Legislator Case Law & Legislation
733/2012 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive statute of limitations issues regarding expropriation compensation.

Case Number 733/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Patras Court of Appeal's decision regarding expropriation compensation. The State argued that the lower court erred in applying the ten-year statute of limitations instead of the five-year period under specific civil procedure laws. The court ruled that the ten-year limitation applies to expropriation compensation claims and that the procedural argument regarding the lower court's application of the law was unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure; Art. 10 of Law 797/1971: The ten-year limitation period for expropriation compensation claims applies when the claim is based on the reversal of the benefit assessment, overriding the five-year period for general civil claims.

Keywords

AI generated
expropriation compensation statute of limitations ten year period procedural appeal civil procedure code benefit assessment limitation period

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 10 of Law 797/1971
Art. 90 no. 1 of Law 2362/1995
Art. 19 no. 1 of Law 797/1971
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 733 / 2012 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 733/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Φεβρουαρίου 2012, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του Παρέδρου του ν. Σ.Κ. Ευάγγελου Μαρίνη και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ανδρέα Παπαδόπουλο, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 50/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 595/2010 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 17-2-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Λαμπρόπουλος ανέγνωσε την από 13-2-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος με αυτή αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε δικονομική ακυρότητα, έκπτωση και απαράδεκτο, που προέρχεται από παρουσίαση δικονομικής διατάξεως, όχι δε και διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, γι' αυτό και η παραβίαση τέτοιας διατάξεως δεν ελέγχεται αναιρετικά με τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο (ΑΠ 1077/2008).

Με τις διατάξεις του αρθρ. 1 του ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών δια την διάνοιξιν εθνικών οδών κλπ", οι οποίες κατά το αρθρ. 62§9 του ν. 947/1979 "περί οικιστικών περιοχών" εφαρμόζονται και για βελτιωτικές υφιστάμενων οδών νέες χαράξεις ή διαπλατύνσεις αυτών ή τμημάτων τους, ορίζονται τα ακόλουθα: "Προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους καταλήψεως μέχρι τριάκοντα μέτρων (το οποίο με το άρθρ. 14§1 του ν. 1349/1983 σε συνδυασμό με το άρθρ. 6§14 του ν. 2052/1992 αυξήθηκε σε πενήντα μέτρα), οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται εκάστης πλευράς υποχρεούνται εις αποζημίωσιν ζώνης πλάτους δεκαπέντε μέτρων (που αυξήθηκε με τα αυτά αρθρ. 14§1 του ν. 1349/1983 και 6§14 του ν. 2052/1992 σε εικοσιπέντε μέτρα), δια συμμετοχής των εις τας δαπάνας απαλλοτριώσεως των καταλαμβανομένων υπό των οδών τούτων ακινήτων, η δε επιβάρυνσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη το ήμισυ του εμβαδού του βαρυνομένου ακινήτου (παρ. 1) ...

Ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήται δια την εφαρμογήν του παρόντος άρθρου θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπον επί των διανοιγομένων οδών (παρ.3) ... Οσάκις οι δικαιούχοι αποζημιώσεως δια την απαλλοτίωσιν είναι και υπόχρεοι δια την πληρωμήν αυτής, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων (παρ.4) ...".

Εισάγεται έτσι με τη διάταξη ειδικότερα της παρ. 3 του ως άνω άρθρου τεκμήριο ωφέλειας για τους ιδιοκτήτες ακινήτων, τα οποία με τη διάνοιξη εθνικής οδού αποκτούν πρόσωπο σ' αυτή. Το τεκμήριο αυτό κρίθηκε αρχικά ως αμάχητο, που σημαίνει ότι οι παρόδιοι ιδιοκτήτες δεν μπορούν να το ανατρέψουν αποδεικνύοντας την έλλειψη ωφέλειάς τους από τη διάνοιξη εθνικής οδού.

