Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the lower court did not consider unsubmitted facts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a property sale dispute. The appellant argued the lower court erred by considering facts not presented in court, but the court found the appeal baseless because the plaintiff's original complaint included an alternative legal basis for the claim. Consequently, the court held that the lower court's reliance on the submitted alternative ground did not constitute a procedural violation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 para. 8, Art. 559 para. 8a of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the court considered facts not proposed or failed to consider proposed facts with decisive impact, which requires the existence of independent factual claims forming the basis of the lawsuit.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 308 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 308/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Α. του Η., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπύρο Κωνσταντόπουλο.
Του αναιρεσιβλήτου: Η. - Δ. Α. του Α., κατοίκου Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Τσιγιάννη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-8-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7736/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 1076/2022 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 20-7-2022 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 20-7-2022 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1.076/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 26-8-2019 αγωγή του ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ανέφερε ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων πατέρας του, έχοντας στην κυριότητά του ισόγειο κατάστημα και τον κάτω από αυτό υπόγειο χώρο, που αποτελούν ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες και βρίσκονται στη Θεσσαλονίκη, με το νομίμως μεταγεγραμμένο 5106/1998 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μ.
Τζεναβαρίδου-Αθανασιάδου του μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας των ανωτέρω ιδιοκτησιών, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία, ότι ακολούθως με το 770/2010 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελ. Αθανασιάδου ο αναιρεσίβλητος έδωσε στον αναιρεσείοντα την εντολή και πληρεξουσιότητα να προβεί για λογαριασμό του στην πώληση των δικαιωμάτων επί των ακινήτων και την είσπραξη του τιμήματος, και ότι ο αναιρεσείων με το 1205/2014 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελ.
Γαλανού, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενεργώντας ατομικά και για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου βάσει του ανωτέρω πληρεξουσίου, πώλησε την πλήρη κυριότητα των ακινήτων σε τρίτους αντί συνολικού τιμήματος 850.000 ευρώ, το οποίο παρακράτησε. Ζήτησε δε, μετατρέποντας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής του σε αναγνωριστικό, α) να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος-αναιρεσείων οφείλει να του καταβάλει 375.000 ευρώ και να υποχρεωθεί να του καταβάλει επιπλέον 50.000 ευρώ, για το ήμισυ (425.000 ευρώ) του συνολικού τιμήματος των ακινήτων, στο οποίο (ήμισυ) περιλαμβάνεται όχι μόνο το τίμημα του ανήκοντος σε αυτόν ημίσεος της ψιλής κυριότητας, αλλά και αυτό που αντιστοιχεί στην επικαρπία, που είχε παρακρατήσει ο αναιρεσείων με το 5106/1998 συμβόλαιο, επειδή αυτός είχε υποσχεθεί στον αναιρεσίβλητο ότι θα του καταβάλει το ήμισυ του συνολικού τιμήματος, και β) να αναγνωρισθεί ότι ο αναιρεσείων του οφείλει 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστη ο αναιρεσίβλητος από την παράνομη ιδιοποίηση του τιμήματος του δικαιώματός του.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη με την 7736/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Κατόπιν εφέσεως του αναιρεσίβλητου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 1076/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και α) αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο 230.000 ευρώ, και υποχρεώθηκε να του καταβάλει επιπλέον 50.000 ευρώ, για το αναλογούν στο ήμισυ εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας μέρος, ύψους 280.000 ευρώ, του συνολικού τιμήματος των ακινήτων, και β) αναγνωρίσθηκε ότι ο αναιρεσείων οφείλει να του καταβάλει 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της αδικοπραξίας.
Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννάται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (Ολ.Α.Π. 26/2004) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους, ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (Ολ.Α.Π. 26/2004), ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, παρόλο που δέχεται ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (Α.Π. 849/2017).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (Α.Π. 630/2021, Α.Π. 1399/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006).
Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. 5106/25.2.1998 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Μαίρης Τζεναβαρίδου-Αθανασιάδου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης,...
ο εναγόμενος [αναιρεσείων] μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής και για δημιουργία οικογενειακής και οικονομικής αυτοτέλειας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1509 ΑΚ, στον ενάγοντα υιό του [αναιρεσίβλητο], μεταξύ άλλων και, την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, παρακρατώντας για τον εαυτό του την επικαρπία εφ' όρου ζωής και κατά 50% εξ αδιαιρέτου την πλήρη κυριότητα, α) ενός ισογείου καταστήματος, κείμενου στη συμβολή των οδών ..., ...
εμβαδού μετά των τοιχωμάτων 38,12 τ.μ., μετά του αναλογούντος σε αυτό ποσοστού 21,30/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο ... και β) ενός υπόγειου χώρου κάτωθεν του καταστήματος, εμβαδού ... 72,74 τ.μ., μετά του σε αυτόν αναλογούντος ποσοστού 20,30/1000 εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο ... Το έτος 2010 ο εναγόμενος αποφάσισε να πουλήσει το ανωτέρω ακίνητο, και για το λόγο αυτό ζήτησε από τον ενάγοντα να του δώσει την πληρεξουσιότητα να πουλήσει ως αντιπρόσωπός του και για λογαριασμό του και το προαναφερθέν δικαίωμα ψιλής κυριότητας του ενάγοντος επί του ακινήτου αυτού.
