Supreme Court dismisses appeal due to death of appellant and vague legal argument regarding contradictory rulings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a second-instance court decision following the appellant's death and the subsequent succession of the case by his heirs. The heirs argued for the appeal's acceptance, but the court rejected the primary ground of appeal, which claimed contradictory rulings in the judgment. The court found the argument inadmissible because it failed to specify which exact provisions were contradictory, rendering the claim legally vague and insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArticles 287 § 1 and 290 of the Code of Civil Procedure; A cassation appeal is inadmissible if the grounds are vague and fail to identify specific contradictory provisions within the operative part of the challenged judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 305 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 305/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Ν., κατοίκου ….. Αττικής, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε ο δικηγόρος Θεόδωρος Μιχαλακάκος, ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο αναιρεσείων απεβίωσε, όπως προκύπτει και από την από 2-11-2022 Ληξιαρχική Πράξη Θανάτου του Δήμου Πειραιώς και κληρονομήθηκε από τους: Π.Κ., Ν. Κ. και Ε. Κ., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5174/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 615/2011 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αποστολάκης ανέγνωσε την έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου, Αρεοπαγίτη Παναγιώτας Γκουδή - Νινέ, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος των κληρονόμων του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 287 § 1 ΚΠολΔ, "η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η γνωστοποίηση γίνεται από πρόσωπο που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη", ενώ κατά το άρθρο 290 του ίδιου Κώδικα, "η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή." Στην προκειμένη περίπτωση οι Π. χήρα Α.Κ., Ν. και Ε.Κ. με προφορική δήλωση, που έγινε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, και με τις προτάσεις τους, νομίμως γνωστοποιούν τη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, του αρχικού αναιρεσείοντος Α. Κ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των δεύτερου και τρίτου από αυτούς, και την επανάληψή της στα πρόσωπά τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, περιστατικά που πράγματι προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα από αυτούς: α) 167/1/2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου Πειραιώς και β) 4099/14-3-2022 πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δημάρχου …... Αττικής.
Με το άρθρο 1 § 2 περ. η' του ν. 1406/1983 υπήχθησαν, μεταξύ άλλων, στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων και οι διαφορές που αφορούν στην ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση μη νόμιμης εκτελεστής διοικητικής πράξεως ή από τη μη νόμιμη παράλειψη εκδόσεως τέτοιας πράξεως, αλλά και από μη νόμιμες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου ή από παραλείψεις οφειλομένων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον οι υλικές αυτές ενέργειες ή παραλείψεις συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών ή των υπηρεσιών του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και δεν σχετίζονται με την ιδιωτική διαχείριση του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, ούτε οφείλονται σε προσωπικό πταίσμα οργάνου που ενήργησε εκτός του κύκλου των υπηρεσιακών του καθηκόντων (Α.Ε.Δ. 3/2004, Α.Ε.Δ. 5/1995, Α.Π. 115/2024, Α.Π. 1135/2018).
Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 4 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και όταν τα πολιτικά δικαστήρια δέχονται ότι έχουν δικαιοδοσία και επιλαμβάνονται υποθέσεως, που κατά νόμο ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου (ποινικού ή διοικητικού) ή των διοικητικών αρχών (Α.Π. 233/2022, Α.Π. 210/2016).
Ο λόγος αυτός ιδρύεται και αν ακόμη δεν έγινε σχετική επίκληση της ελλείψεως δικαιοδοσίας ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, αφού αφορά τη δημόσια τάξη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 562 § 2 εδ. γ' ΚΠολΔ (Ολ.Α.Π. 20/2008, Α.Π. 233/2022, Α.Π. 1353/2018, Α.Π. 1529/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, ο αρχικός αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο υπερέβη τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων δεχόμενο ότι έχει αρμοδιότητα για να δικάσει την αγωγή του αναιρεσίβλητου, αφού η εκδίκασή της ανήκει στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων.
Με την από 19-12-2005 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτώς εκτιμάται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, το ενάγον ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος-αρχικός αναιρεσείων να του καταβάλει ως αποζημίωση 26.994,36 ευρώ ως αποζημίωση για τις φθορές και βλάβες, που αυτός επέφερε από αμέλεια κατά την πλοήγηση αλιευτικού σκάφους σε περιπολικό σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών, και όχι των διοικητικών δικαστηρίων, αφού με αυτήν δεν διώκεται η καταβολή αποζημίωσης από το Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, αλλά από ιδιώτη. Επομένως, το Εφετείο ορθά έκρινε ότι είχε αρμοδιότητα να τη δικάσει και ο λόγος είναι αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).
Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α.Π. 167/2024, Α.Π. 1667/2022). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 235, 236 του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 3816/1958 και τυγχάνει εφαρμογής κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (22-4-2004), και 914 Α.Κ., προκύπτει, ότι, σε περίπτωση υπαίτιας σύγκρουσης πλοίων, που έγινε εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων και κρίνεται κατά το ελληνικό δίκαιο (άρθρο 26 Α.Κ.), αν δεν συντρέχει η εφαρμογή άλλου δικαίου κατά τη Σύμβαση των Βρυξελλών του 1911, η ευθύνη και η προς αποζημίωση υποχρέωση εξαρτάται από το βαθμό της υπαιτιότητας του κάθε πλοίου (Α.Π. 106/2015).
Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του άρθρου 236 Κ.Ι.Ν.Δ., α) αν η σύγκρουση συνέβη από υπαιτιότητα ενός από τα πλοία, οι εντεύθεν ζημίες βαρύνουν το υπαίτιο πλοίο, β) αν υπάρχει κοινή υπαιτιότητα, κάθε πλοίο ευθύνεται προς αποζημίωση ανάλογα με το βαθμό της υπαιτιότητας που το βαρύνει και γ) αν δεν μπορεί να καθοριστεί η αναλογία ή σε περίπτωση ισότητας της υπαιτιότητας, η ευθύνη επιμερίζεται σε ίσα μέρη.
Η διάταξη αυτή, όμοια με εκείνη του άρθρου 4 § 1 της Σύμβασης των Βρυξελών, που κυρώθηκε με το νόμο ΓΩΠΣΤ/1911, αποτελεί ειδική εφαρμογή της αρχής του συντρέχοντος πταίσματος, την οποία καθιερώνει το άρθρο 300 Α.Κ. Βάσει της διάταξης αυτής, ο δικαστής δεν αφήνεται ελεύθερος να καθορίσει κατά την κρίση του το ποσοστό της ευθύνης του ζημιωθέντος, αλλά οφείλει να επιμερίσει αυτήν ανάλογα προς την βαρύτητα του πταίσματός του.
Μόνο δε αν δεν είναι δυνατόν να καθορισθεί ο λόγος των αμοιβαίων πταισμάτων, η ευθύνη επιμερίζεται κατ' ίσα μέρη (Α.Π. 58/2003). Κατά τη διάταξη του άρθρου 239 Κ.Ι.Ν.Δ., η κατά τα άρθρα 235-238 ευθύνη των συγκρουσθέντων πλοίων είναι ανεξάρτητη από την ευθύνη του παράλληλα και πραγματικά υπαιτίου προσώπου (λ.χ. του πλοίαρχου), το οποίο ευθύνεται ατομικά κατά τις γενικές περί αδικοπραξιών διατάξεις του Α.Κ., ενώ η ευθύνη του πλοιοκτήτη ρυθμίζεται αποκλειστικά από τις περί συγκρούσεως πλοίων διατάξεις του Κ.Ι.Ν.Δ.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η υπαίτια σύγκρουση πλοίων αποτελεί ειδική μορφή αδικοπραξίας, ρυθμιζόμενη κυρίως από τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 236 επ. Κ.Ι.Ν.Δ. και συμπληρωματικά από τις γενικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 επ. Α.Κ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.Α.Π. 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.Α.Π. 18/08, Ολ.Α.Π. 15/2006).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1075/2019, Α.Π. 708/2017, Α.Π. 667/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη από 4-10-2013 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 615/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 19-12-2005 αγωγή του το ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο ανέφερε ότι ο εναγόμενος-αρχικός αναιρεσείων, κατά την πλοήγηση αλιευτικού σκάφους ιδιοκτησίας του, από αμέλεια προκάλεσε σύγκρουση αυτού με περιπολικό σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού, από την οποία προκλήθηκαν φθορές στο περιπολικό, ζήτησε δε να υποχρεωθεί αυτός να του καταβάλει, ως αποζημίωση για την παράνομη και υπαίτια πράξη του, το ποσό των 26.994,36 ευρώ, που απαιτείται για την αποκατάσταση των φθορών του περιπολικού.
Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή με την 5174/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς για το ποσό των 20.588,44 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 615/2011 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, η οποία απέρριψε την έφεση του αρχικού εναγόμενου, δέχτηκε την έφεση του Δημοσίου, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχτηκε εν μέρει την αγωγή για το ποσό των 22.876,04 ευρώ, δεχόμενο τα ακόλουθα κρίσιμα για τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο περιστατικά: "Στις 22.4.2004 και περί ώρα 21.00, στο Ναυτικό …..
του Ναύσταθμου Σαλαμίνας (ΝΣ) κατόπιν εντολής του Αρχιφύλακα της Διεύθυνσης Ναυτικών …... (….), το ταχύπλοο περιπολικό σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού με το όνομα "….." με κυβερνήτη τον Επικελευστή ….. και πλήρωμα τους Επικελευστές ….. ανέλαβε υπηρεσία περιπολίας της Απαγορευμένης Ζώνης του Ναυτικού …., για τον εντοπισμό και απομάκρυνση παρείσακτων σκαφών.
Σε εκτέλεση αυτής της υπηρεσίας το περιπολικό σκάφος περί τις 21.30 απέπλευσε από το σημείο ελλιμενισμού του με τους άνω Κυβερνήτη και πλήρωμα και, αφού ήλεγξαν τις θαλάσσιες περιοχές ... κατέληξαν στο φυλάκιο του …... από όπου επιτηρούσαν με κυάλια την περιοχή του Ναυτικού ….. με ακινητοποιημένο το περιπολικό και με σβησμένα τα φώτα του.
Κατά τη διάρκεια αυτής της επιτήρησης, εντόπισαν ένα σκάφος με δύο επιβαίνοντες, να πλέει χωρίς πλοϊκούς φανούς στην πολιτική περιοχή του ….. με κατεύθυνση την Απαγορευμένη Ζώνη, όπου και ύστερα από λίγο εισήλθε παρανόμως. Αμέσως, το περιπολικό σκάφος κινήθηκε με αναμμένους τους πλοϊκούς φανούς του, προς το παρείσακτο σκάφος, μόλις όμως το πλησίασε σε απόσταση 50 περίπου μέτρων αυτό απομακρύνθηκε για να αποφύγει τον έλεγχο.
Μετά από αυτό το συμβάν, το περιπολικό επέστρεψε στην προηγούμενη θέση του, στο φυλάκιο του ... απ' όπου συνέχισε την οπτική επιτήρηση της περιοχής, για μία ώρα περίπου χωρίς προβλήματα και περί την 00.30 της 23/4/2004 έπλευσε, με αναμμένα τα πλοϊκά του φώτα, προς τη θαλάσσια περιοχή, του κολπίσκου Φ-3. Εκεί, αντιλήφθηκε αρχικά, κάποιες ύποπτες κινήσεις σκαφών, στο χώρο των πλωτών δεξαμενών και των παροπλισμένων πλοίων του ..., και ύστερα από λίγα λεπτά, εντόπισε δύο αλιευτικά σκάφη να εισέρχονται παράνομα και χωρίς πλοϊκά φώτα, από το Πέραμα στην Απαγορευμένη Ζώνη και να κατευθύνονται προς τον ....
….. τα δύο πιο πάνω παρείσακτα αλιευτικά ήταν το "….." που προπορευόταν με κυβερνήτη τον εναγόμενο Α. Κ. [ορθό:Κ.], ιδιοκτήτη αυτού [αρχικό αναιρεσείοντα] και επιβάτη το Ν. Κ. [ορθό:Κ.] και το "….." που ακολουθούσε σε μικρή απόσταση ... Το περιπολικό κινήθηκε με κανονική ταχύτητα και με αναμμένα τα πλοϊκά του φώτα προς το μέρος τους για να υποχρεώσει να απομακρυνθούν από το ....
Όταν, όμως, τα πλησίασε σε απόσταση περίπου 30 μέτρων, ο εναγόμενος, Κυβερνήτης του αλιευτικού "...", για να αποφύγει τον έλεγχο και ενδεχόμενη σύλληψή του ανέπτυξε ταχύτητα, άναψε ένα φορητό προβολέα, που είχε στο σκάφος του, και τον έστρεψε προς τον κυβερνήτη του περιπολικού. Ο τελευταίος, λόγω της έντονης ξαφνικής λάμψης απώλεσε την ορατότητα και τον έλεγχο της πορείας του περιπολικού σκάφους, το οποίο μη μπορώντας να πραγματοποιήσει ελιγμό προς τα αριστερά ούτε προς τα δεξιά, για να διαφυλάξει την ασφάλειά του κινήθηκε ανάμεσα στα δύο αλιευτικά, αποφεύγοντας τη σύγκρουση με αυτά.
