 509 of the Code of Criminal Procedure
Articles 63, 64, 68, 82 and 87 of the Code of Civil Procedure
Articles 914 and 932 of the Civil Code
Article 510 paragraph 1 item A and Article 171 paragraph 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 578 paragraph 1 in conjunction with Article 577 paragraph 2a of the Code of Criminal Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 329 / 2025 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 329/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη-Εισηγήτρια, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αναστάσιου Σκάρα (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γ. Β., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπάκα, για αναίρεση της υπ'αριθ. ΖΤ282, ΖΤ472/2024 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Με υποστηρίζουσα την κατηγορία την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "INVECOM LIMITED", η οποία εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παύλο Τσαμάκο.

Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από 26.3.2024 (αρ. 2276/ 26.3.2024) αίτηση αναιρέσεως και τον από 27.9.2024 πρόσθετο λόγο, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε: α) να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ο πρόσθετος λόγος αυτής και β) επικουρικά, κατ' εφαρμογή του άρθρου 511 ΚΠΔ, αφού η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παύσει οριστικά, λόγω παραγραφής, η ποινική δίωξη που ασκήθηκε σε βάρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντα και τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 26.3.2024 (αριθ. 2276/2024) αίτηση του Γ. Δ. του Κ., κατοίκου ..., οδός ..., για αναίρεση της υπ' αριθ. 282-472/2024 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών που καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο στις 5.3.2024 και με την οποία κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης οκτώ (8) μηνών ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠοινΔ), είναι παραδεκτή και πρέπει να συνεξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν με τον από 27.9.2024 πρόσθετο λόγο αναίρεσης, ο οποίος έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 ΚΠοινΔ).

I) Όπως προκύπτει από τα άρθρα 63, 64, 68, 82 και 87 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ, στην άσκηση της πολιτικής αγωγής κατά την ποινική διαδικασία, για την επιδίκαση αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, νομιμοποιείται ενεργητικά, ως παθών από το διωκόμενο έγκλημα, μόνο όποιος έχει ζημιωθεί αμέσως από αυτό, υπό την προϋπόθεση, ότι το δικαστήριο έχει επιληφθεί της εκδικάσεως της αξιόποινης πράξεως, από την οποία φέρεται ως αμέσως ζημιωθείς ο ίδιος.

Επομένως, δικαιούχος της χρηματικής αυτής ικανοποιήσεως είναι μόνο ο φορέας του δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος που έχει προσβληθεί, οπότε και τα Νομικά Πρόσωπα, όπως είναι οι εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, ως φορείς τέτοιου δικαιώματος ή εννόμου συμφέροντος, έχουν δικαίωμα παραστάσεως πολιτικής αγωγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αφορά την πίστη και το κύρος τους έναντι τρίτων.

Ακόμη, από τις τελευταίες ως άνω διατάξεις, οι οποίες ερμηνεύονται και ενόψει του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού, που έγκειται στην ικανοποίηση της αστικής αξιώσεως, αλλά και στην υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα, για την εξυπηρέτηση του γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, σαφώς συνάγεται, ότι η πολιτική αγωγή, που ασκείται ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου, έχει πλην του αστικού και ποινικό χαρακτήρα, αφού αποσκοπεί και στην υποστήριξη της κατηγορίας κατά του δράστη της εγκληματικής πράξεως (Ολ.

ΑΠ 1/1997, ΑΠ 1085/2018). Με αυτή δεν επιδιώκεται δηλαδή, μόνον η ικανοποίηση της αστικής αξίωσης του αμέσως ζημιωθέντος, αλλά και η υποστήριξη της κατηγορίας από τον πολιτικώς ενάγοντα για την εξυπηρέτηση του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος (Ολ. ΑΠ 1/1997). Είναι γεγονός ότι εκείνος που υπέστη βλάβη από το έγκλημα, και ιδιαίτερα ο ίδιος ο παθών, επιζητεί την συμμετοχή του στην ποινική δίκη όχι μόνον για να εξασφαλίσει την αποκατάσταση οποιοσδήποτε ζημίας του, που μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, αλλά και για να συμπράξει στην αντίδραση της πολιτείας κατά του εγκλήματος, που εκδηλώνεται με την πανηγυρική διαπίστωση της ενοχής και την δημόσια αποδοκιμασία μέσω της ποινής (ΑΠ 1177/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη αυτή του άρθρου 61 παρ1 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθ. 63, 64, 65 και 68 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ και 914 και 932 ΑΚ, συνάγεται, ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο δικαιούχος αποζημιώσεως ή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από αδικοπραξία, άσκησε ενώπιον του Πολιτικού Δικαστηρίου αγωγή, με την οποία ζήτησε να του επιδικασθεί το μεγαλύτερο μέρος της απαιτήσεώς του και επιφυλάχθηκε να εισαγάγει και ένα μέρος αυτής στο ποινικό δικαστήριο, είναι παραδεκτή η παράσταση αυτού (ως άνω δικαιούχου) στο Ποινικό Δικαστήριο, ως πολιτικώς ενάγοντος για το μέρος της απαιτήσεώς του, το οποίο δεν εισήχθη στο Πολιτικό Δικαστήριο, και για το οποίο έλαβε χώρα η επιφύλαξή του, από δε την απόφαση του πολιτικού δικαστηρίου, σχετικώς με την υπόθεση αυτή, δεν παράγεται δεδικασμένο, ούτε δεσμεύεται το ποινικό δικαστήριο, αλλά η απόφαση αυτή του πολιτικού δικαστηρίου εκτιμάται ελεύθερα (ΑΠ 1793/2011).

