Legislator Case Law & Legislation
312/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on contract formation and procedural defect grounds.

Case Number 312/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the appellate court's final decision regarding a contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in rejecting their claim based on the formation of a subsequent contract and failed to address a statute of limitations defense. The court ruled that the appellant's arguments were legally unfounded because the contract was valid despite the 1970s legal restrictions, and the procedural objection regarding the statute of limitations was inadmissible as it lacked a proper evidentiary assessment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 166 A.C.; Art. 559 K.Pol.D.: A preliminary agreement to form a main contract creates independent contractual obligations, and an appeal based on the absence of a minor proposition regarding the substance of the case is inadmissible when the lower court's decision on the merits is not challenged.

Keywords

AI generated
preliminary agreement contract formation statute of limitations appeal admissibility minor proposition contractual obligation subsequent contract

Cited Legislation

AI generated
Art. 166 A.C.
ac
Art. 559 K.Pol.D.
Art. 552 K.Pol.D.
Art. 553 K.Pol.D.
Art. 556 K.Pol.D.
Art. 558 K.Pol.D.
Art. 564 K.Pol.D.
Art. 566 K.Pol.D.
Art. 577 K.Pol.D.
Art. 495 K.Pol.D.
Art. 176 K.Pol.D.
Art. 180 K.Pol.D.
Art. 183 K.Pol.D.
Art. 191 K.Pol.D.
Art. 1 παρ. 1 και 2 και 4 ν.δ. 1024/1971

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 312 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 312/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Ελένη Θεοδωρακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. Δ. του Ν., συζύγου,.., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ματθαίο Καζαντζόγλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Ε., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανθή Βλάχου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-8-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου και του αρχικού διαδίκου Δ. Δ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 1156/2021 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-7-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 1156/2021 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που απέρριψε κατ' ουσίαν την από 9-7-2018 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της υπ' αριθμ. 25/2018 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 30-8-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης και του δικαιοπαρόχου της. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά την έννοια του άρθρ. 166 ΑΚ το προσύμφωνο, με το οποίο τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, από την οποία γεννιούνται ανάμεσα στα μέρη ενοχικά μόνον δικαιώματα και υποχρεώσεις και ειδικότερα τα μέρη, εφόσον τηρήθηκε για το προσύμφωνο και ο προβλεπόμενος για την κύρια σύμβαση τύπος, δεσμεύονται να προβούν στις απαιτούμενες δηλώσεις βουλήσεως για την κατάρτιση της κύριας σύμβασης και ευθύνονται το καθένα απέναντι στο άλλο σε περίπτωση μη εκπλήρωσης αυτής της βασικής ενοχικής υποχρέωσής τους, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη μη εκπλήρωση της προσυμφωνημένης κύριας σύμβασης (ΑΠ 514/2016).

Συνεπώς, το προσύμφωνο, ως παράγον υποχρέωση προς παροχή, συνιστάμενη στην κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, αποτελεί ενοχική - υποσχετική σύμβαση (ΑΠ 257/2021), και ειδικότερα, δημιουργεί αξίωση υπέρ αυτού που επιθυμεί την εκτέλεση του προσυμφώνου κατά του αντισυμβαλλομένου που δυστροπεί, η αξίωση δε αυτή έχει ως περιεχόμενο την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως (ΑΠ 242/1991).

Η σύναψη της σκοπούμενης οριστικής συμβάσεως επιφέρει απόσβεση της εκ του προσυμφώνου ενοχής (ΑΠ 257/2021, ΑΠ 1306/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1217/2020).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1217/2020).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1217/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 24/2023, ΑΠ 162/2020).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα: "....Δυνάμει του με αριθμό ... πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σ. Χ. Σ. Θ., που μεταγράφηκε στον τόμο 32 και με αριθμό 51 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σ…, περιήλθε στην κυριότητα του Ε.

Δ., πατέρα των εναγόντων και του Ν. Δ., πατέρα της εναγόμενης, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα εξ αυτών, ένας αγρός, μη προερχόμενος από αγροτική αποκατάσταση, εκτός σχεδίου πόλης, άρτιος και οικοδομήσιμος, που βρίσκεται στη θέση "Β.." της τότε κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... και ήδη της Δημοτικής Ενότητας …του Δήμου …της Περιφερειακής Ενότητας Χαλκιδικής, εμβαδού 5.440 τ.μ., κατά τον τίτλο κτήσης και κατόπιν νεώτερης μέτρησης εμβαδού 4.423,64 τ.μ., λόγω του καθορισμού των οριογραμμών αιγιαλού και παραλίας (ΦΕΚ 623/Δ/1980 και 8/Δ/1981).

Οι ανωτέρω συγκύριοι, αμέσως μόλις απέκτησαν την κυριότητα του ως άνω αγροτεμαχίου και εξόφλησαν το υπόλοιπο του πιστωθέντος τιμήματος αγοράς αυτού, συνταχθείσας σχετικά της με αριθμό ... πράξης εξόφλησης τιμήματος του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το διαχώρισαν σε δύο παράλληλα τμήματα από βορρά προς νότο, ίδιας πρόσοψης του καθενός προς τη θάλασσα και συμφώνησαν, μετά από μεταξύ τους κλήρωση, να λάβει στην αποκλειστική του κατοχή και χρήση ο πατέρας της εναγόμενης Ν.

Δ. το προς δυσμάς τμήμα του αγρού, εμβαδού 2.633,50 τ.μ. και να λάβει ο πατέρας των εναγόντων Ε. Δ. στην αποκλειστική του κατοχή και χρήση το προς ανατολάς τμήμα του αγρού, εμβαδού 2.806,50 τ.μ. Επειδή δε, το ανατολικό τμήμα του αγρού ήταν μεγαλύτερο σε έκταση από το δυτικό, καθότι ο αγρός είχε σχήμα τραπεζίου, προκειμένου το ποσοστό συγκυριότητας κάθε συγκυρίου επί του όλου ακινήτου να αντιστοιχεί στην έκταση του κοινού ακινήτου που είχε ο καθένας εξ αυτών στην αποκλειστική του χρήση και κατοχή, οι ως άνω συγκύριοι, επειδή κατά το χρόνο εκείνο δεν μπορούσαν να διανείμουν το ακίνητο με σύσταση επ' αυτού κάθετης ιδιοκτησίας, επιθυμώντας, όμως, τη διανομή του σε δύο αυτοτελή και διηρημένα τμήματα ισάξια σε συνάρτηση με τη σχέση συνιδιοκτησίας, προέβησαν στην κατάρτιση του με αριθμό ...

προσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Μ.. Ειδικότερα, με το προσύμφωνο αυτό αφενός ο πατέρας της εναγόμενης Ν. Δ. υποσχέθηκε και ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει στον πατέρα των εναγόντων Ε. Δ., αντί τιμήματος 3.000 δραχμών, καταβλητέου κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, ποσοστό 1,59 % εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω αγροτεμαχίου, αντιστοιχούντος σε έκταση εμβαδού 86,50 τ.μ., ώστε κατόπιν της κατάρτισης του σχετικού οριστικού μεταβιβαστικού συμβολαίου ο μεν Ν.

