Legislator Case Law & Legislation
313/2019 AI generated

313/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 313/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

313/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο και δεν κατέθεσαν έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Keywords

AI generated
access road road construction contribution road infrastructure refurbishment right of necessary way roadside setback trunk road
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 313 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 313/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαριέττα Βλαχοπάνου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - καθ' ων η κλήση: 1. Π. Λ. του Η., 2 Β. Ζ. του Χ., 3 Α. Τ. του Δ., 4 Ν. Κ. του Σ., 5. Α. Σ. του Χ., 6 Χ. Κ. του Δ., 7 Π. Τ. του Χ., 8 Β. Τ. του Δ., 9. Σ. Τ. του Κ., 10 Α. Σ. του Λ., 11 Φ. χήρας Π. Χ., 12. Σ. Κ. του Ι., 13 Θ. Κ. του Ι., 14 Γ. Μ. του Ν., 15 Ό. συζ. Ι. Δ., το γένος Ε. Μ., 16. Π. Κ. συζ. Δ. Τ., 17 α. Μ. Α. του Γ. και β. Ι. Α. του Γ., 18. α. Μ. Α. του Γ. και β. Π. Α., συζ. Π. Λ., 19. Μ. συζ. Β. Μ., 20. Α. Θ. του Ν., 21. Κ. Κ. του Π., 22. Μ. Μ. συζ. Θ. Κ., 23. Μ. Θ. του Α., 24. Π. Ζ. του Β., 25. Α. συζ. Π. Ζ., το γένος Π. Μ., 26. α. Ζ. Τ. του Σ. και β. Β. Τ. του Σ., 27. Α. Κ. του Ι., 28. Χ. Α. του Ν., 29. α. Γ. Κ. του Δ., β. Α. Κ. του Δ., γ. Β. συζ. Γ. Κ. και δ. Α. Κ. του Γ., 30. Δ. Τ. του Ε., 31. Ε. συζ. Λ. Σ., 32. α. Χ. Π. του Ν. και β Κ. Κ. του Γ., 33 Σ. χας Σ. Σ., το γένος Α. Τ., 34. Λ. Γ. του Η., 35. Χ. Ξ. του Γ., 36. Α. Θ. του Θ., 37. Π. Γ. του Π., 38. Δ. Γ. του Β. και 39. Γ. Μ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-9-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 148/2014 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15-10-2014 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 4-3-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 18-11-2016, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 5-5-2017, κατά την οποία ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 11-12-2017 κλήση του καλούντος.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Σοφία Ντάντου διάβασε την από 25-2-2016 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 15-10-2014 και με αρ. εκθ. καταθ. 25/2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 148/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001, όπως αυτή προστέθηκε με τη διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 (Α' 82), σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στη δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δευτέρου, τρίτου και τετάρτου εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 19, ήτοι η αίτηση μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου τοιχοκολλάται, δεκαπέντε, τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του Δικαστηρίου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση στην οποία μνημονεύονται το Δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται σε τρεις ημερήσιες εφημερίδες που εκδίδονται στην … και σε μία που εκδίδεται στη … όταν η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής βρίσκεται στα όρια του Υπουργείου Βόρειας Ελλάδας, καθώς, και σε μία εφημερίδα που εκδίδεται στην πρωτεύουσα του νομού στην περιφέρεια του οποίου βρίσκεται η απαλλοτριούμενη έκταση ή το μεγαλύτερο μέρος αυτής.

Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 146 του ανωτέρω ν. 4070/2012: "Η παρ. 4 του άρθρου 22 του ν. 2882/ 2001 (Α' 17), που προστίθεται με την παρ. 4 του άρθρου 131 του παρόντος νόμου, εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος αιτήσεις αναιρέσεως".