Ήδη, με τις διατάξεις των άρθρων 63-66 του ισχύοντος από 01.07.2019 ΚΠΔ, επαναπροσδιορίστηκε η έννοια και η θέση του πολιτικώς ενάγοντος στην ποινική δίκη, στην οποία πλέον τα δικαιούμενα πρόσωπα μπορούν να παραστούν για την υποστήριξη της κατηγορίας και μόνο ενώ, κατ' άρθρο 67 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, η διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί σχετικά με την άσκηση και διατύπωση της παράστασης για την υποστήριξη της κατηγορίας, είναι η ίδια με εκείνη της διάταξης του άρθρου 68 παρ.2 του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, ήτοι επιτρέπεται να ασκηθεί, χωρίς έγγραφη προδικασία, το αργότερο όμως, ωσότου αρχίσει για πρώτη φορά η αποδεικτική διαδικασία στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του σχεδίου του νέου ΚΠΔ, το κριτήριο της ενεργητικής νομιμοποίησης για τη δήλωση παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας παρέμεινε το ίδιο με εκείνο του προϊσχύσαντος δικαίου και απλώς αφαιρέθηκε η δυνατότητα από τον δικαιούχο του ουσιαστικού δικαιώματος χρηματικής αποζημίωσης, υλικής αποκατάστασης ή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, να εισάγει τις αστικές αξιώσεις του στην ποινική δίκη, όπου δικαιούται πλέον να παρίσταται μόνο προς υποστήριξη της κατηγορίας (ΑΠ 908/2023, ΑΠ 208/2021).

Επομένως, υπό το καθεστώς του νέου ΚΠΔ που ισχύει από 01.07.2019, οι δηλώσεις παράστασης πολιτικής αγωγής ισχύουν ως δηλώσεις για την υποστήριξη της κατηγορίας και για τα ζητήματα ενεργητικής νομιμοποίησης του υποστηρικτή της κατηγορίας ισχύουν αναλλοίωτα, όσα γίνονταν δεκτά υπό το προϊσχύσαν δίκαιο για τη νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος.

Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 590 παρ. 1α' του ισχύοντος από 01.07.2019 νέου ΚΠοινΔ, υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό, συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Όμως, κατά το άρθρο 588 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, αστικές αξιώσεις που έχουν εισαχθεί σε ποινικά δικαστήρια παραπέμπονται υποχρεωτικά ως ανεκκαθάριστες στα πολιτικά δικαστήρια, εκτός αν έχουν επιδικαστεί, οπότε ως προς αυτές εφαρμόζονται οι διατάξεις του καταργούμενου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΑΠ 175/2022, ΑΠ 886/2020).

II. Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο, που την εξέδωσε, συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε ή υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Η απαιτούμενη κατά τα άνω άρθρα του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, (η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης), εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, δηλαδή την καταδικαστική ή απαλλακτική απόφαση του δικαστηρίου, αλλά σε όλες, χωρίς εξαίρεση, τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως εάν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή εάν η έκδοση τους αφήνεται στη διακριτική ή ανέλεγκτη, κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας.

Έτσι, η παρεμπίπτουσα απόφαση, που απορρίπτει αντιρρήσεις κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη, δηλαδή να διαλαμβάνει στο αιτιολογικό της τις νομικές σκέψεις που αιτιολογούν τη δικανική πεποίθηση ότι με βάση την κατηγορία, όπως διατυπώνεται στο κλητήριο θέσπισμα ή στο παραπεμπτικό βούλευμα, αλλά και με βάση το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής (ήδη δε δήλωσης για υποστήριξη της κατηγορίας), νομιμοποιείται ενεργητικώς ο πολιτικώς ενάγων, δηλαδή ότι, ως αμέσως ζημιωθείς από το αδίκημα, έχει κατά του κατηγορουμένου, που νομιμοποιείται παθητικώς, άμεση και ενεργή αξίωση αστικού δικαίου προς αποζημίωση ή προς ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, της οποίας (αξίωσης) η ουσιαστική βασιμότητα θα κριθεί, κατά την αποδεικτική διαδικασία, διαφορετικά για την παρεμπίπτουσα αυτή απόφαση ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της έλλειψης αιτιολογίας του άρ. 510 παρ. 1 στοιχ.Δ', ΚΠΔ, υπό την προϋπόθεση όμως ότι το αίτημα αυτό υποβλήθηκε κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, αλλιώς το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει και μάλιστα με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία σε αόριστο αίτημα (ΑΠ 1367/2022, ΑΠ 1134/2022, ΑΠ 566/2022, ΑΠ 140/2021).

III) Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 3 του ν.ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που δημιουργεί λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α' του ιδίου κώδικα, η οποία λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, ακόμη και στον Άρειο Πάγο, επιφέρει και η παρά το νόμο παράσταση του πολιτικώς ενάγοντος, ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία, στη διαδικασία του ακροατηρίου.