Δ. να καταστεί συγκύριος του ως άνω αγρού κατά ποσοστό 48,41 % εξ αδιαιρέτου, το οποίο να αντιστοιχεί στο εδαφικό τμήμα έκτασης 2.633,50 τ.μ (5.440 τ.μ. Χ 48,41%) που περιήλθε στην αποκλειστική του κατοχή και χρήση, ο δε Ε. Δ. να καταστεί συγκύριος κατά ποσοστό 51,59% εξ αδιαιρέτου του ως άνω αγρού, το οποίο να αντιστοιχεί στο εδαφικό τμήμα έκτασης 2.806, 50 τ.μ. (5.440 Χ 51,59%) που περιήλθε στην αποκλειστική του κατοχή και χρήση και αφετέρου και οι δύο συγκύριοι ανέλαβαν την υποχρέωση να διανείμουν μεταξύ τους το ως άνω ακίνητο στα δύο ως άνω τμήματα από βορρά προς νότο, με την ίδια πρόσοψη προς την θάλασσα.

Συγκεκριμένα συμφώνησαν ότι από τη διανομή θα λάβει, κατά το λόγο της ως άνω τελικής συνιδιοκτησίας (48,41% και 51,59%), ο Ν. Δ. το δυτικό τμήμα, συνολικού εμβαδού 2.633,50 τ.μ. (από την αρχική έκταση των 5.440 τ.μ.), οριζομένου βόρεια επί πλευράς μήκους 22,00 γραμμικών μέτρων με τη θάλασσα, ανατολικά επί πλευράς μήκους 123,60 γραμμικών μέτρων με το ανατολικό τμήμα του ίδιου αγρού, δυτικά επί πλευράς μήκους 115,80 γραμμικών μέτρων με ξένη ιδιοκτησία και νότια επί πλευράς μήκους 23,50 γραμμικών μέτρων με την κοινοτική οδό, στο οποίο (δυτικό τμήμα) θα αναλογεί ποσοστό 48,41 % εξ αδιαιρέτου επί του όλου αγρού και ο Ε.

Δ. θα λάβει το ανατολικό τμήμα του ως άνω αγρού, συνολικού εμβαδού 2.806,50 τ.μ. (από την αρχική έκταση των 5.440 τ.μ.), οριζομένου βόρεια επί πλευράς μήκους 22,00 γραμμικών μέτρων με τη θάλασσα, ανατολικά επί πλευράς μήκους 131,50 γραμμικών μέτρων με ξένη ιδιοκτησία, δυτικά επί πλευράς μήκους 123,60 γραμμικών μέτρων με το έτερο (δυτικό) τμήμα του ιδίου ακινήτου και νότια, επί πλευράς μήκους 23,50 γραμμικών μέτρων με την κοινοτική οδό.

Επίσης, με το ίδιο προσύμφωνο, οι ανωτέρω συμβαλλόμενοι συμφώνησαν ότι το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης του ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστού 1,59% στον Ε. Δ., καθώς και το οριστικό συμβόλαιο διανομής του ακινήτου κατά τον ανωτέρω τρόπο, σε εκτέλεση του προσυμφώνου αυτού, θα υπογραφεί οποτεδήποτε, ασχέτως χρονικού περιορισμού και με αίτηση οποιουδήποτε των συμβαλλομένων.

Έκτοτε καθένας εκ των ανωτέρω συγκυρίων, όπως ρητά αναφέρεται και στο ανωτέρω προσύμφωνο, έλαβε στην αποκλειστική χρήση και κατοχή του το ως άνω τεμάχιο, που συμφώνησαν να λάβει από τον ανωτέρω αγρό, τα οποία μάλιστα διαχώρισαν με φράχτη. Εν τω μεταξύ, μετά από τη με αριθμό πρωτοκόλλου ... κοινή αίτηση των ως άνω συγκυρίων Ε.

Δ. και Ν. Δ., εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών Νομού Χαλκιδικής του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, η με αριθμό ... οικοδομική άδεια για ανέγερση δύο (2) μονόροφων οικιών, καλυπτόμενης επιφάνειας 72 τ.μ. εκάστης (ολικής επιφάνειας 144 τ.μ.), ύψους κάθε οικοδομής 3,70 μέτρων και ολικού όγκου 533 κυβικών μέτρων.

Βάσει της άδειας αυτής, η έκδοση της οποίας πρέπει να σημειωθεί ότι προηγήθηκε της σύνταξης και υπογραφής του προαναφερθέντος προσυμφώνου συμβολαίου, ο Ε. Δ., ανήγειρε με δαπάνες του στο δυτικό (ενν: ανατολικό) τμήμα του κοινού ακινήτου, την αποκλειστική χρήση του οποίου έλαβε με το ανωτέρω προσύμφωνο και το κατείχε ο ίδιος λόγω της ως άνω άτυπης διανομής, μία ισόγεια οικία, εμβαδού 136,64 τ.μ., καθ' υπέρβαση της οικοδομικής άδειας.

Το έτος 1972 ο Ε. Δ. κατέβαλε στον Ν. Δ. το τίμημα των 3.000 δραχμών, που συμφώνησαν με το ανωτέρω προσύμφωνο να του καταβάλει για την πώληση και μεταβίβαση του ποσοστού 1,59% εξ αδιαιρέτου, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα-εφεσίβλητη απόδειξη. Οι συγκύριοι, όμως, του ως άνω κοινού αγροτεμαχίου, δεν κατάρτισαν οριστικό συμβόλαιο, σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου, ώστε με τη μεταβίβαση του ποσοστού 1,59% εξ αδιαιρέτου στον Ε.

Δ. να προβούν και στη διανομή του με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, διότι τότε, μέχρι τις 10-11-1971, που ψηφίστηκε το ν.δ. 1024/1971, δεν υπήρχε νομοθετική κάλυψη για σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, αν και υπήρχε η πρακτική να ανεγείρονται ξεχωριστά οικοδομήματα στο ίδιο οικόπεδο από τους περισσότερους συγκυρίους, ενώ και μετά την ψήφιση του ως άνω νομοθετικού διατάγματος δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας στο ως άνω, εκτός σχεδίου πόλης, αγροτεμάχιο τους, αφού με το άρθρο 1 αυτού οριζόταν ότι η κάθετη συνιδιοκτησία εφαρμόζεται σε περιοχές εντός σχεδίου πόλης και σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλης για τις οποίες είχαν καθορισθεί όροι δόμησης κατά το άρθρο 9 παρ.2 του ν.δ/τος της 17-7-1023, προϋποθέσεις που δεν συνέτρεχαν για το ακίνητο τους.