Στην προκειμένη περίπτωση από την με αριθμό πρωτ. 979/21.3.2018 βεβαίωση της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης Διεύθυνσης της Γραμματείας του Αρείου Πάγου περί τοιχοκολλήσεως στους πίνακες ανακοινώσεων του Αρείου Πάγου της από 11.12.2017 κλήσεως του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου με την από 15.10.2014 (και με αριθμό κατάθ. 25/2014) ενσωματωμένη σ' αυτή αίτησης αναίρεσης της 148/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και τις δημοσιεύσεις αυτής στα φύλλα με αριθμό ….10/18.4.2018 της εφημερίδας "1", …..6/18.4.2018 της Εφημερίδας "2", ,,,,95/18.4. 2018 της Εφημερίδας "3" και ….8/24.4.2018 της Εφημερίδας "4" και το με αριθμό πρωτ.

…200/14.3.2018 αποδεικτικό τοιχοκολλήσεως της εν λόγω κλήσης με την ενσωματωμένη σ' αυτή αίτηση αναίρεσης του Δήμου …., προκύπτει ότι αντίγραφο της από 11.12.2017 κλήσεως για περαιτέρω συζήτηση με την από 15.10.2014 (και με αριθμό κατάθ. 25/2014) ενσωματωμένη σ' αυτή αίτηση αναίρεσης της 148/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, κοινοποιήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως αυτή προστέθηκε με την διάταξη του άρθρου 131 παρ. 2 του ν. 4070/2012 και άρθρο 146 παρ. 10 του ν. 4070/2012, που προστέθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 131 του ν. 4070/2012, στους αναιρεσίβλητους.

Επομένως, εφόσον αυτοί δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο Δικηγόρο και δεν κατέθεσαν έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητα της ένδικης αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 576 παρ. 2 εδ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 33 του Ν. 2971/19-12-2001, "το τεκμήριο της ωφέλειας των ιδιοκτητών κατά τις διατάξεις του Ν. 653/1977 είναι μαχητό και κρίνεται μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του παρόντος άρθρου". Κατά την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου "ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης.

Η υποβολή της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης". Και κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή Επιτροπή...".

Με το άρθρο 37 του ίδιου ως άνω νόμου, ορίζεται ότι "η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει: α) των διατάξεων του άρθρου 33 μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζεται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί.

Στις περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του ίδιου αυτού άρθρου έχει παρέλθει η ανατρεπτική προθεσμία της παραγράφου 3 αυτού, η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του". Με το ανωτέρω άρθρο 33 του Ν. 2971/2001 θεσπίστηκε ότι το τεκμήριο είναι μαχητό και από το συνδυασμό των διατάξεων αυτού και του άρθρου 37 σαφώς συνάγεται ότι οι διατάξεις του πρώτου από αυτά εφαρμόζονται για τις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη ισχύος του, καθώς και γι' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του, αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε για τις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη ισχύος των ανωτέρω διατάξεων (ΑΠ 1167/2009 και ΑΠ 136/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 1025100/1484/0010/ 17-3-1998 Κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Γεωργίας, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στο ΦΕΚ 202/Δ/27-3-1998, απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για την κατασκευή του έργου Ε.Ο ..., τμήμα ευρεία παράκαμψη Αγρινίου από χ.θ. 5 + 740 έως χ.θ. 13 + 500, εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 468.294,36 τ.μ., που βρίσκεται στο Νομό Αιτωλοακαρνανίας και εικονίζεται με κλίμακα 1:500 στα από Μαρτίου 1997 και με αριθμό σχεδίων ΚΔ26 έως ΚΔ35 κτηματολογικά διαγράμματα και τον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα της Δ/νσης Δ12/Τμήμα δ' του ΥΠΕΧΩΔΕ, τα οποία συντάχθηκαν από τον τοπογράφο μηχανικό Δ.

Τ. και θεωρήθηκαν από τον Διευθυντή της εν λόγω Διεύθυνσης του ΥΠΕΧΩΔΕ, Κ. Δ., καθώς και στην έκθεση κτηματογράφησης του μηχανικού Π. Κ., νομίμως θεωρημένη, όπως αυτή συμπληρώθηκε και θεωρήθηκε στις 9-12-1999. Μεταξύ των εδαφικών εκτάσεων που απαλλοτριώθηκαν με την ως άνω Κ.Υ.Α συγκαταλέγονται και τα ακίνητα ιδιοκτησίας των εναγόντων, όπως αυτά προσδιορίζονται στην αγωγή με τον αριθμό του κτηματολογικού πίνακα για κάθε ενάγοντα αντίστοιχα, για τα οποία αυτοί αναγνωρίσθηκαν με την 84/2000 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου δικαιούχοι της αποζημίωσης, που καθορίσθηκε προσωρινά με την 146/1998 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και οριστικά με την 462/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών και με τη δημοσίευση σχετικής ειδοποίησης παρακατάθεσης προσωρινής αποζημίωσης στο ΦΕΚ 1106/31-12-1998, συντελέστηκε η υπόψη απαλλοτρίωση.

