Legislator Case Law & Legislation
305/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissible grounds regarding evidence not properly cited in lower court decision.

Case Number 305/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by A. G. N. and X. G. N. against the Third Instance Court of Ioannina's decision. The appellants argued that the lower court improperly considered a husband's confession regarding property ownership without proper citation, while the respondent wife successfully intervened in the original suit. The court ruled the appeal inadmissible because the lower court relied on multiple valid evidence types, including witness testimonies and documents, rather than the unproven confession, rendering the appeal's grounds insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure; Article 240 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the lower court's consideration of evidence not legally cited is inadmissible if the decision rests primarily on other valid evidence and the alleged evidence was not essential to the outcome.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal uncited evidence confession validity property ownership witness testimony legal citation appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 576, 568, 498 of the Code of Civil Procedure
Article 240 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 305 / 2019 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 305/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή, Λάμπρο Καρέλο, εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: α) Α. Γ. Ν., κατοίκου ... (...) και β) Χ. Γ. Ν., κατοίκου ... (...), οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Καβουρίνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: α) Κ. χας Γ. Ν., το γένος Δ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Κριτσιμά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και β) Ι. Γ. Ν., κατοίκου ... (...), η οποία δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά, κατά το μέρος που αφορά την προκείμενη δίκη, άρχισε με την από 2-11-2012 κύρια παρέμβαση της πρώτης αναιρεσίβλητης στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3/2016 του παραπάνω Δικαστηρίου και 49/2018 του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 23-5-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[1] Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 κ' 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπάγγελτα, αν κλήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο απολειπόμενος αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρά, παρά την απουσία του, στη συζήτηση της υπόθεσης.

Εν προκειμένω, από την ….8Ε/26-7-2018 έκθεση επίδοσης του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Λ. Κ., προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη Ι. Γ. Ν.. Όμως, η εν λόγω αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης, δεν παρέστη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης, που έγινε με τη σειρά εγγραφής της στο πινάκιο. Επομένως, η συζήτηση θα προχωρήσει, παρά την απουσία της, σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

[2] Η υπό κρίση αίτηση στρέφεται κατά της 49/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Με την απόφαση αυτή απερρίφθη, αντιμωλία των διαδίκων, έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 3/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία, πλην άλλων, είχε γίνει δεκτή κύρια παρέμβαση της πρώτης αναιρεσίβλητης και αναγνωρίστηκε αυτή κυρία του αναφερομένου ακινήτου, είχε δε ασκηθεί η κύρια αυτή παρέμβαση με αφορμή αγωγή κατά των αναιρεσειόντων που άσκησε ο σύζυγος της πρώτης αναιρεσίβλητης Γ. Ν., τον οποίο, θανόντα, μετά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση, κληρονόμησαν η πρώτη αναιρεσίβλητη σύζυγός του, οι αναιρεσείοντες υιοί του και η δεύτερη αναιρεσίβλητη θυγατέρα του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

[3] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 980, 981, 982 και 984 ΑΚ, συνάγεται, ότι η νομή μπορεί να ασκείται, όχι μόνο αυτοπροσώπως, αλλά και μέσω άλλου, ήτοι μέσω «αντιπροσώπου» ή «βοηθού νομής». Αντιπρόσωπος ή βοηθός νομής είναι αυτός που ασκεί τη νομή, όχι στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, αλλά στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Αν δε θελήσει το πρόσωπο αυτό, να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για τον αντιπροσωπευόμενο νομέα, πριν ο τελευταίος λάβει γνώση της αντιποίησης. Για την άσκηση της νομής μέσω άλλου, αρκεί το πραγματικό γεγονός, ότι αυτή ασκείται με τον ανωτέρω τρόπο, χωρίς να απαιτείται και προσδιορισμός έννομης σχέσης, από την οποία να απορρέει η εξουσία του αντιπροσώπου ή του βοηθού νομής να νέμεται το πράγμα για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 1045 ΑΚ με τις διατάξεις των ανωτέρω άρθρων και με εκείνες των άρθρων 787, 994 και 1113 ΑΚ, συνάγεται, ότι αυτός που ασκεί τη νομή στο όνομα και για λογαριασμό του αληθινού νομέα, αν, τυχόν, αντιποιηθεί τη νομή του πράγματος, αποφασίσει, δηλαδή, να το νέμεται στο όνομά του και για δικό του λογαριασμό, δεν μπορεί να θεωρηθεί, ότι χρησιδεσπόζει νόμιμα σ' αυτό με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, πριν γνωστοποιήσει στο νομέα την εν λόγω απόφασή του, χωρίς να ερευνάται το είδος της έννομης σχέσης, βάσει της οποίας κατείχε το πράγμα.