Αλλά και μετά την τροποποίηση του άρθρου 1 του ν.δ. 1024/1971, που έγινε με το ν .2052/1992, στα ευρισκόμενα εκτός σχεδίου πόλεων και οικισμών αγροτεμάχια, για τα οποία ίσχυαν οι γενικοί περί εκτός σχεδίου όροι δόμησης, δεν επετράπη και πάλι η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας και με το άρθρο 6 παρ.2 εδαφ.β' του νόμου αυτού ορίστηκε ρητά ότι κάθε δικαιοπραξία, με την οποία συνιστάται κάθετη ιδιοκτησία (εκτός ορίων οικισμών), μετά την δημοσίευσή του (3-6-1992), θα είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη.

Στις 23-5-1979, απεβίωσε ο συγκύριος του ακινήτου Ν. Δ., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγο του Ε. Δ. και από τα τέκνα του Α. Δ. και Α. Δ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά του, στην οποία περιλαμβάνονταν και το ανωτέρω ακίνητο, με τη με αριθμό 9... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ.

Γ., που μεταγράφηκε στον τόμο 99 και με αριθμό 39 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς, κατά ποσοστό 4/16 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και κατά ποσοστό 6/16 κάθε τέκνο. Ακολούθως, με το με αριθμό ... συμβόλαιο γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Π. Κ., που μεταγράφηκε στον τόμο 213 και με αριθμό 7 των ίδιων ως άνω βιβλίων μεταγραφών, η μητέρα της εναγόμενης.., χήρα Ν.

Δ., της μεταβίβασε το ανωτέρω εξ αδιαιρέτου ποσοστό της και ταυτοχρόνως ο αδελφός της Ά. Δ. της μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, το εξ αδιαιρέτου ποσοστό του, με το με αριθμό ... συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στον τόμο 213 και με αριθμό 8 των ίδιων βιβλίων μεταγραφών. Με τον τρόπο αυτό η εναγόμενη κατέστη συγκυρία του ανωτέρω αγρού, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου.

Στη συνέχεια η εναγόμενη, αφού προηγουμένως εκδόθηκε με αίτησή της από το Τμήμα Πολεοδομίας και Πολεοδομικών Εφαρμογών Πολυγύρου Χαλκιδικής η με αριθμό ... άδεια οικοδομής ισογείου κτιρίου κατοικιών με υπόγειο και γκαράζ, ολικής επιφάνειας 80,19 τ.μ., με ύψος οικοδομής 3,45 μέτρων και ολικό όγκο 414,80 κυβικών μέτρων, ανήγειρε με δαπάνες της στο δυτικό τμήμα του ακινήτου, που κατείχε μέχρι τις 23-5-1979 που απεβίωσε ο πατέρας της Ν.

Δ. και έκτοτε το κατείχε η ίδια, μία οικία με υπόγειο γκαράζ. Στη συνέχεια, ο Ε. Δ., αφού εκδόθηκε με αίτησή του από την ίδια ως άνω Υπηρεσία η με αριθμό ... άδεια οικοδομής για προσθήκη στέγης σε υπάρχουσα οικία, συσχετισθείσα με την προηγούμενη με αριθμό ... οικοδομική άδεια, προέβη σε κατασκευή σοφίτας κάτω από τη στέγη, εμβαδού 63,10 τ.μ.

Στις 26-10-2000 απεβίωσε και ο συγκύριος Ε. Δ., ο οποίος με την από 20-8-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε με τα με αριθμό ... πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και κηρύχθηκε κυρία με τη με αριθμό 25.466/21-9-2001 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του τα τέκνα του και τη μητέρα αυτών και σύζυγο του ...

χήρα ..., στην οποία κατέλειπε την επικαρπία του ανήκοντος στον ίδιο ποσοστού συγκυριότητας επί του ανωτέρω αγρού, ενώ στα τέκνα του κατέλειπε την ψιλή κυριότητα αυτού, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στο καθένα. Με τη με αριθμό ... πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β. Μ., που μεταγράφηκε στον τόμο 390 και με αριθμό 24 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Συκιάς, οι ως άνω κληρονόμοι του Ε.

Δ. αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτούς κληρονομιά του και μετά το θάνατο της επικαρπώτριας μητέρας τους, που επισυνέβη στις 26-9-2010, οπότε η επικαρπία του ανωτέρω μεριδίου επί του ως άνω αγροτεμαχίου συνενώθηκε εκ του νόμου με την ψιλή κυριότητα, οι αρχικοί ενάγοντες κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου, κατά ποσοστό 25% έκαστος.

Εν τω μεταξύ οι αυθαίρετες κατασκευές, που έγιναν από το δικαιοπάροχο των εναγόντων Ε. Δ., καθ' υπέρβαση της με αριθμό ... οικοδομικής άδειας, επί της οικίας που ανήγειρε στο ανατολικό τμήμα του αγροτεμαχίου, συνολικού εμβαδού 136,64 τ.μ., οι οποίες αφορούσαν υπέρβαση της οικοδομικής άδειας κατά 10,96 τ.μ., διαπλάτυνση βεράντας κατά 15,54 τ.μ.

και κλείσιμο της πυλωτής, που προέβλεπε η άδεια, υπήχθησαν στις διατάξεις του ν.720/1977 και με τον με αριθμό …-1978 τίτλο οριστικής νομιμοποίησης αυθαιρέτου της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών της Νομαρχίας Χαλκιδικής νομιμοποιήθηκαν οριστικά και εξαιρέθηκαν της κατεδάφισης. Οι μεταγενέστερες αυθαίρετες κατασκευές επί της ίδια οικίας, που έγιναν μετά την έκδοση της με αριθμό ...

άδειας οικοδομής για προσθήκη στέγης, ήτοι κατασκευή σοφίτας κάτω από τη στέγη, εμβαδού 63,10 τ.μ., κατασκευή αποθήκης στο ισόγειο, εμβαδού 3,25 τ.μ· και κατασκευή ξύλινης αποθήκης στον ακάλυπτο χώρο, εμβαδού 21,66 τ.μ., υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 4178/2013, από τις 8-7-2016 με τον οποίο νομιμοποιήθηκαν οριστικά, αφού περατώθηκε η διαδικασία καταβολής του ενιαίου ειδικού προστίμου, όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ενάγουσα-εφεσίβλητη με Α/Α … δήλωση ένταξης σε συνδυασμό με την προσκομιζόμενη με επίκληση από την ίδια τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονος μηχανικού Δ.

