Supreme Court partially allows appeal, ordering water company to pay interest on disputed debt amount.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Second Chamber of the Western Macedonia Regional Court of Appeal. The water company argued that the lower court's decision on interest calculation was erroneous, while the technical company contested the debt amount. The court ruled that since the lower court was bound by the Supreme Court's previous findings on the principal debt, it lacked jurisdiction to re-examine the case, but the appeal regarding interest was valid. Consequently, the court ordered the water company to pay the disputed principal plus interest from the date of the invoice until payment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; When a lower court is bound by a Supreme Court decision on the main issue, it lacks jurisdiction to re-examine the case, but the Supreme Court may directly rule on the remaining legal issues if no further examination is legally required.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 326 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 326/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Διονυσία Νίκα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης & Αποχέτευσης Εορδαίας (Δ.Ε.Υ.Α.Ε.) και ήδη Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων Πτολεμαΐδας, που εδρεύει στην Πτολεμαΐδα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιορδάνη Καλαφάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Φ. Α. Τ. Ε. Κ. Β. Ε." (Φ. Α..Ε..Τ..Β..Ε..), υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στη Θ. και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παντελή Μήτση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας.
Εκδόθηκε η απόφαση 2/2010 του ίδιου Δικαστηρίου, κατά της οποίας ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1854/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία παρέπεμψε στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. και στη συνέχεια η υπ' αριθ. 10/2016 απόφαση της πολιτικής ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η οποία δέχτηκε τον παραπεμφθέντα στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου πρώτο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. της αίτησης αναίρεσης της ανώνυμης τεχνικής εταιρίας με την επωνυμία "Φ. Α. Τ. Ε. Κ. Β. Ε." (Φ. Α.), για αναίρεση της 2/2010 απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και παρέπεμψε την υπόθεση στο Α2 Τμήμα του Αρείου Πάγου προς έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης αναίρεσης. Ακολούθως εκδόθηκαν οι υπ' αριθ.: 1884/2017 απόφαση του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο καθ' ύλη και παρέπεμψε την εκδίκαση της υποθέσεως στο αρμόδιο καθ' ύλη και κατά τόπο Πενταμελές Εφετείο Δυτικής Μακεδονίας και 2/2020 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21-7-2020 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 21/7/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 13 § 4 και 5 του ν. 1418/1984, υπ' αριθμ.2/2020 τελεσίδικη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, που δέχθηκε εν μέρει την από 31-12-2008 αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ'επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως (ΟΛΑΠ 6/2022, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).
Ετσι, με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου, κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής, ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟΛΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 6/2019, ΑΠ 55/2023). Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν τον εφάρμοσε παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ατομικής περίπτωσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 55/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 55/2023), κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΑΠ 51/2022).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.8 Ν.1418/1984, όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 2 του Ν.2229/29-8-1994 και εφαρμόζεται, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ιδίου νόμου, ως προς τις συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από τη δημοσίευσή του "Οι λογαριασμοί συντάσσονται από τον ανάδοχο και υποβάλλονται στη διευθύνουσα υπηρεσία, η οποία τους ελέγχει και τους διορθώνει, όταν απαιτείται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή τους.
Οι εγκρινόμενοι από τη διευθύνουσα υπηρεσία λογαριασμοί αποτελούν την πιστοποίηση για την πληρωμή των εργασιών που έχουν εκτελεσθεί. Αν η πληρωμή τους καθυστερήσει πέρα από ένα μήνα από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας, χωρίς υπαιτιότητα του αναδόχου η μελετητή οφείλεται αυτοδικαίως τόκος υπερημερίας ίσος με το 85% του τόκου των εξαμηνίας έντοκων γραμματίων του Δημοσίου...".
Επίσης κατά το άρθρο 39 παρ. 7 του ν. 2065/1992 (Α' 113) "Για την πληρωμή όλων των εκκαθαρισμένων απαιτήσεων των επιχειρήσεων κατά του Δημοσίου, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, δήμων και κοινοτήτων, απαιτείται, πλέον του προβλεπόμενου από το άρθρο 26 του ν. 1882/1990 αποδεικτικού ενημερότητας για χρέη προς το Δημόσιο και η ενημερότητα των επιχειρήσεων αυτών για τις οφειλές τους προς το Ι.Κ.Α.
και εάν δεν είναι ασφαλιστικά ενήμερες οι εκκαθαρισμένες απαιτήσεις τους από το Δημόσιο, ν.π.δ.δ., δήμους και κοινότητες παρακρατούνται υποχρεωτικά και αποδίδονται στο Ι.Κ.Α" Κατά δε το άρθρο 60 του Ν.2676/1999 (ΦΕΚ Α 1/1-1-1999, "για εργασίες, επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, που διεξάγονται για λογαριασμό του Δημοσίου....
