Legislator Case Law & Legislation
308/2019 AI generated

308/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 308/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

308/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, στο άρθρο 21 §§ 1 και 2 του ΚΟΚ ορίζεται... "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Keywords

AI generated
psychological trauma penal sanctions compensation for unlawful detention psychiatric treatment legal capacity compensation of crime victims
AI generated
464/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
858/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
132/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
843/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
535/2016
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/6/2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 308 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 308/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γαρδικιώτη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι παρίσταται για την "... ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία τυγχάνει καθολική διάδοχος, μετά από συγχώνευση διά απορροφήσεως, της αρχικώς ως άνω αναιρεσείουσας.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Π. του Δ. , 2. Κ. Π. του Δ., 3 Σ. Π. του Δ., 4 Α. Π. του Δ. , 5. Ε. Π. του Δ., 6 Δ. Π. του Κ., 7 Β. Π. του Κ. , 8. Μ. συζ. Δ. Π. , το γένος Α. Β. , 9. Γ. συζ. Κ. Π., το γένος Γ. Γ. , 10. Η. Π. του Γ., 11 Α. Π. του Δ., 12 Γ. Π. του Η., 13 N. χας J. Q., το γένος K. (Ν. χας Γ. Κ. , το γένος Κ. ), για τον εαυτόν της ατομικώς, 14. J. Q. του J. (Γ. Κ. του Γ. ), που εκπροσωπείται νόμιμα από την ασκούσα τη γονική μέριμνα αυτής μητέρα της N. χα J. Q. , το γένος K. , κατοίκων ... , 15. L. Q. του A. (Λ. Κ. του Α. ), κατοίκου ... , 16. N. Q. του F. (Ν. Κ. του Φ. ), κατοίκου ... 17. B. Q. του F. (Μ. Κ. του Φ. ), κατοίκου ... , 18. D. Q. του F. (Ν. Κ. του Φ. ), κατοίκου ... , 19. B. Q. του F. (Μ. Κ. του Φ. ), κατοίκου ... , 20. A. Q. του F. (Ά. Κ. του Φ. ), κατοίκου ... , 21. C. Q. του F. (Γ. Κ. του Φ. ), κατοίκου ... , 22. M. K. του A. (Μ. Κ. του Α. ), κατοίκου ... και 23. K. K. του V. (Κ. Κ. του Β. ), κατοίκου ... , εκ των οποίων ο 16ος N. Q. του F. εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κατσά, ενώ οι λοιποί δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 22-12-2010 αγωγές (αρ. εκθ. καταθ. 246/22-12-2010 και 247/22-12-2010) των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2013 εν μέρει οριστική και 138/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 40/2016 του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-10-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ελένη Φραγκάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η αναιρεσείουσα και ο 16ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του 16ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ.

β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.

Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ' αναβολή δικάσιμο (ΑΠ 1062/2017). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου εμφανίστηκαν εκπροσωπούμενοι από πληρεξούσιο δικηγόρο η ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ", η οποία υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης στη δικονομική θέση της αρχικά αναιρεσείουσας Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία " ...

ΑΕ" και ο 16ος αναιρεσίβλητος, ενώ οι λοιποί αναιρεσίβλητοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν, ούτε και κατέθεσαν δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς …..51 και …50/1.3.2017 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Καλαμάτας Ν. Π. Ι. , που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα Ασφαλιστική εταιρεία, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της, επιδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 143 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4335/2015, (με έναρξη ισχύος σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ. 4 του αυτού νόμου από 1-1-16), κατά το οποίο "ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 ΚΠολΔ είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης...", για μεν τους με στοιχεία στην αίτηση αναίρεσης 1ο, 2ο, 3η, 4ο, 5η, 6ο, 7ο, 8η, 9η, 10ο, 11η και 12ο αναιρεσιβλήτους στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό τους Α.

Β. Κ. και για δε τους με στοιχεία 13η, 14η εκπροσωπούμενη ανήλικη, 15η, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο, 21ο, 22ο και 23ο αναιρεσιβλήτους, στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητό τους Π. Δ. Ν. , αντιστοίχως, με επίσπευση της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της από 18-10-2016 αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή, από 3.11.2016 πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση για συζήτηση για την δικάσιμο της 3.11.2017, κατά την οποία η συζήτηση της υποθέσεως αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Επομένως, εφόσον οι απολειπόμενοι αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι με βάση τα προαναφερόμενα, είχαν κληθεί στην αρχική δικάσιμο της 3.11.2017 κατά την οποία η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ισχύει ως κλήτευσή τους για τη νέα δικάσιμο, πρέπει ο Άρειος Πάγος να συζητήσει την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό-τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο ... παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Περαιτέρω, η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 239/2011, ΑΠ 147/2011).

Εξάλλου, στο άρθρο 21 §§ 1 και 2 του ΚΟΚ ορίζεται... "1. Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι". Κατά δε το άρθρο 26 του ΚΟΚ, η προτεραιότητα στους κόμβους ορίζεται με κατάλληλη σήμανση (παρ. 4).

Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση ή προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από δεξιά. Κατ' εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα, β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό, γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα, δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα (παρ. 5).

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι σε οποιονδήποτε οδικό κόμβο, είτε αυτός σχηματίζεται από διασταύρωση, είτε από απλή συμβολή οδών, στον οποίο δεν υπάρχει κατάλληλη σήμανση που να ορίζει την προτεραιότητα, αυτή (προτεραιότητα) ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά με τις εξαιρέσεις, όμως, που προαναφέρθηκαν (ΑΠ 610/2016, ΑΠ 641/2014).

Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Επίσης κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 1β του ίδιου άρθρου η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών, ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (ΑΠ 789/2010).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 1067/2013, ΑΠ 849/2007). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη 40/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681Α) ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, δέχθηκε, ανέλεγκτα, σχετικά με τα ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας των οδηγών των δύο οχημάτων που είχαν εμπλοκή σε αυτό, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Από την επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, ήτοι τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (δύο απόδειξης και ένας ανταπόδειξης), οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 69/2013 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις παραδεκτά προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες και εφεσίβλητους υπ' αριθμ. ... 15 και ... 16/4-5-2015 ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες ενώπιον της συμβολαιογράφου...