Π.. Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 5 παρ.1 του ν.4178/2013 ορίστηκε ότι οι διατάξεις της παρ.1 του άρθρου 1 του ν.δ. 1024/1971, που αφορούν στη σύσταση των κάθετων ιδιοκτησιών, θα εφαρμόζονται πλέον και επί γηπέδων, κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμών, ανηκόντων σε έναν ή πλείονες ιδιοκτήτες, επί των οποίων έχουν ανεγερθεί μέχρι τις 28-7-2011 οικοδομήματα, νομίμως ανεγερθέντα ή αυθαίρετα υπαγόμενα στις διατάξεις του παρόντος, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 4178/2013, η ανέγερση των οποίων μέχρι την 28-7-2011 αποδεικνύεται από αεροφωτογραφίες λήψεως μέχρι την ημερομηνία αυτή και βεβαιώνεται από τον μηχανικό κατά τις διατάξεις του παρόντος.

Συνεπώς, από την 8-8-2013, που ψηφίσθηκε ο ν.4178/2013, με τον οποίο, κατά τα ανωτέρω, άλλαξε το νομικό καθεστώς ως προς την εφαρμογή της κάθετης ιδιοκτησίας και επετράπη η σύσταση κάθετης συνιδιοκτησίας και σε εκτός σχεδίου πόλης αγροτεμάχια, οι διάδικοι, εφόσον τα υφιστάμενα στο ακίνητο τους οικοδομήματα, νομίμως ανεγερθέντα ή αυθαίρετα, υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 4178/2013, μπορούσαν να προβούν, συντρεχουσών των προϋποθέσεων του νόμου, σε οριστικοποίηση του ανωτέρω προσυμφώνου και σε διανομή του κοινού τους ακινήτου με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επί αυτού, ώστε μετά και τη μεταβίβαση του προσυμφωνηθέντος εξ αδιαιρέτου ποσοστού επί του αγροτεμαχίου στους ενάγοντες, αυτοί να καταστούν συγκύριοι κατά ποσοστό 50% έκαστος, της συσταθείσας κάθετης ιδιοκτησίας, στην οποία βρίσκεται η οικοδομή τους και στην οποία θα αναλογεί ποσοστό 51,59% εξ αδιαιρέτου επί του ως άνω αγρού,

με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στο εδαφικό τμήμα έκτασης 2.806, 50 τ.μ. και η εναγόμενη να καταστεί αποκλειστική κυρία της συσταθείσας κάθετης ιδιοκτησίας, στην οποία βρίσκεται η οικοδομή της και στην οποία θα αναλογεί ποσοστό 48,41% εξ αδιαιρέτου επί του κοινού ακινήτου, με δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης στο εδαφικό του τμήμα έκτασης 2.633,50 τ.μ.

Η εναγόμενη, όμως, άσκησε κατά των εναγόντων στις 17-12-2015 την από 16-12-2015 και με αριθμό καταθέσεως123/17-12-2015 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία, επικαλούμενη ότι αυτοί δεν συμφωνούν στην εξώδικη διανομή του ακινήτου τους και ότι είναι ασύμφορη και ανέφικτη η αυτούσια διανομή του, ζήτησε τη λύση της μεταξύ τους κοινωνίας δικαιώματος με την πώληση του κοινού ακινήτου με πλειστηριασμό και τη μεταξύ τους διανομή του πλειστηριάσματος, ανάλογα με τα ιδανικά τους μερίδια.

Κατόπιν αυτού οι ενάγοντες, με τις από 27-1-2016 εξώδικες κλήσεις και δηλώσεις τους, που της επιδόθηκαν στις 29-1-2016, κάλεσαν την εναγόμενη, εφόσον υπάρχουν υπερβάσεις της πολεοδομικής άδειας ανέγερσης της οικίας της, να υποβάλλει δήλωση τακτοποίησης των αυθαιρέτων, κατά τις διατάξεις του ν.4178/2013 και στη συνέχεια να προσέλθει ενώπιον συμβολαιογράφου προσκομίζοντας τα σχετικά έγγραφα, ώστε να προβούν, σε εκτέλεση του ανωτέρω προσυμφώνου που υπέγραψαν οι δικαιοπάροχοι τους, σε διανομή του ακινήτου τους με τη σύσταση των περιγραφόμενων σε αυτό κάθετων ιδιοκτησιών.

Με την από 29-1-2016 εξώδικη απάντησή της η εναγόμενη αρνήθηκε να συμπράξει στην υπογραφή οριστικού συμβολαίου, ισχυριζόμενη ότι το προσύμφωνο είναι εικονικό, συντάχθηκε αποκλειστικά προς χρήση στην πολεοδομική υπηρεσία του Νομού Χαλκιδικής για να εκδοθεί από τον δικαιοπάροχο τους η με αριθμό ... οικοδομική άδεια, ουδέποτε κατεβλήθη τίμημα στον πατέρα της για τη μεταβίβαση του εξ αδιαιρέτου ποσοστού 1,59% στον δικαιοπάροχο τους.

Στη συνέχεια, με τις από 3-2-2016 και 2-2-2016 εξώδικες δηλώσεις τους, που επιδόθηκαν αντίστοιχα στην εναγόμενη στις 5-2-2016 και στις 8-2-1016, οι ενάγοντες αρνήθηκαν την εικονικότητα του προσυμφώνου και, αφού της υπενθύμισαν την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του ν.4178/2013, την κάλεσαν και πάλι να προσέλθει σε συμβολαιογράφο για να προβούν σε σύνταξη οριστικών συμβολαίων, κατά τα οριζόμενα στο ανωτέρω προσύμφωνο.

Η ρύθμιση του άρθρου 5 του ν.4178/2013 επαναλαμβάνεται και στο μεταγενέστερο άρθρο 98 παρ.1 του ν.4495/2017 (ΦΕΚ Α 167/3-11-2017), που ισχύει από 23-1-2018 και συνεπώς αυτή η διάταξη ίσχυε κατά το χρόνο που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το άρθρο 125 παρ.6 του οποίου (ν.4495/2017) καταργήθηκαν τα άρθρα 1 έως 30, πλην της παρ.9 του άρθρου 30 του ν.4178/2013.

Αναφέρεται δε, στη διάταξη αυτή (άρθρο 98 παρ. 1 του ν.4495/2017) ότι "οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 1024/ 1971 (Α' 232) εφαρμόζονται και επί γηπέδων, που κείνται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμών και ανήκουν σε έναν ή πλείονες ιδιοκτήτες, επί των οποίων έχουν ανεγερθεί μέχρι τις 28.7.2011 οικοδομήματα νομίμως ανεγερθέντα ή αυθαίρετα, με την επιφύλαξη των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 89 του ν.4495/2017.

Υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις επιτρέπεται η σύνταξη και υπογραφή συμβολαιογραφικών πράξεων σύστασης διηρημένων ιδιοκτησιών επί των ανωτέρω γηπέδων και η μεταγραφή αυτών στα βιβλία μεταγραφών ή η καταχώριση στα κτηματολογικά γραφεία.... Η ανέγερση των οικοδομών μέχρι τις 28.7.201 1 αποδεικνύεται από αεροφωτογραφίες, που έχουν ληφθεί μέχρι την ημερομηνία αυτή και βεβαιώνεται από το μηχανικό".