Παράλληλα κρίθηκε ότι η καθιέρωση του ίδιου τεκμηρίου ως αμάχητου δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρ. 17§2εδ.α του Συντάγματος, που επιβάλλει την προηγούμενη πλήρη αποζημίωση του ιδιοκτήτη αναγκαστικά απαλλοτριούμενου ακινήτου προκειμένου αυτός να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, αφού με βάση το εν λόγω τεκμήριο προσδιορίζονται οι υπόχρεοι μόνο προς αποζημίωση για τη διάνοιξη εθνικής οδού, χωρίς κατά τα λοιπά να θίγεται το δικαίωμα αποζημίωσης όσων οι ιδιοκτησίες αναγκαστικά απαλλοτριώνονται για τη διάνοιξη της.

Κατ' επέκταση η συνταγματικότητα του τεκμηρίου δεν αναιρείται από τη συνδρομή στο ίδιο πρόσωπο δικαιώματος αποζημίωσης και συγχρόνως υποχρέωσης προς αποζημίωση με συνέπεια τον αμοιβαίο συμψηφισμό τους (ΟλΑΠ 14/1991). Υπό την έννοια αυτή ναι μεν η αποζημίωση για την απαλλοτριούμενη ιδιοκτησία εμφανίζεται τυπικά να είναι πλήρης, όμως αυτοτελώς η υποχρέωση αποζημίωσης για τη διάνοιξη εθνικής οδού, δηλαδή ανεξάρτητα από τη σύμπτωση στο ίδιο πρόσωπο με δικαίωμα αποζημίωσης, συνιστά για τον υπόχρεο προσβολή της περιουσίας του, όταν το τεκμήριο ωφέλειας της παρ. 3 του άρθρ. 1 ν. 653/1977, στο οποίο βασίζεται, χαρακτηρίζεται ως αμάχητο, αφού τότε ανατρέπεται η αναγκαία ισορροπία μεταξύ της επιβάρυνσης του παρόδιου ιδιοκτήτη και του επιδιωκόμενου γενικού συμφέροντος, αν συμβεί η ωφέλειά του να είναι ανύπαρκτη ή σημαντικά μικρότερη από το μέγεθος της υποχρέωσής του προς αποζημίωση.

Συνεπώς εφόσον η ύπαρξη ωφέλειας από τη διάνοιξη εθνικής οδού δεν είναι δεδομένη για τους παρόδιους ιδιοκτήτες ακινήτων, ενώ και το μέγεθος της μπορεί να ποικίλει κατά περίπτωση, δεν επιτρέπεται να προσδιορίζεται κατά τρόπο αμάχητο με διάταξη γενικής εφαρμογής. Μια τέτοια διάταξη, η οποία εμποδίζει τον υπόχρεο να αποδείξει στη συγκεκριμένη περίπτωση την έλλειψη ωφέλειάς του ή το πραγματικό μέγεθος της από τη διάνοιξη εθνικής οδού, συνιστά υπερβολική (δυσανάλογη) γι' αυτόν επιβάρυνση και προσκρούει έτσι στη διάταξη του άρθρ. 1εδ.α του από 20.3.1952 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου στην από 4.11.1950 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που προστατεύει την περιουσία στην ευρύτερη δυνατή έννοιά της, ορίζοντας η διάταξη αυτή ότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του (πρβλ.

ΕυρΔΔΑ 72/1995/578/664 και 106/1995/612/700 της 15.11.1996). Το Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο και η ίδια η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου κυρώθηκαν από κοινού αρχικά με το ν. 2329/1953 και εκ νέου με το ν. δ/γμα 53/1974 και συνεπώς αποτελούν έκτοτε εσωτερικό δίκαιο που υπερισχύει κατά το άρθρ. 28§1 του Συντάγματος κάθε αντίθετης διάταξης του ημεδαπού δικαίου.