κατόπιν προηγούμενης νομότυπης κλήτευσης των αντιδίκων τους, μετά την έκδοση των εκκαλουμένων αποφάσεων και πριν τη συζήτηση της υπόθεσης στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, και δη κατά την ημέρα της δικασίμου, ώρα 8.00 π.μ. και 8.30 π.μ., αντίστοιχα (άρθρα 270 παρ. 2, 529 παρ. 1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς και τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Στις 28-6-2010 και περί ώρα 21:55 μ.μ. ο πρώτος εναγόμενος, ήδη αντεκκαλών και εφεσίβλητος Π. Π. , οδηγώντας τον υπ' αριθμ. κυκλ. ... 86 διαξονικό γεωργικό ελκυστήρα, αποκλειστικής κυριότητάς του, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν ασφαλισμένος για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δευτέρα εναγομένη, ήδη εκκαλούσα και εφεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και βαίνοντας επί της επαρχιακής οδού ... , με κατεύθυνση προς ...

συγκρούσθηκε με την οδηγούμενη από τον αλβανικής υπηκοότητας Γ. Κ. (J. Q. ) υπ' αριθμ. κυκλ. ... 10 δίκυκλη μοτοσυκλέτα, επί της οποίας συνεπέβαινε και ο Δ. Π. , που έβαινε επί της αυτής ως άνω οδού, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό των επιβατών της μοτοσυκλέτας, συνεπεία του οποίου επήλθε ο θάνατός τους.

Το ένδικο τροχαίο ατύχημα έλαβε χώρα στο 1° χλμ της ανωτέρω επαρχιακής οδού, που είναι δρόμος διπλής κατεύθυνσης συνολικού πλάτους 9,80 μέτρων, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, και συγκεκριμένα στο ύψος της συμβολής της με κοινοτική οδό, που οδηγεί στο χωριό ... να, όταν ο πρώτος εναγόμενος (οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα), έχοντας την πρόθεση να εισέλθει στην προαναφερόμενη κοινοτική οδό, επιχείρησε ελιγμό προς τα αριστερά, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί στην πορεία της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, η οποία όπως προαναφέρθηκε εκινείτο στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (προς ... ) και να συγκρουσθούν εντός του ρεύματος κυκλοφορίας, που έβαινε η μοτοσυκλέτα, στο ύψος της συμβολής των δύο οδών, πριν ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα ολοκληρώσει τον ελιγμό του.

Κατά την ώρα του ατυχήματος επικρατούσε νύχτα, καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και ο τεχνητός φωτισμός ανεπαρκής, στο σημείο δε που έλαβε χώρα το τροχαίο αυτό ατύχημα η οδός είναι ευθεία και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από ιδιαίτερες συνθήκες. Περαιτέρω, από την από 6-7-2010 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των τεχνικών υπαλλήλων της Δ/νσης Μεταφορών και Επικοινωνιών ... , πρόκυπτει ότι ο οδηγούμενος από τον ηλικίας 75 ετών, κατά τον χρόνο του ατυχήματος, Π.

Π. , γεωργικός ελκυστήρας ευρίσκετο σε καλή κατάσταση, όλα τα συστήματα αυτού λειτουργούσαν κανονικά, καθώς και το ηλεκτρικό του σύστημα, τα δε φανάρια που βρίσκονται στη δεξιά και αριστερή πλευρά κοντά στο τιμόνι (φλας, αλάρμ) και τα μικρά φώτα πoρείας λειτουργούσαν κανονικά, απορριπτομένου, συνεπώς, ως ουσία αβάσιμου και αναπόδεικτου του ισχυρισμού των εναγόντων και των δύο αγωγών ότι αυτός δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα φώτα του οχήματός του, καθόσον αποδείχθηκε ότι αφενός μεν αυτά λειτουργούσαν, αφετέρου δε, στην αντίθετη περίπτωση, θα ήταν αδύνατη η κίνηση του οχήματος υπό τις επικρατούσες, κατά το χρόνο του ατυχήματος, συνθήκες σκότους (νύχτα και ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός).

Ωστόσο, η πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος αποδεικνύεται ότι οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου, οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, έχοντας την πρόθεση να εισέλθει στην προαναφερόμενη κοινοτική οδό προς ... επιχείρησε αιφνίδιο ελιγμό προς τα αριστερά, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο η οδηγούμενη από τον Γ.

Κ. δίκυκλη μοτοσυκλέτα, χωρίς όμως προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά και να σταθμίσει την κίνηση των διερχόμενων οχημάτων από την αντίθετη αυτή κατεύθυνση, αν και η ορατότητα του δεν εμποδιζόταν, λόγω της ευθείας της οδού, ώστε να ολοκληρώσει με ασφάλεια τον προτιθέμενο ελιγμό, λαμβάνοντας υπόψη του συγχρόνως, ότι το όχημά του δεν αναπτύσσει μεγάλη ταχύτητα και κατά συνέπεια απαιτείται περισσότερος χρόνος, συγκριτικά με άλλα οχήματα, προκειμένου να ολοκληρώσει έναν τέτοιο ελιγμό.

Αντιθέτως, κανένας βαθμός υπαιτιότητας δεν βαρύνει τον οδηγό της μοτοσυκλέτας, ο οποίος κινούμενος κανονικά στο ρεύμα πορείας του, με μέτρια ταχύτητα, που δεν ξεπερνούσε τα 50 χλμ/ώρα, λόγω της αιφνίδιας και απρόσμενης, από μικρή απόσταση, παρεμβολής στην πορεία του, του γεωργικού ελκυστήρα, δεν κατάφερε να διενεργήσει επαρκή τροχοπέδηση (μόλις 2 μέτρων πριν την πρόσκρουση με τον ελκυστήρα), ούτε αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσυκλέτας στην εμπρόσθια δεξιά πλευρά του γεωργικού ελκυστήρα, να ανατραπεί και να πέσουν στο οδόστρωμα, βαριά τραυματισμένοι, τόσο αυτός όσο και ο συνεπιβάτης του Δ.