Συνεπώς, εφόσον, όπως αποδείχθηκε, για το ακίνητο των διαδίκων δεν συντρέχουν οι απαγορεύσεις της διάταξης του άρθρου 89 του ν. 4495/2017, ήτοι δεν βρίσκεται σε κοινόχρηστο χώρο του οικισμού, σε δημόσιο κτήμα, σε δάσος, στον αιγιαλό, κλπ. και δεδομένου ότι από τα προσκομιζόμενα με επίκληση από την εναγόμενη έγγραφα στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με τη με Α/Α 10061495 από 6-12-2017 δήλωσή της περί ένταξης στο ν. 4495/2017, υπήγαγε στις διατάξεις του νόμου αυτού την κατασκευή αυθαίρετης αποθήκης, εμβαδού 12,40 τ.μ.

στο τμήμα του ακινήτου αποκλειστικής της χρήσης, που αφορά μικρή παράβαση της κατηγορίας 3 του άρθρου 96 του νόμου αυτού και περατώθηκε η διαδικασία καταβολής του ενιαίου ειδικού προστίμου, ενώ ουδόλως προκύπτει ότι επί της οικίας της, υπάρχουν αυθαίρετες κατασκευές ούτε οι διάδικοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο, κανένα εμπόδιο δεν υπάρχει για σύνταξη και υπογραφή οριστικού συμβολαίου, σε εκτέλεση του προαναφερθέντος προσυμφώνου και η εναγομένη έχει, κατά τα ανωτέρω, ως διάδοχος του Ν.

Δ. και των κληρονόμων του, υποχρέωση να συμπράξει στις σχετικές συμβολαιογραφικές πράξεις. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ομοίως και, αφού απέρριψε την ένσταση της εναγόμενης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των εναγόντων, έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, αν και με μερικότερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας απόφασης (534 ΚΠολΔ) ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε το προσκομισθέν από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό και δεν έσφαλε.

Κρίνονται, συνεπώς, απορριπτέοι ως αβάσιμοι όλοι οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της κρινόμενης έφεσης (πρώτος, δεύτερος και τρίτος), με τους οποίους η εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων αιτιώμενη ειδικότερα ότι 1) χωρίς νόμιμη βάση και επαρκή αιτιολογία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκανε δεκτή την αγωγή, κατά παραδοχή μόνο των ισχυρισμών και των αποδεικτικών μέσων των εναγόντων και χωρίς να λάβει υπόψη τους δικούς της, 2) με αντιφατική αιτιολογία αναγνώρισε την υποχρέωσή της να προσέλθει σε συμβολαιογράφο και να υπογράψει οριστική σύμβαση σε εκτέλεση του προσυμφώνου και 3) δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 5 παρ.1 του ν.4178/2013 καθότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη διέλαβε ότι όλα τα κτίσματα είναι τακτοποιημένα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κάνει δεκτή την αγωγή της αναιρεσίβλητης και του δικαιοπαρόχου της αδελφού της Δ. Δ. και είχε αναγνωρίσει ότι η αναιρεσίβλητη υποχρεούται όπως, αφού προσέλθει ενώπιον συμβολαιογράφου, δηλώσει, σε εκτέλεση υποσχετικής σύμβασης, ήτοι του υπ' αριθ. ...

προσυμφώνου συμβολαίου του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., τη βούλησή της α) περί μεταβίβασης στους ενάγοντες (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα) της κυριότητας ποσοστού 1,59% εξ αδιαιρέτου από το μερίδιο της επί του επίδικου αγρού και β) περί σύστασης επί του επίδικου αγρού δύο (2) κάθετων ιδιοκτησιών, ήτοι 1) της κάθετης ιδιοκτησίας που βρίσκεται ανατολικά του αγρού, εμβαδού 2.806,50 τ.μ., με συμμετοχή στον αγρό 51,59% εξ αδιαιρέτου και 2) της κάθετης ιδιοκτησίας που βρίσκεται δυτικά του αγρού, εμβαδού 2.633,50 τ.μ., με συμμετοχή στον αγρό 48,41 τ.μ., και περί διανομής αυτών, ώστε η κάθετη ιδιοκτησία που βρίσκεται ανατολικά του αγρού, εμβαδού 2.806,50 τ.μ., να περιέλθει στη συγκυριότητα των εναγόντων (κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα) και η κάθετη ιδιοκτησία που βρίσκεται δυτικά του αγρού, εμβαδού 2.633,50 τ.μ., να περιέλθει στην αποκλειστική κυριότητα της εναγομένης .

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της νομιμοποίησης των αυθαιρέτων κτισμάτων στο κατεχόμενο από την αναιρεσίβλητη τμήμα του επίκοινου ακινήτου, που συνιστούσε απαραίτητη προϋπόθεση για τη διανομή του τελευταίου με σύσταση κάθετων ιδιοκτησιών, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου 166, 460 επ.

ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Ν. 4178/2013 , δεδομένου ότι, κατά τη νοηματική εκτίμηση των σχετικών παραδοχών του, σαφώς δέχεται ότι η αναιρεσίβλητη, με την υπ' αριθ. 3405646 δήλωση ένταξης αυτών στις διατάξεις του Ν. 4178/2013 και αφού περατώθηκε η διαδικασία καταβολής ενιαίου ειδικού προστίμου, νομιμοποίησε οριστικά αυτές, με αποτέλεσμα να δικαιούται να ζητήσει την εκπλήρωση από την αναιρεσείουσα των ως άνω υποχρεώσεων της που απορρέουν από το προσύμφωνο.

Επομένως, ο πέμπτος, κατά το πρώτο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλιπούς αιτιολογίας ως προς τη νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας εσφαλμένως τα διαδικαστικά έγγραφα [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ] είτε έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ.

α) είτε δεν έλαβε υπ` όψη πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (εδ. β). Νοούνται, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση [άρθρα 338, 362 ΚΠολΔ], ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης προτάσεώς τους στο δικαστήριο της ουσίας [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν, ιστορικώς, το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της αποφάσεως, που προσβάλλεται.

Αποτελούν "πράγματα" και οι λόγοι (κύριοι ή τυχόν πρόσθετοι) εφέσεως, οι οποίοι αφορούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και διατυπώνουν παράπονο κατά της κρίσεως του δικαστηρίου της ουσίας, δηλ. οι λόγοι των οποίων η λήψη υπ` όψη και παραδοχή θα είχε, ως συνέπεια, την κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 617/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως , επικαλούμενη την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την προβληθείσα με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της ''ένσταση πλαστότητας'' της υπ' αριθ. 3405646 δήλωσης ένταξης στο Ν. 4178/2013, που υπογράφει ο πολιτικός μηχανικός Π.