Πράγματι, δυνάμει του υπ'αριθμ. 770/5.11.2010 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Αθανασιάδου, ο ενάγων διόρισε τον εναγόμενο πατέρα του, ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του, δίνοντάς του τις παρακάτω ειδικές εντολές και πληρεξουσιότητες, ώστε διαζευκτικά και κατά την ελεύθερη κρίση του, α) είτε να υπογράψει αντί γι' αυτόν και για λογαριασμό του αυτοσυμβαλλόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ, πράξη συμπλήρωσης του υπ' αριθμ. 5106/25.2.2998 προαναφερθέντος συμβολαίου γονικής παροχής, ώστε να προστεθεί στο συμβόλαιο αυτό όρος του ελευθέρως μεταβιβαστού της επικαρπίας, κατ' επιταγήν του άρθρου 1166 ΑΚ, την οποία είχε παρακρατήσει εφ' όρου ζωής ο εντολοδόχος-εναγόμενος, β) είτε να προβεί σε "δωρεά εν ζωή", ισχυρή και αμετάκλητη, χωρίς αντάλλαγμα, η οποία θα είναι ανέκκλητη, ως αφορώσα αποκλειστικά το συμφέρον του εντολοδόχου-εναγομένου προς οποιονδήποτε και προς τον εαυτό του ακόμη, με αυτοσύμβαση σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ της ψιλής κυριότητας που περιήλθε στον εντολέα-ενάγοντα, δυνάμει του ως άνω υπ' αριθ. 5106/25.2.1998 συμβολαίου γονικής παροχής, γ) είτε να προβεί για λογαριασμό του εντολέα-ενάγοντα, σε πώληση σε οποιονδήποτε, της ψιλής κυριότητας του ακινήτου που περιγράφεται στο συμβόλαιο γονικής παροχής.
Σε περίπτωση δε πώλησης, του δόθηκε η πληρεξουσιότητα να καθορίζει κατά την κρίση του το ύψος του τιμήματος και να εισπράττει αυτό σε μετρητά ή να το πιστώνει με οποιαδήποτε ασφάλεια του αγοραστή. Στη συνέχεια, ο ενάγων δυνάμει του υπ'αριθμ. 976/10.8.2012 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ελισσάβετ Αθανασιάδου, διόρισε τον εναγόμενο ειδικό πληρεξούσιο, αντιπρόσωπο και αντίκλητό του, δίνοντάς του την πληρεξουσιότητα, αντί γι' αυτόν και για λογαριασμό του, α) να διαχειρίζεται κάθε κινητή και ακίνητη περιουσία του, ...
β) ... και γ) να εισπράττει χρήματα για λογαριασμό του εντολέα (ενάγοντος) από οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, ... να εισπράττει κάθε ποσό, που δικαιούται ο εντολέας από οποιαδήποτε αιτία υπογράφοντας τις σχετικές εξοφλητικές αποδείξεις. Με τα ανωτέρω πληρεξούσια ο ενάγων επέλεξε να αναθέσει στον εναγόμενο πατέρα του, με τον οποίο μέχρι τότε διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις, και τον οποίο εμπιστευόταν ανεπιφύλακτα, την διαχείριση της ακίνητης περιουσίας του, δίδοντας του τις ανωτέρω εντολές.
Έτσι, μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου συνήφθη άτυπη σύμβαση εντολής, δυνάμει της οποίας ο τελευταίος ανέλαβε, χωρίς αμοιβή, να διαχειρίζεται τα ακίνητα του ενάγοντος, μεταξύ των οποίων και το ανωτέρω κατάστημα, έχοντας τη δυνατότητα να προβαίνει στις νομικές ενέργειες που αναφέρονταν στα προαναφερόμενα πληρεξούσια.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος ... ανέθεσε ... στην μεσιτική εταιρεία με την επωνυμία "Ξ. Ν..-Μ. Ν.. Ο..Ε.. και το διακριτικό τίτλο «L.» R. E." να μεσολαβήσει για την πώληση του προαναφερθέντος καταστήματος, αντί αμοιβής 2% επί του επιτευχθησομένου πραγματικού τιμήματος πλέον ΦΠΑ από 23%, αναγράφοντας στη σύμβαση αυτή ότι η αξία του ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 700.000,00 ευρώ.
Ακολούθως, ο εναγόμενος ... έδωσε εντολή και στον μεσίτη Ι. Γ. να μεσολαβήσει με σκοπό την πώληση του ως άνω καταστήματος, με τιμή εκκίνησης το ποσό των 750.000,00 ευρώ, έναντι αμοιβής 1% επί της τιμής πώλησης, ενώ στη σύμβαση αναφερόταν ότι το κατάστημα ήταν εκμισθωμένο αντί μηνιαίου μισθώματος ύψους 3.565,00 ευρώ. ...
Η τιμή που ζητούσε ο εναγόμενος ανταποκρινόταν στην πραγματική αγοραία αξία του ακινήτου, δεδομένου ότι αυτό βρίσκεται στον εμπορικότερο δρόμο της Θεσσαλονίκης, στο πλέον κεντρικό σημείο, έχει πλεονεκτική θέση αφού είναι γωνιακό και έχει πρόσοψη σε τρεις πλευρές, και καλή προβολή λόγω της διαγωνίου, οι δε τιμές στην περιοχή αυτή, σύμφωνα με σχετικές αγγελίες πώλησης, κυμαίνονταν κατά τον χρόνο που καταρτίσθηκαν οι ως άνω συμβάσεις μεσιτείας, από 15.000,00 έως 35.000,00 ευρώ/τ.μ., ενώ και από την από 20.12.2019 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου, των Α.