Τα ίδια ισχύουν στην περίπτωση της συννομής, αν ο συννομέας θελήσει, να νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το πράγμα αποκλειστικά για λογαριασμό του.

Συνεπώς, στις παραπάνω περιπτώσεις, ο αντιποιούμενος τη νομή ή τη συννομή δεν αποκτά την κυριότητα του πράγματος με έκτακτη χρησικτησία, παρά μόνο, αν από την ανωτέρω γνωστοποίηση παρέλθει ο απαιτούμενος για την κτήση της κυριότητας με τον τρόπο αυτό χρόνος της εικοσαετούς διανοία κυρίου νομής του (ΑΠ 948/2013, 1171/2012, 1457/2011).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθά ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες που ανάγονται στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί απ' αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχτηκε μ’ αυτή, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει, αποδείχτηκε, κατά την ανέλεγκτη, επειδή αφορά πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι «|δυνάμει του …85/9-06-2009 συμβολαίου αγοραπωλησίας αγροτικού ακινήτου του συμβολαιογράφου Πρέβεζας Η.

Μ., ο ενάγων της κύριας αγωγής Γ. Ν., δήλωσε ότι είχε στην αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή του το οποίο μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή προς τους εναγόμενους στην κυρία αγωγή-εκκαλούντες υιούς του Α. Ν. και Χ. Ν. και δη κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία σε έκαστο εξ αυτών, έναντι τιμήματος 19.772,01 ευρώ, το … κληροτεμάχιο εκτάσεως κατά τον τίτλο 6.280 τμ και κατά νεότερη καταμέτρηση 7.865,08 τμ, μετά της εντός αυτού ισόγειας κατοικίας επιφάνειας 78,00 τμ και βοηθητικών κτισμάτων επιφάνειας 39,38 τμ, το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού της ...

του ΔΕ …. του Δήμου …., όπως αυτό εμφαίνεται και αποτυπώνεται με τα περιμετρικά αριθμητικά στοιχεία 1-2-3-4-5-6-7-8-9-10-11-12-13-14-15-16-17-18-19-20-21-22-23-24-25-1 στο από Σεπτέμβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Β. Ν. και συνορεύει γύρωθεν και εν όλω επί πλευράς 1-2, μήκους 1.32 μ. με 7η Επαρχιακή οδό ..., επί πλευράς 2-3 μήκους 20,62 μ.

με ιδιοκτησία Ι. Δ., επί πλευράς 3-4 μήκους 16,26 μ, επί πλευράς 4-5 μήκους 15,82 μ, επί πλευράς 5-6 μήκους 14,15 μ, επί πλευράς 6-7 μήκους 19,41μ, επί πλευράς 7-8 μήκους 31,03 μ. με ιδιοκτησία Β. Δ., επί πλευράς 8-9 μήκους 07,29 μ, επί πλευράς 9-10 μήκους 22,97 μ, επί πλευράς 10-11 μήκους 29,52 μ. με δουλεία διόδου πλάτους 5,49 μ. και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Ν.

Δ., επί πλευράς 11-12 μήκους 15,30 μ, επί πλευράς 12-13 μήκους 19,98 μ, επί πλευράς 13-14 μήκους 23,95 μ, επί πλευράς 14-15 μήκους 04,74 μ, επί πλευράς 15-16 μήκους 02,83 μ, επί πλευράς 16-17 μήκους 06,21 μ, επί πλευράς 17-18 μήκους 09,72 μ. με Δημοτική οδό, επί πλευράς 18-19 μήκους 13,34 μ, επί πλευράς 19-20 μήκους 13,29 μ, επί πλευράς 20-21, μήκους 68,94 μ, επί πλευράς 21-22 μήκους 42,59 μ, επί πλευράς 22-23 μήκους 03,94 μ, επί πλευράς 23-24 μήκους 15,00 μ, επί πλευράς 24-25 μήκους 33,71 μ και επί πλευράς 25-1 μήκους 14,55 μ.