Κ., την οποία προέβαλε για πρώτη φορά στο Εφετείο παραδεκτά ''ως οψιγενή ισχυρισμό αποδεικνυόμενο παραχρήμα'', και με την οποία νομιμοποιήθηκαν παράνομα, όπως ισχυρίζεται, τα αυθαίρετα κτίσματα που είχαν κατασκευασθεί στο τμήμα του επίκοινου ακινήτου, το οποίο κατείχε η αναιρεσίβλητη και ο δικαιοπάροχος της, γεγονός που προκύπτει από την υπ' αριθ. 895/2-7-2015 καταγγελία της αναιρεσίβλητης και από την έκθεση του μηχανικού Μ.

Α., την οποία όμως δεν επικαλείται με τον τρίτο λόγο της εφέσεώς της. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμους τους τρεις πρώτους λόγους εφέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, δεχόμενο ότι τα ως άνω αυθαίρετα κτίσματα υπήχθησαν στις διατάξεις του ν. 4178/2013, με τον οποίο νομιμοποιήθηκαν οριστικά και αφού περατώθηκε η διαδικασία καταβολής του ενιαίου ειδικού προστίμου, εκ του πράγματος έλαβε υπόψη και απέρριψε σιωπηρά τον πιο πάνω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.

Κατά τον αριθμό 11 περ.β` ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Δεν χωρεί αναίρεση στην εν λόγω περίπτωση αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο που δεν είχε προσκομισθεί (ΑΠ 706/2021, ΑΠ 257/2008, ΑΠ 968/2007), καθόσον στην περίπτωση αυτή το αποδεικτικό πόρισμα θα ήταν όμοιο και χωρίς το αποδεικτικό μέσο που λήφθηκε υπόψη μολονότι δεν είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει τούτο οι διάδικοι (ΑΠ 1630/2022, ΑΠ 1061/2020, ΑΠ 1977/2017, ΑΠ 257/2008).

Εν προκειμένω με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. β` του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη την τεχνική έκθεση της αρχιτέκτονος μηχανικού Δ. Π., που δεν προσκομίσθηκε από την ενάγουσα - αναιρεσίβλητη. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ` όσον το Εφετείο, ως εκ της προσβαλλομένης απόφασής του προκύπτει, συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την νομιμοποίηση των αυθαιρέτων κατασκευών που έγιναν από τον δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης επί της οικίας που ανήγειρε στο ανατολικό τμήμα του επίκοινου αγροτεμαχίου και περαιτέρω της δυνατότητας διανομής αυτού με σύσταση καθέτων ιδιοκτησιών, κυρίως από άλλο νόμιμο και επαρκές αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε, και ειδικότερα από την με Α/Α 3405646 δήλωση ένταξης, και όχι από την ανωτέρω τεχνική έκθεση, την οποία επικουρικά συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα που οποιοσδήποτε από τους διαδίκους παραδεκτά επικαλέσθηκε και νόμιμα προσκόμισε με τις προτάσεις του προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή ισχυρισμών, δηλαδή λυσιτελών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 584/2017).

Στην πολιτική δίκη αποδεικτικά μέσα είναι, μεταξύ άλλων, κατά το άρθρο 339 ΚΠολΔ, τα έγγραφα και τα δικαστικά τεκμήρια. Τα τελευταία είναι συμπεράσματα τα οποία συνάγει το δικαστήριο από αποδεδειγμένα γεγονότα για την ύπαρξη ή ανυπαρξία άλλων γεγονότων. Έτσι, αν ο διάδικος επικαλείται και προσκομίζει κάποιο έγγραφο, που έχει αποδεικτική δύναμη υπό τις προϋποθέσεις των άρθρων 438, 439 και 443 ΚΠολΔ, προς απόδειξη πραγματικού γεγονότος, από την αλήθεια του οποίου ο δικαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατόπιν συλλογισμού μπορεί να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για την αλήθεια ή αναλήθεια πραγματικών γεγονότων, τα οποία αποτελούν άμεσα στοιχεία του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, το δικαστήριο οφείλει να το λάβει υπόψη και να το αξιολογήσει μαζί με τα άλλα τυχόν προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, διαφορετικά καθιστά την απόφασή του αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ. (ΑΠ 29/2017).

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος κατ` ουσίαν, όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν, παρά τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο αυτά, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσαγωγής τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκόμισή τους και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1698/2022, ΑΠ 584/2017, ΑΠ 931/2014, ΑΠ 150/2015).

Όμως, ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ' απέρριψε την αγωγή ή την ένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1498/2021, ΑΠ 1010/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, κατά το πρώτο σκέλος, λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατ` επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι για την διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος δεν έλαβε υπόψη της τα εξής αποδεικτικά μέσα που είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει, και συγκεκριμένα:

α) αντίγραφο της υπ' αριθ. πρωτ. 895/2-7-2015 καταγγελίας της αναιρεσίβλητης προς την υπηρεσία δόμησης του Δήμου Σιθωνίας και β) την από μήνα Νοέμβριο 2017 τεχνική έκθεση του Πολιτικού Μηχανικού Μ. Α.. Ωστόσο, από τη βεβαίωση του Εφετείου στην προσβαλλομένη απόφαση ότι στην περί πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομοτύπως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της αποφάσεως που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί μη συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 4178/2013 επειδή δεν ήταν όλα τα επίμαχα κτίσματα νομίμως τακτοποιημένα, προς απόδειξη των οποίων αυτή επικαλέσθηκε τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά την διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών.

Κατόπιν αυτού, ο ανωτέρω τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος, από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω τρίτος, κατά το δεύτερο σκέλος, επίσης εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τη προσαχθείσα ενώπιόν του και επικληθείσα από αυτήν χειρόγραφη απόδειξη εξόφλησης του έτους 1972, που αποδείκνυε τη βασιμότητα της ένστασης παραγραφής της εκ του επίδικου προσυμφώνου ενοχικής αξίωσης, είναι απαράδεκτος, καθόσον, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα η σχετική ένσταση παραγραφής απορρίφθηκε ως μη νόμιμη.

Κατά το άρθρο 247 Α.Κ., το δικαίωμα να απαιτήσει κάποιος από άλλον μια πράξη ή μια παράλειψη παραγράφεται, κατά δε το άρθρο 249 ΑΚ, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αξιώσεις παραγράφονται σε είκοσι χρόνια. Εξάλλου, η εκπλήρωση της ενοχής, καθ` ορισμένο χρονικό σημείο ή εντός ορισμένης προθεσμίας, αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της έννοιας της ενοχής.

Ο χρόνος κατά τον οποίο ή εντός του οποίου πρέπει να καταρτισθεί η κυρία σύμβαση είναι δυνατόν να καθορίζεται από τον νόμο ή από τη δικαιοπραξία, ειδικά δε όσον αφορά το προσύμφωνο, η πρακτική σημασία του ζητήματος καθορισμού του χρόνου κατά τον οποίο θα συναφθεί η κύρια σύμβαση συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η απαίτηση καθίσταται ληξιπρόθεσμη και αρχίζει η παραγραφή.