Α., πολιτικού μηχανικού, και της Α. Ξ., μηχανικού χωροταξίας, για την "P. P. S. Α..Ε.." (εταιρεία εγγεγραμμένη στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών) προκύπτει ότι στις 5.9.2014 η αγοραία αξία ... του όλου ακινήτου ανερχόταν στο ποσό των 970.000,00 ευρώ, ... στην δε έκθεση αυτή λαμβάνονται ως συγκριτικά στοιχεία ακίνητα ευρισκόμενα στον ίδιο δρόμο.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί της εμπορικής αξίας του επίδικου ακινήτου δεν αναιρείται από την από Μάιο 2019 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι. Δ., που διενεργήθηκε στα πλαίσια δίκης αποκτημάτων κατόπιν της υπ' αριθμ. 14259/2018 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθόσον αφορά μόνον την αξία του 1/2 του δικαιώματος επικαρπίας του εναγομένου επί του επιδίκου και την προσδιορίζει στο ποσό των 46.347,00 ευρώ για το ισόγειο και στο ποσό των 11.833,00 ευρώ για το υπόγειο, καθόσον έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις ως άνω τιμές της αγοράς για ακίνητα ευρισκόμενα στον ίδιο δρόμο, αφορά την τιμή του επιδίκου στις 19.11.2015, ήτοι την τιμή πέντε μήνες μετά την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων στη χώρα, αφορά μόνον το 1/2 του δικαιώματος επικαρπίας του εναγομένου, συνεπώς αφορά σε δικαίωμα που εκ των πραγμάτων έχει περιορισμένη αξία ...
ενώ από το προσκομισθέν από τον εναγόμενο αντίγραφο της έκθεσης αυτής δεν προκύπτει ποια συγκριτικά στοιχεία έλαβε υπόψη του ο πραγματογνώμονας ... Ωστόσο, σύμφωνα με φωτογραφίες ακινήτων από τη σχετική λίστα... της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ... προκύπτει ότι ο ανωτέρω πραγματογνώμονας έλαβε υπόψη του ως συγκριτικά στοιχεία ακίνητα σε δρόμους πλησίον της ..., όχι επ' αυτής, με σαφώς μικρότερη εμπορική κίνηση, όπως ακίνητο επί της οδού Π.
Κ. 31 με πρόσοψη 3 μέτρων, ακίνητο επί της οδού Μ. 6, ακίνητο επί της οδού Δ. Γ. 11 και για το λόγο αυτό προσδιόρισε την αξία του επίδικου ακινήτου σε χαμηλά επίπεδα. Τελικώς, δυνάμει του υπ'αριθμ. 1205/5.9.2014 συμβολαίου αγοραπωλησίας οριζόντιων ιδιοκτησιών, της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Ελένης Γαλανού, που μεταγράφηκε νόμιμα ...
ο εναγόμενος, ενεργώντας για τον εαυτό του ατομικά και ως πληρεξούσιος του ενάγοντος υιού του, πώλησε και μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα, το ανωτέρω ισόγειο κατάστημα και τον υπόγειο χώρο κάτωθεν του καταστήματος, στους ..., σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, με αντικειμενική αξία ύψους 284.488,37 ευρώ, αντί αναγραφόμενου τιμήματος 300.000,00 ευρώ, το οποίο οι αγοραστές κατέβαλαν με την έκδοση δύο τραπεζικών επιταγών ποσού 150.000,00 ευρώ εκάστη, τις οποίες παρέδωσαν στον εναγόμενο και αυτός τις εμφάνισε προς πληρωμή και τις εισέπραξε.
Ωστόσο, το πραγματικά εισπραχθέν τίμημα δεν ανήλθε μόνον στο ποσό των 300.000,00 ευρώ που αναγράφηκε στο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, αλλά ανήλθε οπωσδήποτε στο ποσό των 800.000,00 ευρώ, που ήταν λίγο πάνω από την ελάχιστη τιμή εκκίνησης που ζήτησε ο εναγόμενος από τον μεσίτη Ι. Γ. για να προχωρήσει στην πώληση αυτού.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στο ότι ο ενάγων ήδη από το 2010 ήθελε να πουλήσει το ακίνητο αυτό, ωστόσο περίμενε να βρεθεί αγοραστής πρόθυμος να καταβάλει το ποσό που ζητούσε, ανέθεσε, δε στις 27.9.2013, την πώληση του ακινήτου σε μεσιτική εταιρεία με τιμή 700.000,00 ευρώ και λίγους μήνες μετά, στις 29.5.2014, ανέθεσε την πώλησή του και σε έτερο μεσίτη με τιμή εκκίνησης το ποσό των 750.000,00 ευρώ, πράγμα που σημαίνει ότι η αγοραία αξία του ακινήτου κυμαινόταν σε υψηλά επίπεδα και υπήρχε σχετική ζήτηση.
Διαφορετικά ο εναγόμενος θα αναζητούσε αγοραστή με χαμηλότερο τίμημα ώστε να επιτευχθεί άμεσα η πώληση (καθόσον ισχυρίζεται ότι επειγόταν) και όχι με υψηλότερο και μάλιστα με περιοριστική τιμή εκκίνησης, η δε πώληση έλαβε χώρα περίπου τρεις μήνες μετά τη δεύτερη σύμβαση μεσιτείας, στις 5.9.2014, χωρίς να μεσολαβήσει κάποιο γεγονός που να δείχνει ότι ο εναγόμενος λόγω κάποιας πιεστικής και άμεσης ανάγκης, ή αιφνίδιας αλλαγής της οικονομικής του κατάστασης, πούλησε το ακίνητο αυτό σε τιμή κατώτερη και από το ήμισυ της τιμής που μόλις τρεις μήνες πριν ζητούσε. ...