Παρέπεται ως εκ τούτου ότι το ως άνω τεκμήριο ωφέλειας μόνον ως μαχητό μπορεί να ισχύει, με συνέπεια ο ισχυριζόμενος την έλλειψη ωφέλειάς του από τη διάνοιξη εθνικής οδού να μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειάς του, να ανατρέψει το τεκμήριο, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης, είτε αξιώνεται αυτή ευθέως κατά την παρ.1 του άρθρ. 1 ν. 653/1977 είτε συμψηφιστικά κατά την παρ.4 του ίδιου άρθρου, οπότε και δικαιούται στη δεύτερη αυτή περίπτωση να ζητήσει να αποζημιωθεί αντίστοιχα και για το τμήμα της ιδιοκτησίας του που απαλλοτριώθηκε μεν αναγκαστικά για τη διάνοιξη εθνικής οδού, θεωρήθηκε όμως ως προς αυτό ότι πρέπει να αυτοαποζημιωθεί ως ωφελούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Ήδη το ως άνω τεκμήριο ρητά χαρακτηρίζεται ως μαχητό από τη διάταξη του άρθρου 33§1 του ν. 2971/2001 και κρίνεται, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης από το αρμόδιο για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης Εφετείο, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου αυτού, με το οποίο ορίζονται περαιτέρω και τα ακόλουθα: "Ο εικαζόμενος ιδιοκτήτης ή ο αξιών δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου, εφόσον θεωρεί ότι δεν υφίσταται το τεκμήριο της ωφέλειας, μπορεί με αίτησή του να ζητήσει από το φορέα του έργου τη διόρθωση του κτηματολογικού πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, η υποβολή δε της αίτησης δεν αναστέλλει τις διαδικασίες της απαλλοτρίωσης (παρ. 2).

Η αίτηση υποβάλλεται εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έκδοση της απόφασης περί προσωρινού ή απευθείας οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και παραπέμπεται μετά τη λήξη της προθεσμίας προς εξέταση σε τριμελή επιτροπή ... (παρ. 3) ... Η αίτηση του ιδιώτη μαζί με την έκθεση της επιτροπής και τα στοιχεία της απαλλοτρίωσης αποστέλλονται από την αρχή που κήρυξε την αναγκαστική απαλλοτρίωση στο κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου δικαστήριο ..., το οποίο οφείλει να εκδώσει οριστική απόφαση μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ... (παρ. 6) ...".

Εξ άλλου με το άρθρ. 37εδ.α του αυτού ν. 2971/2001, που περιέχει κανόνα διαχρονικού δικαίου, ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του ως άνω άρθρ, 33 αρχίζει μετά την πάροδο ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και εφαρμόζονται και για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που δεν έχουν μέχρι της ισχύος του συντελεσθεί, στις δε περιπτώσεις που κατά την έναρξη ισχύος του άρθρου αυτού έχει παρέλθει η προθεσμία της τρίτης παραγράφου του η ανατρεπτική αυτή προθεσμία παρατείνεται για δύο (2) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

Σύμφωνα με το σαφές γλωσσικό νόημα του άρθρ. 37εδ.α του ν. 2971/2001 καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρ. 33 ίδιου νόμου οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση των εθνικών οδών της Χώρας, οι οποίες κηρύσσονται μετά την έναρξη της ισχύος του, αφού άλλωστε κατά το άρθρ. 2 του ΑΚ "ο νόμος ορίζει για το μέλλον (και) δεν έχει αναδρομική ισχύ ...".

Καταλαμβάνονται επίσης αναδρομικά οι αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αλλά δεν είχαν μέχρι τότε συντελεσθεί, αφού το άρθρ. 2 του ΑΚ δεν έχει αυξημένη τυπική δύναμη και συνεπώς ο νομοθέτης δεν εμποδίζεται να προσδώσει στο νόμο αναδρομική ισχύ, εφόσον δεν προσβάλλονται έτσι συνταγματικώς προστατευόμενα δικαιώματα (ΟλΑΠ 6/2007).

