Supreme Court dismisses State's appeal on compensation claim, ruling the claim is inadmissible due to lack of active standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a First Instance Court order for compensation regarding forced expropriation. The State argued the debt was extinguished by the automatic revocation of the expropriation after 18 months, but the Court held this provision does not grant the State standing to contest the claim. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the State was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 11(3) of Law 2882/2001; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: The automatic revocation of expropriation does not confer standing on the State to challenge compensation claims, rendering such appeals inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 309 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 309/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Νοεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Χρήστο Πουλάκο, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. χας Ε. Ρ., το γένος Γ. Η., 2) Ξ. Ρ. του Ε., 3) Σ. Ρ. του Ε., 4) Γ. Ρ. του Ε., 5) Α. Η. του Γ. και 6) Ν. Η. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αλεξάνδρα Πισσάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-2015 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1810/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-9-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 25-09-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8857/844/26-09-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1810/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά τη διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Επομένως, είναι παραδεκτή (577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Κατά το άρθρο 17 παρ. 4 του Συντάγματος, η αποζημίωση που ορίστηκε λόγω αναγκαστικής απαλλοτριώσεως ακινήτου καταβάλλεται υποχρεωτικά το αργότερο μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως και σε περίπτωση απευθείας αιτήσεως για οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως του δικαστηρίου, διαφορετικά η απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως.
Η διάταξη αυτή, όπως και οι όμοιες διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν.δ. 797/1971 περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων και 11 παρ. 3 του ισχύοντος Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001), τέθηκαν προς εξυπηρέτηση του συμφέροντος του καθ' ού η απαλλοτρίωση, έτσι ώστε αυτή να μη μένει για μεγάλο χρονικό διάστημα εκκρεμής προς βλάβη του, λόγω της δεσμεύσεως που συνεπάγεται για την ιδιοκτησία του.
Έτσι, αποβλέποντας στο συμφέρον του καθ' ού η απαλλοτρίωση, ο οποίος ενδέχεται να επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, ο κοινός νομοθέτης θέσπισε διατάξεις, οι οποίες οδηγούν στην αναβίωση της απαλλοτριώσεως που ήρθη αυτοδικαίως. Ειδικότερα, με την παρ. 3 του άρθρου 11 του ν.δ. 797/1971, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του ν. 212/1975, ορίστηκε ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση (άρση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως θεωρείται ως μη γενόμενη, εάν εντός ανατρεπτικής προθεσμίας ενός έτους από την εκπνοή της προθεσμίας του ενάμισι έτους για την καταβολή της προσωρινά ή οριστικά καθορισμένης αποζημιώσεως, ο καθ' ού η απαλλοτρίωση υποβάλλει στη Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων του Υπουργείου Οικονομικών έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί την περαιτέρω διατήρηση της απαλλοτριώσεως.
Αντίστοιχη διάταξη δεν διέλαβε αρχικά ο ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.). Με βάση αυτό το νομοθετικό πλαίσιο, διαμορφώθηκε νομολογιακά η θέση ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως δεν λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει να προταθεί και προς τούτο νομιμοποιείται αποκλειστικά ο καθ'ου η απαλλοτρίωση, με το σκεπτικό ότι οι διατάξεις αυτές αποβλέπουν στο δικό του μόνον συμφέρον να μη παραμείνει η εις βάρος του αναγκαστική απαλλοτρίωση επί μακρόν μετέωρη και εκκρεμής (ΑΠ 1132/2003).
Επίσης, με την υπ' αριθμ. 26/2010 απόφαση του ΑΕΔ, που επέλυσε τη διαφωνία μεταξύ των ολομελειών του Αρείου Πάγου (αριθ. 7/2007) και του Συμβουλίου Επικρατείας (αριθ. 3689/2009), έγινε δεκτό ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση θεωρείται ότι δεν έγινε, στην περίπτωση κατά την οποία ο καθ'ου η απαλλοτρίωση υποβάλλει προς το Υπουργείο έγγραφη δήλωση ότι επιθυμεί τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως εντός προθεσμίας ενός έτους από την πάροδο της τασσόμενης για τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως προθεσμίας του ενάμισι έτους.
Στη συνέχεια ακολούθησε νομοθετική μεταβολή και με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 προστέθηκε νέα διάταξη στην παρ. 3 του άρθρου 11 του ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), που ορίζει ότι: "Η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της απόφασης προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης.