Με τα ίδια ως άνω κτηματολογικά

διαγράμματα και τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες προσδιορίστηκαν επίσης και τα εδαφικά εκείνα τμήματα ιδιοκτησίας των εναγόντων, όπως το καθένα από αυτά- προσδιορίζεται στην αγωγή, χωρίς να αμφισβητείται από το εναγόμενο, για τα οποία οι ενάγοντες φέρονται να έχουν υποχρέωση συνεισφοράς στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης με αυτοαποζημίωση, ή με αποζημίωση τρίτων παρόδιων ιδιοκτητών, διότι το εναγόμενο τους θεώρησε ως ωφελούμενους παρόδιους ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 653/1977.

Ειδικότερα οι παρακάτω ιδιοκτησίες των εναγόντων για τις οποίες αυτοί αναγνωρίσθηκαν δικαιούχοι αποζημιώσεως, χρεώθηκαν με αυτοαποζημίωση, ως ωφελούμενες παρόδιες ιδιοκτησίες, κατά τα παρακάτω ποσά, τα οποία δεν καταβλήθηκαν στους ενάγοντες μαζί με την αποζημίωση για τα υπόλοιπα τμήματα των ιδιοκτησιών αυτών που απαλλοτριώθηκαν και τα οποία ποσά δεν αμφιμφησβητούνται από το εναγόμενο και συγκεκριμένα: 1) η με ΑΚΠ …91 ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 633,90 τ.μ.

χ 3.000 δρχ. ή 8,804 ευρώ = 5.580,85 ευρώ, 2) η με ΑΚΠ …32 ιδιοκτησία της δεύτερης ανάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 2.212,98 τ.μ. χ 3.000 δρχ. ή 8,804 ευρώ = 19.483,07 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 301,15 ευρώ και συνολικά 19.784,22 ευρώ, 3) η με ΑΚΠ …50 ιδιοκτησία του τρίτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 3.042,36 τ.μ. χ 3.000 δρχ. ή 8,804 ευρώ = 26.785 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 743,59 ευρώ και συνολικά 27.528,59 ευρώ, 4) η με ΑΚΠ …08 ιδιοκτησία του τέταρτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 2.278,53 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 20.060 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 2.769,65 ευρώ και συνολικά 22.829,65 ευρώ, 5) η με ΑΚΠ …09 ιδιοκτησία του πέμπτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 607,63 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 5.349,57 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 639,76 ευρώ και συνολικά 5.989,33 ευρώ, 6) η με ΑΚΠ …14 ιδιοκτησία του έκτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 648,38 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 5.708,33 ευρώ, 7) η με ΑΚΠ …17 ιδιοκτησία του έβδομου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.139,42 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 10.031,45 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 1.242,96 ευρώ και συνολικά 11.274,92 ευρώ, 8) η με ΑΚΠ …26 ιδιοκτησία του όγδοου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.307,65 τ.μ. χ 8,804 ευρώ 11.512,55 ευρώ, 9) η με ΑΚΠ …30 ιδιοκτησία του ένατου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 3.000,22 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 26.413,93 ευρώ, 10) η με ΑΚΠ ….38 ιδιοκτησία του δέκατου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 535 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 4.710,14 ευρώ, 11) η με ΑΚΠ ….2 ιδιοκτησία της ενδέκατης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 3.840,30 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 33.180 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 946,14 ευρώ και συνολικά 34.756,14 ευρώ, 12) η με ΑΚΠ …70 ιδιοκτησία του δωδέκατου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 3.543,34 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 31.195,56 ευρώ, 13) η με ΑΚΠ …81 ιδιοκτησία του δέκατου τρίτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 7.925,77 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 69.778.47 ευρώ, 14) η με ΑΚΠ …78 ιδιοκτησία του δέκατου τέταρτου ενάγοντα, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.260,69 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 11.099,11 ευρώ, 15) η με ΑΚΠ …97 ιδιοκτησία της δέκατης πέμπττης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 6.492,78 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 57.162,43 ευρώ, 16) η με ΑΚΠ …12 ιδιοκτησία της δέκατης έκτης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 685,79 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 6.037,69 ευρώ, 17) η με ΑΚΠ ….10 ιδιοκτησία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου εκάστου των υπό στοιχεία 17α και 17β των εναγόντων, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.320,21 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 11.623,12 ευρώ και αποζημίωση τρίτων ποσού 990 ευρώ και συνολικά 6.306,56 ευρώ, 18) η με ΑΚΠ ….64 ιδιοκτησία κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστου των υπό στοιχεία 18α και 18β εναγόντων, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.738,29 τ.μ.