Στη συνέχεια, αφού απομακρύνθηκε από την εμβέλεια του προβολέα και ο Κυβερνήτης ανέκτησε τον έλεγχο του σκάφους, πραγματοποίησε αριστερή στροφή, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουσή του στα βράχια του ….. Τότε ο κυβερνήτης του αλιευτικού σκάφους και πάλι έστρεψε τον προβολέα προς το περιπολικό εμποδίζοντας την ορατότητα του Κυβερνήτη του και αυτός χωρίς ορατότητα, κατά την πραγματοποίηση του πιο πάνω αριστερού αποφευκτικού ελιγμού προσέκρουσε με το πρωραίο τμήμα του σκάφους του στην οπίσθια δεξιά πλευρά του αλιευτικού, με συνέπεια να προκληθούν υλικές ζημιές σ'αυτά. ...
Οι ως άνω συνθήκες και περιστάσεις, κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η ένδικη σύγκρουση προσεπιβεβαιώνονται από τις ένορκες καταθέσεις των ως κατωτέρω αναλυτικά εκτίθεται αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι ως τρίτοι, εμφανίζονται περισσότερο αντικειμενικοί και οι οποίοι έχοντας ιδία αντίληψη κατέθεσαν σε σύντομο μετά το ως άνω συμβάν χρόνο.
Ειδικότερα, οι επιβαίνοντες στο περιπολικό Επικελευστής του ΠΝ Ν. Π. και Κ. Π. στις από 23/4/2004 προανακριτικές τους καταθέσεις, οι οποίες συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια, καταθέτουν με βεβαιότητα ότι το συμβάν έλαβε χώρα εντός των ορίων του ναυτικού …., ότι τα αλιευτικά σκάφη δεν έφεραν φωτισμό και ότι ο εναγόμενος Κυβερνήτης του αλιευτικού "….." όταν πλησίασε προς το περιπολικό ανέπτυξε ταχύτητα, έστρεψε προς το περιπολικό ένα μεγάλο προβολέα με σκοπό να "τυφλώσει" τον κυβερνήτη του και ότι ο τελευταίος για λόγους ασφαλείας ανέπτυξε ταχύτητα, κινήθηκε μεταξύ των δύο αλιευτικών και πραγματοποιώντας στη συνέχεια κύκλο, χάνοντας την ορατότητα, λόγω του ότι ο εναγόμενος έστρεψε και πάλι τον προβολέα προς αυτόν, συγκρούσθηκε με το αλιευτικό.
Με τις ως άνω καταθέσεις εναρμονίζεται και η κατάθεση του κυβερνήτη του περιπολικού που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Άλλωστε, και ο μάρτυρας του εναγομένου που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, Κυβερνήτης του αλιευτικού σκάφους "….." καταθέτει ότι ο εναγόμενος έκανε χρήση του προβολέα αποδεχόμενος ότι "δουλεύουν" και εντός της απαγορευμένης ζώνης αναφέρει όμως ότι το περιπολικό είχε σβηστά φώτα και ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα σε σημείο εκτός της δικαιοδοσίας του περιπολικού, χωρίς να διευκρινίζει το ακριβές σημείο του συμβάντος.
Τα αυτά σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης των σκαφών καταθέτουν και οι αυτόπτες μάρτυρες που επέβαιναν στα αλιευτικά σκάφη "..." και "..." στις από 23.4.2004 προανακριτικές καταθέσεις τους Ν.Κ., Θ.-Θ. Ε., Θ.-Θ. Σ. και Ε.Ε. αλιείς. Όμως, τα ως άνω απ' αυτούς κατατεθέντα δεν κρίνονται πειστικά, τούτο δε καθόσον: 1) το περιπολικό σκάφος του ΠΝ είχε ως υπηρεσιακή αποστολή τον έλεγχο και την επιτήρηση μόνο της περιοχής του Ναυτικού ...