Τέτοια ακυρότητα υπάρχει και όταν δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του πολιτικώς ενάγοντος και ήδη υποστηρίζοντος την κατηγορία οι όροι της ενεργητικής νομιμοποιήσεώς του για την παράστασή του. Από τις διατάξεις των άρθρων 63, 82 παρ. 1 του ΚΠΔ (νέου και παλαιού), σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 66 (πρώην 64), 67 (πρώην 68) παρ. 1 και 2, 83, 84, 87 του ισχύοντος Κώδικα και 914, 932 του ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι νόμιμη η δήλωση παράστασης πολιτικής αγωγής και νυν υποστήριξης της κατηγορίας που γίνεται είτε στην προδικασία, είτε ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, πρέπει, εκείνος που προβαίνει σ' αυτή, να έχει υποστεί από την τέλεση της εγκληματικής πράξης ζημία, από την οποία διατηρεί αξίωση αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης.

Τέτοια αξίωση υφίσταται σε εκείνον που ζημιώθηκε άμεσα από την άδικη πράξη με την οποία προσβλήθηκαν έννομα αγαθά αυτού, ο οποίος, ως μόνος ενεργητικά νομιμοποιούμενος, μπορεί να προβεί σε δήλωση παράστασης ως πολιτικώς ενάγων και ήδη σε δήλωση υποστήριξης της κατηγορίας. Απόλυτη ακυρότητα επίσης επέρχεται και όταν παραβιάστηκε η διαδικασία που έπρεπε να τηρηθεί σχετικά με τον τρόπο και το χρόνο διατύπωσης της παράστασης για υποστήριξη κατηγορίας, κατά το άρθρο 67 παρ.1 του ν.ΚΠΔ.

Η ακυρότητα αυτή δεν καλύπτεται από την μη προβολή αντιρρήσεων κατά της παράνομης παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας, αν από την ίδια τη διαδικασία προκύπτει έλλειψη νομιμοποίησης, η οποία ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και οδηγεί στην απόρριψη της παράστασης αυτής ως απαράδεκτης.

Άλλες ελλείψεις ή πλημμέλειες, που αφορούν στην παράσταση ή την εκπροσώπηση του πολιτικώς ενάγοντος ήδη δε, του υποστηρίζοντος την κατηγορία δεν ασκούν επιρροή στη νομιμότητα της παράστασης προς υποστήριξη κατηγορίας και δεν επιφέρουν απόλυτη ακυρότητα, αφού αυτές οι ελλείψεις ή πλημμέλειες θίγουν απλώς το συμφέρον του δικαιούχου και όχι του κατηγορούμενου, ούτε πλήττουν τη δημόσια τάξη (ΑΠ 908/2023, ΑΠ 973/2021, ΑΠ 244/2023, ΑΠ 1699/2016, ΑΠ 909/2016).

Η ενεργητική νομιμοποίηση του υποστηρίζοντος την κατηγορία (υπό του προισχύσαντος ΚΠΔ του πολιτικώς ενάγοντος) κρίνεται σύμφωνα με την κατηγορία, όπως αυτή διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, ήδη δε της δήλωσης προς υποστήριξη της κατηγορίας, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης (κρίνεται) από την αποδεικτική διαδικασία (ΑΠ 908/2023, ΑΠ 973/2021).

IV) Εξάλλου, κατά το άρθρο 43 του ΚΠολΔ, "Η συμφωνία των διαδίκων, με την οποία τακτικό δικαστήριο γίνεται αρμόδιο για μελλοντικές διαφορές είναι έγκυρη μόνο αν είναι έγγραφη και αναφέρεται σε ορισμένη έννομη σχέση, από την οποία θα προέλθουν οι διαφορές", κατά δε το άρθρο 44 του ίδιου Κώδικα "Οι συμφωνίες κατά τα άρθρα 42 και 43 δημιουργούν αποκλειστική αρμοδιότητα, εκτός αν από την ίδια τη συμφωνία προκύπτει το αντίθετο".

V) Τέλος, κατά το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή, η οποία δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ' αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και με χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το έγκλημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται αντικειμενικά μεν: α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στην οικεία θέση, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας.

Κατά συνέπεια, αν κάποιος εκδώσει ακάλυπτη επιταγή ως νόμιμος εκπρόσωπος νομικού προσώπου για λογαριασμό του τελευταίου, δράστης του αδικήματος αυτού είναι ο ενεργών ως όργανο του νομικού προσώπου, ο οποίος με την προγενέστερη άδικη συμπεριφορά του φέρει ο ίδιος την ποινική ευθύνη για την ποινή που προβλέπεται στο άρθρο 79 του ν. 5960/1933 και υπέχει νομική υποχρέωση κάλυψης της επιταγής, εφόσον ενήργησε γνωρίζοντας τα στοιχεία του αδικήματος και το ενδεχόμενο να υπάρχει έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό του νομικού προσώπου με χρέωση του οποίου είναι πληρωτέα η επιταγή κατά το χρόνο έκδοσης ή της πληρωμής αυτής (δηλαδή αρκεί για την τέλεση του αδικήματος ο απλός (ή και ενδεχόμενος δόλος), γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη. (ΑΠ 1408/2022, ΑΠ 179/2021, ΑΠ 792/2019, ΑΠ1493/2018) Από την τέλεση δε του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, που στοιχειοθετεί συνάμα και αδικοπραξία του ΑΚ, κατ' άρθρο 914 αυτού, άμεσα ζημιωθείς και συνεπώς, νομιμοποιούμενος ενεργητικά να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων, με διττό χαρακτήρα, υπό το καθεστώς του προϊσχύσαντος ΚΠΔ και ήδη με αμιγώς ποινικό χαρακτήρα, προς υποστήριξη μόνο της κατηγορίας, είναι ο κομιστής που την εμφάνισε στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε ή ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος την πλήρωσε στον κομιστή της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως δευτεροβάθμιο Δικαστήριο προκύπτει ότι το εν λόγω Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αναφερομένων κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (εγγράφων, των οποίων έγινε ανάγνωση στο ακροατήριο, της κατάθεσης του μάρτυρος κατηγορίας και της απολογίας του κατηγορουμένου) δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: "ο κατηγορούμενος, στην Αθήνα, στις 15.1.2015, τέλεσε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης και της πληρωμής.

Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο, ο κατηγορούμενος με πρόθεση εξέδωσε την υπ' αριθμ. ... μεταχρονολογημένη επιταγή της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "FBB-Πρώτη Επιχειρηματική Τράπεζα Α.Ε", με αναγραφόμενη στο σώμα της ημερομηνία έκδοσης την 30.3.2015, ποσού 50.000 ευρώ, πληρωτέα από τον υπ' αριθμ. ...

τραπεζικό λογαριασμό του κατηγορουμένου, σε διαταγή της εταιρίας με την επωνυμία "ZEBELE LIMITED", εν γνώσει του ότι δεν υπήρχαν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια τράπεζα τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο πληρωμής των ως άνω επιταγών. Η ως άνω λήπτρια της επιταγής εταιρία οπισθογράφησε την εν λόγω επιταγή στην εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "INVECOM LIMITED", η οποία εμφάνισε την επίδικη επιταγή νομίμως κα, εμπροθέσμως προς πληρωμή, αλλά η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε λόγω έλλειψης αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων, όπως βεβαιώνεται με σχετική επισημείωση της πληρώτριας τράπεζας στο σώμα της επίδικης επιταγής.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου ότι εξέδωσε την ως άνω ακάλυπτη επιταγή υπό το κράτος φόβου, διότι δεχόταν απειλές για τη ζωή του από τον Β. Ρ. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι ο Β. Ρ. απείλησε ή εκβίασε με οποιονδήποτε τρόπο τον κατηγορούμενο να υπογράψει την επίδικη επιταγή.

Άλλωστε, ο Β. Ρ. έχε, αθωωθεί αμετάκλητα για τις πράξεις της ηθικής αυτουργίας σε εκβίαση κα, της ηθικής αυτουργίας σε βαριά σκοπούμενη σωματική βλάβη, που φερόταν ότι είχε τελέσει σε βάρος του κατηγορουμένου Γ. Δ. (βλ. την υπ' αριθμ. 476/2022 αμετάκλητη απόφαση του Β' Τριμελούς Εφετείου Κακουργηματων Αθηνών).

Επομένως, ενόψει των ανωτέρω, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της αξιόποινης πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, που του αποδίδεται με το κατηγορητήριο." Στη συνέχεια το παραπάνω κήρυξε τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο ένοχο για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής με την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.ε' ΠΚ, με το ακόλουθο διατακτικό: "Στην Αθήνα, στις 15-01-2015 τέλεσε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής που δεν πληρώθηκε στον κομιστή, γιατί δεν είχε τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής και πιο συγκεκριμένα εξέδωσε με πρόθεση τη μεταχρονολογημένη επιταγή με αριθμό ...

με αναγραφόμενη στο σώμα της ημερομηνία εκδόσεως την 30-03-2016 για να πληρωθεί από την FBB-Πρώτη Επιχειρηματική Τράπεζα Α.Ε για το χρηματικό ποσό των 50.000,00 ευρώ, σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία "ZEBELE LIMITED", νομίμως περιελθούσα εξ οπισθογραφήσεως στην εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "INVECOM LIMITED", η οποία εκπροσωπείται νομίμως και είναι η νόμιμη κομίστρια αυτής.

Και αφού εμφανίσθηκε προς πληρωμή στις 15-1-2015 δεν πληρώθηκε από την πληρώτρια Τράπεζα, γιατί δεν υπήρχαν επαρκή διαθέσιμα κεφάλαια." Περαιτέρω, στην ακροαματική διαδικασία που διεξήχθη στις 10.05.2018, ερήμην του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "INVECOM LIMITED", ως νόμιμη κομίστρια εξ οπισθογραφήσεως της ως άνω επιταγής, που την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε και συνεπώς, ως αμέσως ζημιωθείσα, δήλωσε νομότυπα, καταθέτοντας και το σχετικό παράβολο, παράσταση πολιτικής αγωγής για το ποσό των 44 ευρώ με επιφύλαξη, ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής της βλάβης, που προκλήθηκε από την αδικοπραξία του κατηγορουμένου εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, ποσό το οποίο και της επιδικάστηκε με την πρωτόδικη απόφαση, η οποία εκδόθηκε ερήμην του κατηγορουμένου.