Χ 8,804 ευρώ = 15.303,90 ευρώ, 19) η με ΑΚΠ …65 ιδιοκτησία της δέκατης ένατης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.503,91 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 13.240,42 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 247,94 ευρώ και συνολικά 13.488,36 ευρώ, 20) η με ΑΚΠ ….74 ιδιοκτησία του εικοστού ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.539,31 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 13.552 ευρώ και αποζημίωσης τρίτων 218,10 ευρώ και συνολικά 13.770,10 ευρώ, 21) η με ΑΚΠ …01 ιδιοκτησία του εικοστού πρώτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.453,55 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 12.797 ευρώ, 22) η με ΑΚΠ …05 ιδιοκτησία της εικοστής δεύτερης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 770 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 6.779 ευρώ, 23) η με ΑΚΠ …5 ιδιοκτησία της εικοστής τρίτης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.277,08 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 11.243,41 ευρώ, 24) η με ΑΚΠ …46Β ιδιοκτησία του εικοστού τέταρτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 2.493,74 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 21.954,88 ευρώ, καθώς και αποζημίωσης τρίτων 1.770,62 ευρώ και συνολικά 23.725,50 ευρώ, 25) η με ΑΚΠ …79 ιδιοκτησία της εικοστής έκτης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 2.651,49 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 23.378,93 ευρώ, 26) η με ΑΚΠ ….51 ιδιοκτησία των υπό στοιχείο 27α και 27β εναγουσών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστης, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 5.576,18 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 49.092,26 ευρώ, 27) η με ΑΚΠ ….08 ιδιοκτησία του τριακοστού ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 501,47 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 4.414,94 ευρώ, 28) η με ΑΚΠ ..54 ιδιοκτησία του τριακοστού πρώτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.414,30 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 12.451, 49 ευρώ, 29) η με ΑΚΠ …22 ιδιοκτησία των υπό στοιχεία 32α, 32β, 32γ και 32δ εναγόντων, κατά ποσοστό εξ αδιαιρέτου 20% έκαστου των πρώτου, τρίτης και τέταρτης και 40% του δεύτερου, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 22.566,94 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 198.679,33 ευρώ, 30) η με ΑΚΠ …44 ιδιοκτησία του τριακοστού τρίτου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 912,10 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 8.030,12 ευρώ, καθώς και αποζημίωσης τρίτων 325,75 ευρώ και συνολικά 8.355,87 ευρώ, 31) η με ΑΚΠ …26Α ιδιοκτησία της τριακοστής τέταρτης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.451,21 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 12.776,45 ευρώ, καθώς και αποζημίωσης τρίτων 308,14 ευρώ και συνολικά 13.084,59 ευρώ, 32) οι με ΑΚΠ ..7 και 418 ιδιοκτησίες των υπό στοιχεία 35α και 35β εναγόντων, κατά ποσοστό 75% του πρώτου και 25% του δεύτερου, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 3.186,37 τ.μ. χ 8,804 ευρώ = 28.052,80 ευρώ, 33) η με ΑΚΠ …06 ιδιοκτησία της τριακοστής έκτης ενάγουσας με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 1.485,93 τ.μ.