Ωστόσο, ο εναγόμενος, αν και εισέπραξε ως εντολοδόχος του ενάγοντος και το μέρος του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο πωληθέν δικαίωμα ψιλής κυριότητας του τελευταίου, στο πλαίσιο της δοθείσας εντολής προς αυτόν για διαχείριση της περιουσίας του, ουδέποτε του απέδωσε το ποσό αυτό όπως όφειλε. ... Από το σύνολο των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών συνάγεται ότι ο ενάγων έδωσε πληρεξουσιότητα στον πατέρα του είτε να προβεί σε δωρεά του δικαιώματός του ψιλής κυριότητας επί του επιδίκου προς τον εαυτό του, είτε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο εισπράττοντας το τίμημα και για λογαριασμό του.
Δεδομένου ότι ο εναγόμενος πατέρας του επέλεξε να πουλήσει το ακίνητο, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι στην περίπτωση αυτή θα είχε δικαίωμα να κρατήσει για τον εαυτό του και το μέρος του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο δικαίωμα ψιλής κυριότητας του ενάγοντος υιού του. Αν αυτή ήταν η βούληση των διαδίκων, θα μπορούσαν ευχερώς να την αποτυπώσουν εγγράφως στο εν λόγω πληρεξούσιο.
Μόνη η δυνατότητα που είχε ο εναγόμενος να προβεί σε δωρεά του δικαιώματος ψιλής κυριότητας του ενάγοντος, αν έκρινε ότι αυτό εξυπηρετούσε κάποια χρονική στιγμή τα συμφέροντά του, δεν σημαίνει ότι αν επέλεγε να προβεί σε πώληση έναντι τιμήματος αυτή η επιλογή θα είχε το ίδιο αποτέλεσμα για τον ενάγοντα όπως η δωρεά στον εαυτό του ή σε τρίτο, αφού η επιλογή της πώλησης εξυπηρετούσε τα συμφέροντα αμφοτέρων.
Σε περίπτωση πώλησης, ο εναγόμενος δεν είχε το δικαίωμα να κρατήσει το σύνολο του εισπραχθέντος τιμήματος, αφού κάτι τέτοιο ουδόλως αναφέρθηκε στο εν λόγω πληρεξούσιο. Στο χρόνο δε που δόθηκε η ως άνω πληρεξουσιότητα, οι σχέσεις των διαδίκων ήταν πολύ καλές ... Ωστόσο, στη συνέχεια, οι προστριβές μεταξύ των συζύγων και οι δικαστικοί αγώνες για τη διατροφή της συζύγου και τη συμμετοχή της στα αποκτήματα, επηρέασαν επί τα χείρω και τις σχέσεις μεταξύ πατέρα και γιού, γεγονός που φαίνεται ...
και από το γεγονός της άρνησης του εναγομένου να αποδώσει στον υιό του το ποσό που του αναλογούσε από το εισπραχθέν τίμημα της επίδικης πώλησης. Περαιτέρω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος υποσχέθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα το ήμισυ του καταβληθέντος τιμήματος, ήτοι το ήμισυ του τιμήματος που αντιστοιχεί στο δικαίωμα πλήρους κυριότητας ...
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω ο ενάγων δεν δικαιούται το ήμισυ του εισπραχθέντος τιμήματος, αφού δεν αποδείχθηκε η επικαλούμενη σχετική συμφωνία, πλην όμως στο μείζον περιέχεται το έλασσον, το οποίο δικαιούται, ήτοι το ποσό του εισπραχθέντος τιμήματος που αντιστοιχεί στο ποσοστό του επί της ψιλής κυριότητας του πωληθέντος ακινήτου.
Η αξία της ψιλής κυριότητας του ενάγοντος ανέρχεται στο ποσοστό των 7/10 της συνολικής αξίας του ακινήτου (κατά το ποσοστό του 1/2), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 § 4 του Ν. 1587/1950 (Α 294) "Περί κυρώσεως τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του υπ' αριθμ. 1521/1950 Αναγκ. Νόμου "περί φόρου μεταβιβάσεως ακινήτων", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 13 Ν. 3091/2002 και στη συνέχεια με την παρ. 3 του άρθρου 21 Ν. 3427/2005 (ΦΕΚ Α 312/27.12.2005), κατά την οποία για τον καθορισμό της αξίας της ψιλής κυριότητας και της επικαρπίας επί ακινήτου εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 15, 16 και της περίπτωσης δ της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του "Κώδικα Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών".
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των άρθρων 15 εδ. δ και 16 του Ν. 2961/2001 σε ισόβια ή αόριστου χρόνου επικαρπία λαμβάνεται ποσοστό της αξίας της πλήρους κυριότητας, ανάλογα με την ηλικία του επικαρπωτή, το οποίο ορίζεται στα 3/10, αν ο επικαρπωτής έχει υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του.
Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, που ο εναγόμενος ... κατά το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης ... ήταν 68 ετών, ήτοι είχε υπερβεί το 60ό έτος της ηλικίας του, το δικαίωμα επικαρπίας που είχε στο 50% του επίδικου ακινήτου αντιστοιχούσε στα 3/10 της αξίας της πλήρους κυριότητας στο ποσοστό αυτό. Ως εκ τούτου, από το εισπραχθέν τίμημα των 800.000,00 ευρώ, το ήμισυ, ύψους 400.000,00 ευρώ, αντιστοιχεί στο δικαίωμα πλήρους κυριότητας επί του 1/2 του ακινήτου ιδιοκτησίας του εναγομένου, ενώ το έτερο ήμισυ, ύψους 400.000 ευρώ, αντιστοιχεί κατά ποσοστό 3/10 στο δικαίωμα επικαρπίας επί του 1/2 του ακινήτου και ανέρχεται σε (400.000 Χ 3/10=) 120.000 ευρώ, και κατά ποσοστό 7/10 στο δικαίωμα ψιλής κυριότητας επί του 1/2 του ακινήτου, και ανέρχεται σε (400.000 Χ 7/10=) 280.000 ευρώ.