Π. , σε μικρή απόσταση από το σημείο της σύγκρουσης, γεγονός που καταδεικνύει ότι αυτός έβαινε με ταχύτητα κατώτερη της ανώτερης επιτρεπόμενης των 50 χλμ/ώρα, ήτοι με ταχύτητα 40 χλμ/ώρα περίπου, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω ευρήματα της Τροχαίας (αφού στην αντίθετη περίπτωση τα σώματα των επιβατών της μοτοσυκλέτας θα είχαν εκτιναχθεί σε μεγαλύτερη απόσταση από αυτή που βρέθηκαν καθώς πιθανότατα και ο οδηγός του ελκυστήρα) και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Δ.

Φ. , που περιλαμβάνεται στα πρακτικά της υπ' αριθμ. 419/2014 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Καλαμάτας, που κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο Π. Π. (οδηγό του ελκυστήρα) για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή σε βάρος των ανωτέρω θανόντων. Το γεγονός ότι ανιχνεύθηκε μικρή ποσότητα αλκοόλ στο αίμα του θανόντος, οδηγού της μοτοσυκλέτας (0,72 gr ανά λίτρο αίματος) και δεν διέθετε άδεια ικανότητας οδήγησης για το συγκεκριμένο όχημα, αν και αυτοτελώς παράνομες πράξεις (παραβάσεις των άρθρων 42 και 13 παρ. 2 του Ν. 2696/1999), αποδείχθηκε ότι δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και ως τέτοιες δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης, απορριπτόμενων συνεπώς, ως ουσία αβάσιμων των ισχυρισμών περί αποκλειστικής υπαιτιότητάς του ή συνυπαιτιότητάς του, λόγω δήθεν έλλειψης οδηγικής ικανότητας ή μειωμένων αντανακλαστικών και αντίληψης, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνει η εκκαλουμένη, που έκρινε αυτόν συνυπαίτιο (στην πρόκλησή του) σε ποσοστό 30%...".

Ακολούθως το Εφετείο με την με αριθμό 40/2016 προσβαλλομένη απόφασή του, αντικατέστησε εν μέρει τις αιτιολογίες της, με αριθμό 69/2013, εκκαλουμένης απόφασης του Πρωτοδικείου Καλαμάτας ως προς το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, και, αφού απέρριψε τον σχετικό με το ύψος των ποσών της χρηματικής ικανοποίησης λόγο, κρίνοντας ότι τα χρηματικά ποσά που λόγω ψυχικής οδύνης επιδικάστηκαν στους δικαιούχους συγγενείς των θανόντων, ενάγοντες τότε στις από 22/12/2010 και με αριθμό καταθέσεως 246, 247/2010 ένδικες αγωγές, εφεσιβλήτους και αντεφεσιβλήτους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ήδη αναιρεσιβλήτους, ήταν για τον καθένα τους εύλογα, επικύρωσε αυτή στο σύνολό της, απορρίπτοντας στη συνέχεια ως αβάσιμες τις συνεκδικασθείσες Α) εφέσεις που είχαν ασκήσει κατ' αυτής:

α) οι ενάγοντες της με αριθμό 246/2010 αγωγής συγγενείς του θανόντος συνεπιβαίνοντος στη μοτοσικλέτα Δ. Π. και ήδη στην αίτηση αναίρεσης, υπό στοιχ. 1 έως και 12 αναιρεσίβλητοι, β) οι ενάγοντες της με αριθμό 247/2010 αγωγής συγγενείς του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας και ήδη στην αίτηση αναίρεσης υπό στοιχ. 13 έως 23 αναιρεσίβλητοι, γ) η αρχικά εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, με τον διακριτικό τίτλο "... ", κατά των συγγενών του θανόντος συνεπιβαίνοντος, δ) η ίδια ασφαλιστική κατά των συγγενών του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας και Β) τις ασκηθείσες με τις προτάσεις αντεφέσεις στις ως άνω υπό στοιχ.

α και β εφέσεις των συνεναγομένων στις ένδικες αγωγές, ως άνω Ασφαλιστική και του υπαιτίου οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα γεωργικού οχήματος, μη διαδίκου εν προκειμένω, Π. Π. . Ήδη, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις, ουσιαστικού δικαίου, που παρατέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, καθώς και εκείνες των άρθρων 42 § 1 και 94 § 3 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), καθόσον η περιγραφόμενη στην πληττόμενη απόφαση συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου, ασφαλισμένου σε αυτήν, με αριθμό κυκλ. ... 86 διαξονικού γεωργικού ελκυστήρα, έστω και αν συνιστά παράβαση του ΚΟΚ, δεν του προσδίδει καμία υπαιτιότητα και δεν συνιστά αμέλεια, αλλιώς δεν του προσδίδει αποκλειστική υπαιτιότητα, αλλά συντρέχουσα αμέλεια, σύμφωνα δε και με τα διδάγματα της κοινής πείρας τα οποία δεν εφάρμοσε το δικαστήριο, αποκλειστικά υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος κατά 95% είναι ο θανών οδηγός του μοτοποδηλάτου, αφενός διότι στο αίμα του ανιχνεύθηκε αλκοόλη 0,72% και αφετέρου διότι, στερούμενος άδειας ικανότητας οδήγησης του οχήματος που οδηγούσε, ήταν ανεπιτήδειος και άπειρος οδηγός.

Σύμφωνα δε με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός ότι ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσικλέτας δεν αντιλήφθηκε έγκαιρα τον εισερχόμενο στο ρεύμα πορείας του γεωργικό ελκυστήρα και δεν μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση οφείλεται σωρευτικά, (και σε συνδυασμό με την μέθη του), στην υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, με την οποία αυτός οδηγώντας τη μοτοσικλέτα του εκινείτο επί της οδού και τον περιορισμό της ορατότητάς του από τον αέρα λόγω του ότι δεν φορούσε κράνος.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, ούτε τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την υπαγωγή των προπαρατιθέμενων πραγματικών περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, δεδομένου ότι, παρά όσα για το αντίθετο υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, στην πληττόμενη απόφαση αναφέρεται, τόσο η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του ζημιογόνου ελκυστήρα, όσο και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς αυτής και της επέλευσης του επίδικου τροχαίου ατυχήματος, που είχε ως συνέπεια τον θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της με αριθμό κυκλοφορίας ... 10 δίκυκλης μοτοσικλέτας και του σ' αυτήν συνεπιβαίνοντος Δ.