Η αρμόδια για την κήρυξη της απαλλοτρίωσης αρχή υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγούμενου εδαφίου βεβαιωτική πράξη για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση. Η πράξη αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης που άρθηκε αυτοδίκαια λόγω παρέλευσης της ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, μπορούν να υποβάλουν αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρχή που εξέδωσε την απαλλοτριωτική απόφαση, μέσα σε προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας, περί διατήρησης της απαλλοτρίωσης και καταβολής της δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης.
Αν το αίτημα γίνει δεκτό από την αρχή που κήρυξε την απαλλοτρίωση και υποχρεούται στην καταβολή της αποζημίωσης, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας". Περαιτέρω, στο άρθρο 39 παρ. 3α εδάφ. στ' και ζ' του ν. 4024/2011 ορίστηκε ότι η ρύθμιση αυτή έχει αναδρομική ισχύ εφαρμοζόμενη και επί απαλλοτριώσεων που είχαν αυτοδικαίως αρθεί, λόγω παρέλευσης της παραπάνω προθεσμίας του ενάμισι έτους κατά την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 (27.10.2011), υπό την προϋπόθεση ότι οι ενδιαφερόμενοι θα υπέβαλαν την ανωτέρω αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως μέχρι τις 31.12.2012.
Έτσι, με την επαναφορά σε ισχύ, με το άρθρο 39 παρ. 3α του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ 226/ΤεύχοςΑ'/27-10-2011), διατάξεως παρεμφερούς του άρθρου 11 παρ. 3 ν.δ. 797/1971, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 ν. 212/1975 (ΑΕΔ 26/2010, ΣτΕ Ολομ. 922/2014), η οποία, κατά τα προεκτεθέντα, δεν είχε περιληφθεί, αρχικά, στο ν. 2882/2001, διευκολύνεται η διάσωση της απαλλοτριώσεως και η εκτέλεση έργων δημόσιας ωφέλειας, με τη συναίνεση, όμως, των θιγόμενων ιδιοκτητών, προκειμένου να μην πλήττεται το άξιο προστασίας συμφέρον τους (βλ.
σελ. 23 της αιτιολογικής εκθέσεως του νόμου 4024/2011), οι οποίοι και μόνο, όπως θα εκτεθεί στη συνέχεια, έχουν το δικαίωμα να προβάλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως με την παρέλευση των δεκαοκτώ μηνών, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο. Πάντως, με τις προεκτεθείσες διατάξεις ενεργοποιείται πλέον η επιβολή περιορισμών στην περιουσία του ενδιαφερομένου για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως ιδιοκτήτη.
Συγκεκριμένα, ο νομοθέτης επεμβαίνει, αφενός μεν στο ανώτατο ύψος της ήδη καθορισμένης αποζημιώσεως, αποκλείοντας στον καθ'ού τη δυνατότητα να ζητήσει το δικαστικό επανακαθορισμό της σε μεγαλύτερο ύψος με βάση την επίκαιρη αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου του, αφετέρου δε, στους τόκους υπερημερίας που θα οφείλονταν σε περίπτωση εγέρσεως, εκ μέρους του, καταψηφιστικής αγωγής για την επιδίκαση της αποζημιώσεως, με δικαιολογητικό λόγο την επιδίωξη του νομοθέτη να περιοριστεί το πρόσθετο οικονομικό κόστος, εξαιτίας της επανακηρύξεως της απαλλοτριώσεως και του καθορισμού αυξημένων, λόγω του μεταγενέστερου χρόνου υπολογισμού, τιμών μονάδας, χωρίς να παραβλέπεται και η μείωση του κύρους του Δημοσίου ή άλλων δημόσιων φορέων, υπέρ των οποίων κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι οποίοι κατέλαβαν τις εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν, δίχως να πληρώσουν την αποζημίωση, όπως αυτά διατυπώνονται στην ίδια 23η σελίδα της αιτιολογικής αυτής εκθέσεως (ΑΠ 275/2016).