δημοσίων, δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων δημόσιας ή κοινής ωφέλειας ...μετά από παραχώρηση ή εργολαβία, κάθε υπηρεσία από τις πιο πάνω αναφερόμενες, υποχρεούται πριν από κάθε εξόφληση ή οποιαδήποτε τμηματική καταβολή χρημάτων, να απαιτεί την προσκόμιση βεβαίωσης του ΙΚΑ για την καταβολή των οφειλόμενων προς αυτό εισφορών ή άλλων συναφών οφειλών.
Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι δεν γεννάται υποχρέωση του κυρίου του έργου, μεταξύ άλλων, οργανισμού τοπικής αυτοδιοικήσεως ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή δημοτικής επιχείρησης δημόσιας ή κοινής ωφέλειας προς πληρωμή υποβληθέντος λογαριασμού, όταν ο λογαριασμός αυτός δεν συνοδεύεται από βεβαίωση περί καταβολής των οφειλόμενων από τον ανάδοχο ασφαλιστικών εισφορών (ΣτΕ 1505/2015 ΑΠ 4364/2014, 3474/2006, πρβλ.
ΣτΕ 9079/1999), καθώς και από βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας του αναδόχου (ΣτΕ 4364/2014). Στην περίπτωση αυτή δεν υφίσταται υπαιτιότητα του νομικού προσώπου εκ της μη πληρωμής του εν λόγω λογαριασμού (ΣτΕ 1505/2015, ΣτΕ 4364/2014, 3474/2006) και δεν γεννάται υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας επί των καθυστερουμένων ποσών για όλο το χρονικό διάστημα, κατά το οποίο διαρκεί η παράλειψη του αναδόχου να υποβάλει τις κατά τα ανωτέρω βεβαιώσεις (ΣτΕ 3474/2006, πρβλ.
ΣτΕ 9079/1999). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 13 παρ.1, 15 παρ.1,28 παρ.1γ, και 31 του Ν.1642/1986 (ΦΕΚ Α 125), όπως αυτές κωδικοποιήθηκαν στις διατάξεις των άρθρων 1,2 παρ.1,3 παρ.1, 4, 8 παρ.1,14 παρ.1 16 παρ.1 και 2, 19 παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν. 2859/2000 "Κύρωση Κώδικα Φόρου Προστιθέμενης Αξίας" (ΦΕΚ Α 248), οι οποίες ως ειδικές υπερισχύουν αυτών του ενδοτικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη το άρθρου 425 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "τα έξοδα της εξοφλητικής απόδειξης φέρει ο οφειλέτης, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σχέση", σαφώς προκύπτει ότι στην περίπτωση συμβάσεως έργου, κατά την οποία ο εργολάβος παρέχει τις υπηρεσίες του στον εργοδότη για την εκτέλεση του έργου έναντι αμοιβής, για την οποία είναι υπόχρεος στην έκδοση τιμολογίων και την απόδοση το Δημόσιο του αναλογούντος σε αυτά Φ.Π.Α, ο οποίος επιρρίπτεται στον εργοδότη, ως λήπτη των παρεχόμενων σε αυτόν υπηρεσιών και υπόχρεο συνεπεία τούτου για την καταβολή του, εφ'όσον ο εργολάβος έχει προβεί στην έκδοση των σχετικών τιμολογίων, που τον υποχρεώνουν στην απόδοση του αναλογούντος σ' αυτά Φ.Π.Α.
στην αρμόδια Δ.Ο.Υ, εντός των χρονικών ορίων που τίθενται από τις σχετικές διατάξεις του ως άνω νόμου, χωρίς ωστόσο να έχει προεισπράξει τον φόρο αυτό από τον εργοδότη, δικαιούται να τον εισπράξει από αυτόν, με βάση τις ως άνω ειδικές διατάξεις, και επικουρικώς κατ' εκείνες του αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκτός αν ο εργοδότης επικαλεσθεί και αποδείξει ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και του εργολάβου, με την οποία τελευταίος αναλαμβάνει την τοιαύτη υποχρέωσή του (ΑΠ 732/2022, ΑΠ 43/2021, ΑΠ 170/2021, ΑΠ 740/2020, ΑΠ 185/2020, ΑΠ 164/2020, ΑΠ 1054/2019).