Συνεπώς, από το εισπραχθέν τίμημα των 800.000,00 ευρώ, ποσό 280.000,00 ευρώ αντιστοιχούσε στο δικαίωμα ψιλής κυριότητας του ενάγοντος και το ποσό αυτό ο εναγόμενος ως εντολοδόχος όφειλε να του το αποδώσει. Με την άνω ενέργειά του ο εναγόμενος καταχράστηκε την εμπιστοσύνη, που του έδειξε ο ενάγων υιός του, και, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητα του εντολοδόχου και αποκλειστικού διαχειριστή της ακίνητης περιουσίας του, προέβη στην ανωτέρω πώληση παρακρατώντας παράνομα και υπαίτια το σύνολο του τιμήματος, αφού αυτός γνώριζε ότι έπρεπε με βάση την πληρεξουσιότητα, που του είχε δοθεί, να αποδώσει στον ενάγοντα, σε περίπτωση πώλησης, το μέρος του τιμήματος που εισέπραξε για λογαριασμό του κατά το ποσό που αναλογούσε στο δικαίωμα του ενάγοντος.
Από την στιγμή δε που ο ενάγων ρητά του ζήτησε την απόδοση του ποσού που του αναλογούσε από το τίμημα της πώλησης, και ο εναγόμενος αρνήθηκε να το αποδώσει, ως όφειλε, από την μεταξύ τους σύμβαση εντολής, αλλά παρακράτησε για τον εαυτό του, παράνομα και υπαίτια, το παραπάνω ποσό, που εισέπραξε από την διαχείριση της περιουσίας του ενάγοντος, ήτοι από την πώληση της ψιλής κυριότητας του ακινήτου του, που κατάρτισε κατ' εντολή και για λογαριασμό του, ιδιοποιήθηκε το ποσό αυτό και η πράξη του αυτή ...
συνιστά υπεξαίρεση, με την οποία προκάλεσε στον ενάγοντα ισόποση ζημία, ύψους 280.000,00 ευρώ. Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχτηκε ότι ο ενάγων, εξαιτίας της προεκτεθείσας συμπεριφοράς του εναγομένου, ταλαιπωρήθηκε ψυχικά, αισθάνθηκε αναστάτωση, αγωνία, στενοχώρια, και απογοήτευση.
Επομένως, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Αναφορικά δε με το ύψος αυτής, το Δικαστήριο συνεκτιμώντας ως προσδιοριστικούς παράγοντες αυτού τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη αδικοπραξία, το βαθμό, το είδος και τη φύση της υπαιτιότητας (δόλος) του αδικοπραγήσαντος εναγομένου, την φύση της υπαιτιότητας (δόλος) του αδικοπραγήσαντος εναγομένου, την έλλειψη οποιουδήποτε πταίσματος του ενάγοντος στην επελθούσα ζημία του, το είδος και την έκταση της ζημίας που υπέστη ο ενάγων, τον μεγάλο χρόνο άρνησής του εναγομένου να αποδώσει ό,τι έλαβε από την εκτέλεση της εντολής, το γεγονός ότι επρόκειτο για ακίνητο που ο ίδιος ο εναγόμενος είχε μεταβιβάσει προγενέστερα λόγω γονικής παροχής στον ενάγοντα, ήτοι από χαριστική αιτία, το μέγεθος της ζημίας του ενάγοντος την κοινωνική θέση και οικονομική κατάσταση των διαδίκων, κρίνει ότι πρέπει να του επιδικαστεί, ως χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, το ποσό των 2.000,00 ευρώ, το οποίο μετά την στάθμιση των πιο πάνω στοιχείων, κρίνεται εύλογο. ..." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην πρώτη σκέψη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή κατά τους όρους του 770/2010 πληρεξουσίου συμβολαίου η εντολή και πληρεξουσιότητα του αναιρεσίβλητου προς τον αναιρεσείοντα να πωλήσει για λογαριασμό του το ήμισυ εξ αδιαιρέτου της ψιλής κυριότητας, που του ανήκε, δεν περιείχε και την εξουσία να παρακρατήσει το αντίστοιχο τίμημα, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 719 Α.Κ., όπως είχε ισχυριστεί ο αναιρεσείων, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στις οποίες στήριξε το πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, δεν διαπίστωσε, αμέσως ή εμμέσως, κενό, ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την έννοια των διαλαμβανόμενων στο ανωτέρω συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο και στην αποτελέσασα την αιτία της πληρεξουσιότητας σύμβαση εντολής δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων, ζήτημα που ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, και συνεπώς δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους πιο πάνω ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών για την ανεύρεση της αληθούς βούλησης των διαδίκων, ούτε και προσέφυγε στη χρήση των κανόνων αυτών ερμηνεύοντας τις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων δικαιοπραξίες, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, συνακόλουθα δε, η προαναφερόμενη κρίση του δεν είναι προϊόν αξιολογήσεως και ερμηνευτικής αποσαφηνίσεως των παραπάνω δηλώσεων βουλήσεως, αλλά αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση), συναχθείσα από την εκτίμηση των μνημονευόμενων στην ίδια απόφαση αποδεικτικών μέσων και, άρα, μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ).