Ενώπιον δε του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της έφεσης του κατηγορουμένου, που διεξήχθη στις 29.01.2024, με την παρουσία του εκκαλούντος κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, η εγκαλούσα δήλωσε νομότυπα, πριν από την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας παράσταση προς υποστήριξη πλέον της κατηγορίας, αν και θα μπορούσε να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής, αφού τα ποσό της χρηματικής ικανοποίησης της είχε επιδικασθεί με την εκκαλούμενη απόφαση που είχε εκδοθεί ερήμην του κατηγορουμένου και κατ' άρθρο 588 παρ.3 του ΚΠΔ, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, υπό στοιχ.

Ι, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του προϊσχύσαντος ΚΠΔ. Ο τότε εκκαλών κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων προέβαλε παραδεκτώς για πρώτη φορά, (αφού από τη διαδικασία ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου απουσίαζε), αντιρρήσεις κατά της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας-πολιτικής αγωγής, διατεινόμενος, στο σχετικό έγγραφο που κατέθεσε, μετά από παράθεση νομικών σκέψεων, επί λέξει τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση, το αδίκημα για το οποίο κατηγορούμαι ενώπιόν Σας αφορά την έκδοση ακάλυπτης επιταγής, η οποία είχε δοθεί προς εξασφάλιση του τιμήματος αγοραπωλησίας μετοχών με την από 19-10-2022 σύμβαση πώλησης μετοχών μεταξύ των εταιρειών INVECOM LIMITED και ZEBELE LTD.

Στο άρθρ.9 παρ.6 της άνω Σύμβασης είχε συμφωνηθεί ότι "Η Σύμβαση διέπεται από το Δίκαιο της Κυπριακής Δημοκρατίας και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με αυτό. Οποιαδήποτε διαφορά ή διαφωνία ανακύψει σε σχέση με την παρούσα ή εξ αφορμής της, θα υπάγεται στην αποκλειστική δικαιοδοσία των δικαστηρίων της πόλης της Λευκωσίας".

Ως έχει κριθεί ήδη με τις υπ' αριθμ.1304/2018 ΜονΕφΑθ (Σχετ. 2 για την ένδικη επιταγή) και υπ' αριθ. 4336/2020 ΤριμΕφΑθ (Σχετ.1 για την επιταγή του αρ.5 παρ.3 του άνω συμφωνητικού) αποφάσεις, η άνω συμφωνημένη ρήτρα περί αποκλεισμού της διεθνούς δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων "...είναι έγκυρη και καταρτίστηκε παραδεκτά...

Περαιτέρω από το περιεχόμενο της άνω συμφωνίας ...προκύπτει σαφώς χωρίς να καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι αυτή περιλαμβάνει τόσο τις διαφορές και αντίστοιχες αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση πώλησης μετοχών, όσο και εκείνες που προκύπτουν από αυτή...Επομένως, στα δικαστήρια που προαναφέρθηκαν υπάγονται όλες οι διαφορές και αντίστοιχες αξιώσεις, χωρίς διάκριση, που έχουν ως αφετηρία και ιστορικό υπόβαθρο την προαναφερόμενη σύμβαση πώλησης μετοχών, είτε αυτές στηρίζονται στην αθέτηση συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών, είτε θεμελιώνονται στις διατάξεις περί αδικοπραξίας.

Τέτοια διαφορά είναι και η προκειμένη διαφορά, η οποία εδράζεται στην έκδοση από τον ανακόπτοντα ακάλυπτων επιταγών, οι οποίες εκδοθείσες στα πλαίσια της σύμβασης πώλησης μετοχών, ως εγγύηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της αγοράστριας από την σύμβαση αυτή, έχουν ως αιτία την εν λόγω σύμβαση και σχετίζονται με αυτήν..." Με αυτό το σκεπτικό, το Εφετείο Αθηνών έκρινε την Διαταγή Πληρωμής που είχε εκδοθεί για την ένδικη επιταγή ως άκυρη (1304/2018 ΜονΕφΑΘ) και περαιτέρω, απέρριψε αγωγή αδικοπραξίας, εδραζόμενη στο ν.5960/1933, της εγκαλούσας σε σχέση με την έκδοση της μεταχρονολογημένης επιταγής που προβλεπόταν στο άνω συμφωνητικό στο άρ.5 παρ.3 (4336/2020 ΤριμΕφΑΘ), κρίνοντας ότι, επί των αξιώσεων που προκύπτουν από την έκδοση αυτών, δεν έχουν δικαιοδοσία τα ελληνικά Δικαστήρια.

Συναφώς το Δικαστήριό Σας, ελλείψει ενεργής αστικής αξίωσης υπαγόμενης στη δικαιοδοσία των ελληνικών Δικαστηρίων, ήδη με την υπ' αριθμ, ΑΤ 1228/2021 απόφασή του (Σχετ.3) έκρινε ότι η εδώ εγκαλούσα δεν νομιμοποιείται να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας σε βάρος μου για το αδίκημα του ν.5960/33 (ακάλυπτη επιταγή) και δη σε σχέση με την επιταγή που είχε εκδοθεί δυνάμει του αρ.5 παρ.3 της από 19-10-2022 σύμβασης πώλησης μετοχών.