Επομένως, υπό την ισχύ της νέας ως άνω ρυθμίσεως καθίσταται σαφές ότι: α) η αναγκαστική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, εάν δεν συντελεστεί μέσα σε ενάμισι έτος από τη δημοσίευση της αποφάσεως προσωρινού καθορισμού της αποζημιώσεως και, σε περίπτωση απευθείας οριστικού καθορισμού αυτής, από τη δημοσίευση της σχετικής αποφάσεως, β) η αρμόδια διοικητική αρχή (αν το ζητήσει ο θιγόμενος ιδιοκτήτης) υποχρεούται να εκδώσει μέσα σε τέσσερις μήνες από τη λήξη της προθεσμίας του προηγουμένου εδαφίου, πράξη με βεβαιωτικό χαρακτήρα για την επελθούσα αυτοδίκαιη άρση, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, γ) εφόσον οι θιγόμενοι ιδιοκτήτες επιθυμούν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως (που κατά τα ανωτέρω ήρθη αυτοδικαίως), έχουν το δικαίωμα μέσα σε ένα έτος από την παρέλευση της προθεσμίας αυτής να υποβάλουν (τυπική) αίτηση και υπεύθυνη δήλωση προς την αρμόδια διοικητική αρχή, ζητώντας τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως και την καταβολή της προσδιορισμένης αποζημιώσεως, δ) το αίτημά τους δεν γίνεται πλέον, χωρίς άλλο, δεκτό, αλλά υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής, η οποία σταθμίζοντας, ως υπόχρεη για την καταβολή της αποζημιώσεως, τη σκοπιμότητα του έργου και γενικότερα το δημόσιο συμφέρον για τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, αποφασίζει επ' αυτού κυριαρχικά.
Η απόφαση της διοικήσεως για διατήρηση της απαλλοτριώσεως, κατ' εφαρμογή της νέας διατάξεως, δεν συνιστά δέσμια αρμοδιότητα, αλλά ρητά αφέθηκε στη διακριτική της ευχέρεια, με βάση το δημόσιο συμφέρον και τη σκοπιμότητα του έργου. Επομένως, σε αντίθεση με το προ του άρθρου 39 παρ. 3α ν. 4024/2011 καθεστώς, υπό τις νέες ρυθμίσεις δεν αρκεί μόνη η υποβολή από το θιγόμενο ιδιοκτήτη δηλώσεως για τη διατήρηση της αυτοδικαίως αρθείσας απαλλοτριώσεως, αλλά πρέπει επιπροσθέτως το σχετικό αίτημά του να γίνει αποδεκτό από την αρχή, που κήρυξε την απαλλοτρίωση, χωρίς, πάντως, να τίθεται κάποια προθεσμία μέσα στην οποία η διοίκηση θα πρέπει να γνωστοποιήσει την απάντησή της στον αιτούντα, οπότε θα ισχύει η προθεσμία των πενήντα (50) ημερών του άρθρου 4 παρ. 1 εδάφ.
α' του ν. 2690/1999 (Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας) και ε) αν το αίτημα του καθ'ού η απαλλοτρίωση γίνει δεκτό από την αρχή αυτή, δεν επιτρέπεται ο ανακαθορισμός της αποζημιώσεως (αφού ισχύει η ήδη καθορισμένη), ούτε η αναζήτηση (από τον δικαιούχο της αποζημιώσεως) τόκων υπερημερίας. Η υποβολή της ως άνω δηλώσεως απαιτείται για την ενημέρωση του Υπουργείου προς έκδοση της σχετικής πράξεως για την άρση της απαλλοτριώσεως, η οποία έχει διαπιστωτικό χαρακτήρα (Ολ.
ΑΠ 7/2007). Ωστόσο, η προαναφερόμενη αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι αποβλέπει αποκλειστικά στο συμφέρον του καθ'ου η απαλλοτρίωση ιδιοκτήτη, για να μην παραμένει η απαλλοτρίωση (που κηρύχθηκε σε βάρος του) επί μακρό χρονικό διάστημα εκκρεμής και μετέωρη, προς βλάβη των συμφερόντων του, εξαιτίας της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας του, μόνο απ' αυτόν μπορεί να προταθεί, όχι όμως και από εκείνον υπέρ του οποίου κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως (Ολ.