προς εντοπισμό και απομάκρυνση παρείσακτων σκαφών, και ουδένα λόγο είχε να επιτηρεί περιοχή εκτός της δικαιοδοσίας του 2) στην περιοχή αυτή κατά συνήθη πρακτική εισέρχονται ντόπιοι αλιείς όπου λόγω της απαγόρευσης κάθε μορφής αλιείας εξάγουν μεγάλες ποσότητες αλιευμάτων, 3) ο εναγόμενος, αν έπλεε πράγματι με αναμμένα τα φώτα πλοήγησης σε μη απαγορευμένη ζώνη δε θα είχε λόγο να χρησιμοποίησε τον προβολέα, ώστε να προκαλέσει σύγχυση στον Κυβερνήτη του περιπολικού και 4) αν η σύγκρουση είχε λάβει χώρα στην πορεία διέλευσης των Ferry boat όπου είναι συνεχής η κυκλοφορία πλοίων, δεν είχε γίνει αντιληπτή από κάποιο από τα διερχόμενα πλοία.
Η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης των σκαφών δεν μπορεί να αναιρεθεί από την από 23.4.2004 προανακριτική κατάθεση του Α.Γ. λιμενικού που κατέθεσε ότι εκτελούσε υπηρεσία αξιωματικού Φυλακής του Α/Τ ... και ότι το Λιμεναρχείο είχε δεχθεί τηλεφώνημα από το Ναύσταθμο και από τον αλιέα για συμπλοκή σκαφών με στίγμα του σημείου μεταξύ των δεξαμενών ....
και …., χωρίς να διευκρινίζεται από που του δόθηκε το στίγμα, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό πιθανώς να δόθηκε και από τον εναγόμενο, το σκάφος του οποίου αμέσως ρυμουλκήθηκε από το αλιευτικό "….." και απομακρύνθηκε από το σημείο της σύγκρουσης. Πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί ότι με τη με αριθμό 83/2009 απόφαση του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου ο Κυβερνήτης του περιπολικού σκάφους κηρύχθηκε αθώος για τις αποδιδόμενες σ'αυτόν πράξεις της σύγκρουσης πλοίου από αμέλεια, πρόκλησης ναυαγίου από αμέλεια και σωματικής βλάβης από αμέλεια, ενώ ο εναγόμενος σε βάρος του οποίου ασκήθηκε ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της παράνομης εισόδου στην απαγορευμένη ζώνη του Ναυτικού …. ....
κηρύχθηκε αθώος με απόφαση του Μονομελούς Πλη/κείου Πειραιώς …. Σύμφωνα με τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά πιο πάνω η σύγκρουση των δύο σκαφών οφείλεται αποκλειστικά στο αλιευτικό σκάφος "….." και σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου Κυβερνήτη του σκάφους αυτού. Ειδικότερα, ο τελευταίος εισήλθε εν γνώσει του ανεπιτρέπτως στην Απαγορευμένη Ζώνη του ναυτικού ..., χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα πλοήγησης του σκάφους, καίτοι ήταν νύχτα και προκειμένου να αποφύγει τον έλεγχο από το περιπολικό σκάφος έκανε χρήση φορητού προβολέα "τυφλώνοντας" τον Κυβερνήτη του τελευταίου που εξαιτίας της ενέργειας αυτής απώλεσε τον έλεγχο του Περιπολικού και επέπεσε στο αλιευτικό σκάφος του εναγομένου …..
Η ενέργεια του εναγομένου να κάνει χρήση του προβολέα για να "τυφλώσει" τον Κυβερνήτη του Περιπολικού συνιστά βαρειά αμελή συμπεριφορά αυτού που έγινε εν γνώσει του ότι αυτή θα οδηγούσε στο ζημιογόνο αποτέλεσμα που επήλθε, αφού αυτός γνώριζε ότι η κατά την πιο πάνω τρόπο "τύφλωση" του Κυβερνήτη του περιπολικού, των συνθηκών που επικράτησαν και την απόσταση μεταξύ των σκαφών ήταν πιθανό να επιφέρει τη σύγκρουση των σκαφών πίστευε όμως, από εσφαλμένη και επιπόλαια εκτίμηση, πως δεν θα συνέβαινε.
Αντίθετα, ουδεμία αμέλεια αποδείχθηκε ότι βαρύνει στην επέλευση της ένδικης σύγκρουσης τον Κυβερνήτη του περιπολικού, ο οποίος εκτελώντας υπηρεσία επιτήρησης μόλις αντιλήφθηκε ότι το αλιευτικό σκάφος του εναγομένου έπλεε παρανόμως εντός της Απαγορευμένης Ζώνης, χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα πλοήγησης κινήθηκε με κανονική ταχύτητα και με αναμμένα τα πλοϊκά του φώτα προς αυτό, προκειμένου να το απομακρύνει.