Όσον αφορά την συνέπεια σχετικά με την άπρακτη πάροδο της ορισμένης ημέρας προς σύναψη της οριστικής συμβάσεως εκ μέρους είτε του ενός, είτε αμφοτέρων των μερών του προσυμφώνου, προέχουσα σημασία έχει η προς τούτο βούληση των συμβαλλομένων μερών. Κατ` αρχήν, η εν λόγω προθεσμία, εφόσον δεν ορίσθηκε διαφορετικά, έχει απλώς τον χαρακτήρα προθεσμίας εκπληρώσεως της παροχής των συμβληθέντων, οπότε η άπρακτη πάροδος αυτής δεν επάγεται ανατροπή του προσυμφώνου.

Και μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής και μέχρι συμπληρώσεως της παραγραφής, στην οποία υπόκειται η σχετική αξίωση, μπορεί να ζητηθεί η σύναψη της οριστικής συμβάσεως (ΑΠ 16/2022, ΑΠ 257/2021, 297/2016, 2356/2009). Η αξίωση από προσύμφωνο, η οποία, όπως ήδη εκτέθηκε, έχει ως περιεχόμενο την καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως, παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια.

Σύμφωνα με το άρθρο 251 ΑΚ η παραγραφή αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη. Η δικαστική επιδίωξη δεν είναι δυνατή μόνον όταν ο δικαιούχος έχει νομικά κωλύματα, που δεν του επιτρέπουν την έγερση αγωγής επί ορισμένο χρόνο. Τέτοιο νομικό κώλυμα σε περίπτωση προσυμφώνου αποτελεί η απαγόρευση διάθεσης του πράγματος του οποίου προσυμφωνήθηκε η πώληση.

Η εν λόγω απαγόρευση δεν εμποδίζει ούτε κάνει άκυρη τη σύναψη του προσυμφώνου, εμποδίζει όμως την έγερση αγωγής με αντικείμενο την καταδίκη αυτού που προσυμφώνησε την πώληση σε δήλωση βουλήσεως ή την εκτέλεση αυτού (ΑΠ 242/1991). Περαιτέρω, κάθετη ιδιοκτησία είναι η αναγκαστική συνιδιοκτησία σε κοινό ενιαίο οικόπεδο, με κοινόχρηστους χώρους, με διακεκριμένες ιδιοκτησίες έτσι ώστε κάθε χωριστό οικοδόμημα να αποτελεί αυτοτελή ιδιοκτησία, με ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο ενιαίο οικόπεδο.

Η κάθετη ιδιοκτησία θεσπίστηκε με το ν.δ. 1024/1971, ενώ προ της ισχύος αυτού είχε μεν καθιερωθεί πρακτικά η ανέγερση ξεχωριστών οικοδομημάτων στο ίδιο οικόπεδο από τον ίδιο κύριο ή από περισσότερους συγκυρίους, χωρίς όμως τούτο να καλύπτεται νομοθετικά. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4, 5 και 13 του νόμου 3741/1929, 1 παρ. 1 και 2 του νδ 1024/1971 "περί διηρημένης ιδιοκτησίας επί οικοδομημάτων ανεγειρομένων επί ενιαίου οικοπέδου", 1002 και 1117 ΑΚ και 480Α ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι στην περίπτωση σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας, χωριστής, δηλαδή, ιδιοκτησίας σε περισσότερα οικοδομήματα, που έχουν ανεγερθεί ή πρόκειται να ανεγερθούν σε κοινό οικόπεδο, αλλά σε ορισμένο για κάθε συνιδιοκτήτη τμήμα του, ο κύριος κάθε χωριστής οικοδομής θεωρείται έναντι μεν της πολιτείας συγκύριος του όλου οικοπέδου, έναντι δε του συνιδιοκτήτη του οικοπέδου και αποκλειστικού κυρίου χωριστής οικοδομής αποκλειστικός κύριος της οικοδομής του.

Η κάθετη ιδιοκτησία είναι σύνθετο εμπράγματο δικαίωμα, το οποίο αποτελείται από το δικαίωμα χωριστής αποκλειστικής κυριότητας στη διαιρεμένη ιδιοκτησία (οικοδόμημα) που υπάρχει ή πρόκειται να ανεγερθεί στο διαιρετό χώρο του οικοπέδου και από το δικαίωμα αναγκαστικής εξ αδιαιρέτου συγκυριότητας στα κοινά μέρη, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οπωσδήποτε το ενιαίο οικόπεδο επί του οποίου τα αυτοτελή οικοδομήματα που αποτελούν διαιρεμένες (κάθετες) ιδιοκτησίες και οι τυχόν κοινόχρηστοι χώροι.

Η μερίδα αναγκαστικής συγκυριότητας κάθε δικαιούχου κάθετης ιδιοκτησίας μπορεί να καθορισθεί κατά τη σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία όλων των δικαιούχων, ενώ η έλλειψη τέτοιας συμφωνίας δεν επιδρά στο κύρος της σύστασης της κάθετης ιδιοκτησίας, καθόσον στην περίπτωση αυτή προβλέπεται ειδική ρύθμιση για τον προσδιορισμό της μερίδας, η οποία, βάσει των άρθρων 1117 ΑΚ και 10 παρ. 1 του νόμου 3741/1929, είναι ανάλογη.

Κάθε συνιδιοκτήτης του κοινού οικοπέδου και αποκλειστικός κύριος χωριστής οικοδομής, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη συστατική πράξη, έχει το δικαίωμα να οικοδομήσει στο χωριστό οικοπεδικό τμήμα που του ανήκει, τόση επιφάνεια, όση αναλογεί στο ποσοστό συγκυριότητάς του στο όλο ενιαίο οικόπεδο, τηρουμένων, κατά τη ρητή επιταγή της παρ. 1 του άρθρου 1 του νδ 1024/1971, των πολεοδομικών διατάξεων, που ορίζουν τα ποσοστά δόμησης, τα ποσοστά κάλυψης του οικοπέδου, καθώς και την απόσταση μεταξύ των δύο οικοδομημάτων (ΑΠ 443/2020, ΑΠ 118/2003).

Με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ΝΔ 1024/1971 καθιερώθηκε η κάθετη ιδιοκτησία, μόνο όμως επί οικοπέδων κειμένων εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων. Στη συνέχεια, με το ν. 2052/1992, ο οποίος με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 α' αντικατέστησε την παρ. 2 του άρθρου 1 του ως άνω ν.δ/τος 1024/1971, επετράπη η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας και εντός ορίων οικισμών προ του 1923, καθώς και εντός ορίων οικισμών κάτω των 2.000 κατοίκων, που καθορίζονται βάσει του από 24.4.1985 π.δ. (ΦΕΚ 181 Δ`).