Π. , κατά παράβαση των πιο πάνω διατάξεων του ΑΚ και των άρθρων 21, 26 του ΚΟΚ. Ειδικότερα, οι παραδοχές της προσβαλλομένης για την αιφνίδια είσοδο του γεωργικού ελκυστήρα, που οδηγούσε ο μη διάδικος εν προκειμένω και εναγόμενος στις ως άνω αγωγές των αναιρεσιβλήτων Π. Π. στο αντίθετο, σε σχέση με την πορεία του ρεύμα κυκλοφορίας της επαρχιακής οδού, στην οποία αυτός εκινείτο, χωρίς να ελέγξει πρώτα την κυκλοφορία των επ'αυτής κινουμένων οχημάτων, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί με το όχημά του στην πορεία της αντιθέτως κινούμενης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο θανών συγγενής των, υπό στοιχεία 13 έως 23 αναιρεσιβλήτων Γ.

Κ. , την οποία δεν αντιλήφθηκε, ώστε να αναμείνει την διέλευσή της, παραχωρώντας της, όπως επιβαλλόταν από το νόμο να πράξει, προτεραιότητα, ήσαν ικανά, κατά διδάγματα της κοινής πείρας και τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να συντελέσουν στην επέλευση της σύγκρουσης των οχημάτων αυτών. Περαιτέρω, η επικαλούμενη παραβίαση εφαρμογής του νόμου, αλλά και των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά το μέρος που εδράζεται στις παραβάσεις των άρθρων 42 § 1 και 94 § 3 ΚΟΚ, που διαπιστώθηκαν σε βάρος του θανόντος οδηγού, δεν αφορούν την ερμηνεία αυτών, ούτε την, από μέρους του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ορθή ή μη υπαγωγή σ' αυτούς αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αλλά την ανέλεγκτη κατ' άρθρο ...

§ 1 ΚΠολΔ, εκτίμηση των αποδείξεων, βάσει των οποίων η προσβαλλομένη, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης απόφασης, απέρριψε την σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας με την παραδοχή, ότι η ποσότητα, πάνω από το επιτρεπόμενο ποσοστό του νόμου (0,50gr/l), ανίχνευση αλκοόλης στο αίμα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας (0,75gr/l) και η έλλειψη της κατάλληλης για το δίκυκλο όχημά του άδειας οδήγησης, δεν επηρέασαν τη σύννομη οδηγική συμπεριφορά του και κατ' επέκταση, οι συγκεκριμένες παραβάσεις του ΚΟΚ δεν συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του ενδίκου θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος.

Τέλος, η ίδια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το δικαστήριο, χρησιμοποιώντας επιλεκτικά και αυτοτελώς το στοιχείο της τελικής θέσης των σωμάτων των επιβαινόντων της δίκυκλης μοτ/τας μετά την πρόσκρουση για να προσδιορίσει τη σύννομη, (άλλως τη δέουσα από τις περιστάσεις), ή μη ταχύτητα του δικύκλου, εντός της διασταυρώσεως, χωρίς να χρησιμοποιήσει και άλλα στοιχεία ενδεικτικά της ταχύτητας του δικύκλου, παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι αβάσιμη, διότι η σκέψη αυτή της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστά εσφαλμένη εφαρμογή των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την έλλειψη υπαιτιότητας του οδηγού του δικύκλου οχήματος, αλλά αποτελεί επιχείρημα, για την πληρέστερη ανάλυση του αποδεικτικού υλικού.

Ως εκ τούτου και με το μέρος αυτό του ίδιου ως άνω λόγου, επιχειρείται, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 1β ΚΠολΔ, να πληγεί με αυτές η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστή ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως ο λόγος αυτός κατά μεν το πρώτο μέρος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά δε το δεύτερο και τρίτο μέρος του, ως απαράδεκτος.

Επίσης από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το αποδεικτικό πόρισμα της οποίας προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς κενά και αντιφάσεις, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου.

Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλους τους προσδιοριστικούς παράγοντες του τροχαίου δυστυχήματος, (συνθήκες κυκλοφορίας, κατάσταση οδού, καιρικές συνθήκες, συμπεριφορά οδηγών), οι οποίοι ήσαν επαρκείς για το σχηματισμό της δικανικής του κρίσης, και, χωρίς να απαιτούνται επιπλέον αιτιολογίες, κατέληξε σε σαφές πόρισμα αναφορικά με τις συνθήκες του δυστυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα γεωργικού ελκυστήρα.

Οι αιτιάσεις της αναιρεσείουσας που πλήττουν την προσβαλλομένη για ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, επειδή σ' αυτή δεν αναφέρεται: α) πόσα μέτρα ήταν η κατά παραδοχή της προσβαλλομένης "μικρή" απόσταση μεταξύ των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, την στιγμή που ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα επιχείρησε την αλλαγή κατεύθυνσης προς τα αριστερά εντός της διασταυρώσεως, β) εάν η ταχύτητα των 40 χιλ/ώρα με την οποία δέχθηκε ότι εκινείτο η δίκυκλη μοτοσυκλέτα εντός του ισόπεδου οδικού κόμβου, ήταν η ενδεδειγμένη ταχύτητα κίνησης για το σημείο ενόψει των συνθηκών που επικρατούσαν (νύχτα, μη επαρκής φωτισμός του κόμβου, είσοδος σ' αυτόν του αντιθέτως κινούμενου γεωργικού ελκυστήρα), γ) εάν είχε την δυνατότητα ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, να αντιληφθεί από ικανή απόσταση τον ευρισκόμενο στην πορεία του γεωργικό ελκυστήρα και ποια ήταν αυτή, καθώς και εάν επίσης είχε την δυνατότητα διενέργειας αποφευκτικού ελιγμού εξ αριστερών, δ) σε ποιο σημείο του οδοστρώματος, (δεξιό, αριστερό ή μέσο), κινούνταν κάθε ένα από τα συγκρουσθέντα οχήματα πριν από τη σύγκρουση και με ποια ταχύτητα εισήλθε το κάθε ένα αυτά στη διασταύρωση, και ε) σε ποιο συγκεκριμένο σημείο του οδικού κόμβου (συμβολής) τοποθετείται το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), σχετικά με την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας, άλλως της συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού του δικύκλου οχήματος με το οποίο συγκρούστηκε ο ως άνω, ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα διαξονικός γεωργικός ελκυστήρας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον το Εφετείο με σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, ως προς την πρόκληση του δυστυχήματος στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρ. 914 ΑΚ, 21 και 26 του ΚΟΚ, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος περί της ορθής ή μη υπαγωγής αυτών στις παραπάνω διατάξεις.