ΑΠ 12/2018, Ολ. ΑΠ 7/2007). Κατά συνέπεια, η προθεσμία αυτή (του ενός έτους από την παρέλευση της παραπάνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας) ούτε αποκλείει την κατά τη διάρκειά της υποχρέωση καταβολής της αποζημιώσεως που προσδιορίστηκε οριστικά, ούτε, στην περίπτωση άπρακτης παρελεύσεώς της, επιφέρει απόσβεση της αξιώσεως αποζημιώσεως από την πιο πάνω αιτία για τον δικαιούχο, ο οποίος όχι μόνο δεν την επικαλείται αλλά, αντίθετα, ασκεί αγωγή επιδικάσεως της εν λόγω αποζημιώσεως που έχει καθοριστεί, ή εκδίδει διαταγή πληρωμής ως τίτλο για την είσπραξη αυτής (Ολ.
ΑΠ 12/2018, βλ. και Ολ. ΑΠ 7/2007, ΑΠ 209/2020, ΑΠ 1630/2018, ΑΠ 498/2017, ΑΠ 754/2011, ΑΠ 1305/2010). Περαιτέρω, με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/ 2012 (ΦΕΚ 82/Τεύχος Α'/10-4-2012) προστέθηκε η παράγραφος 10 του άρθρου 20 του ν. 2882/2001, σύμφωνα με την οποία, εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου 11, ή ανακλήθηκε νόμιμα, κατ' εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ'ου η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημιώσεως.
Στη μεταβατική διάταξη του άρθρου 146 του ίδιου νόμου 4070/2012 προσδιορίζεται ποιες από τις νέες διατάξεις εφαρμόζονται αποκλειστικά στις απαλλοτριώσεις που κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του και εφεξής (παρ. 1) και ποιες εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών απαλλοτριώσεων (παρ. 9). Στις τελευταίες αυτές διατάξεις, δεν αναφέρεται ρητά το τροποποιημένο άρθρο 20 του ν. 2882/2001 και, επομένως, με βάση τη γενικευμένη παραδοχή ότι η αυτοδίκαιη άρση της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως εξυπηρετεί μόνο το συμφέρον του καθ'ού, γίνεται τελικά δεκτό ότι μόνο από αυτόν μπορεί να προταθεί η αυτοδίκαιη άρση της, όχι δε και από τον υπέρ ου, ή τον υπόχρεο προς καταβολή της αποζημιώσεως (Ολ.
ΑΠ 12/2018, ΑΠ 810/2020, ΑΠ 414/2020, ΑΠ 1630/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.
ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.
ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 425/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλομένη, υπ' αριθμ. 1810/2019 απόφασή του, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 11455/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί αιτήσεως των αιτούντων και ήδη εφεσίβλητων κατά του καθού η αίτηση και ήδη εκκαλούντος με βάση α) την υπ' αριθμ. 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αιτούντων, που κηρύχτηκε με την υπ' αριθμ. 1065857/5771/Δ0010/31-7-2003 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εθνικής Αμύνης (ΦΕΚ 875Δ/2003), β) τους αντίστοιχους κτηματολογικούς πίνακες και διαγράμματα και γ) την υπ' αριθμ. 973/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για αναγνώριση του Ε.
Ρ. ως δικαιούχου της καθορισθείσας αποζημιώσεως για την υπ' αριθμ. 34 ιδιοκτησία του και του πέμπτου και έκτου των αιτούντων και της μητέρας τους Ε. Τ. ως δικαιούχων της καθορισθείσας αποζημιώσεως για την υπ' αριθμ. 35 ιδιοκτησία τους, δ) τη ληξιαρχική πράξη θανάτου του αποβιώσαντος στις 13-4-2014 Ε. Ρ. και τα πιστοποιητικά που αποδεικνύουν το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα της πρώτης αιτούσας, συζύγου του, και της δεύτερης αιτούσας, της τρίτης αιτούσας και της τετάρτης αιτούσας, θυγατέρων του, κατά ποσοστό 1/4 εκάστου εξ αδιαιρέτου, ε) τη ληξιαρχική πράξη θανάτου της αποβιώσασας στις 13-7-2015 Ε.
