Legislator Case Law & Legislation
310/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to prove summons of absent co-defendants in mandatory joint litigation.

Case Number 310/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Inadmissible

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court declared the appeal inadmissible because the absent defendants failed to prove they were properly summoned for the hearing. The court found no evidence of service of process or acceleration of the proceedings by the absent parties. Consequently, the court ruled that the procedural delays and lack of summons rendered the hearing void for all parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 847, 850, 851 et seq. of the Civil Code; Article 328 of the Code of Civil Procedure; Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure: In cases of mandatory joint litigation between guarantor and principal debtor, failure to prove proper summons of absent co-litigants renders the hearing inadmissible.

Keywords

AI generated
mandatory joint litigation inadmissible appeal proper summons principal debtor guarantor liability procedural default absence of parties

Cited Legislation

AI generated
Articles 847, 850, 851 et seq. of the Civil Code
Article 328 of the Code of Civil Procedure
Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 76 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 310 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Γ.Β

Αριθμός 310/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α.Δ. του Ν., κατοίκου … Δήμου … και 2) Ν. Α. του Γ., κατοίκου … Δήμου …. Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δεληγεώργη, ενώ ο δεύτερος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "…", που εδρεύει στην Αθήνα, εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-6-2013 ανακοπή και τους από 17-1-2014 προσθέτους λόγους ανακοπής των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 160/2017 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 26-2-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο πρώτος αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847, 850, 851 επ. ΑΚ και 328 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στη δίκη που διεξάγεται μεταξύ του δανειστή αφ' ενός και του εγγυητή και του πρωτοφειλέτη αφ' ετέρου, η μεταξύ των τελευταίων ομοδικία είναι αναγκαστική, μόνο καθ' ο μέρος αντικείμενο της κοινής δίκης, ως προς κάθε ομόδικο, είναι ύπαρξη της κυρίας οφειλής και συνεπώς οι αρχές της εν λόγω αναγκαστικής ομοδικίας περιορίζονται μόνο στις περιπτώσεις, όπου το ζήτημα που πρόκειται να κριθεί αναφέρεται στην κοινή υπεράσπιση πρωτοφειλέτη και εγγυητή ως προς την ύπαρξη του χρέους [ΑΠ 1104/2020, ΑΠ 573/2019, ΑΠ 338/2017, ΑΠ 1946/2017].

Εξάλλου, με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, η οποία υπόκειται και στη ρύθμιση των άρθρων 583 επ. ΚΠολΔ, προβάλλονται λόγοι είτε κατά του κύρους της διαταγής πληρωμής για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης είτε κατά της ύπαρξης της απαίτησης [ολΑΠ 10/1997, ΑΠ 1946/2017]. Έτσι, εφόσον ο πρωτοφειλέτης και ο εγγυητής ασκούν ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος τους με βάση το κατάλοιπο σύμβασης πίστωσης με ανοιχτό αλληλόχρεο λογαριασμό που καταγγέλθηκε από το δανειστή, υφίσταται αναγκαία ομοδικία μεταξύ τους καθό μέρος αντικείμενο της δίκης, ως προς τον καθένα, είναι η ύπαρξη και η έκταση της κύριας σε βάρος τους οφειλής [ΑΠ 573/2019, ΑΠ 1946/2017].

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 2, 104 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ενώπιον του Αρείου Πάγου οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται δια πληρεξουσίου δικηγόρου, ότι ως προς τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υφίσταται πληρεξουσιότητα, η οποία δίδεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρείται στα πρακτικά ή στην έκθεση και ότι ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την ύπαρξη της πληρεξουσιότητας, της οποίας η έλλειψη ή η μη προσήκουσα χορήγηση συνεπάγεται τη μη προσήκουσα παράσταση του διαδίκου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την κήρυξη ως άκυρων όλων των προπαρασκευαστικών πράξεων και των κλήσεων [ΑΠ 500/2022, ΑΠ 1321/2021, ΑΠ 954/2020, ΑΠ 676/2020].