Μετά ταύτα, είναι προφανές ότι η αιτούμενη ενώπιον Σας να παρασταθεί προς υποστήριξη της σε βάρος μου κατηγορίας, δεν έχει αγώγιμη αξίωση σε βάρος μου, καθώς αυτή δεν υπάγεται στην δικαιοδοσία των ελληνικών Δικαστηρίων και συνεπώς, δεν θεωρείται "...δικαιούμενη κατά τον αστικό κώδικα σε αποζημίωση ή αποκατάσταση από το έγκλημα ή σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης...".

Το Δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τις αντιρρήσεις αυτές κατά της πολιτικής αγωγής και την ένσταση περί αποβολής της, με το εξής επί λέξει σκεπτικό: "...Κατά τα άρθρα 63, 66, 67 και 82-84 του ΚΠοινΔ, νομιμοποιείται να παραστεί προς υποστήριξη κατηγορίας κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή αποκατάσταση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, τέτοιος δε είναι, όπως συνάγεται από τα άρθρα 914 και 932 του Α.Κ., εκείνος ο οποίος άμεσα ζημιώθηκε ή υπέστη ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη από την αξιόποινη πράξη του δράστη, και όχι αυτός που βλάπτεται έμμεσα απ' αυτήν, ακόμη και όταν από διάταξη νόμου η υποχρέωση για την αποκατάσταση της ζημίας ή την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης περιορίζεται αποκλειστικά σε τρίτο πρόσωπο. Το επιτρεπτό της παραστάσεως του υποστηρίζοντος την κατηγορία κρίνεται από το περιεχόμενο της απαιτήσεως που περιέχει η δήλωσή του και από το κατηγορητήριο που διαλαμβάνει την άδικη πράξη, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξιώσεως από την αποδεικτική διαδικασία (βλ. ΑΠ 224/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 25/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 520/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκείμενη περίπτωση, η εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "INVECOM UNITED" ως νόμιμη κομίστρια της ακάλυπτης επιταγής που φέρεται ότι εξέδωσε ο κατηγορούμενος, είναι η αμέσως ζημιωθείσα από την αξιόποινη πράξη της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και ως εκ τούτου δικαιούται να ζητήσει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του Α.Κ. χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την αξιόποινη αυτή πράξη.

Συνεπώς, η ως άνω εγκαλούσα εταιρία έχει αστική αξίωση κατά του κατηγορουμένου από την αδικοπραξία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής και ως αμέσως ζημιωθείσα από την αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι τέλεσε ο κατηγορούμενος, δικαιούται να παραστεί στην παρούσα δίκη προς υποστήριξη της κατηγορίας. Άλλωστε, ο όρος περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της πόλης της Λευκωσίας της Κύπρου, ο οποίος περιέχεται στην από 19.10.2012 σύμβαση πώλησης μετοχών μεταξύ της εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "INVECOM UNITED" ως πωλήτριας και της εταιρίας με την επωνυμία "ZEBELE LTD" ως αγοράστριας, αφορά τις αστικές αξιώσεις που πηγάζουν από την εν λόγω σύμβαση, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε και η επίδικη επιταγή και δεν ασκεί καμία επιρροή στο δικαίωμα της εγκαλούσας εταιρίας να δηλώσει παράσταση προς υποστήριξη της κατηγορίας στην ποινική διαδικασία, η οποία λόγω του τόπου έκδοσης της ακάλυπτης επιταγής διεξάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

Και τούτο διότι το άρθρο 63 του ΚΠοινΔ δίνει το δικαίωμα να παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας κατά την ποινική διαδικασία εκείνος που δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση ή αποκατάσταση ως παθών από το έγκλημα ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης και δεν εξαρτά το δικαίωμα αυτό από το ποιο Δικαστήριο είναι αρμόδιο να δικάσει την αστική αξίωση του αμέσως ζημιωθέντος.

Συνακόλουθα, είναι αδιάφορο για την άσκηση του δικαιώματος της εγκαλούσας εταιρίας να παραστεί προς υποστήριξη της κατηγορίας στην ποινική διαδικασία, το γεγονός ότι η εγκαλούσα εταιρία μπορεί να ασκήσει την αστική της αξίωση από την έκδοση της επίδικης ακάλυπτης επιταγής αποκλειστικά στα Δικαστήρια της Λευκωσίας της Κύπρου.

Επομένως, κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί αποβολής της παραστάσας προς υποστήριξη της κατηγορίας και να επιτραπεί στην εγκαλούσα εταιρία με την επωνυμία "INVECOM LIMITED" να παρασταθεί προς υποστήριξη της κατηγορίας".