χήρας Γ. Η. και τα πιστοποιητικά που αποδεικνύουν το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα του πέμπτου και του έκτου των αιτούντων, τέκνων της, κατά ποσοστό 1/2 εκάστου εξ αδιαιρέτου, διατάχθηκε το καθού η αίτηση να καταβάλει σε καθεμία από τις πρώτες τέσσαρες αιτούσες το ποσό των 72.170 ευρώ και σε καθένα από τους πέμπτο και έκτο των αιτούντων το ποσό των 133.770 ευρώ.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι αιτούντες με την από 10-2-2012 με αριθμ. πρωτ. .../16-2-2012 αίτησή τους προς το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν δήλωσαν ότι, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 39 παρ. 3 του ν. 4024/2011, επιθυμούν τη διατήρηση της προαναφερθείσας απαλλοτριώσεως και την καταβολή της αποζημιώσεως που καθορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 4119/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά το χρόνο υποβολής στις 16-12-2012 της προαναφερθείσας αίτησης, με την οποία οι αιτούντες δήλωναν στο ανακόπτον και ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ότι επιθυμούσαν τη διατήρηση της απαλλοτριώσεως, είχε ήδη επέλθει η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, αφού είχε ήδη παρέλθει χρονικό διάστημα ενάμισι έτους από τη δημοσίευση στις 18-5-2009 της υπ' αριθμ. 444/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί του προσωρινού καθορισμού της αποζημίωσης, χωρίς μέσα σ' αυτό να συντελεστεί η απαλλοτρίωση με την καταβολή της αποζημίωσης ή της παρακατάθεσής της στο Τ.Π.Κ.Δ.
από το υπόχρεο εκκαλούν. Επί του αιτήματος αυτού δεν απάντησε το υπερού η απαλλοτρίωση και υπόχρεο για την καταβολή της αποζημίωσης και ήδη εκκαλούν (ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΔΗΜΟΣΙΟ). Με τον πρώτο και τον τρίτο των λόγων της ανακοπής του το ανακόπτον και ήδη εκκαλούν ισχυρίσθηκε ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ. 3 και 4 και 7 παρ. 3 του ν. 2882/2001 συνάγεται ότι η αναγκαστική απαλλοτρίωση ήρθη αυτοδικαίως εφόσον δεν συντελέσθηκε εντός της δεκαοκτάμηνης προθεσμίας, και ότι με αυτό τον τρόπο η άρση της απαλλοτρίωσης επήλθε αυτοδικαίως, χωρίς να καταλείπεται στη βούληση του υπερού ή των καθών η απαλλοτρίωση, η δήλωση της επιθυμίας συνέχισής της.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε ως απαράδεκτους τους πιο πάνω λόγους ανακοπής με την αιτιολογία ότι η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτρίωσης, λόγω μη καταβολής της ορισθείσας αποζημίωσης, μέσα στις οριζόμενες προθεσμίες αποβλέπουσα μόνο στο συμφέρον των καθών η απαλλοτρίωση για να μην παραμείνει κηρυχθείσα σε βάρος τους η απαλλοτρίωση επί μακρόν χρονικό διάστημα και μετέωρη προς βλάβη των συμφερόντων τους, λόγω της δεσμεύσεως της ιδιοκτησίας τους, μπορούσε μόνο να προταθεί από αυτούς και όχι από το ανακόπτον υπέρ του οποίου είχε κηρυχθεί η απαλλοτρίωση.
Με τον πρώτο λόγο της εφέσεώς του το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τους προαναφερθέντες λόγους ανακοπής του περί αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως. Πλην όμως ο λόγος αυτός της εφέσεως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η, προβλέπουσα την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 39 παρ. 3α ν.4024/2011, θεσπισθείσα προς το συμφέρον του καθού η απαλλοτρίωση, δεν παρέχει δικαίωμα επικλήσεως αυτής στο υπέρ ου και υπόχρεο προς καταβολή της καθορισθείσας σχετικής αποζημίωσης εκκαλούν-ανακόπτον, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτος ο, προς αντίκρουση της σχετικής αξίωσης των δικαιούχων της αποζημιώσεως εφεσίβλητων-καθών η ανακοπή, προβαλλόμενος κατά της σχετικώς εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, λόγος ανακοπής, όπως ορθώς δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, επικυρώνοντας ακολούθως την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Η παραπάνω κρίση, δεν αναιρείται από το ότι, κατά το χρόνο εκδόσεως της διαταγής πληρωμής, δεν είχε εκδοθεί από την αρμόδια αρχή του εκκαλούντος απόφαση περί αποδοχής της δηλώσεως των αιτούντων για διατήρηση της απαλλοτριώσεως, που υποβλήθηκε με την από 16-12-2012 αίτησή τους, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, που προϋποθέτει την επίκληση της ήδη επελθούσας αυτοδίκαιης ανάκλησης της απαλλοτριώσεως, καθίσταται, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, απαράδεκτη.