Σε περίπτωση δε που κατά τον χρόνο παράδοσης του έργου ή της εκδίκασης της διαφοράς, δεν έχει εκδοθεί το σχετικό τιμολόγιο ή η απόδειξη παροχής υπηρεσιών από τον εργολάβο,- όπως συμβαίνει στην περίπτωση που ο φόρος γίνεται απαιτητός κατά το χρόνο εισπράξεως τη αμοιβής του εργολάβου ύστερα από επιταγή δημοσίας αρχής (όπως δικαστικής αποφάσεως)- ο εργολάβος οφείλει να εκδώσει κατά το χρόνο είσπραξης της αμοιβής (ήτοι στο μέλλον) τιμολόγιο ή απόδειξη ή άλλο στοιχείο που προβλέπεται από τον Κώδικα Φορολογικών Στοιχείων, στο οποίο θα αναγράψει τη φορολογική αξία (την ως άνω επιδικασθείσα αμοιβή) και το ποσό του φόρου χωριστά.
Η αξίωση του εργολάβου έναντι του εργοδότη για την καταβολή του Φ.Π.Α, η οποία γεννιέται από την επέλευση του χρονικού σημείου της έκδοσης του σχετικού τιμολογίου με την καταβολή της οφειλόμενης αμοιβής, μπορεί ως εκ τούτου να ζητηθεί κατά την διάταξη του άρθρου 69 παρ.1 περ ε' του ΚΠολΔ, από της επελεύσεως του χρονικού σημείου της καταβολής της κύριας οφειλής (επέλευση γεγονότος).
Στην περίπτωση όμως αυτή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 δεν οφείλονται τόκοι προ της επελεύσεως του άνω χρονικού σημείου (ΑΠ 1708/2023, ΑΠ 732/2022, ΑΠ 164/2020). Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 346 Α.Κ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος.
Ληξιπρόθεσμο ή απαιτητό είναι το χρέος όταν η πληρωμή του δεν εξαρτάται από αίρεση, ή από προθεσμία, αλλά έχει επέλθει ο χρόνος εξοφλήσεώς του και μπορεί να εξαναγκασθεί ο οφειλέτης σε εκπλήρωση της σχετικής υποχρεώσεώς του χωρίς να δικαιούται να αντιτάξει οιαδήποτε αναβλητική ένσταση.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη δημοτική επιχείρηση, με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Πτολεμαΐδας", με την από τον Οκτώβριο 1993 Διακήρυξη Δημοπρασίας προκήρυξε στην Πτολεμαΐδα, για την 22.3.1994, δημόσιο μειοδοτικό διαγωνισμό για την κατασκευή του έργου "ΕΞΩΤΕΡΙΚΟ ΥΔΡΑΓΩΓΕΙΟ - ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΔΡΕΥΣΗ ΠΤΟΛΕΜΑΪΔΑΣ" στον οποίο η ενάγουσα ανακηρύχθηκε τελευταία μειοδότης.
Στις 29.03.1994 υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης και της ενάγουσας η .../29.03.1994 εργολαβική σύμβαση, με την οποία η τελευταία ανέλαβε την κατασκευή του ανωτέρω έργου, αντί εργολαβικού ανταλλάγματος 90.023.239 δραχμών και μετά του ΦΠΑ εκ δραχμών 16.204.183 (18%), 106.227.422 δραχμών..... Κατά τα λοιπά συμφωνήθηκε ότι η εργολαβία θα διέπεται από τις διατάξεις του Ν. 1418/1984, του ΠΔ 609/1985 του ΠΔ 171/1987 και του Ν. 1069/1980......
Το έργο εκτελέστηκε από την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) και κατά τη διάρκεια εκτέλεσής του αυτή υπέβαλε στην εναγομένη πέντε (5) πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (Π.Π.Α.Ε). Η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) ισχυρίζεται ότι στις 25.11.1997 υπέβαλε στην εναγομένη (αναιρεσείουσα) τον 6° λογαριασμό του έργου με την παράκληση για την ταχεία προώθησή του,..., ώστε να εξοφληθεί το απομένον υπόλοιπο για την πληρωμή της ποσό, μαζί με τον ΦΠΑ 6.636.869 δρχ. ...Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν πιθανολογήθηκε η υποβολή από την ενάγουσα στην εναγομένη στις 25.11.1997 του 6ου λογαριασμού του έργου προς εξόφληση συνολικού με το Φ.Π.Α 6.36.869 ευρώ ώστε, μετά την παρέλευση της προθεσμίας του ενός μηνός από την ανωτέρω ημερομηνία, εντός του οποίου η εναγομένη όφειλε να προβεί στον έλεγχο και διόρθωση των υποβαλλόμενων λογαριασμών από τον ανάδοχο του έργου για τις εκτελεσθείσες εργασίες να γεννηθεί η αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή τόκων υπερημερίας. ...σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.8 του Ν.1418/1914, ίσου με το 85% του τόκου εξαμηνιαίως των εντόκων γραμμάτων του Δημοσίου.