Με το παραπάνω αιτιολογικό και διατακτικό, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην παρεμπίπτουσα απόφασή του με την οποία απέρριψε τις αντιρρήσεις του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της παράστασης προς υποστήριξη της κατηγορίας-πολιτικής αγωγής και την ένστασή του περί αποβολής της, την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Και τούτο διότι, όπως προεκτίθεται στη μείζονα σκέψη της παρούσας υπό στοιχείο I, η ενεργητική νομιμοποίηση του πολιτικώς ενάγοντος κρίνεται σύμφωνα με την κατηγορία, όπως αυτή διατυπώνεται στο παραπεμπτικό βούλευμα ή το κλητήριο θέσπισμα, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της δήλωσης παράστασης πολιτικής αγωγής, ενώ η ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης (κρίνεται) από την αποδεικτική διαδικασία.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, με βάση το αδίκημα της έκδοσης ατομικώς από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ακάλυπτης επιταγής σε διαταγή της λήπτριας εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ZEBELE LTD", η οποία την οπισθογράφησε στην εγκαλούσα εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "INVECOM LIMITED" νομιμοποιείται ενεργητικώς η εγκαλούσα, με την ιδιότητά της ως εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχος της ακάλυπτης επιταγής (κομίστρια), η οποία την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε, λόγω ελλείψεως ενεργητικού και συνεπώς, αμέσως παθούσα και δικαιούμενη αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης ηθικής βλάβης από την εναντίον της αδικοπραξία του κατηγορουμένου, (άρθρα 914, 932 ΑΚ), ο οποίος εξέδωσε μεταχρονολογημένη την επιταγή, γνωρίζοντας ότι ενδεχομένως δεν θα υπάρχουν κεφάλαια στον ατομικό του λογαριασμό, σε βάρος του οποίου εκδόθηκε, κατά τον χρόνο της εμφάνισής της για πληρωμή.

Είναι δε αδιάφορη για την εγκυρότητα της παράστασης της ως άνω εγκαλούσας, ως πολιτικώς ενάγουσας ήδη υποστηρίζουσας την κατηγορία, η επικαλούμενη από τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, έκδοση της επιταγής από τον ίδιο ατομικώς, στα πλαίσια της από 19.10.2012 σύμβασης αγοραπωλησίας μετοχών, που καταρτίστηκε μεταξύ της λήπτριας της επιταγής εταιρίας με την επωνυμία " ZEBELE LTD " και της εξ οπισθογραφήσεως δικαιούχου αυτής εγκαλούσας εταιρίας με την επωνυμία "INVECOM LIMITED", και προς εξασφάλιση του τιμήματος των πωληθεισών από την εταιρία "INVECOM LIMITED" μετοχών και ως εγγύηση για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της αγοράστριας εταιρίας "ZEBELE LTD" εκ της συμβάσεως αυτής, στην οποία (σύμβαση) περιέχεται ρήτρα περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Λευκωσίας.

Και τούτο διότι, ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων ως τρίτος σε σχέση με την άνω σύμβαση, εφόσον δεν εκθέτει περαιτέρω ότι υπήρξε και ο ίδιος συμβαλλόμενος σε αυτή, έστω και αν πράγματι εξέδωσε ατομικώς την επίμαχη επιταγή στα πλαίσια της σύμβασης αυτής προς εξασφάλιση του τιμήματος των πωληθεισών μετοχών και ως εγγύηση για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της αγοράστριας, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, χωρίς να επικαλείται περαιτέρω σύναψη σχετικής έγγραφης εγγυητικής σύμβασης μεταξύ του ιδίου και της πωλήτριας εταιρίας και ήδη εγκαλούσας, που να περιέχει μάλιστα ρήτρα παρέκτασης αρμοδιότητας, αναφερόμενη ρητώς στις μελλοντικές διαφορές από την αδικοπραξία της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο IV δεν δικαιούται να επικαλείται την εν λόγω συμβατική ρήτρα, που περιέχεται στην από 19.10.2012 σύμβαση αγοραπωλησίας μετοχών και δεσμεύει μόνο τις συμβληθείσες εταιρίες, αξιώνοντας την αποβολή από την ποινική δίκη για την αξιόποινη πράξη της έκδοσης από τον ίδιο της επίμαχης ακάλυπτης επιταγής, της πολιτικώς ενάγουσας και ήδη υποστηρίζουσας την κατηγορία, συμβληθείσας στην επίμαχη σύμβαση αγοραπωλησίας μετοχών, ως πωλήτριας εταιρίας και ήδη κομίστριας της επίμαχης επιταγής εξ οπισθογραφήσεως, η οποία (πωλήτρια εταιρία) φέρεται στο κλητήριο θέσπισμα ως αμέσως ζημιωθείσα από την αδικοπραξία του, αφού εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα την επιταγή στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε.

Συνεπώς, εφόσον ο εκκαλών - κατηγορούμενος δεν επικαλέστηκε έγγραφη ρητή συμβατική ρήτρα μεταξύ του ιδίου ατομικώς και της πολιτικώς ενάγουσας εταιρίας περί αποκλειστικής δικαιοδοσίας αλλοδαπού δικαστηρίου για τις μελλοντικές διαφορές που θα προέκυπταν από την έκδοση των ακαλύπτων επιταγών, εκ μέρους του κατηγορουμένου, ακόμη και αν αυτές εκδόθηκαν από τον τελευταίο προς εξασφάλιση τιμήματος μετοχών, η αγοραπωλησία των οποίων καταρτίστηκε μεταξύ των πιο πάνω εταιριών και ως εγγύηση έναντι της πωλήτριας εταιρίας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων της αγοράστριας εταιρίας από την εν λόγω σύμβαση, υφίσταται δικαιοδοσία ελληνικών δικαστηρίων.