Ακολούθως δε, με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 4178/2013 που προβλέπει ότι : '' 1. Οι διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν.δ. 1024/1971 (Α` 232) εφαρμόζονται και επί γηπέδων, κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμών, επί των οποίων έχουν ανεγερθεί οικοδομήματα μέχρι την 28.7.2011, υπό την επιφύλαξη των οριζομένων στις διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.

Η ανέγερση των οικοδομών μέχρι την 28.7.2011 αποδεικνύεται από αεροφωτογραφίες λήψεως μέχρι την ημερομηνία αυτή και βεβαιώνεται από τον μηχανικό κατά τις διατάξεις του παρόντος'', καθιερώθηκε πλέον η κάθετη ιδιοκτησία και επί οικοπέδων, κειμένων εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ορίων οικισμών, υπό τους όρους της ανωτέρω διάταξης.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παράβαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσίβλητης ως μη νόμιμη με την ακόλουθη αιτιολογία: ".... Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με τον πέμπτο λόγο της έφεσης της προβάλει για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την ένσταση παραγραφής των αξιώσεων των εναγόντων, που απορρέουν από το με αριθμό ...

προσύμφωνο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Χ. Μ., ισχυριζόμενη ότι, από την 13η Μαΐου 1970, που καταρτίσθηκε και υπογράφηκε το προσύμφωνο αυτό και μέχρι τη συζήτηση της ένδικης έφεσης, παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 20 ετών, που είναι και η γενική παραγραφή των αξιώσεων του άρθρου 249 ΑΚ, η οποία ισχύει και για την παραγραφή της καταδίκης σε δήλωση βουλήσεως.

Ο ισχυρισμός αυτός της εκκαλούσας, κατ' αρχήν παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, εφόσον συντρέχει εν προκειμένω η προϋπόθεση του άρθρου 527 περ.6 του ΚΠολΔ, ήτοι της άμεσης απόδειξής του με δημόσιο έγγραφο, όπως είναι το επικαλούμενο από αυτή συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, σύμφωνα με την παραπάνω νομική σκέψη.

Κρίνεται, όμως, απορριπτέος ως μη νόμιμος ο εν λόγω ισχυρισμός της, διότι η εναγόμενη,.... δεν επικαλείται, όπως οφείλει για τη θεμελίωση της ένστασής της αυτής περί παραγραφής, το χρόνο κατά τον οποίο ή εντός του οποίου, σύμφωνα με τη δικαιοπραξία (προσύμφωνο) ή ενδεχομένως από το νόμο, έπρεπε να καταρτισθεί η οριστική σύμβαση που συμφώνησαν τα μέρη, στοιχείο αναγκαίο για τη νομική θεμελίωση της ενστάσεώς της, διότι ο χρόνος αυτός αποτελεί το χρόνο γέννησης των σχετικών αξιώσεων των εναγόντων από το ανωτέρω προσύμφωνο, αλλά και το χρονικό σημείο έναρξης της εικοσαετούς παραγραφής, η σημασία του οποίου,...

συνίσταται, μεταξύ άλλων, στο ότι έκτοτε η αξίωση των εναγόντων για σύνταξη οριστικής σύμβασης καθίσταται ληξιπρόθεσμη και από τότε αρχίζει η εικοσαετής παραγραφή της''. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 166, 247, 249, 251 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν προέβαλε προς θεμελίωση της ένστασής της ότι οι επίδικες αξιώσεις ήταν από το χρόνο καταρτίσεως του επίδικου προσυμφώνου (1970) δικαστικώς επιδιώξιμες, είτε βάσει της σχετικής συμφωνίας, είτε βάσει νόμου, αφού η κατάρτιση του επίμαχου προσυμφώνου δεν αποτελεί από μόνη της και το χρονικό σημείο έναρξης παραγραφής των απορρεουσών από αυτό αξιώσεων.

Σε κάθε περίπτωση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 247, 249 και 251 ΑΚ, η αφετηρία της εικοσαετούς παραγραφής για την άσκηση της ένδικης αξίωσης της αναιρεσίβλητης από το επίδικο προσύμφωνο, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στο χρόνο συντάξεως αυτού (1970), καθόσον μόνο μετά τη νομότυπη ένταξη στις διατάξεις του ν. 4178/2013 των αυθαιρέτων κατασκευών, που προϋπήρχαν στο επίμαχο ακίνητο, κατέστη δυνατή η σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας επ' αυτού και μόνο τότε κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη η κατάρτιση οριστικής συμβάσεως διανομής του επίμαχου αγροτεμαχίου, με σύσταση δύο κάθετων ιδιοκτησιών, σε εκπλήρωση των υποχρεώσεων που ανέλαβαν αμοιβαία τα μέρη με το επίδικο προσύμφωνο, αφού κατά το χρόνο κατάρτισής του (1970), όπως και κατά το έτος 1972, οπότε έλαβε χώρα η εξόφληση του συμφωνηθέντος τιμήματος εκ 3.000 δρχ.

για τη μεταβίβαση ποσοστού 1,59% εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου από το δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας στο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης, που ήταν προαπαιτούμενο της συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας, δεν ήταν δυνατή κατά νόμο (άρθρο 1 παρ. 1 και 2 και 4 ν.δ. 1024/1971) η προσυμφωνηθείσα διανομή με κατάρτιση οριστικού συμβολαίου συστάσεως κάθετης ιδιοκτησίας και, έτσι, η απαγόρευση αυτή εμπόδιζε την έγερση αγωγής, επί πλέον δε, η αναιρεσείουσα δεν επικαλέστηκε ότι στο προσύμφωνο υφίσταται όρος, ότι η υπογραφή του οριστικού συμβολαίου τελούσε αποκλειστικά υπό την αίρεση της καταβολής του τιμήματος, ώστε η καταβολή του τιμήματος (1972) να αποτελεί χρονικό σημείο έναρξης παραγραφής της ένδικης αξίωσης.

Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ αφού αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ή ισχυρισμός ως μη νόμιμος, αόριστος ή απαράδεκτος ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (Ολ.

ΑΠ 3/1997, Ολ. ΑΠ 44/1990, ΑΠ 70/2011, ΑΠ 121/09, ΑΠ 1821/2008). Επομένως, ο πέμπτος, κατά το δεύτερο σκέλος, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε χωρίς αιτιολογίες την ένσταση παραγραφής της εκ του προσυμφώνου ενοχής, που η αναιρεσείουσα πρότεινε το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, είναι απαράδεκτος, γιατί ελλείπει η, αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του, προϋπόθεση της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων, αφού το Εφετείο, όπως εκτέθηκε, απέρριψε την ως άνω ένσταση παραγραφής ως μη νόμιμη .

Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή του παραβόλου που καταβλήθηκε από την αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, θα επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 180, 183, 191 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 12-7-2022 αίτηση της Α. Δ. για αναίρεση της υπ` αριθμ. 1156/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. -Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

-Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