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η προβαλλόμενη ως άνω αιτίαση δεν μπορεί να θεμελιωθεί, ούτε στη διάταξη του άρθρου 131 του ν. 4070/2012, με την οποία τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν.2882/2001 και ορίστηκε ότι "εφόσον η απαλλοτρίωση έχει αρθεί αυτοδικαίως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 3 του άρθρου 11 ή ανακλήθηκε νομίμως, κατ' εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 11, δεν υφίσταται δικαίωμα του καθ' ού η απαλλοτρίωση για την έγερση καταψηφιστικής αγωγής με αντικείμενο την καταβολή της οριστικής αποζημίωσης", καθόσον και η εν λόγω ρύθμιση, η οποία καθιστά παραδεκτή την προβολή της αυτοδικαίως επελθούσας άρσης της απαλλοτρίωσης ως αμυντικού ισχυρισμού του υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεου προς καταβολή της αποζημίωσης για την αντίκρουση σχετικής αγωγής του καθ'ου η απαλλοτρίωση προς επιδίκαση της αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης ή, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, ως λόγος ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε προς ικανοποίηση της απαίτησης αποζημίωσης από την απαλλοτρίωση, εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 146 παρ. 1 του ως άνω νόμου (4070/12), στις απαλλοτριώσεις που κηρύχθηκαν μετά την έναρξη ισχύος αυτού (10-4-2012) και επομένως δεν τυγχάνει εφαρμογής στη ένδικη περίπτωση κατά την οποία η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε πριν από την 10-4-2012 (ΑΠ 498/2017 οπ).
Περαιτέρω ο ισχυρισμός ότι η απαίτηση αποζημίωσης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής αποσβέσθηκε, με την αυτοδίκαιη ανάκληση της επίδικης απαλλοτρίωσης, που επήλθε με τη συμπλήρωση του δεκαοκτάμηνου από της ημερομηνίας που δημοσιεύτηκε (18-5-2009) η προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (444/2009) για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, χωρίς μέσα στο δεκαοκτάμηνο αυτό να καταβληθεί η προσωρινώς καθορισμένη αποζημίωση, δεν προβάλλεται παραδεκτά από το υπέρ ου η απαλλοτρίωση και υπόχρεο για καταβολή της αποζημίωσης, γιατί δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να τον προτείνει καθότι, η αυτοδίκαιη άρση (ανάκληση) της αναγκαστικής απαλλοτριώσεως, που προβλέπεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις λόγω μη καταβολής ή μη παρακατάθεσης στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της αποζημιώσεως, που ορίστηκε μέσα στην προθεσμία, που ορίζεται από τις διατάξεις αυτές, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως και μπορεί δε να προταθεί μόνο από τον καθ'ου η απαλλοτρίωση και όχι τον υπόχρεο καταβολής της αποζημιώσεως (ΑΠ 498/2017 οπ.).
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος εφέσεως του εκκαλούντος". Το Εφετείο, δηλαδή, έκρινε ότι το υπέρ ου η αναγκαστική απαλλοτρίωση και υπόχρεο για την καταβολή της αποζημιώσεως, ανακόπτον, ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δεν νομιμοποιείτο να προτείνει τον ισχυρισμό περί αυτοδίκαιης άρσεως της απαλλοτριώσεως των ακινήτων των αναιρεσίβλητων (λόγω μη συντελέσεώς της, επειδή δεν είχε λάβει χώρα η καταβολή ή η παρακατάθεση της αποζημιώσεως εντός της προβλεπόμενης από το νόμο δεκαοκτάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της υπ' αριθμ. 444/2009 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί προσωρινού καθορισμού αποζημιώσεως), με συνέπεια να έχει αποσβεστεί η προς είσπραξη της παραπάνω αποζημιώσεως αξίωση των καθ'ών η ανακοπή - ήδη αναιρεσιβλήτων.
Και τούτο διότι, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως μόνον από τους καθ'ών η απαλλοτρίωση, ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ήδη αναιρεσίβλητους μπορεί να προταθεί, οι οποίοι, όχι μόνον δεν την επικαλέστηκαν, αλλά, αντίθετα, εξέδωσαν, για την ικανοποίηση της σχετικής αξιώσεώς τους, την προσβληθείσα με την ένδικη ανακοπή υπ' αριθμ. 11455/2015 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενέργεια από την οποία συνάγεται σαφώς η βούλησή τους να μην ασκήσουν το δικαίωμα που θεσπίστηκε προς το συμφέρον τους, να καταστήσουν δηλαδή ανίσχυρη την απαλλοτρίωση, επικαλούμενοι την αυτοδίκαιη άρση της, αλλά να διατηρηθεί η απαλλοτρίωση, οπότε η άρση της θεωρείται ως μη γενομένη.