Σημειώνεται, εξάλλου, ότι εφαρμοστέο δίκαιο στην εν λόγω περίπτωση, είναι το ελληνικό δίκαιο, κατ' άρθρο 16 του ΠΚ, εφόσον ο κατηγορούμενος είναι ημεδαπός και τέλεσε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, στην ημεδαπή, ήτοι στην Αθήνα στις 15.01.2015. Και τούτο, μολονότι ο όψιμος ισχυρισμός του αναιρεσείοντος, που περιέχεται στην αναίρεση, περί εφαρμοστέου αλλοδαπού δικαίου δεν απετέλεσε περιεχόμενο της ένστασης αποβολής της υποστηρίζουσας την κατηγορία -πολιτικώς ενάγουσας, που προβλήθηκε στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.

Επομένως, η εγκαλούσα εταιρία "INVECOM LIMITED", που αντιστοιχεί στον τύπο της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης του ημεδαπού δικαίου, ως δικαιούχος εξ οπισθογραφήσεως (κομίστρια) της επίμαχης επιταγής, η οποία την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα και δεν πληρώθηκε, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ζημιώθηκε αμέσως, κατά το ποσό της επιταγής, από την άδικη πράξη, την οποία τέλεσε ο κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων και συνεπώς, υπέστη και ηθική βλάβη, για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούται να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγουσα, ήδη δε ως υποστηρίζουσα την κατηγορία, στην προκειμένη δίκη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 του εφαρμοστέου ημεδαπού ΑΚ.

Τις διατάξεις αυτές ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το Δικαστήριο της ουσίας, εν σχέσει με την παράσταση της πολιτικώς ενάγουσας και ήδη υποστηρίζουσας την κατηγορία στην προκειμένη δίκη, ως αμέσως ζημιωθείσας από το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης εκ της ως άνω αδικοπραξίας, χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης, σχετικώς με την παράσταση αυτή της πολιτικής αγωγής, ανεξαρτήτως του αν εκ της συμβάσεως μεταξύ πωλήτριας και αγοράστριας εταιρίας, η εγκαλούσα πωλήτρια έναντι της αντισυμβαλλομένης της αγοράστριας εταιρίας, δεσμεύεται να ασκήσει και τις εξ αδικοπραξίας αξιώσεις της στα δικαστήρια της Λευκωσίας.

Σημειώνεται εξάλλου ότι το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και ορθώς συνεκτίμησε ελεύθερα και την επικληθείσα και προσκομισθείσα από τον κατηγορούμενο 4336/2020 απόφαση του ΤρΕφΑΘ, με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως η εκ της αδικοπραξίας από την έκδοση της επίμαχης ακάλυπτης επιταγής, αγωγή της εγκαλούσας κατά του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, επειδή κρίθηκε, με βάση προφανώς τα εκτιθέμενα στην ιστορική βάση της ενστάσεως περί ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Λευκωσίας του εκεί εναγομένου, (τα οποία ενδεχομένως είναι διαφορετικά από εκείνα που επικαλέστηκε στις αντιρρήσεις του κατά της παράστασης πολιτικής αγωγής και στην ένστασή του περί αποβολής της, ο τότε εκκαλών-κατηγορούμενος και ήδη αναιρεσείων), ότι το πολιτικό δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία, λόγω της ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων της Λευκωσίας, η οποία (συμβατική ρήτρα) δέσμευε και τον τότε εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα -κατηγορούμενο, αφού, σύμφωνα και με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας υπό στοιχ.

Ι, δεν παράγεται δεδικασμένο, ούτε δεσμεύεται το ποινικό δικαστήριο από την απόφαση πολιτικού δικαστηρίου, σχετικώς με την υπόθεση, αλλά η απόφαση αυτή εκτιμάται ελεύθερα (ΑΠ 1793/2011).

Συνεπώς, νόμιμα παραστάθηκε στην προκειμένη δίκη εκ της αδικοπραξίας της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής από τον κατηγορούμενο, ως πολιτικώς ενάγουσα στον πρώτο βαθμό και ως υποστηρίζουσα την κατηγορία η εταιρία "INVECOM LIMITED", ως κομίστρια της ακάλυπτης επιταγής που την εμφάνισε νόμιμα και εμπρόθεσμα και δεν πληρώθηκε και έτσι, αμέσως ζημιώθηκε και ουδεμία ακυρότητα προκλήθηκε στη διαδικασία στο ακροατήριο από την παράστασή της αυτή, ενώ η αιτιολογία της παρεμπίπτουσας απόφασης με την οποία απορρίφθηκαν οι κατά της παράστασης αυτής αντιρρήσεις του κατηγορουμένου και η ένστασή του περί αποβολής της, είναι η προσήκουσα.

Συνεπώς ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α σε συνδ. με το άρθρο 171 παρ.3 ΚΠοινΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ μοναδικός πρόσθετος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και ο πρόσθετος λόγος αυτής. Τέλος πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας ποινικής δίκης (άρθρο 578 παρ.1 σε συνδ. με άρθρο 577 παρ. 2α ΚΠοινΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 26.3.2024 (αριθ. 2276/2024) αίτηση του Γ. Δ. του Κ. και τον από 27.9.2024 πρόσθετο λόγο αυτής, για αναίρεση της υπ' αριθ. 282, 472/2024 απόφασης του Ζ' Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Φεβρουαρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