Όμως δεν μπορούσε να προβλέψει, ακόμη και αν κατέβαλε την επιμέλεια του μέσου συνετού ανθρώπου του επαγγελματικού του χώρου ότι θα συγκρουόταν με το εν λόγω σκάφος, δεδομένου ότι κατά την προσέγγισή του με αυτό, σε απόσταση 30 περίπου μέτρων δέχθηκε την ξαφνική λάμψη από το φορητό προβολέα που διέθετε ο εναγόμενος στο σκάφος του και έστρεψε προς το μέρος του (κυβερνήτη του περιπολικού), προκειμένου να εμποδίσει την ενδεχόμενη σύλληψή του, με αποτέλεσμα το περιπολικό σε πρώτη φάση να περάσει ανάμεσα από τα δύο αλιευτικά, που βρίσκονταν δεξιά και αριστερά του χωρίς να συγκρουσθεί μαζί τους.
Αλλά, ούτε μπορούσε να προβλέψει και ότι στη συνέχεια ο εναγόμενος, αντί να φροντίσει να απομακρυνθεί από το σημείο μετά τον εντοπισμό του από το περιπολικό μέσα στην Απαγορευμένη Ζώνη, θα άναβε εκ νέου το φορητό προβολέα προς το μέρος του για να τον "τυφλώσει" με την έντονη λάμψη του στη στιγμή που το περιπολικό ανακτώντας τον έλεγχο, έκανε αριστερό ελιγμό, προκειμένου να αποφύγει τη σύγκρουσή του στα βράχια του ..., κατά τον ελιγμό δε αυτό, εξαιτίας της απώλειας της ορατότητας του από το φως του προβολέα, δε μπόρεσε να αποφύγει τη σύγκρουση με το σκάφος του εναγομένου." Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή ο αρχικός εναγόμενος είναι αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης μεταξύ του αλιευτικού σκάφους, ιδιοκτησίας του, του οποίου ήταν κυβερνήτης ο ίδιος, και του περιπολικού σκάφους του Π.Ν., εξαιτίας της οποίας προξενήθηκαν φθορές στο τελευταίο, και συνεπώς ευθύνεται σε αποζημίωση του Δημοσίου, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 236 Κ.Ι.Ν.Δ., 297, 298 και 914 Α.Κ., τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού τα δεκτά κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα, με τις υποστηρίζουσες αυτό αναιρετικά ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές ότι α) το αλιευτικό σκάφος με κυβερνήτη τον αρχικό αναιρεσείοντα είχε εισέλθει εν γνώσει του παράνομα στην απαγορευμένη ζώνη του ναυτικού ...
του Ναύσταθμου .... χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα πλοήγησης, β) ο αρχικός αναιρεσείων, προκειμένου να αποφύγει τον έλεγχο από το περιπολικό σκάφος, έκανε χρήση φορητού προβολέα για να στερήσει την ορατότητα του κυβερνήτη του περιπολικού, με αποτέλεσμα αυτός να απολέσει τον έλεγχό του και να συγκρουστεί με το αλιευτικό, η ενέργεια δε αυτή του αρχικού αναιρεσείοντος συνιστά βαριά αμέλεια, αφού αυτός προέβλεπε το ανωτέρω αποτέλεσμα της πράξης του ως πιθανό, πίστευε όμως ότι θα το αποφύγει, και γ) για τη σύγκρουση δεν ευθύνεται ο κυβερνήτης του περιπολικού, ο οποίος, ενεργώντας στα πλαίσια της υπηρεσίας, που του είχε ανατεθεί, κινήθηκε προς τα αλιευτικά σκάφη με αναμμένα τα πλοϊκά φώτα του σκάφους του, όταν δε απώλεσε την ορατότητα λόγω του προβολέα του αρχικού αναιρεσείοντος, έπλευσε μεταξύ των δύο αλιευτικών, στη συνέχεια ενήργησε στροφή αριστερά, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουση του περιπολικού στην ξηρά, και όταν κινήθηκε και πάλι προς τα αλιευτικά, ο αρχικός αναιρεσείων έστρεψε και πάλι τον προβολέα προς αυτόν, στερώντας του την ορατότητα, με αποτέλεσμα να συμβεί η σύγκρουση.