με 7η Επαρχιακή οδό ... . Το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει δυνάμει παραχώρησης από το Ελληνικό δημόσιο στον παππού της κυρίως παρεμβαίνουσας Ι. Μ. του Χ., δυνάμει του …676/1955 οριστικού τίτλου κυριότητας (παραχωρητήριο) του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως μεταγεγραμμένου στις 17 Οκτωβρίου 1960 στον τόμο … και α/α … των βιβλίων μεταγραφών του Υποθ/κείου …..

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ανωτέρω Ι. Μ. παππούς της κυρίως παρεμβαίνουσας εκ πατρικής γραμμής απεβίωσε το έτος 1941, ενώ ήδη το έτος 1940 είχε προαποβιώσει ο υιός του και πατέρας της κυρίως παρεμβαίνουσας Δ. Μ., αφήνοντας εν ζωή κληρονόμους τα τέκνα του Π. Μ., Π. Μ. και Κ. Μ. όπως προκύπτει από το ….30/2013 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Γραφείου Δημοτικής Κατάστασης του Δήμου …..

Δυνάμει του από 10 Δεκεμβρίου του 1947 ιδιωτικού εγγράφου, το οποίο τιτλοφορείται ως υπεύθυνη δήλωση, με θεωρημένο το γνήσιο των υπογραφών των δηλούντων και του μάρτυρα, από τον τότε πρόεδρο της κοινότητας …..ύ, οι εν ζωή κληρονόμοι του Ι. Μ., ήτοι η Α. Μ. του Ι., Π. Μ. του Δ., αδελφή της κυρίως παρεμβαίνουσας (κατά το ως άνω αναφερόμενο πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης) και ο Γ.

Λ. του Χ. συνέστησαν άτυπη προίκα υπέρ της πρώτης εφεσίβλητης επί του ως άνω περιγραφόμενου επίδικου ακινήτου. Ειδικότερα, όπως αναγράφεται στην προαναφερόμενη υπεύθυνη δήλωση οι ανωτέρω "παραχωρούν εις τον μέλλοντα να νυμφευθεί την Κ. Δ. Μ., εκ … καταγόμενον κ. Γ. Χ. Ν. το ως άνω ακίνητο όπερ ούτος μετά την στέψιν θα είναι κύριος και κάτοχος και θα διαχειρίζεται τοιούτο άνευ ενοχλήσεως τινός και ημών των παραχωρησάντων».

Από το ανωτέρω είναι φανερό ότι πρόκειται περί ατύπως συσταθείσας προικός, γεγονός που ομολογεί κι ο ενάγων της κυρίας αγωγής, αφού η γενεσιουργός αιτία κι η αφετηρία της κατ' αυτόν έναρξης της ιδίας νομής του επί του επιδίκου ακινήτου ήταν αυτή η άτυπη σύσταση προικός. Έκτοτε, δηλαδή από το έτος 1947 (χρόνο άτυπης προίκας) η πρώτη εφεσίβλητη, είτε από μόνη της είτε από κοινού με τον σύζυγο της, ασκούσε όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του ακινήτου πράξεις νομής, δηλαδή περιποιόταν τα ελαιόδεντρα, απεκόμιζε τους καρπούς αυτών, προέβη στην κατασκευή ισόγειας κατοικίας, το περιέφραξε και το επόπτευε δηλώνοντας τη βούλησή της να το εξουσιάζει με διάνοια κυρίου.

Σε όλες οι (τις) ανωτέρω πράξεις νομής συμμετείχε ο σύζυγός της Γ. Ν., ενάγων της κύριας αγωγής, πλην όμως ο τελευταίος, όπως συνομολογεί με τις νομίμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (σελ. 5-6): «ως σύζυγοι και συμπορευτές στη ζωή καλλιεργούσαμε το επίδικο ακίνητο, περιποιούμαστε τα ελαιόδεντρα, συλλέγαμε τον ελαιόκαρπο και μαζί κτίσαμε το σπίτι και ζούσαμε σ' αυτό», «πάντα γνώριζα ότι το επίδικο ήταν προικώο της γυναίκας μου και το σεβόμουν ως τέτοιο», «ούτε ποτέ εγώ ισχυρίστηκα ότι στο επίδικο οικόπεδο μετά της κατοικίας ασκούσα πράξεις νομής αποκλειστικά και μόνο για λογαριασμό μου».