Αντίθετα το άρθρ. 37εδ.α του ν. 2971/2001 δεν περιέχει ρύθμιση για τις συντελεσμένες ήδη κατά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ίδιου νόμου αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες και αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής του τελευταίου αυτού άρθρου, όπως αυτό εμφατικά προκύπτει από το σύνδεσμο "και" που χρησιμοποιείται στο κείμενο του ως άνω άρθρου 37 για να καταδειχθεί ακριβώς ότι οι ρυθμίσεις του άρθρ. 33, που αφορούν κατ' αρχήν τις μελλοντικές αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, επεκτείνονται μεν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, μόνον όμως αν αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες.

Ως προς τις απαλλοτριώσεις ωστόσο αυτές η περιοριστική ρύθμιση του άρθρ. 37εδ.α του ν. 2971/2001 δεν καταλείπει κενό στην εφαρμογή του δικαίου προκειμένου να ανατραπεί δικαστικά το νόμιμο κατά τ' ανωτέρω τεκμήριο ωφέλειας των ιδιοκτητών ακινήτων που απέκτησαν με τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού πρόσωπο σ' αυτή, αφού ο ενδιαφερόμενος μπορεί να επιδιώξει τη δικαστική ανατροπή του τεκμηρίου με τον τρόπο που μπορούσε και πριν από το ν. 2971/2001, δηλαδή είτε στο πλαίσιο της δίκης για τον καθορισμό της οφειλόμενης για την απαλλοτρίωση αποζημίωσης είτε και εκτός της δίκης αυτής (ΟλΑΠ 10 και 11/2004).

Επομένως ως προς τις άνω αναγκαστικές απαλλοτριώσεις δεν τίθεται ζήτημα ανάλογης εφαρμογής των άρθρ. 33 & 37εδ.α του ν,2971/2001, αφού η αναλογία προϋποθέτει αποχή του θετικού δικαίου από οποιαδήποτε ρύθμιση της κρίσιμης βιοτικής περίπτωσης, μολονότι η ρύθμισή της αξιώνεται από την έννομη τάξη. Διαφορετική από την αναλογία ως μέθοδο ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου, που στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη αντίστοιχες περιπτώσεις (αναλογία νόμου), είναι η διασταλτική ερμηνεία της εφαρμοστέας διάταξης νόμου, που επιχειρείται όταν διαπιστώνεται ότι το γλωσσικό (γραμματικό-ιστορικό) νόημα της διάταξης υπολείπεται του επιδιωκόμενου μ' αυτή σκοπού, όπως αυτός προσδιορίζεται με αξιολογικά στοιχεία αντλούμενα από την ίδια την εφαρμοστέα διάταξη, αυτοτελώς αλλά και σε συστηματική αλληλουχία με συναφείς διατάξεις.

Κατά την έννοια αυτή η διασταλτική ερμηνεία, όπως και η αναλογία, αποτελούν ειδικότερες εφαρμογές της τελολογίας ως βασικής μεθόδου ερμηνείας του δικαίου με αναφορά στις γενικές αξίες του. Οι διατάξεις του άρθρ. 37εδ,α του ν. 2971/2001, με τις οποίες οι ρυθμίσεις του άρθρ. 33 του ίδιου νόμου επεκτάθηκαν και σε κηρυγμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, εφόσον όμως αυτές ήταν ακόμη τότε σε εξέλιξη και όχι ήδη συντελεσμένες, σκοπό είχαν να συμβάλλουν στη γρήγορη εκκαθάριση των σχετικών με το τεκμήριο ωφέλειας των παρόδιων ιδιοκτητών εκκρεμοτήτων, ορίζοντας προς το σκοπό αυτό, αμέσως ή κατά παραπομπή, ιδιαίτερα σύντομες προθεσμίες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας ανατροπής του τεκμηρίου και κατ' επέκταση για τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, αφού η έννοια της πλήρους αποζημίωσης, από την οποία εξαρτάται η συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τη διάνοιξη, βελτίωση ή διαπλάτυνση εθνικής οδού, διαφοροποιείται ανάλογα με την ύπαρξη ή όχι αντίστοιχης ωφέλειας για τους παρόδιους ιδιοκτήτες, δηλαδή ανάλογα με την ανατροπή ή όχι του σχετικού τεκμηρίου.