Συγκεκριμένα, με σαφή αιτιολογία απέκλεισε κάθε περίπτωση αμέλειας του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, η οποία, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, εκινείτο κανονικά με μέτρια ταχύτητα των 40 χιλ. την ώρα, που δεν ξεπερνούσε την επιτρεπόμενη στο σημείο εκείνο του δρόμου των 50 χλμ/ώρα, καταβάλλοντας την προσοχή και επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ο μέσος συνετός οδηγός, όταν παρενεβλήθη στην πορεία της, με την αιφνίδια είσοδό του στο αντίθετο ρεύμα ο ασφαλισμένος στην αναιρεσείουσα διαξονικός γεωργικός ελκυστήρας με επακόλουθο τη μετωπική σύγκρουσή τους.

Η παράθεση των επιπλέον αυτών αιτιολογιών δεν ήταν αναγκαία, αφού το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σχετικά με το ότι: α) ο οδηγός του γεωργικού ελκυστήρα, προτιθέμενος να κατευθυνθεί σε άγνωστη κοινοτική οδό, η οποία συμβάλλεται καθέτως με την αντίθετη, σε σχέση με την πορεία του, πλευρά του δρόμου, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά και χωρίς να σταθμίσει την κίνηση των διερχόμενων οχημάτων από την αντίθετη αυτή κατεύθυνση, και β) ότι με την ενέργειά του αυτή παρενεβλήθη αιφνιδίως στην πορεία της διερχόμενης τη στιγμή εκείνη από το ως άνω, (ευρισκόμενο στην πλευρά του δρόμου επί του οποίου αυτή κανονικά έβαινε), σημείο συμβολής των ως άνω οδών, δίκυκλης μοτοσικλέτας, ο οδηγός της οποίας "λόγω της αιφνίδιας και απρόσμενης, από μικρή απόσταση παρεμβολής στην πορεία του γεωργικού ελκυστήρα, δεν κατάφερε να διενεργήσει επαρκή τροχοπέδηση (μόλις 2 μέτρων πριν την πρόσκρουση με τον ελκυστήρα), ούτε αποφευκτικό της σύγκρουσης ελιγμό" αιτιολογεί πλήρως την έλλειψη κάθε υπαιτιότητας του τελευταίου στην ένδικη σύγκρουση.

Συνακολούθως των παραπάνω, το Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με τους ως άνω πρώτο και δεύτερο αντιστοίχως λόγους αναιρέσεως, οι οποίοι πρέπει, να απορριφθούν ο πρώτος ως αβάσιμος και απαράδεκτος κατά τις διακρίσεις που προαναφέρθηκαν και ο δεύτερος ως απαράδεκτος, άλλως ως αβάσιμος.

Εξάλλου και ο τρίτος λόγος αναίρεσης με τον οποίο ελέγχεται η προσβαλλομένη για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την επίκληση ότι σ' αυτή διαλαμβάνονται ασαφείς και αντιφατικές παραδοχές σχετικά με την απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας του θανόντος συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας Δ.

Π. στην επέλευση του θανατηφόρου αποτελέσματος που είχε για τον ίδιο το τροχαίο ατύχημα. Ειδικότερα για την θεμελίωση της σχετικής ένστασης η αναιρεσείουσα είχε ισχυριστεί ότι ο ως άνω θανών επιβιβάστηκε στη μοτοσικλέτα γνωρίζοντας ότι ο οδηγός της α) τελούσε υπό την επίδραση μέθης και β) ότι στερούμενος κατάλληλης άδειας οδήγησης του οχήματός του, η θεωρητική και πρακτική του εκπαίδευση στην οδήγηση της μοτοσικλέτας ήταν ελλιπής.

Την εν λόγω ένσταση η προσβαλλόμενη απόφαση την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη με την αιτιολογία ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος είναι ο οδηγός του ελκυστήρα και κανένας βαθμός υπαιτιότητας δεν συντρέχει στο πρόσωπο του οδηγού της μοτοσικλέτας, αφετέρου δε προέκυψε ότι ο οδηγός της κατείχε και οδηγούσε αυτήν επί μία πενταετία πριν το ατύχημα.

Συνεπώς, η απόρριψη των προηγούμενων λόγων της αναίρεσης, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της παραδοχής των οποίων τελούσε η έρευνα του παρόντος λόγου, καθιστά αλυσιτελή την έρευνα του λόγου αυτού, αφού ο αναιρετικός έλεγχος της εφετειακής απόφασης σχετικά με το ζήτημα αυτό της συνυπαιτιότητας του συνεπιβαίνοντος και υπό την εκδοχή ότι υπήρξε πλημμέλεια δεν οδηγεί κατά το μέρος που τον αφορά στην αναίρεση της προσβαλλομένης.

Σύμφωνα με το άρθρο 932 του ΑΚ, "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης.

Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ., 10/2017, 9/2015).

Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).

Στην κρινόμενη υπόθεση το Εφετείο Καλαμάτας με την προσβαλλομένη απόφαση, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως, ως προς το κεφάλαιο αυτό μεταξύ άλλων, και τα εξής: "...Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο θανών Δ. Π. του Δ. και Ε. κατά το χρόνο του θανάτου του ήταν 74 ετών (είχε γεννηθεί το 1936), συνταξιούχος του Ο.Γ.Α., ήταν έγγαμος, υγιής, αρκετά κοινωνικός και δραστήριος και κατοικούσε μόνιμα στην ... ... .

Ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατός του δημιούργησε αισθήματα θλίψης και ψυχικού πόνου στα τέκνα του, στον αδελφό του, στα εγγόνια του και εν γένει σε όλα τα μέλη της οικογένειάς του, με τα οποία ήταν πολύ στενά συνδεδεμένος, τα οποία υπέστησαν ψυχική οδύνη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Το ύψος αυτής λαμβανομένων υπόψη α) της ηλικίας του θύματος, β) της κατάστασης της υγείας του, γ) των συνθηκών του ατυχήματος (δεν τον βαρύνει κανένας βαθμός αμέλειας ή συντρέχοντος πταίσματος στην πρόκλησή του) και δ) τις εν γένει κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες ζωής των συγγενών του, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 40.000 ευρώ για καθένα από τα τέκνα του θανόντος, στο ποσό των 20.000 ευρώ για τον αδελφό του, στο ποσό των 15.000 ευρώ για καθένα από τα εγγόνια του και στο ποσό των 4.000 ευρώ για καθένα από τις νύφες και γαμπρούς του θανόντος, όπως ορθά έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, τα οποία κρίνονται δίκαια και εύλογα, τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας.

Στη συνέχεια αποδεικνύεται ότι ο Γ. Κ. , ο οποίος ήταν αλβανικής υπηκοότητας, ηλικίας 32 ετών κατά το χρόνο του θανάτου του (είχε γεννηθεί το έτος 1978), κατοικούσε νόμιμα από ετών στη ... και εργαζόταν σε οικοδομικές και γεωργικές εργασίες. Ήταν υγιέστατος, έγγαμος με τη Ν. χήρα Γ. Κ. το γένος Κ. , η οποία ήταν έγκυος στη θυγατέρα τους, Γ. , όταν ο σύζυγός της έχασε τη ζωή του και γέννησε το παιδί τους στις 20-11-2010.

Ο αιφνίδιος και βίαιος θάνατός του δημιούργησε ιδιαίτερα αισθήματα λύπης, θλίψης και βαθύ ψυχικού πόνου στην εν ζωή μητέρα του, στη σύζυγό του, στο τέκνο του (που διά βίου θα στερείται την παρουσία του πατέρα του), στα αδέλφια του και σε όλα εν γένει τα μέλη της οικογένειάς του, με τα οποία ήταν πολύ στενά συνδεδεμένος, τα οποία υπέστησαν ψυχική οδύνη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Το ύψος αυτής λαμβανομένων υπόψη α) του νεαρού της ηλικίας του θανόντος, β) της άριστης κατάστασης της υγείας του, γ) της αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του γεωργικού ελκυστήρα και δ) τις εν γένει οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες ζωής των συγγενών του, πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 70.000 ευρώ για κάθε μία από τις σύζυγο, θυγατέρα και μητέρα του θανόντος, στο ποσό των 35.000 ευρώ για καθένα από τα αδέλφια του και στο ποσό των 6.000 ευρώ για καθένα από τους πεθερό και πεθερά του θανόντος, τα οποία κρίνονται δίκαια και εύλογα τηρούμενης της αρχής της αναλογικότητας...".

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε και κατά το κεφάλαιο αυτό, τις εφέσεις των (και στις δυο αγωγές) εναγόντων και τις εφέσεις και αντεφέσεις της εναγομένης αναιρεσείουσας κατά των συνεκκαλουμένων με αριθμούς 138/2014 και 69/2013 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που είχε αναγνωρίσει την υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης της κύριας αγωγής ασφαλιστικής εταιρίας, στη δικονομική θέση της οποίας έχει υπεισέλθει ως καθολική διάδοχος λόγω συγχώνευσης η παρισταμένη ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού εταιρία με την επωνυμία "... ", να καταβάλλει σε ολόκληρο με τον υπαίτιο και μη διάδικο εν προκειμένω οδηγό, Π.

Π. για την πιο πάνω αιτία, τα παραπάνω ποσά στους συγγενείς των θανόντων οδηγού και συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται σ' αυτή αναλόγως του βαθμού συγγενείας. Με τις κρίσεις του όμως αυτές το Εφετείο με την προσβαλλομένη υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όσον αφορά τα παραπάνω ποσά που προσδιόρισε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης:

α) σε καθένα από τους 5η, 6ο, 7ο, 11η, 12ο αναιρεσίβλητους, εγγόνια του θανόντος συνεπιβάτη της μοτοσικλέτας Δ. Π. το ποσόν των 15.000 ευρώ και β) σε καθένα των 13η, 14η, 15η, 16η, 17η, 18ο, 19ο, 20ο και 21η των αναιρεσιβλήτων, σύζυγο, κόρη, μητέρα και αδέλφια του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, Γ. Κ. , το ποσόν των 70.000 ευρώ για τις τρεις πρώτες και το ποσόν των 35.000 ευρώ για καθένα από τους υπολοίπους, διότι, ακόμη και αν ληφθεί υπόψη η αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ζημιογόνου γεωργικού ελκυστήρα, είναι πολύ μεγαλύτερα από τα επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις ποσά και εξαιρετικά υψηλά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση, δεδομένης της οικονομικής συγκυρίας και της αβεβαιότητας στο σημερινό οικονομικό περιβάλλον.

Αντίθετα το Εφετείο, προσδιορίζοντας ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης το ποσόν των 40.000 ευρώ για τους 1ο, 2ο, 3η και 4ο των αναιρεσιβλήτων τέκνα και αδελφό του θανόντος Δ. Π. , καθώς και το ποσόν των 4.000 ευρώ για τους 8η, 9η και 10ου συζύγους των τέκνων του ιδίου και περαιτέρω το ποσόν των 6.000 ευρώ στους 22ο και 23η αναιρεσιβλήτους, γονείς της συζύγου του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο δεν υπερτερούν, και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Συνεπώς ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παραβιάζοντας την αρχή της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρ. 25 § 1 εδ. (δ) του Συντάγματος και 932 ΑΚ και καθ' υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση τα παραπάνω ποσά είναι βάσιμος και πρέπει, κατά το μέρος που αφορά τους με στοιχεία 5η, 6ο, 7ο, 11η, 12ο, 13η, 14η, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο και 21η των αναιρεσιβλήτων, να γίνει δεκτός, ενώ ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 8η, 9η, 10ο, 22ο και 23η αναιρεσιβλήτους είναι αβάσιμος πρέπει ν' απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 533 παρ. 2 και 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, σε περίπτωση νομοθετικής μεταβολής, το εφετείο, κατά το πρώτο στάδιο της δίκης της έφεσης, κατά απόφασης που έχει προσβληθεί με έφεση, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης, με μόνες εξαιρέσεις τις περιπτώσεις που ο νέος νόμος με ρητή διάταξη καταλαμβάνει και τις σχέσεις που έχουν οριστικά κριθεί ή είναι πραγματικά ερμηνευτικός, οπότε θεωρείται σύγχρονος του ερμηνευόμενου, ενώ στην περίπτωση κατά την οποία, συνεπεία παραδοχής κάποιου λόγου έφεσης, ως ουσιαστικά βάσιμου, εξαφανίσει την εκκληθείσα απόφαση και ακολουθήσει νέο στάδιο, κατά το οποίο, κρατώντας το ίδιο την υπόθεση, δικάζει αυτήν στην ουσία, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οφείλει, συμμορφούμενο προς τη γενική διάταξη του άρθρου 2 ΑΚ, να εφαρμόζει το νέο νόμο, αφού αυτός ισχύει κατά το χρόνο δημοσίευσης της δικής του απόφασης, που κρίνει την ουσία της υπόθεσης, ασχέτως αν αυτός έχει ή όχι αναδρομική δύναμη και η εφαρμογή του οδηγεί σε κρίση διαφορετική από εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 724/2017, ΑΠ 997/2014).