Το γεγονός ότι το Εφετείο προς επίρρωση της ήδη εξενεχθείσας, με βάση το αποδειχθέν περιεχόμενο της συμβάσεως εντολής και τη σαφή γραμματική διατύπωση του πληρεξουσίου, ως άνω κρίσης του, αλλά και προς αντίκρουση του αντίθετου ισχυρισμού του αναιρεσείοντος, ότι σε περίπτωση πωλήσεως δεν είχε υποχρέωση να αποδώσει στον αναιρεσίβλητο το αντίστοιχο τίμημα, διαλαμβάνει πλεοναστικά ότι, αν βούληση των διαδίκων, στη σύμβαση εντολής, ήταν να έχει ο αναιρεσείων το δικαίωμα να παρακρατήσει το μέρος του τιμήματος που αντιστοιχούσε στο ήμισυ της ψιλής κυριότητας του αναιρεσίβλητου, θα υπήρχε σχετική αναφορά στο πληρεξούσιο, ουδόλως υποδηλώνει ερμηνευτική προσέγγιση των όρων του πληρεξουσίου και της σύμβασης εντολής για την πώληση της ψιλής κυριότητας και έμμεση παραδοχή της υπάρξεως αμφιβολίας και κενού ή ασάφειας, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 713 Α.Κ., κατά την οποία "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", προκύπτει ότι η εντολή είναι ενοχική σύμβαση, με την οποία ο εντολοδόχος αναλαμβάνει την υποχρέωση να διεξαγάγει την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας χωρίς αμοιβή, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 719 Α.Κ., "ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απόκτησε από την εκτέλεση της", επομένως και το πράγμα, που αγόρασε σε εκτέλεση της εντολής, ή το τίμημα, που έλαβε από την πώλησή του.
Η σύμβαση αυτή, ακόμη και αν αφορά ακίνητο, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να συναφθεί είτε εγγράφως, με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, είτε προφορικώς, ρητώς ή σιωπηρώς (Ολ.Α.Π. 104/1975, Α.Π. 185/2015, Α.Π. 1819/2014). Η υποχρέωση του εντολοδόχου προς απόδοση του αποκτηθέντος πράγματος ή δικαιώματος εξαρτάται από το περιεχόμενο της εντολής.
Έτσι, αν το πράγμα ή το δικαίωμα αποκτήθηκε κατά τους κανόνες της άμεσης αντιπροσώπευσης, ο εντολέας γίνεται άμεσα κύριος ή δικαιούχος και ο εντολοδόχος υποχρεούται σε απόδοση μόνο της κατοχής του πράγματος, αν όμως το πράγμα αποκτήθηκε σε εκτέλεση της εντολής κατά τους κανόνες της έμμεσης αντιπροσώπευσης, δηλαδή στο όνομα του εντολοδόχου, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ο εντολοδόχος υποχρεούται στην μεταβίβαση του πράγματος, και σε περίπτωση άρνησής του εξαναγκάζεται κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ με την καταδίκη του σε δήλωση της σχετικής βουλήσεως, κατόπιν αγωγής του εντολέα (Α.Π. 1332/2017).
Εφόσον δε συντρέχουν oι προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, δηλαδή παράνομη και υπαίτια ιδιοποίηση των δοθέντων προς εκτέλεση της εντολής χρημάτων ή των αποκτηθέντων για λογαριασμό του εντολέα πραγμάτων, υφίσταται και υποχρέωση του εντολοδόχου κατά τις διατάξεις του άρθρου 914 Α.Κ. σε συνδυασμό με αυτές του άρθρου 375 Π.Κ.
να αποδώσει τα ληφθέντα ή την αξία των αποκτηθέντων πραγμάτων ως αποζημίωση (Α.Π. 250/2021, Α.Π. 589/2017). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 713 Α.Κ. με τη διάταξη του άρθρου 211 § 1 Α.Κ., που ορίζει ότι η δήλωση βουλήσεως από τον αντιπρόσωπο στο όνομα του αντιπροσωπευομένου μέσα στα όρια της εξουσίας της αντιπροσώπευσης ενεργεί αμέσως υπέρ και κατά του αντιπροσωπευομένου, το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται είτε η δήλωση γίνει ρητά στο όνομα του αντιπροσωπευομένου είτε συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του, προκύπτει ότι η σύμβαση της εντολής αφορά τις εσωτερικές σχέσεις των συμβαλλομένων, ενώ η πληρεξουσιότητα, που είναι κατά το άρθρο 216 Α.Κ.
η δικαιοπραξία με την οποία παρέχεται η εξουσία αντιπροσώπευσης, αναπτύσσει εξωτερική δράση. Για το λόγο αυτό και προκειμένου να μη δημιουργούνται αμφισβητήσεις ως προς την ύπαρξη πληρεξουσιότητας αναφορικά με δικαιοπραξίες, τις οποίες ο νόμος θεωρεί ιδιαίτερης σημασίας και απαιτεί για το κύρος τους την τήρηση τύπου, ορίζει η διάταξη του άρθρου 217 § 2 Α.Κ.
ότι, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, η δήλωση παροχής πληρεξουσιότητας υποβάλλεται στον τύπο που απαιτείται για την δικαιοπραξία την οποία αφορά η πληρεξουσιότητα. Παρέπεται ότι η εντολή δεν εκτοπίζει, ούτε καθιστά περιττή την πληρεξουσιότητα, όμως σε αντίθεση με αυτή δίνεται άτυπα, ακόμη και αν αφορά την αγορά και γενικά τη διάθεση ακινήτου από τον εντολοδόχο στο όνομα ή για λογαριασμό του εντολέα, αφού δεν υπάρχει στο νόμο διάταξη αντίστοιχη με αυτή του άρθρου 217 § 2 Α.Κ., ούτε αποτελεί τέτοια η του άρθρου 369 Α.Κ., κατά την οποία συμβάσεις που έχουν αντικείμενο τη σύσταση, μετάθεση, αλλοίωση ή κατάργηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων πάνω σε ακίνητο απαιτείται να γίνονται ενώπιον συμβολαιογράφου, αφού η διάταξη αυτή αφορά μόνο τον τύπο σύμβασης, που συνάπτεται σε εκτέλεση της εντολής, και όχι την ίδια την εντολή.