Εξυπηρετείται έτσι τόσο το συμφέρον του υπόχρεου προς αποζημίωση προκειμένου αυτός να έχει σε εύλογο χρόνο σαφή και οριστική αντίληψη του μεγέθους των υποχρεώσεών του όσο και το δημόσιο συμφέρον προκειμένου με τη συντέλεση της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης να καταστεί δυνατή η εκτέλεση του έργου που αυτή αφορά.

Ο παραπάνω όμως σκοπός δεν συντρέχει για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις που είχαν ήδη συντελεσθεί κατά την έναρξη ισχύος του άρθρ. 33 του ν. 2971/2001, αφού ως προς αυτές ήταν πλέον δυνατή χωρίς άλλο η κατάληψη των ακινήτων που απαλλοτριώθηκαν, η δε ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας μέσα στις εξαιρετικά σύντομες προθεσμίες των όρθρων 33 και 37εδ.α του ως άνω νόμου δεν εξυπηρετεί στην περίπτωση αυτή άξιο λόγου συμφέρον οποιασδήποτε πλευράς.

Αντίθετα υπερακοντίζει το σκοπό του νόμου η άποψη ότι καταλαμβάνονται από τις διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρ, 33 του ν. 2971/2001 και οι συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, αφού καταλήγει σε δυσανάλογη επιβάρυνση του δικαιούχου της αποζημίωσης, αξιώνοντας απ' αυτόν, παρόλο που η διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης είχε τότε ουσιαστικά ολοκληρωθεί, να ήταν σε ετοιμότητα προκειμένου έγκαιρα να αντιλαμβανόταν τη σχετική νομοθετική μεταβολή και να ενεργούσε σύμφωνα μ' αυτή για την ανατροπή του νόμιμου σε βάρος του τεκμηρίου ωφέλειας, με στόχο την είσπραξη τελικά πλήρους της αποζημίωσής του.

Συνεπώς οι παραπάνω τελολογικές εκτιμήσεις δεν δικαιολογούν τη διασταλτική ερμηνεία του άρθρ. 37 του ν. 2971/2001, ώστε οι διαδικαστικές ρυθμίσεις του άρθρ. 33 του ίδιου νόμου να επεκταθούν και στις συντελεσμένες κατά την έναρξη της ισχύος του αναγκαστικές απαλλοτριώσεις και αντίθετα πρέπει και εξ αντιδιαστολής (argumentum a contrario) να αποκλεισθεί στις αναγκαστικές αυτές απαλλοτριώσεις η επέκτασή τους (ΑΠ (Ολ) 11/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε με την ένδικη αγωγή του ότι με τη υπ' αριθ. 1149641/9011/0010/23-12-1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ που δημοσιεύθηκε νόμιμα (ΦΕΚ-Δ 10/14-1-1994) απαλλοτριώθηκε αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη βελτίωση της ευρείας παράκαμψης Πατρών με την κατασκευή του τμήματος Κ1-Κ4 (Χάραδρος-Διακονιάρης), εδαφική έκταση συνολικού εμβαδού 494.585 τ.μ., κειμένη εντός των διοικητικών ορίων του δήμου Πατρέων.

Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων περιλαμβάνεται και το υπ' αριθ. 152 στον από 22-9-1994 κτηματολογικό πίνακα ακίνητο, εμβαδού 3.244 τ.μ., το οποίο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, συνολικού εμβαδού ένδεκα (11) περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση "Απιστομιά" ή "Λαμπίρι" του οικισμού Άνω Συχαινών Πατρών. Με την υπ' αριθ. 225/1996 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωρίστηκε δικαιούχος της οφειλομένης για την απαλλοτρίωση αυτή αποζημιώσεως που προσδιορίσθηκε οριστικά με την υπ' αριθ. 891/1999 απόφαση του Εφετείου Πατρών.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ του οποίου συντελέστηκε η απαλλοτρίωση δεν κατέβαλλε σε αυτόν αποζημίωση για την όλη απαλλοτριωθείσα ιδιοκτησία του, αλλά μόνο για 936,00 τ.μ. ενώ για το υπόλοιπο μέρος της εμβαδού 2.310 τ.μ., δεν αποζημιώθηκε επειδή κρίθηκε ωφελούμενος και συνεπώς αυτοαποζημιούμενος παρόδιος ιδιοκτήτης.