χ 8,804 ευρώ = 13.082,12, καθώς και αποζημίωσης τρίτων 1.296,82 ευρώ και συνολικά 14.378, 94 ευρώ, 34) η με ΑΚΠ …57 ιδιοκτησία του τριακοστού έβδομου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 211,11 τ.μ. χ 12.000 δρχ. ή 35,21 ευρώ = 7.433,18 ευρώ, 35) η με ΑΚΠ …62 ιδιοκτησία του τριακοστού όγδοου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 188,62 τ.μ.

χ 35,21 ευρώ = 6.641,31 ευρώ, 36) η με ΑΚΠ ….63 ιδιοκτησία της τριακοστής ένατης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 65,21 τ.μ. χ 35,21 ευρώ = 2.296 ευρώ, 37) η με ΑΚΠ …70Δ ιδιοκτησία του τεσσαρακοστού ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 103,10 τ.μ. χ 35,21 ευρώ, 38) η με ΑΚΠ …0Ζ ιδιοκτησία της τεσσαρακοστής πρώτης ενάγουσας, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 61,82 τ.μ.

χ 35,21 ευρώ = 2.176, 68 ευρώ και 39) η με ΑΚΠ …70I ιδιοκτησία του τεσσαρακοστού δεύτερου ενάγοντος, με υποχρέωση αυτοαποζημίωσης 147,68 τ.μ. χ 35,21 ευρώ = 5.199,81 ευρώ. Όμως αποδείχθηκε ότι τα εναπομείναντα μετά την απαλλοτρίωση τμήματα των παραπάνω ακινήτων δεν ωφελούνται από το συγκεκριμένο έργο. Ειδικότερα η κατασκευασθείσα οδός στη συγκεκριμένη περιοχή παρουσιάζει υψομετρική διαφορά 2 έως 8 μέτρων περίπου σε σχέση με τις ιδιοκτησίες των εναγόντων και επιπλέον είναι οδός "κλειστή", περιφραγμένη με σταθερές κατασκευές και μεταλλικές μπάρες, καθόσον πρόκειται για οδό ταχείας κυκλοφορίας, οπότε οι ενάγοντες δεν αποκτούν ουσιαστικά και μάλιστα κατά τρόπο άμεσο πρόσωπο επί της οδού αυτής, ούτε τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών αυτών επικοινωνούν και έχουν άμεση πρόσβαση προς αυτή, αλλά επικοινωνούν με αυτή μέσω κόμβων που βρίσκονται σε απόσταση 500 έως 2.000 μ.

μεταξύ τους. Επίσης τα παραπάνω ακίνητα είναι στην πλειονότητά τους αγροτεμάχια, τα οποία λόγω του ότι η οδός στο σημείο εκείνο είναι υπερυψωμένη με πρανή αναχώματα, έχουν χάσει τον ηλιασμό τους, εμποδίζεται ο αερισμός και η αποστράγγισή τους, οι όποιες δε καλλιέργειες επ' αυτών υφίστανται την επιβάρυνση από τη λειτουργία της οδού, αφού βρίσκονται εκτεθειμένες στις άσχημες για το περιβάλλον συνθήκες, ήτοι τη μόλυνση της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια των διερχομένων αυτοκινήτων, τα κατάλοιπα από τα οποία, καθώς και σκόνες επικάθονται στις καλλιέργειες και στους παραγόμενους καρπούς και υποβαθμίζουν αυτούς ποιοτικά.

Εξάλλου, ουδεμία σημασία έχει η οποιαδήποτε ωφέλεια που τυχόν αποκομίζει η εν γένει περιοχή από την κατασκευή της επίμαχης οδού, αλλά η ωφέλεια που τυχόν αποκομίζουν τα απαλλοτριούμενα ακίνητα από την απαλλοτρίωση τμημάτων τους (βλ. ΑΠ 534/2012). Τα παραπάνω προκύπτουν από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, αλλά και αυτή του μάρτυρα ανταπόδειξης, σύμφωνα με την οποία "...Δεν ωφελούνται τα κτήματα από το δρόμο...".

Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι για τα παραπάνω ακίνητα των εναγόντων δεν ισχύει το τεκμήριο της ωφέλειας και οι ενάγοντες δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση, ούτε σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησιών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1977, αλλά πρέπει να αποζημιωθούν πλήρως από το Ελληνικό Δημόσιο για όλη την απαλλοτριούμενη έκταση των παραπάνω ακινήτων τους με βάση την οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης, που ορίσθηκε με την προαναφερόμενη 462/2000 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση κατέληξε στην ίδια κρίση και επιδίκασε στους ενάγοντες τα παραπάνω ποσά δεν έσφαλε στην κρίση του, ορθά δε εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου του αντίθετου τρίτου λόγου της έφεσης ως αβάσιμου. Κατόπιν των παραπάνω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως αβάσιμη στο σύνολό της...".

Από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, κατά την οποία "Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται διά την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών".

Η εν λόγω διάταξη είναι σαφής, γι' αυτό δε ως εκ της αναμφίβολης εννοίας της, δεν προέκυψαν, ούτε μπορούσαν να προκύψουν περί αυτής διαφωνίες στην επιστήμη και νομολογία. Έτσι, η διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, με την οποία διευρύνθηκαν τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου και έτσι εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, ορίστηκαν (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στην ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χαράξεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου δεν είναι γνήσια ερμηνευτική της ανωτέρω διατάξεως και, συνεπώς, δεν έχει αναδρομική δύναμη, συνακολούθως δε δεν εφαρμόζεται και στις απαλλοτριώσεις που συντελέστηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του ν. 2971/2001, όπως εν προκειμένω.

Σημειώνεται ότι οι διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 εφαρμόζονται στις απαλλοτριώσεις οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του καθώς και σ' αυτές οι οποίες κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέχρι αυτή (έναρξη ισχύος), δεν εφαρμόζονται δε στις απαλλοτριώσεις η συντέλεση των οποίων είχε ολοκληρωθεί πριν από την έναρξη της ισχύος του, καθόσον το άρθρο 37 του ν. 2971/2001 περιλαμβάνει ένα πλήρη και σαφή κανόνα διαχρονικού δικαίου και δεν απαιτείται να προσφύγει το Δικαστήριο είτε σε διασταλτική ερμηνεία, λόγω μη συνειδητής παράλειψης του νομοθέτη, είτε σε ανάλογη εφαρμογή λόγω συνειδητής παράλειψης αυτού για τις περιπτώσεις των απαλλοτριώσεων που είχαν συντελεσθεί καθ' ολοκληρίαν πριν την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου, καθόσον ουδαμώς προκύπτει ότι ο νομοθέτης, καίτοι γνώριζε ότι υπήρχε και αυτή η κατηγορία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων (των πλήρως συντελεσμένων κατά την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/2001), άφησε έκτοτε κενό ρύθμισης ως προς την προθεσμία άσκησης του δικαιώματος του παρόδιου ιδιοκτήτη κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας του και εντεύθεν αυτοαποζημιώσεώς του, για να ισχύει και επ' αυτών, χωρίς διάκριση και εξαίρεση, η ρύθμιση για τις εκκρεμείς εισέτι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, σύμφωνα με την οποία το ως άνω δικαίωμά του ο παρόδιος ιδιοκτήτης όφειλε να το ασκήσει το αργότερο έως την 19-3-2002.

Πρέπει να σημειωθεί ότι δικαίωμα κατάρριψης του τεκμηρίου ωφελείας και αυτοαποζημιώσεως του παρόδιου ιδιοκτήτη μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 2971/ 2001 το στερούσε ο νόμος και είχε μόνο νομολογιακώς αναγνωρισθεί η δυνατότητα ασκήσεώς του, λόγω αντιθέσεως του νόμου προς υπερνομοθετικούς κανόνες δικαίου (Σύνταγμα και ΕΣΔΔΑ).

Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001, ενόψει του δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει την μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα άρση της αβεβαιότητας και την εκκαθάριση των σχέσεων που δημιουργούνται από την αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων, δεν αντίκεινται στις αυξημένες τυπικής ισχύος διατάξεις των άρθρων 17, 20 και 25 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, έχουν όμως εφαρμογή, όπως προαναφέρθηκε, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 37 παρ.

α' του ίδιου νόμου και στις απαλλοτριώσεις εκείνες που δεν έχουν συντελεσθεί μέχρι την έναρξη της ισχύος του, ενώ η καθοιονδήποτε τρόπο εφαρμογή τους από τα Δικαστήρια και στις απαλλοτριώσεις που έχει ολοκληρωθεί η συντέλεσή τους μέσα στην οριζόμενη βραχυπρόθεσμη προθεσμία, ελλοχεύοντας έτσι ο κίνδυνος ο μη εν εγρήγορση τελών παρόδιος ιδιοκτήτης στην περίπτωση αυτή να στερηθεί της πλήρους αποζημιώσεως για το απαλλοτριωθέν ακίνητό του, θα αντέκειτο στους αυτούς ως άνω υπερνομοθετικούς κανόνες και επιπλέον θα ήταν αντίθετη με την αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος (Ολ.ΑΠ 12/2011).

Συνεπώς, το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς την ανατροπή του μαχητού πλέον τεκμηρίου ωφελείας των προαναφερομένων ακινήτων, διότι δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση των ακινήτων προσώπου επί της διανοιγόμενης οδού, αφού αυτή, στην συγκεκριμένη περιοχή παρουσιάζει υψομετρική διαφορά 2 έως 8 μέτρων περίπου σε σχέση με τις ιδιοκτησίες των εναγόντων, ενώ επί πλέον διέλαβε και άλλα στοιχεία καθοριστικά της ελλείψεως ωφελείας αυτών, όπως π.χ.

την αδυναμία άμεσης προσβάσεως αυτών προς την οδό, λόγω του ότι αυτή είναι "κλειστή", περιφραγμένη με σταθερές κατασκευές και μεταλλικές μπάρες, εφόσον πρόκειται περί οδού ταχείας κυκλοφορίας, την επιβάρυνση των ακινήτων, που στην πλειονότητά τους είναι αγροτεμάχια, τα οποία έχουν χάσει τον ηλιασμό τους, ενώ εμποδίζεται ο αερισμός και η αποστράγγισή τους και επιπλέον, λόγω της μολύνσεως της ατμόσφαιρας από τα καυσαέρια των διερχομένων οχημάτων, υποβαθμίζονται ποιοτικά τα παραγόμενα προϊόντα.

Κατ' ακολουθίαν, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προδιαληφθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, εφόσον διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., με την αιτίαση ότι οι αιτιολογίες της αποφάσεως είναι ανεπαρκείς, για τον λόγο ότι δεν περιέχονται σ' αυτήν αιτιολογίες σχετικώς με τα κριτήρια για την άρση ή μη του τεκμηρίου ωφέλειας του παρόδιου, όπως αυτά (κριτήρια) διευρύνθηκαν με την διάταξη του άρθρου 33 παρ. 4 του ν. 2971/2001, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το Δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δκαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 733/2012, ΑΠ 1654/2010, ΑΠ 625/2008).

Εξ άλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 ν. 653/1997, 33 παρ. 1 και 37 ν. 2971/2001 προκύπτει ότι, η αγωγή του παροδίου ιδιοκτήτη αφενός για την αναγνώριση της μη συνδρομής του, από την πρώτη απ' αυτές (διατάξεις) προβλεπομένου τεκμηρίου ωφελείας και αφετέρου για την καταβολή της ανάλογης αποζημίωσης, στηρίζεται σε αυτοτελή νομική βάση και ειδικότερα στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και δικάζεται κατά την τακτική διαδικασία από το καθ' ύλην πολιτικό Δικαστήριο, της ασκούμενης μ' αυτήν αξιώσεως υποκείμενης στην οριζόμενη από τη διάταξη του άρθρου 10 ν.δ. 797/1971 δεκαετή παραγραφή, αρχομένη από την κατάληψη ή από την μετ' αυτήν παρακατάθεση της καθορισθείσας (προσωρινής) αποζημιώσεως (ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 733/2012, ΑΠ 792/2010).

Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων, δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995 (5ετής παραγραφή), οι οποίες, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εφήρμοσε τη διάταξη του ως άνω άρθρου 10 του ΝΔ 797/1971.

Το δικάσαν Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε ότι: "... Με το δεύτερο λόγο της έφεσής του το εναγόμενο επαναφέρει ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ότι οι αξιώσεις των εναγόντων έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995.

Η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η οποία σε κάθε περίπτωση έγινε στις 12.11.1998, οπότε συντάχθηκε ο σχετικός πίνακας παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της προσωρινής αποζημίωσης που καθορίστηκε με την 146/1998 απόφαση του Μονομελούς Μεσολογγίου για τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, αλλά και σε κάθε περίπτωση από το έτος 2000, οπότε εκδόθηκε η απόφαση, που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος, μέχρι την 21.12.2007, οπότε και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή (βλ.

την υπ αριθμ. …47Β//21-12-2007 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ε. Μ.) δεν είχε παρέλθει δεκαετία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν.Δ. 797/1971, που ισχύει εν προκειμένω, ώστε η επίδικη αξίωση να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή...". Κρίνοντας έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 Ν.Δ. 797/1971, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί αξιώσεων καταβολής αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, κατόπιν ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, η οποία, σύμφωνα με τα ανωτέρω, υπόκειται στην προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη δεκαετή παραγραφή (ΑΠ 2120/2014, ΑΠ 733/2012).

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., από το γεγονός ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 4-6 του ν. 653/1977 και 3 παρ. 4 και 5 του π.δ. 929/1979, δεν αναφέρει περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η αποζημίωση που εδικαιούντο οι ενάγοντες, λόγω της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως των ακινήτων τους υπερβαίνει το άθροισμα των επιβληθεισών αυτοαποζημιώσεως και αποζημιώσεως τρίτων, προκειμένου να δύναται να κριθεί αν η αξίωση για είσπραξη της αποζημιώσεως είναι μεγαλύτερη από το άθροισμα των υποχρεώσεων αυτοαποζημιώσεως και αποζημιώσεως τρίτων, ώστε να καταβληθεί στον παρόδιο η διαφορά ή το αντίθετο, οπότε το Δημόσιο καταβάλλει στους τρίτους τις βαρύνουσες τον παρόδιο αποζημιώσεις τρίτων και βεβαιώνει την διαφορά σε βάρος του παρόδιου ιδιοκτήτη.

Ο λόγος αυτός αλυσιτελέως προτείνεται και ως εκ τούτου πρέπει ν' απορριφθεί, διότι στην ένδικη υπόθεση δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του προαναφερθέντος άρθρου 1 παρ. 4-6 του ν. 657/1977, διότι κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης οι ενάγοντες-δικαιούχοι αποζημίωσης και ήδη αναιρεσίβλητοι δεν ωφελούνται από την ένδικη απαλλοτρίωση και ως εκ τούτου δεν έχουν υποχρέωση αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων, ώστε να επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Επομένως το Εφετείο μετά την παραδοχή περί ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας των προαναφερθέντων απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, ορθώς δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση παραδοχή ως προς την ύπαρξη συμψηφισμού της αξίωσης των αναιρεσιβλήτων για είσπραξη αποζημίωσης με τις υποχρεώσεις τους για αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων, καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη υπόθεση εφαρμογής της ουσιαστικής διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4-6 του ν. 653/1977, τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανύπαρκτη αιτιολογία, όπως αιτιάται το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης της 148/2014 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας πρέπει ν' απορριφθεί, χωρίς ωστόσο, να περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί επιβολής των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων σε βάρος του αναιρεσείοντος ελλείψει αντίστοιχου αιτήματος από τους αναιρεσίβλητους, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν κατά την ως άνω δικάσιμο που εκφωνήθηκε η υπόθεση κατά τη σειρά του οικείου πινακίου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15.10.2014 (και με αριθμό κατάθ. 25/ 2014) αίτηση για αναίρεση της 148/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