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Επίσης, κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 226 παρ. 1 εδ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος, αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της συζήτησης και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο του δικαστηρίου για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Αντιθέτως, αν κατά την αρχική δικάσιμο δεν είχε κλητευθεί ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως να παραστεί και δεν παραστάθηκε ή δεν παραστάθηκε νομίμως, όπως συμβαίνει και όταν ο δικηγόρος, που εκπροσώπησε αυτόν κατά την αρχική δικάσιμο, δεν είχε πληρεξουσιότητα, η από το πινάκιο αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση για τη νέα δικάσιμο [ΑΠ 500/2022, ΑΠ 111/2018, ΑΠ 404/2017, ΑΠ 322/2016].

Περαιτέρω, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως προς όσους παρίστανται, εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς [ΑΠ 702/2022, ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017].

Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αν δεν κλητεύθηκε κάποιος από τους αναγκαίους ομόδικους, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αν όμως κλητεύθηκαν αυτός είτε από τον αντίδικό του είτε από τον αναγκαίο ομόδικό του, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο [ΑΠ 223/2022, ΑΠ 1946/2017, ΑΠ 756/2017].

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης [άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ], προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 28-6-2013 ανακοπή και τους από 17-1-2014 πρόσθετους λόγους αυτής, οι αναιρεσείοντες, ζήτησαν την ακύρωση της υπ' αριθ. 97/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας και της από 10-6-2013 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο εξ απογράφου της παραπάνω διαταγής πληρωμής.

Επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 53/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανακοπή και ακυρώθηκε η διαταγή πληρωμής και η επιταγή προς πληρωμή. Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης, η καθής η ανακοπή άσκησε την από 30-5-2014 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη υπ' αριθ. 160/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και αφού εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση και δικάστηκε η υπόθεση, απορρίφθηκε η ανακοπή και επικυρώθηκε η ως άνω διαταγή πληρωμής.

Κατά της απόφασης αυτής οι ανακόπτοντες, οι οποίοι συνδέονται με δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας, κατ' άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ, εφόσον η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομόδικους εν όψει της προβολής εκ μέρους τους λόγων ανακοπής κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής που αφορούν μόνο στην ύπαρξη του χρέους, άσκησαν την υπό κρίση από 26-2-2019 αίτηση αναίρεσης, η οποία ορίστηκε να δικαστεί κατά τη δικάσιμο της 12-10-2020 με την από 21-3-2019 Πράξη του Προέδρου του Α2 Τμήματος.

Κατά την ως άνω δικάσιμο, με αίτημα της πληρεξούσιας δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, η υπόθεση αναβλήθηκε, απόντων των αναιρεσειόντων, για τη δικάσιμο της 21-3-2022, και κατ' αυτή, αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας [8-11-2023] με αίτημα των αναιρεσειόντων οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Α.

Σ.. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο ο δεύτερος αναιρεσείων και η αναιρεσίβλητη, δεν εμφανίστηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι οι διάδικοι αυτοί επέσπευσαν τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την ως άνω αρχική δικάσιμο, ούτε αποδεικνύεται ότι αυτοί είχαν κλητευθεί με επιμέλεια του πρώτου αναιρεσείοντος για να παραστούν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης στην αρχική δικάσιμο ή στη μετ' αναβολή δικάσιμο της 21-3-2022, αφού ο παριστάμενος πρώτος αναιρεσείων δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει εκθέσεις επίδοσης από τις οποίες να προκύπτει ότι κλητεύθηκαν για να παραστούν σ' αυτές ή το επιδοθέν αντίγραφο της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή, από το οποίο να προκύπτει ότι επισπεύδει τη συζήτηση κάποιος από τους απολειπόμενους διαδίκους.

Επομένως, αφού δεν προκύπτει η κλήτευσή τους ή η επίσπευση της συζήτησης από αυτούς και αφού δεν προκύπτει ότι οι δικηγόροι του δεύτερου αναιρεσείοντος Α. Σ. και της αναιρεσίβλητης Ε. Κ., είχαν πληρεξουσιότητα να τους εκπροσωπήσουν κατά τις προαναφερόμενες δικασίμους, κατά τις οποίες η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, οι αναβολές της υπόθεσης και οι αντίστοιχες εγγραφές στο πινάκιο δεν ισχύουν ως κλήτευση όλων των διαδίκων και, ως εκ τούτου, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους, κατά τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 26-2-2019 αίτησης των Α. Δ. και Ν. Α., για αναίρεση της υπ' αριθ. 160/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