Με βάση τα ανωτέρω, ήτοι της μη απόδειξης εκ μέρους της ενάγουσας του χρόνου υποβολής 6ης πιστοποίησης προς την εναγομένη για την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της ποσού..., η αξίωση αυτής περί καταβολής τόκων υπερημερίας από 17.1.1996 εως 26.11.2001, ποσού 8.912.488 δρχ. (25.962,03 ευρώ) είναι απορριπτέα ως αβάσιμη...Περαιτέρω η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό της 6ης πιστοποίησης, όπως τούτο εγκρίθηκε από την ίδια (εναγομένη) στις 26.11.2002 που έγινε και η οριστική παραλαβή του έργου, ποσού με το ΦΠΑ 6.636.869 δρχ και ήδη 19.477,24 ευρώ.
Η μη εξόφληση όμως του ποσού αυτού δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εναγομένης, αλλά στην ίδια την ενάγουσα, η οποία αν και κλήθηκε από την εναγομένη να προσκομίσει τα απαραίτητα παραστατικά (τιμολόγιο, βεβαίωση ΙΚΑ, προκαταβολή φόρου, κρατήσεις υπέρ τρίτων ΤΣΜΕΔΕ κ.λ.π.), η τελευταία δεν τα προσκόμισε με συνέπεια να παραμένει ανεξόφλητο το ανωτέρω ποσό....".
Με βάση τις παραδοχές το Εφετείο, απέρριψε ως ουσία αβάσιμη τη στηριζόμενη στο άρθρο 5 παρ.8 Ν.1418/1994 αγωγική αξίωση για τόκους υπερημερίας ποσού 25.962,03 ευρώ, ενώ δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγική αξίωση για την εργολαβική αμοιβή ποσού, μετά του ΦΠΑ 19.477,24 ευρώ (16.506,14 κεφάλαιο +2.971,10 ΦΠΑ) και υποχρέωσε την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό (19.477,24) νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επιδικάζοντας το ποσό των 16.506,14 ευρώ (που αφορά το κεφάλαιο της εργολαβικής αμοιβής) με τους νόμιμους δικονομικούς τόκους (τόκους επιδικίας), δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 345 και 346 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, δεχόμενο με επαρκείς, σαφείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες, ότι η αναιρεσείουσα οφείλει το παραπάνω ποσό νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, αφού, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, η επίδοση της υπό κρίση αγωγής δημιουργεί υποχρέωση καταβολής νομίμων τόκων ανεξάρτητα από την υπερημερία της οφειλέτριας αναιρεσείουσας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 1517/2017, ΑΠ 600/1998), η έλλειψη της οποίας (υπερημερίας) αφορά το έτερο αγωγικό κεφάλαιο των τόκων υπερημερίας (25.962,03 ευρώ), το οποίο γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο απορρίφθηκε.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθμ.1 (κατ' εκτίμηση) και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες, επικαλούμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα και με αντιφατικές αιτιολογίες την υποχρέωσε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό της εργολαβικής αμοιβής ύψους (μετά του ΦΠΑ) 19.477,24 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, παρόλο που αυτή δεν ήταν υπερήμερη, είναι αβάσιμος.
Όμως, το Εφετείο, καθό μέρος επεδίκασε και το ποσό των 2.971,10€ (ΦΠΑ) νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής, χωρίς να δεχθεί ότι η αναιρεσίβλητη εξέδωσε και παρέδωσε στην αναιρεσείουσα σχετικά τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1,4, 8 παρ.1, 14 παρ.1, 16 παρ.1 και 2, 19παρ.1, 21, 35 παρ.1 και 36 του Ν.2859/2000, καθόσον σύμφωνα με εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, εφόσον ο εργολάβος δεν έχει εκδώσει το σχετικό παραστατικό για το εκτελεσθέν έργο, μπορεί μεν να αξιώσει την καταβολή του ΦΠΑ κατ' άρθρο.69 παρ.1ε ΚΠολΔ, η τοκοδοσία όμως επί του ποσού του αυτού γεννάται από την ημέρα έκδοσης από τον εργολάβο του σχετικού παραστατικού και όχι προ της επελεύσεως του γεγονότος αυτού.