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αυτός προβάλλει εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων κατ' άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, καθόσον με αυτόν προβάλλεται έλλειψη, άλλως ανεπάρκεια αιτιολογίας από το γεγονός ότι το Εφετείο έκρινε ως περισσότερο αξιόπιστους τους μάρτυρες του αναιρεσίβλητου από τους μάρτυρες του αρχικού αναιρεσείοντος, είναι απαράδεκτος, αφού με αυτόν, υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 19, θίγεται στην πραγματικότητα η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1684/2018).
Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως (Ολ.Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1001/2020), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι (που εξομοιώνονται με τους μη προταθέντες, A.Π. 899/2019), αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1121/2022, Α.Π. 512/2022), ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων (Ολ.Α.Π. 3/1997) ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 14/2004, Α.Π. 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπ' όψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στο δικόγραφο της αγωγής, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της ιστορικής της βάσης (Α.Π. 862/2020), ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά.
Πράγμα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελεί και ο λόγος εφέσεως, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό αρνητικό της αγωγής (Ολ.Α.Π. 3/2008, Α.Π. 674/2020, Α.Π. 1431/2017). Δεν αποτελούν πράγματα, όμως, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολ.Α.Π. 3/1997, ΑΠ 189/2023, ΑΠ 2070/2022, Α.Π. 1692/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αρχικός αναιρεσείων προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, με την οποία αυτός κρίθηκε αθώος παράνομης εισόδου σε απαγορευμένη ζώνη ναυτικού ..., καθώς και τις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων του, που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή τα αποδεικτικά μέσα και τα περιστατικά που προκύπτουν από αυτά, δεν είναι πράγματα με την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως προαναφέρθηκε. Αλλά και αν εκτιμηθεί ότι με τον λόγο προβάλλεται αιτίαση από τον αρ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, ο λόγος είναι αβάσιμος, επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, που παραδεκτώς επισκοπείται κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλες τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, συνεπώς έλαβε υπόψη του και τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος, στην αιτιολογία δε της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται ρητή μνεία της αθωωτικής απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντίθετα, ο λόγος δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή το αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1346/2023, Α.Π. 1097/2022, Α.Π. 1144/2021, Α.Π. 570/2020, Α.Π. 551/2020, Α.Π. 403/2020, Α.Π. 38/2020, Α.Π. 158/2019).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2β' ΚΠολΔ (Α.Π. 1097/2022). Δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει μία μόνο διάταξη (Α.Π. 1144/2021, Α.Π. 158/2019, Α.Π. 360/2016).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Ολ.Α.Π. 13/1995, Α.Π. 1346/2023, Α.Π. 130/2020, Α.Π. 1506/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως ο αρχικός αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι αυτή περιέχει αντιφατικές διατάξεις, δεχόμενο αφενός ότι ο αναιρεσείων εισήλθε παράνομα σε απαγορευμένη ζώνη του ναυτικού ..., και αφετέρου ότι αυτός κρίθηκε αθώος παράνομης εισόδου με απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς.
Ο λόγος είναι προεχόντως αόριστος και επομένως απαράδεκτος, επειδή ο αναιρεσείων δεν επικαλείται συγκεκριμένες αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, ούτε προσδιορίζει την αντίφασή τους. Άλλωστε, οι ως άνω κρίσεις του Εφετείου αναφέρονται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης και δεν επέχουν θέση διατακτικού, η αιτίαση δε αυτή δεν ιδρύει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, τον προβαλλόμενο λόγο αναίρεσης, που προϋποθέτει αντίφαση στο διατακτικό και μόνο της προσβαλλόμενης απόφασης.
Σε κάθε περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτό είναι σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις που να καθιστούν αδύνατη την εκτέλεση της απόφασης ή να εμφανίζουν αβεβαιότητα ως προς τη διάγνωση που έλαβε χώρα.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς εξέταση, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστούν οι ηττώμενοι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός του, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ, μειωμένα όμως κατ' άρθρο 22 § 1 ν. 3693/1957 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της 134423/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών (Φ.Ε.Κ. 11 Β'/1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-10-2013 αίτηση του αρχικού αναιρεσείοντος Α. Κ. για αναίρεση της 615/2011 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην καταβολή μειωμένων των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