Επιπλέον, έκρινε ότι δεν τυγχάνει εφαρμογής στην ένδικη περίπτωση η διάταξη του άρθρου 20 παρ. 10 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο 131 παρ. 1 του ν. 4070/2012, η οποία αναφέρεται μόνον στις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, οι οποίες κηρύσσονται από την έναρξη της ισχύος του (10.4.2012) και εφεξής και όχι στις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις, όπως η ένδικη, που κηρύχθηκε πριν από την 10.4.2012.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις αναφερόμενες στην αρχή της παρούσας οικείες νομικές διατάξεις, και, συνεπώς, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Επίσης από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου συνάγεται ότι τα περιστατικά, που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, παρατίθενται με επάρκεια και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις, ήταν δε επαρκή για την επιστήριξη του πορίσματός του, ως προς το ότι μόνοι δικαιούμενοι να προτείνουν την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως είναι οι καθ'ών η απαλλοτρίωση, ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ήδη αναιρεσίβλητοι.
Συνεπώς, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Η αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης νομιμοποίηση των διαδίκων, ως εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης ως προς συγκεκριμένη έννομη σχέση, αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση της παροχής δικαστικής προστασίας και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή μη της εν λόγω προϋποθέσεως, ελέγχεται αναιρετικώς μέσω των λόγων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τους οποίους αναίρεση επιτρέπεται, κατά τον πρώτο, εάν έχει παραβιασθεί κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, κατά δε τον δεύτερο, εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως, και όχι μέσω του λόγου του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., ο οποίος αφορά ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαίωμα και απαράδεκτα του δικονομικού δικαίου, που ανάγονται δηλαδή στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, οι οποίες θέτουν ορισμένες προϋποθέσεις ως προς τη διαδικαστική πράξη, η μη τήρηση των οποίων, αποκλείει εκ των προτέρων την πράξη και, αναφορικώς προς τη νομιμοποίηση, τυγχάνει εφαρμογής, μόνο εάν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία, τα οποία, σύμφωνα με τον νόμο, δικαιολογούν την άσκηση της αγωγής κατά του εναγομένου, οπότε κατ' άρθρα 111 παρ. 2 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 1688/2018, ΑΠ 1354/2018, ΑΠ 772/2014). Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο απέρριψε ως απαράδεκτο, ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης, τον ισχυρισμό του ότι η απαίτηση αποζημιώσεως, για την οποία εκδόθηκε η, προσβληθείσα με την ένδικη ανακοπή του, διαταγή πληρωμής, αποσβέστηκε με την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, που επήλθε με τη συμπλήρωση του δεκαοκτάμηνου από της ημερομηνίας που δημοσιεύτηκε (18-5-2009) η υπ' αριθμ. 444/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, χωρίς μέσα στο δεκαοκτάμηνο αυτό να καταβληθεί ή να κατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων η προσωρινώς καθορισμένη αποζημίωση.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι και εκ του αριθμού 14, όπως εσφαλμένα διατείνεται το αναιρεσείον, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η προβλέπουσα την αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, διάταξη του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2882/2001, όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθ. 39 παρ. 3α ν. 4024/2011, θεσπισθείσα προς το συμφέρον του καθ'ού η απαλλοτρίωση, δεν παρέχει δικαίωμα επικλήσεως αυτής στο υπέρ ου και υπόχρεο προς καταβολή της καθορισθείσας σχετικής αποζημιώσεως αναιρεσείον - ανακόπτον, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαράδεκτος ο προς αντίκρουση της σχετικής αξιώσεως των δικαιούχων της αποζημιώσεως αναιρεσίβλητων -καθ'ών η ανακοπή, προβαλλόμενος κατά της σχετικώς εκδοθείσας διαταγής πληρωμής, λόγος της ανακοπής.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το ηττώμενο αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ. 18 ΕισΝΚΠολΔικ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της υπ' αριθ. 134423/1992 αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-09-2019 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 8857/844/26-09-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1810/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2022.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