Kατά δε τη γενική αρχή του δικαίου, της επιβιώσεως του καταργηθέντος προγενέστερου νόμου, η οποία ρητώς καθιερώνεται με τις διατάξεις των άρθρων 2 του Α.Κ. και 24 ΕισΝΑΚ, οι ενοχές από οποιοδήποτε λόγο των οποίων τα παραγωγικά γεγονότα συντελέσθηκαν κατά τη διάρκεια που ίσχυε κάποιος νόμος, ο οποίος μεταγενέστερα καταργήθηκε ή τροποποιήθηκε, διέπονται και μετά την κατάργηση ή τροποποίησή του, από το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο κατά τον οποίο τα παραγωγικά αυτά γεγονότα συντελέσθηκαν.

Στη συνέχεια το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", έχει ήδη αντικατασταθεί με το άρθρο 2 ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρ. 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).

Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, αντιστοίχως.

Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.

Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως.

Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι' αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.

ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/ 2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι' αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.

Με βάση αυτά ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, δεν συνιστά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, λόγο για την κατ' εξαίρεση επιδίκαση του τόκου υπερημερίας, ο οποίος κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 1059/2017).

Με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επικαλούμενη προεχόντως ότι δεν συνέτρεχε λόγος εφαρμογής των άνω προβλέψεων περί τόκων επιδικίας του ήδη ισχύοντος από 2-4-2012 άρθρου 346 ΑΚ μετά την τροποποίησή του από το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, διότι οι νέες, περι επιβολής του τόκου επιδικίας ως νομίμου τόκου ρυθμίσεις, ενόψει της μη αναδρομικότητας της συγκεκριμένης διάταξης (άρθρο 113 του ίδιου νόμου), δεν καταλαμβάνουν τις επίδικες αξιώσεις, διότι οι ένδικες αγωγές των αναιρεσιβλήτων ασκήθηκαν το έτος 2010, ήτοι πριν την θέση σε ισχύ του ν. 4055/2012 και επικουρικά ότι, ακόμη και αν είναι εφαρμοστέο το άρθρο 346 ΑΚ όπως ισχύει τροποποιημένο, συντρέχει εν προκειμένω λόγος περιορισμού του νομίμου τόκου επιδικίας σε νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας λόγω εύλογης αντιδικίας, διότι πρόκειται για αξιώσεις χρηματικών ικανοποιήσεων λόγω ψυχικής οδύνης.

Από τη με αριθμό 69/2013 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την προσβαλλομένη και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, που παραδεκτά κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκοπούνται από τον Άρειο Πάγο, προέκυψε ότι η αναιρεσείουσα με ειδικό λόγο έφεσης προσέβαλλε την εκκαλουμένη, όσον αφορά το είδος του τόκου που συναρτάται με την αναγνωρισθείσα με το διατακτικό της υποχρέωση της αναιρεσείουσας ως εναγομένης να καταβάλλει σε ολόκληρο με τον ζημιώσαντα, οδηγό του ασφαλισμένου απ' αυτήν οχήματος, τις αναφερθείσες παραπάνω αποζημιώσεις στον καθένα των εναγόντων των ενδίκων αγωγών με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της κάθε αγωγής.

Ειδικότερα στο αιτιολογικό της εκκαλουμένης προς υποστήριξη του διατακτικού της ως προς τον προσδιορισμό του είδους των νομίμων τόκων αναφέρεται, ότι ναι μεν οι ένδικες αγωγές ασκήθηκαν σε χρόνο προγενέστερο της ισχύος του ν. 4055/2012, κατά τον οποίο οι τόκοι της επιδικασθείσας αξίωσης υπολογίζονται με το προϊσχύσαν δίκαιο, ωστόσο όμως, διαρκούσης της αντιδικίας, ο νόμιμος τόκος με τον οποίο εξοπλίζονται οι αξιώσεις των αναιρεσιβλήτων για το μετά την ισχύ του νόμου διάστημα, είναι εκείνος της επιδικίας.

Το Εφετείο απέρριψε τον παραπάνω λόγο έφεσης ως αβάσιμο, εμμένοντας στις παραδοχές του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τόσο κατά το σχετικό μέρος του επιδικαστέου, κατά το προϊσχύον δίκαιο τόκου μέχρι την εξόφληση της κύριας οφειλής, όσο και κατά το επικουρικό του μέρος με την αιτιολογία, ότι και υπό την ισχύ του νέου νόμου δεν συνέτρεξαν κατά την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα οι κατ' άρθρον 346 εδ.

δ' και ε' ΑΚ προϋποθέσεις περιορισμού των τόκων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 346 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ. 2 του ν. 4055/2012. Ειδικότερα στην ένδικη υπόθεση δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικότητας για την εφαρμογή του ως άνω άρθρου 2 του ν. 4055/2012 ως προς την επιβολή τόκων επιδικίας από του χρονικού σημείου ισχύος του (2.4.2012), καθώς η συζήτηση των ενδίκων αγωγών την 2.6.2012, αλλά και η δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 5.6.2013, έλαβαν χώρα μετά την, κατά τα ως άνω ισχύουσα από 2.4.2012, τροποποίηση του άρθρου 346 ΑΚ και τo δευτεροβάθμιο δικαστήριο ελέγχοντας κατά το στάδιο αυτό της έκκλητης δίκης τη νομική ορθότητα της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, εφάρμοσε όπως όφειλε κατ' άρθρο 533 § 2 ΚΠολΔ, τον ισχύοντα κατά τη δημοσίευσή της νόμο.