Διακρίνεται επίσης η σύμβαση της εντολής από τη σύμβαση με την οποία ο εντολοδόχος, που αγόρασε στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα, ακίνητο, ενεργώντας δηλαδή ως έμμεσος αντιπρόσωπός του, μεταβιβάζει σε αυτόν το ακίνητο που αγόρασε, εκπληρώνοντας τη σχετική υποχρέωσή του από το άρθρο 719 Α.Κ.
Η τελευταία σύμβαση, σε αντίθεση και πάλι με τη σύμβαση της εντολής, υπόκειται κατά το άρθρο 369 ΑΚ στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σε περίπτωση δε που ο εντολοδόχος αρνηθεί να εκπληρώσει τη σχετική υποχρέωσή του εξαναγκάζεται με την καταδίκη του σε σχετική δήλωση βουλήσεως κατ' άρθρο 949 ΚΠολΔ (Α.Π. 686/2021, Α.Π. 1819/2014).
Εξάλλου, κατά τον ερμηνευτικό κανόνα της διάταξης του άρθρου 212 Α.Κ., αν δεν μπορεί να διαγνωστεί ότι κάποιος ενεργεί στο όνομα άλλου, θεωρείται ότι ενεργεί στο δικό του όνομα (Α.Π. 1457/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δεχόμενο ότι o αναιρεσείων πώλησε με το 1205/2014 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελ. Γαλανού το ανήκον στον αναιρεσίβλητο ποσοστό της ψιλής κυριότητας των ακινήτων ενεργώντας για λογαριασμό αυτού, δηλαδή ως άμεσος αντιπρόσωπός του, έχοντας αποκτήσει τη σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα με το 770/2010 πληρεξούσιο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ελ.
Αθανασιάδου, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις αφενός μεν του άρθρου 211 ΑΚ, για την άμεση αντιπροσωπεία, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε του άρθρου 212 ΑΚ, την οποία, επίσης, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αφού δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη υπόθεση, δεδομένου ότι πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 211 ΑΚ και δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι η εντολή και πληρεξουσιοδότηση του αναιρεσείοντος από τον αναιρεσίβλητο για να ενεργήσει ως άμεσος αντιπρόσωπός του χορηγήθηκε ρητώς με το ανωτέρω 770/2010 συμβόλαιο, εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορούσε αντιπροσώπευση για την πώληση ακινήτου, και β) ότι ο αναιρεσείων, συμβαλλόμενος στο 1205/2014 πωλητήριο συμβόλαιο με τους αγοραστές, ενήργησε σαφώς στο πλαίσιο της ως άνω αντιπροσωπευτικής του εξουσίας για λογαριασμό του αναιρεσίβλητου, δηλαδή ότι συνέτρεξαν διαγνωστές περιστάσεις, για να θεωρηθεί ότι ο αναιρεσείων στην επίμαχη σύμβαση συμβλήθηκε ως αντιπρόσωπος του αναιρεσιβλήτου, και συνεπώς ο αναιρεσείων, ως εντολοδόχος και άμεσος αντιπρόσωπος, είχε την υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα του και αντιπροσωπευόμενο αναιρεσίβλητο το αναλογούν τίμημα στο πωληθέν για λογαριασμό του ποσοστό της ψιλής κυριότητας, το οποίο (τίμημα) αυτός ιδιοποιήθηκε παράνομα, εφόσον δεν το απέδωσε μετά από όχληση του αναιρεσίβλητου.
Επίσης, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 211 Α.Κ. και τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 212 Α.Κ., τις οποίες έτσι ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, η επιπλέον ρητή παραδοχή ότι οι αγοραστές γνώριζαν ότι ο αναιρεσείων ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος του αναιρεσίβλητου, αφού άλλωστε η γνώση αυτή ενεργεί μόνο στις σχέσεις μεταξύ του αναιρεσίβλητου και των αγοραστών, και δεν ασκεί επιρροή στην επίδικη σχέση μεταξύ του αναιρεσίβλητου ως εντολέα και αντιπροσωπευόμενου και του αναιρεσείοντος ως εντολοδόχου και αντιπροσώπου.
Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση κατ' άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, είναι αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 1β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, και μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρα 559 αρ. 1 και 560 αρ. 1β' ΚΠολΔ).
Ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή, με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ' αυτόν τα εκάστοτε, κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά, ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων, τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα πραγματικά γεγονότα ή την ερμηνεία της δικαιοπραξίας δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 72/2021, Α.Π. 233/2020).
Αν πάλι το δικαστήριο παραλείψει εντελώς να τα χρησιμοποιήσει, η παράλειψη αυτή δεν ελέγχεται ως πλημμέλεια από το εδάφιο 11 του άρθρου 559, καθόσον, όπως συνάγεται από τα άρθρα 336 § 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα κοινής πείρας δεν καταλέγονται στα αποδεικτικά μέσα (Ολ.Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1112/2021, Α.Π. 842/2021). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι εσφαλμένα δέχτηκε ότι τα ακίνητα πωλήθηκαν αντί συνολικού τιμήματος τουλάχιστον 800.000 ευρώ, εφόσον οι εντολές προς τους μεσίτες τα έτη 2013 και 2014 ήταν για πώληση αντί τιμήματος 700.000 και 750.000 ευρώ, αντίστοιχα, και το τίμημα, που ζητεί ο πωλητής, είναι πάντοτε ανώτερο εκείνου που επιτυγχάνεται μετά από τις διαπραγματεύσεις με τον αγοραστή.