Επομένως, ο ίδιος ως άνω πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμ.1 (κατ' εκτίμηση) πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο εσφαλμένα την υποχρέωσε να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής το ποσό του ΦΠΑ ύψους 2.971,10 ευρώ, παρόλο που η αναιρεσίβλητη δεν είχε εκδώσει το σχετικό παραστατικό, είναι βάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ.1 του Ν.2362/195 "περί δημοσίου λογιστικού και ελέγχου των δαπανών του κράτους" (Α 247) που εφαρμόζεται και επί των οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των δημοτικών και κοινοτικών νομικών προσώπων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 του ν.δ 31/968 (Α 281) και 56 παρ.1 του ν.δ 496/1974 "Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής".
Κατά δε το άρθρο 91 παρ.1 του ιδίου νόμου "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 250 αρ.1 σε πέντε χρόνια παραγράφονται αξιώσεις των εμπόρων, των βιομηχάνων και των χειροτεχνών για εμπορεύματα που χορήγησαν, για την εκτέλεση εργασιών και την επιμέλεια των υποθέσεων καθώς και για τις δαπάνες που έκαναν".
Σύμφωνα με τα άρθρα 251, 253, 260, 270 παρ.2 του Α.Κ., η παραγραφή των παραπάνω αξιώσεων αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν και κατέστη δυνατή η επιδίωξή τους, η παραγραφή αυτή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο, η δε νέα παραγραφή αρχίζει μόλις λήξει το έτος εντός του οποίου περατώθηκε η διακοπή.
Ειδικότερα, από τη διάταξη του άρθρου 260 του Α.Κ., που ορίζει ότι "η παραγραφή διακόπτεται όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιονδήποτε τρόπο", προκύπτει ότι για τη διακοπή της παραγραφής αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια ή συμπεριφορά του οφειλέτη έναντι του δανειστή, από την οποία να προκύπτει σαφώς ότι αυτός (οφειλέτης), γνωρίζοντας την εναντίον του αξίωση του δικαιούχου, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται, κατά το χρόνο της ενεργείας ή της συμπεριφοράς του, κατά τρόπο που να μη θεωρείται αναγκαία η έγερση της σχετικής αγωγής από το δανειστή.
Ενέργειες δε, που συνιστούν αναγνώριση (εκτός βεβαίως από την ρητή τοιαύτη) είναι, μεταξύ των άλλων, η πληρωμή τόκων, η παροχή ασφαλείας της αξιώσεως, η μερική καταβολή και η μερική προσφορά του χρέους (ΑΠ 590/2023, ΑΠ 98/2022, ΑΠ 396/2021). Δεν εξετάζεται αν η ενέργεια του οφειλέτη έχει δικαιοπρακτικό χαρακτήρα, ούτε αν συνιστά συμβατική ή μονομερή αναγνώριση της αξιώσεως ή σύμβαση αναγνωρίσεως χρέους, κατά την έννοια του άρθρου 873 Α.Κ., ούτε απαιτείται η ενέργεια αυτή να υποβληθεί σε κάποιον τύπο ή να γίνει δεκτή από τον δανειστή (ΑΠ 590/2023, ΑΠ 824/2022).
Συνεπώς, αρκεί κάθε ενέργεια του υπόχρεου έναντι του δικαιούχου, αναγνωριστική του υποστατού της υποχρεώσεώς του είτε ρητή είτε σιωπηρή, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται πριν από την συμπλήρωση της παραγραφής, έναντι του δανειστού και όχι έναντι τρίτου προσώπου, δηλαδή, η τέτοια ενέργεια του οφειλέτη πρέπει να απευθύνεται προς τον δανειστή και να περιέρχεται σ` αυτόν και όχι σε τρίτο (ΑΠ 590/2023, ΑΠ 824/2022).
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις του Ν.2362/1995 και του ΑΚ, από τις οποίες οι του ΑΚ έχουν συμπληρωματική εφαρμογή και στην παραγραφή των αξιώσεων του ν.2362/1995, εφόσον ο τελευταίος δεν ορίζει διαφορετικά (πρβλ.ΟλΑΠ 15/1992), συνάγεται σαφώς, ότι για τις αξιώσεις που αναφέρονται στο άρθρο 90 ν.2362/1995, επί διακοπής της προβλεπόμενης πενταετούς παραγραφής αυτών με αναγνώριση, η νέα παραγραφή αρχίζει από τη λήξη του έτους κατά το οποίο έλαβε χώρα η αναγνώριση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 του ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και στην προκειμένη περίπτωση συμπληρωματικώς λόγω του, ως προς το θέμα αυτό, κενού του Ν.2362/1995, στον οποίο δεν προβλέπεται αντίστοιχη διάταξη που να αναφέρεται στην έναρξη της νέας προθεσμίας μετά τη διακοπή της προαναφερόμενης παραγραφής (πρβλ.ΟλΑΠ 15/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (562 παρ.1 ΚΠολΔ), η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα, αμυνόμενη κατά της αγωγής, πρότεινε στο Εφετείο την ένσταση παραγραφής της αξιώσεως της αναιρεσίβλητης, λόγω παρόδου πενταετίας από τη γέννησή της μέχρι την άσκηση της αγωγής.