Δηλαδή ο ενάγων της κύριας αγωγής και σύζυγος της κυρίως παρεμβαίνουσας-1ης εφεσίβλητης ομολογεί ότι ουδέποτε είχε τη φυσική εξουσία επί του πράγματος κατά τρόπο που να αποκλείει την σύζυγό του από αυτή και ταυτόχρονα ουδέποτε και με κανένα τρόπο δεν εξωτερίκευσε την «αποκλειστική από αυτόν» μεταχείριση του ακινήτου κατά τρόπο που να προσιδιάζει στον κύριο αυτού.

Άλλωστε όπως δε κατέθεσε ο μάρτυρας Γ. Ν. στην ένορκη κατάθεσή του που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την 17/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, "το πήρε ως προικοσύμφωνο", "στη συνείδηση όλης της οικογένειας ήταν το ακίνητο προικώο της Κ." (κυρίως παρεμβαίνουσας), γεγονός που επιβεβαιώνει και η μάρτυρας Μ.

Β., η οποία μετά λόγου γνώσεως κατέθεσε ενόρκως ότι "το επίδικο είναι προικώο που έχει δοθεί στην Κ. Ν.", "ο σύζυγος δεν το αμφισβήτησε ποτέ το σπίτι ότι είναι δικό της και το χτίσανε από κοινού, όπως μάζευαν και τις ελιές από κοινού". Επομένως αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο παραδόθηκε στον σύζυγο της κυρίως παρεμβαίνουσας Γ.

Ν. λόγω άτυπης προίκας και, επομένως, ο τελευταίος απέκτησε μόνο δικαίωμα διαχειρίσεως του ακινήτου. Και ναι μεν η σύσταση προικός είναι άκυρη ως μη περιβληθείσα τον συμβολαιογραφικό τύπο, παρόλα αυτά όμως η άτυπη «μεταβίβαση» λόγω προίκας του ακινήτου με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό σήμανε συγχρόνως και την έναρξη της άσκησης και από τους δύο συζύγους της επ' αυτού νομής πάντα, όμως, επ' ονόματι της συζύγου-υπέρ ης η προίκα, αφού ουδέποτε συνέβη και πολύ περισσότερο δεν αποδείχτηκε ότι ο αρχικός ενάγων κατά μεταβολή της βουλήσεώς του το νεμόταν πλέον ιδίω ονόματι αντιποιούμενος τη νομή της συζύγου του επί του πράγματος, γνωστοποιώντας συγχρόνως την πρόθεσή του αυτή.

Άλλωστε από τις καταθέσεις όλων των μαρτύρων και από την ομολογία του ίδιου του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι ναι μεν ο ενάγων ως αρχηγός της οικογένειας, όπως είθιστο, διαχειριζόταν το προικώο, ωστόσο όλες οι ανωτέρω εμφανείς πράξεις νομής γίνονταν από αυτόν από κοινού με τη σύζυγό του και για λογαριασμό αυτής, ως αντιπρόσωπός της και ως εκ τούτου ουδεμία ασκεί έννομη επιρροή, όπως διατείνονται οι εκκαλούντες, το γεγονός ότι ο σύζυγος αυτής εμφανιζόταν ως δικαιούχος επιδοτήσεων ελαιολάδου.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κυρίως παρεμβαίνουσα-1η εφεσίβλητη κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, καθώς το νέμεται και το κατέχει συνεχώς και αδιαλείπτως από το έτος 1947 έως το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, ήτοι για χρονικό διάστημα πέραν της 20ετίας, απορριπτόμενου ως ουσιαστικά αβάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης και της ένστασης ιδίας κυριότητας που προέβαλαν οι εκκαλούντες, οι οποίοι το απέκτησαν από μη κύριο το έτος 2009 δυνάμει του ανωτέρω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Επομένως, ορθά έκρινε η εκκαλούμενη απόφαση την υπό κρίση κύρια παρέμβαση (αγωγή) που την έκανε εν μέρει δεκτή και ως κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα είναι αποκλειστική κυρία του επίδικου ακινήτου, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση των εκκαλούντων και να απορριφθεί αυτή ως αβάσιμη κατ’ ουσία|».

Στη συνέχεια δε των παραδοχών του αυτών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κύρια παρέμβαση της πρώτης αναιρεσίβλητης και είχε αναγνωρισθεί αυτή κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία. Με αυτά που εδέχθη και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού εκτίθενται σ' αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά όλα τα πραγματικά περιστατικά, που πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής και ερμηνείας τους.