Όπως προκύπτει, όμως, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο χρησιμοποίησε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, ήτοι για την διαπίστωση πραγματικών γεγονότων, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι το πραγματικό τίμημα των ακινήτων ανερχόταν σε 800.000 ευρώ τουλάχιστον, και όχι για την υπαγωγή αυτών στην έννοια ή για την ερμηνεία των διατάξεων, που εφάρμοσε.
Επομένως, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Κατά το άρθρο 513 Α.Κ., με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή το δικαίωμα, που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης, και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δεχόμενο ότι το πραγματικό τίμημα της πώλησης των ακινήτων ήταν ανώτερο εκείνου των 300.000 ευρώ, που αναγράφηκε στο πωλητήριο συμβόλαιο, και ανερχόταν τουλάχιστον σε 800.000 ευρώ, ενόψει της υψηλής αγοραίας αξίας τους, η οποία προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση μετά από συνεκτίμηση συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων (εγγράφων, καταθέσεων, ιδιωτικής γνωμοδότησης, και πραγματογνωμοσύνης επ' αφορμή άλλης δίκης), και της υπάρχουσας ζήτησης εκ μέρους υποψηφίων αγοραστών, διέλαβε σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 513 Α.Κ., την οποία έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, ούτε δε παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ., η οποία εν προκειμένω δεν τύγχανε καθόλου εφαρμογής.
Ειδικότερα, με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες το Εφετείο δέχτηκε α) αφενός ότι ο αναιρεσείων ανέθεσε την πώληση των ακινήτων την 27-9-2013 σε μεσίτη αντί 700.000 ευρώ τουλάχιστον και την 29-5-2014 σε έτερο μεσίτη αντί 750.000 ευρώ τουλάχιστον, και αφετέρου ότι η αγοραία αξία τους κατά το χρόνο της πώλησης (5-9-2014) ανερχόταν σε 800.000 ευρώ τουλάχιστον, δηλαδή σε ποσό μεγαλύτερο από αυτό που ζητούσε ο αναιρεσείων, και β) ότι η έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Ι.
Δ., που έγινε επ' αφορμή άλλης δίκης και υπολογίζει την αξία του ημίσεος της επικαρπίας του ισογείου σε 46.347 ευρώ και του υπογείου σε 11.833 ευρώ, εκτιμήσεις από τις οποίες προκύπτει ότι η συνολική αξία της πλήρους κυριότητας των ακινήτων ανερχόταν σε 387.866,66 ευρώ, αφορά την αξία τους την 19-11-2015, δηλαδή πέντε μήνες μετά την επιβολή των κεφαλαιακών ελέγχων (capital controls), που είχαν οδηγήσει σε μείωση της οικονομικής δραστηριότητας και πτώση της αξίας των ακινήτων, ενώ αντιθέτως η γνωμοδότηση των Α..
Α. και Α.. Ξ. υπολογίζει την αξία τους την 5-9-2014, δηλαδή κατά το (προγενέστερο) χρόνο της πώλησης, σε 970.000 ευρώ, ούτε υπάρχει αντίφαση στην κρίση ότι η πραγματογνωμοσύνη του Ι. Δ. είναι ελαττωμένης αποδεικτικής βαρύτητας, όχι μόνο εξαιτίας του μεταγενέστερου χρόνου εκτίμησης της αξίας των ακινήτων, αλλά και για το λόγο ότι λαμβάνει ως συγκριτικά στοιχεία ακίνητα με πρόσοψη όχι επί της ..., αλλά σε παρακείμενες οδούς με σαφώς μικρότερη εμπορική κίνηση.
Επομένως, ο τέταρτος, κατά το μέρος που προβάλλεται πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθώς και ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η ίδια πλημμέλεια, ανεξαρτήτως του ότι, υπό την επίφαση της επίκλησης έλλειψης νόμιμης βάσης, πλήττεται ουσιαστικά η ορθότητα της εκτίμησης των αποδείξεων και η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Εφετείου, είναι αβάσιμοι.
Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, των οποίων η λήψη υπόψη, καίτοι μη προταθέντων, ή αντίθετα η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον ως άνω αναιρετικό λόγο, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί και παραδεκτά προβαλλόμενοι ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 22/2005, Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 757/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του αναιρεσίβλητου-ενάγοντος περί ύπαρξης συμφωνίας για απόδοση σε αυτόν του ημίσεος ολοκλήρου του τιμήματος και δεχόμενο την αγωγή βάσει των διατάξεων περί εντολής για το μέρος του, που αναλογεί στο ήμισυ της ψιλής κυριότητας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν.
Όπως προκύπτει, όμως, από το περιεχόμενο της αγωγής, που αναφέρεται στην πρώτη σκέψη της παρούσας, σε αυτήν υπάρχει, εκτός από τη βάση που στηρίζεται σε συμφωνία των διαδίκων περί απόδοσης στον αναιρεσίβλητο του ημίσεος ολοκλήρου του τιμήματος, και ιστορική και νομική βάση για απόδοση σε αυτόν κατ' άρθρο 719 Α.Κ.
του μέρους του τιμήματος, που εισέπραξε από την εκτέλεση της εντολής περί πωλήσεως του ανήκοντος σε αυτόν μεριδίου της ψιλής κυριότητας των ακινήτων. Επομένως το Εφετείο, απορρίπτοντας την πρώτη από τις ανωτέρω βάσεις και δεχόμενο τη δεύτερη, δεν έλαβε υπόψη του παρά το νόμο πράγματα που δεν προτάθηκαν και είναι αβάσιμος ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί ο ηττώμενος αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-7-2022 αίτηση του Α. Α. για αναίρεση της 1076/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