Με βάση τα ιστορικά αυτά ο αναιρεσίβλητος ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθεί το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει και για το τμήμα αυτό της ιδιοκτησίας του την αναλογούσα αποζημίωση των 18.480.000 δραχμών και ήδη των 54.233 ευρώ, ισχυριζόμενος ότι το τμήμα , εμβαδού 2.310 τ.μ., που απέμεινε αναπαλλοτρίωτο από την αρχική ιδιοκτησία του, δεν ωφελήθηκε από την εκτέλεση του έργου.

Η αξίωση αυτή του αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή με την υπ' αριθ. 50/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και του επιδικάσθηκε νομιμοτόκως το αιτούμενο ποσό, αφού προηγουμένως ανατράπηκε το νόμιμο τεκμήριο της ύπαρξης ωφελείας του από τη διάνοιξη της οδού που αφορά η απαλλοτρίωση. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, δεχόμενο ότι η ρύθμιση των άρθρων 33 και 37 του ν. 2971/2001 δεν καταλαμβάνει και τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, που έχουν συντελεστεί μέχρι τη έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που αφορά το αγωγικό δικαίωμα κατά τα εκατέρωθεν συνομολογούμενα.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ο σχετικός πρώτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή.

Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσία και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 1654/2010).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 του ΝΔ 797/1971 (νυν άρθρο 10 του ν. 2882/2001) "Συντελεσθείσης της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, η προς είσπραξιν της προσωρινώς ή οριστικώς προσδιορισθείσης αποζημιώσεως αξίωσις κατά του υπόχρεου εις καταβολήν αυτής παραγράφεται μετά από δεκαετία ...". Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ εκ του ότι το δικάσαν Εφετείο, ως προς το ζήτημα της παραγραφής της ένδικης αξίωσις, δεν εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 1 και 91 του ν. 2362/1995 (5/ετή παραγραφή), οι οποίες, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εφήρμοσε τη διάταξη του ως άνω άρθρου 10 του ΝΔ 797/1971.

Το δικάσαν Εφετείο ως προς το ζήτημα αυτό δέχθηκε ότι: "... Με το δεύτερο λόγο της έφεσης του το εναγόμενο επαναφέρει ένσταση παραγραφής της επίδικης αξίωσης που προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυριζόμενο ότι η αξίωση του ενάγοντος έχει υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 2362/1995.

Η εν λόγω ένσταση είναι απορριπτέα ως αβάσιμη καθόσον από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, η οποία σε κάθε περίπτωση έγινε μετά το έτος 1999, οπότε και εκδόθηκε η απόφαση που καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος μέχρι την 13.7.2005, οπότε και ασκήθηκε η υπό κρίση αγωγή (βλ. την υπ' αριθμ. 2380Β/13-7-2005 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...) δεν είχε παρέλθει δεκαετία, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 10 παρ. 1 του ΝΔ 797/1971 που ισχύει εν προκειμένω ώστε η επίδικη αξίωση να μην έχει υποπέσει σε παραγραφή ...".

Κρίνοντας έτσι το δικάσαν Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 1 ΝΔ 797/1971, καθόσον, στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται περί αξιώσεως καταβολής αποζημιώσεως από απαλλοτρίωση, κατόπιν ανατροπής του τεκμηρίου ωφελείας, η οποία σύμφωνα με τα ανωτέρω υπόκειται στην προβλεπόμενη από την ως άνω διάταξη δεκαετή παραγραφή.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓIA TOYΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-2-2011 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 595/2010 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