Απέρριψε συνεπώς τον ισχυρισμό αυτό της εκκαλούσας, όπως τούτο εμμέσως πλην όμως ανενδοιάστως συνάγεται από την απόρριψη και του επικουρικώς υποβληθέντος με τον ίδιο λόγο παραπόνου, με το οποίο η ίδια υποστήριζε ότι συνέτρεχε λόγος περιορισμού των τόκων σύμφωνα με τις ρυθμίσεις που επέφερε το άρθρο 2 του ν. 4055/2012 με την τροποποίηση του άρθρου 346 ΑΚ.

Σε κάθε περίπτωση η εφαρμογή των άρθρων 2 ΑΚ και 24 του ΕισΝΑΚ στην υπό κρίση περίπτωση δεν προσιδιάζει στους τόκους της ένδικης αξίωσης της οποίας τα δικαιοπαραγωγικά γεγονότα συνέτρεξαν πριν την ισχύ του ως άνω νόμου, διότι η καθυστέρηση της εκπλήρωσης της υποχρέωσης που βαρύνει τον εξ αδικοπραξίας βαρυνόμενο οφειλέτη δεν έχει, (εκτός από την έναρξή της), ενιαία χρονική συντέλεση, αλλά συντελείται εκάστοτε και ειδικότερα κάθε ημέρα κατά την οποία δεν εκπληρώνεται (εξοφλείται) η κύρια υποχρέωση καταβολής της αποζημίωσης, οπότε και δεν γεννιέται θέμα αναδρομικής εφαρμογής των ως άνω διατάξεων περί τόκου επιδικίας, αφού αυτές εφαρμόζονται μόνον από της ισχύος των και καταλαμβάνουν μόνο την υπό την ισχύ τους δημιουργούμενη, με τη μη εξόφληση της κυρίας αξίωσης, υπερημερία.

Τούτο άλλωστε συνάγεται και από την τελολογική ερμηνεία της με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, επελθούσας τροποποίησης του άρθρου 346 ΑΚ, όπως αυτή προκύπτει από το σχετικό απόσπασμα της αιτιολογικής έκθεσης του νόμου 4055/2012 που παρατέθηκε αμέσως παραπάνω. Το Εφετείο, εν πάση περιπτώσει, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το να επιδικάσει (αυξημένους) τόκους επιδικίας, κατά το άρθρ. 346 ΑΚ, όπως ισχύει μετά την εν λόγω αντικατάστασή του, που ορθά εφάρμοσε για τους από 2.4.2012 (μετά την ισχύ του ν. 4055/2012) επιδικαστέους τόκους, καθόσον τέτοιοι τόκοι οφείλονται και στην προκείμενη περίπτωση που το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής περιορίστηκε σε αναγνωριστικό, δεχόμενο, κατά τα λοιπά, ότι ο σχετικός λόγος της έφεσης των αναιρεσειόντων πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στην απόφασή του, "...απορριπτέος ως μη νόμιμος τυγχάνει ο λόγος έφεσης της εκκαλούσας ασφαλιστικής εταιρείας περί επιδίκασης νόμιμου ή συμβατικού τόκου αντί τόκου επιδικίας, κατ' άρθρο 346 ΑΚ (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 4055/2012), καθόσον α) τούτο ισχύει κατ' εξαίρεση και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια (και όχι υποχρέωση) του δικαστηρίου, το οποίο εκτιμά τις συγκεκριμένες περιστάσεις και β) ισχύει για τις περιπτώσεις που ο οφειλέτης αναγνωρίζει με οποιοδήποτε τρόπο την υποχρέωσή του προς αποζημίωση έναντι του ζημιωθέντος και προβαίνει σε ενέργειες, προς ικανοποίησή του, περίπτωση που δεν συντρέχει στην ένδικη υπόθεση αντιδικίας εκ μέρους της προβάλλουσας το λόγο αυτό εκκαλούσας", δηλαδή κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, δεν υπάρχει εύλογη αντιδικία που να δικαιολογεί, κατά τη δυνητική ευχέρειά του, την εφαρμογή του άρθρου 346 εδάφ.

δ' και ε' του ΑΚ (ΑΠ 1059/2017). Επομένως ο λόγος αυτός και κατά τα δύο σκέλη του είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί Μετά απ' αυτά η αναίρεση πρέπει ν' απορριφθεί ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 8η, 9η, 10ο, 22ο και 23η αναιρεσίβλητους και να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως προς τους 5η, 6ο, 7ο, 11η, 12ο, 13η, 14η, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο και 21η των αναιρεσιβλήτων, ως τους οποίους, λόγω της κατά τα άνω παραδοχής της βασιμότητας του τετάρτου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, διότι είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) Δικαστικά έξοδα σε βάρος της αναιρεσείουσας για τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 8η, 9η, 10ο, 22ο και 23η αναιρεσίβλητους, ως προς τους οποίους ηττήθηκε δεν θα επιβληθούν λόγω της ερημοδικίας τους.

Ωστόσο σε βάρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων, ως προς τους οποίους έγινε εν μέρει δεκτή η αναίρεση και ως εκ τούτου ηττήθηκαν, θα επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα το διατακτικό). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την αναίρεση κατά της με αριθμό 40/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, ως προς τους 1ο, 2ο, 3ο, 4ο, 8η, 9η, 10ο, 22ο και 23η αναιρεσιβλήτους.

Αναιρεί εν μέρει αυτήν, ως προς τους 5η, 6ο, 7ο, 11η, 12ο, 13η, 14η, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο και 21η των αναιρεσιβλήτων, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους 5η, 6ο, 7ο, 11η, 12ο, 13η, 14η, 15η, 16ο, 17ο, 18ο, 19ο, 20ο και 21η στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. Και

Διατάσσει να επιστραφεί στην αναιρεσείουσα το κατατεθέν από αυτή παράβολο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Μαρτίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