Προς απόκρουση της ενστάσεως αυτής η αναιρεσίβλητη προέβαλε παραδεκτά αντένσταση διακοπής της παραγραφής με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναγνώριση του χρέους. Το Εφετείο, εξετάζοντας την ως άνω ένσταση και την αντένσταση δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό της 6ης πιστοποίησης ποσού με τον ΦΠΑ 19.477,24 ευρώ.
Η εναγομένη (αναιρεσείουσα) σχετικά με την αξίωση αυτή προβάλλει την ένσταση παραγραφής, ισχυριζόμενη ότι από το χρόνο έναρξης αυτής 1-1-2003, ήτοι από το τέλος του έτους που γεννήθηκε η αξίωση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητη), έως το χρόνο άσκησης της αγωγής με την επίδοση της στις 31-12-2008, έχει παρέλθει πενταετία, με συνέπεια η αξίωση αυτή της ενάγουσας να έχει υποπέσει σε παραγραφή.
Η ενάγουσα προς αντίκρουση προβάλλει την αντένσταση διακοπής της παραγραφής (άρθρο 260ΑΚ), ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα αναγνώρισε την οφειλή της αυτή με την από 24-12-2002 εξώδικη απάντηση-δήλωση που επιδόθηκε σ'αυτή στις 14-1-2003 και συνεπώς από το τέλος του έτους αυτής ξεκίνησε νέα παραγραφή. Πράγματι,... η εναγομένη με την ανωτέρω εξώδικη απάντηση-δήλωση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα στις 14-1-2003, αποδέχθηκε ότι της οφείλει το ως άνω ποσό των 6.636.869 δρχ και ήδη 19.477,24 ευρώ, με τον ΦΠΑ.
Η ενέργεια αυτή της εναγομένης, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, συνιστά εκ μέρους της αναγνώριση του χρέους της, περιέχουσα υλικές ενέργειες αυτής.... και συνεπώς από το τέλος του έτους αυτής, ήτοι από 1.1.2004 άρχεται παραγραφή, η οποία τελειούται την 31-12-2008 και, επομένως, όταν η ένδικη αγωγή επιδόθηκε σ' αυτήν την 31-12-2008 δεν είχε παρέλθει ακόμη η πενταετία και πρέπει αφού γίνει δεκτή η αντένσταση της ενάγουσας να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η προβληθείσα ένσταση εκ μέρους της εναγομένης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση παραγραφής της ένδικης αξίωσης κατ'αποδοχήν της προβληθείσας από την αναιρεσίβλητη αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναγνώριση της οφειλής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογής των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, καθόσον αναφέρονται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα ότι η παραγραφή της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης διακόπηκε με την εκ μέρους της αναιρεσείουσας αναγνώριση της οφειλής αυτής.
Ειδικότερα, δεχόμενο το Εφετείο, ανελέγκτως, ότι η αναιρεσείουσα απέστειλε στην αναιρεσίβλητη στις 14/1/2003 την από 24/12/2002 εξώδική δήλωση, στην οποία ανέφερε ότι αποδέχεται ότι οφείλει στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 19.447,24 ευρώ, διέλαβε την απαιτουμένη αιτιολογία ως προς το παραπάνω κρίσιμο ζήτημα, καθόσον προσδιορίζεται τόσο η ενέργεια της αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή αναγνώρισε την αξίωση της αναιρεσίβλητη όσο και το ακριβές ποσό της οφειλής της.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ.19 πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς την παραδοχή ως ουσία βάσιμης της προταθείσας από την αναιρεσίβλητη αντενστάσεως διακοπής της παραγραφής, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς τις προβαλλόμενες με αυτόν λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ότι η αναγνώριση, εκ μέρους της, της επίδικης οφειλής δεν έγινε με την παραπάνω εξώδικη δήλωση, αλλά με το υπ'αριθμ..../12.12.2002 έγγραφο της Διευθύνουσας Υπηρεσίας, που παρέλαβε η αναιρεσίβλητη στις 12.12.2002, με συνέπεια η νέα πενταετής παραγραφή να αρχίσει στις 1/1/2003 και να έχει συμπληρωθεί κατά την άσκηση της αγωγής στις 31/12/2008, είναι απαράδεκτος, καθόσον αυτές, υπό την επίφαση της από το άρθρο 559 αριθμ.19 πλημμέλειας, πλήττουν την περί τα πράγματα και την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (562 παρ.2 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.
Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 135/202, AΠ 5/2020).
Εξάλλου, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος ((ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 135/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 5/2020).
Αντίθετα η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από αριθμούς 8 και 14, αντιστοίχως, του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 135/2022). Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή αντιθέτως απέρριψε ως αόριστη την αγωγή, παραγνωρίζοντας γεγονότα που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν (ΑΠ 135/2022, ΑΠ 261/2020, ΑΠ 9/2020), ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 135/2022, ΑΠ 261/2020).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 681 του ΑΚ καθορίζονται τα ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως μισθώσεως έργου, που είναι η συμφωνία των συμβαλλομένων, το έργο και η αμοιβή, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 694 του ιδίου Κώδικα, καταβάλλεται κατά την παράδοση του έργου, εκτός αν η παράδοση τούτου συμφωνήθηκε κατά τμήματα, οπότε καταβάλλεται με την παράδοση εκάστου τμήματος.
Ως παράδοση του έργου νοείται η εκπλήρωση της κυρίας υποχρεώσεως του εργολάβου, συνισταμένη στην εκτέλεση και προσπόριση του έργου στον εργοδότη, στην περιέλευση δηλαδή τούτου στη σφαίρα εξουσιάσεως του τελευταίου, υπό την προϋπόθεση ότι το έργο είναι το προσήκον, ήτοι δεν είναι εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, διότι τότε ο εργολάβος δεν θεωρείται ότι προεκπλήρωσε την παροχή του, ώστε να δικαιούται κατ` άρθρο 694 ΑΚ της συμφωνηθείσας αμοιβής του (ΑΠ 135/2022, ΑΠ 1019/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, με την από 13/12/2008 αγωγή της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε ισχυρισθεί τα εξής: Ότι κατόπιν δημόσιου διαγωνισμού, στον οποίο αναδείχθηκε τελευταία μειοδότης, καταρτίσθηκε στις 29-03-1994, μεταξύ αυτής και της εναγομένης, σύμβαση έργου, με την οποία ανέλαβε την εκτέλεση του δημόσιου-δημοτικού έργου με τον τίτλο "Εξωτερικό Υδραγωγείο Πτολεμαϊδας" έναντι εργολαβικού ανταλλάγματος μετά του ΦΠΑ 166.227.422 δρχ.
Ότι το έργο εκτελέστηκε εντός της συμβατικής προθεσμίας και παραδόθηκε στις 18.12.1995 και ότι κατά τη διάρκεια εκτέλεσης του έργου υπέβαλε στην εναγομένη (5) πρωτόκολλα παραλαβής αφανών εργασιών (Π.Π.Α.Ε) μαζί με τους λογαριασμούς του έργου, εκ των οποίων η εναγομένη αρνήθηκε να εξοφλήσει, παρά τις οχλήσεις της, τον τελευταίο 6ο λογαριασμό ποσού με τον ΦΠΑ 6.636.869 δρχ.
ήτοι 19.477,24 ευρώ, τον οποίο της υπέβαλε στις 24/11/1997. Ότι παρά την έγγραφη όχλησή της στις αρχές Φεβρουαρίου 2000, η εναγομένη αρνείτο να εξοφλήσει τον παραπάνω λογαριασμό. Ότι στις 28/11/2002 υπέβαλε στην εναγομένη την 7η πιστοποίηση του έργου, με την οποία ζητούσε την εξόφληση του 6ου λογαριασμού ποσού, με τον ΦΠΑ 19.477,24 ευρώ και τους προβλεπόμενους κατ' άρθρο 5 αριθμ.8 του Ν.1418/1984 τόκους υπερημερίας, ποσού 25.862,03 ευρώ.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει α) 19.577, 24 ευρώ για μη εξοφληθείσες εργασίες και β) 25.862 ευρώ για νόμιμους τόκους υπερημερίας από 17.1.1996 έως 26.11.2002, καθώς και 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο. Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη και νόμιμη, καθόσον τα διαλαμβανόμενα στο δικόγραφό της περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, αρκούν για να θεμελιώσουν το δικαίωμα της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) να ζητήσει από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) να της αποδώσει τα ως άνω αιτούμενα ποσά.
Ειδικότερα, ρητά διαλαμβάνεται στην αγωγή η κατάρτιση σύμβασης έργου μεταξύ των διαδίκων με το συγκεκριμένο περιεχόμενο, στα πλαίσια της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ανέλαβε να κατασκευάσει το αναφερόμενο στην αγωγή έργο, το οποίο προσηκόντως εκτέλεσε και παρέδωσε στην εναγομένη, δεν ήταν δε αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται άλλα πραγματικά περιστατικά.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί αοριστίας της αγωγής, τον οποίο σιωπηρώς απέρριψε, και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από τους αρ. 8 και (κατ' εκτίμηση) 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Τούτο συμβαίνει ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του (ΑΠ 482/2022, ΑΠ 462/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 267/2021). Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου (ΑΠ .../2020).
Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ' αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό να ασκηθεί, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά των μερών και ευρισκόμενες μεταξύ τους σε αιτιώδη μεταξύ τους, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 711/2017, ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 462/2022).
Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2002). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του όμως αυτή, ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει και μάλιστα προφανώς τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και επομένως υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 482/2022, ΑΠ 1543/2022, ΑΠ 257/2021). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Σχετικά με την αξίωση της ενάγουσας για την καταβολή του υπολοίπου της αμοιβής της ποσού με το ΦΠΑ 6.636.869 δρχ.
η εναγομένη προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα καταχρηστικά ασκεί το δικαίωμα της, καθόσον επί μακρό χρόνο αδράνησε να προσκομίσει τα αιτούμενα έγγραφα προς εξόφληση του ανωτέρω ποσού, δημιουργώντας της έτσι εύλογα την πεποίθηση ότι η ενάγουσα δεν πρόκειται να διεκδικήσει την απαίτησή της.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά όμως δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος... και ως εκ τούτου η στάση αυτή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη". 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, απορρίπτοντας την παραπάνω ένσταση ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση πραγματικά περιστατικά, τα οποία ανταποκρίνονται στο πραγματικό περιεχόμενο της ενστάσεως, αληθή υποτιθέμενα, δεν πληρούν το πραγματικό της διατάξεως αυτής και δεν δικαιολογούν την εφαρμογή της και την παραδοχή της ειρημένης ένστασης, δεδομένου ότι μόνη η καθυστέρηση προσκομιδής από την ενάγουσα των αιτουμένων εγγράφων για την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματός της, χωρίς τη συνδρομή επιπλέον, ειδικών περιστάσεων και συνθηκών (τις οποίες η εναγομένη δεν επικαλείται), με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281.
Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, κατά παραδοχή ως βάσιμου (εν μέρει) του πρώτου αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το κεφάλαιό της περί επιδικάσεως τόκων επί του επιδικασθέντος ποσού των 2.971,10 ευρώ από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση, παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δικάζει αυτό την ουσία της υπόθεσης. Στην περίπτωση αυτή, η υπόθεση εισάγεται με κλήση στο ίδιο τμήμα". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 673/2020, ΑΠ 353/2020, ΑΠ 1101/2019).
Τέτοιο δικονομικό έδαφος, για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία, δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Ειδικότερα, ενόψει του ότι το αίτημα της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση τόκων επί του ποσού των 2.971,10 ευρώ από την επίδοση της αγωγής είναι αβάσιμο, το δε Εφετείο, με την παραπομπή της υποθέσεως σ`αυτό, δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το εναρκτήριο σημείο της τοκογονίας όσον αφορά το παραπάνω ποσό, δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση την έκταση της αναιρέσεως.
Κατ`ακολουθίαν, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιο αυτής, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί, κατά το μέρος αυτό, η από 31-12-2008 αγωγή και να υποχρεωθεί το ν.π.ι.δ με την επωνυμία "Δημοτική Επιχείρηση Ύδρευσης και Αποχέτευσης Εορδαίας" να καταβάλει στην ενάγουσα τόκους επί του αμετακλήτως επιδικασθέντος, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ποσού των 2.971,10 ευρώ, νομιμότοκα από την έκδοση από την ενάγουσα του σχετικού τιμολογίου, μέχρι την εξόφληση, αναδιατυπωμένου του διατακτικού της αποφάσεως.
Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων κατά το άρθρο 22 παρ.2 εδαφ.β Ν.3693/1957 σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών και να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα το κατατεθέν από αυτήν κατά την άσκηση της αναίρεσης, παράβολο (αρ. 495 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, την υπ'αριθμ.2/2020 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την από 24-12-2008 αγωγή. Δέχεται την αγωγή Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (19.477,24€) με το νόμιμο τόκο, για μεν το ποσό των δεκαέξι χιλιάδων πεντακοσίων έξι ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (16.506,14€) από της επιδόσεως της αγωγής, για δε το ποσό των δυο χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα ενός ευρώ και δέκα λεπτών (2.971,10 €), από της εκδόσεως από την ενάγουσα του σχετικού παραστατικού-τιμολογίου μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος από αυτήν, κατά την άσκηση της αναίρεσης, παραβόλου.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