Ειδικότερα, δέχτηκε το Εφετείο, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη κυρίως παρεμβαίνουσα απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου πρωτότυπα, ήτοι με έκτακτη χρησικτησία, με την άσκηση σ' αυτό, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, ήτοι από το έτος 1947 συνεχώς μέχρι και την άσκηση της κύριας παρέμβασής της, αυτοπροσώπως, αλλά και διά του συζύγου της Γ., που λειτουργούσε σχετικά ως αντιπρόσωπός της, όλες τις σύμφωνες με τη φύση και τον προορισμό του πράξεις νομής και κατοχής, με τη θέλησή της να είναι κυρία αυτού και ότι ο ανωτέρω σύζυγός της ουδέποτε νεμήθηκε το επίδικο για δικό του λογαριασμό.

Δεν απαιτούταν δε, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να αναφέρεται στην απόφαση, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη γνωστοποίησε στο σύζυγό της, ότι νέμεται για δικό της λογαριασμό το επίδικο, όπως υποστηρίζεται με το δεύτερο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, αφού το Εφετείο δεν δέχτηκε ούτε συννομή της κυρίως παρεμβαίνουσας και του συζύγου της στο επίδικο, ούτε ότι η κυρίως παρεμβαίνουσα νεμόταν το επίδικο ως αντιπρόσωπος του συζύγου της, οπότε θα απαιτούνταν, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, η γνωστοποίηση αυτή.

Επίσης, η αιτίαση των αντιφατικών αιτιολογιών, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η οποία αντίφαση συνίσταται στο ότι, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, πράξεις νομής στο επίδικο ασκούσαν και ο σύζυγος της κυρίως παρεμβαίνουσας και η τελευταία, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του, το Εφετείο δέχτηκε, ότι πράξεις διανοία κυρίου νομής ασκούσε στο επίδικο μόνο η κυρίως παρεμβαίνουσα, ο δε σύζυγός της ασκούσε νομή στο επίδικο, όχι γα λογαριασμό του, αλλά ως αντιπρόσωπος της ίδιας.

Συνεπώς, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

[4] Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11β ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά με τις προτάσεις αυτές σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, με αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, για την επίκληση του αποδεικτικού μέσου, δεν είναι απαραίτητη η χρήση πανηγυρικών όρων, αλλά αρκεί να προκύπτει σαφώς η βούληση του διαδίκου για την εκτίμηση του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου από το δικαστήριο, ενώ για να είναι ορισμένος ο παραπάνω λόγος αναίρεσης, πρέπει, μεταξύ άλλων, να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:

α) οι αποδείξεις που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς να έχουν νόμιμα προσκομιστεί με επίκληση, β) ο ισχυρισμός, για τον οποίο το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τις εν λόγω αποδείξεις και γ) η επίδραση που είχε ο ισχυρισμός αυτός στο διατακτικό της απόφασης, δεδομένου ότι η λήψη υπόψη των ως άνω αποδείξεων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, ενώ δεν χωρεί αναίρεση, αν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχθηκε κυρίως σε άλλα νόμιμα αποδεικτικά μέσα και μόνο επικουρικά σε κάποια αποδεικτικά μέσα, των οποίων δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (ΑΠ 1348/2017, 257/2008, 595/2007).

Ενόψει τούτων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, για λήψη υπόψη από το Εφετείο ανύπαρκτης και χωρίς επίκληση ομολογίας του ανωτέρω συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ότι νεμόταν το επίδικο για λογαριασμό της τελευταίας, πρωτίστως, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του που προεκτέθηκε, συνήγαγε ανέλεγκτα το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την παραδοχή της κύριας παρέμβασης, ήτοι ότι διανοία κυρίου νομέας του επιδίκου από το 1947 συνεχώς είναι η πρώτη αναιρεσίβλητη, κυρίως από τα άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν με επίκληση (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, έγγραφα) και όχι μόνο από την ανωτέρω ομολογία, η οποία συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Μετά απ’ αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, αφού ηττώνται, στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23.05.2018 αίτηση των Α. Γ. Ν. και Χ. Γ. Ν., για αναίρεση της 49/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης Κ. χας Γ. Ν., που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Φεβρουαρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Μαρτίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