Legislator Case Law & Legislation
303/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all evidence without specific itemized analysis.

Case Number 303/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court of Larissa, rejecting arguments regarding procedural defects and evidentiary omissions. The appellant claimed the lower court failed to consider specific documents proving a signature's authenticity, but the court found the lower court had explicitly acknowledged all submitted evidence in its reasoning. Consequently, the court ruled that the lack of detailed itemized evaluation did not constitute a substantive error affecting the verdict.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c) and 576(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the failure to consider specific evidence is unfounded if the lower court acknowledged all submitted evidence generally, as detailed itemized evaluation is not required unless the omission affects the substantive outcome.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evidence consideration substantive error itemized evaluation Code of Civil Procedure signature authenticity judicial reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 576(1) and (2) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 303 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 303/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Χ. συζ. Β. Σ.,το γένος Α. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Βγόντζα.

Των αναιρεσίβλητων-καθων η κλήση: 1)Β. χήρας Χ. Μ., κατοίκου ..., 2)Ά.-Μ. Μ. του Χ., κατοίκου ..., 3)Α. συζ. Ά. Μ., το γένος Χ. Μ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γ. Δαούτη. 4)Ε. Π. του Ι., κατοίκου ... 5)Α. Β. του Ι., κατοίκου ..., οι 4η και 5η ως καθολικών διαδόχων της αποβιωσάσης Ά. συζ. Ι. Π. το γένος Δ. Μ., oι οποίες δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-1991 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 384/1999 του ιδίου Δικαστηρίου, 361/2005 του Εφετείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι 3 πρώτες αναιρεσίβλητες με την από 31-10-2005 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 1739/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, που δέχθηκε την αίτηση αναίρεσης και παρέπεμψε την υπόθεση στο Εφετείο Λάρισας για περαιτέρω εκδίκαση. Μετά την εκδίκαση, εκδόθηκε η 328/2015 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 22-12-2015 αναίρεσή της και τους από 15-11-2016 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 450/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Η αναιρεσείουσα με την από 15-6-2017 κλήση της επανέφερε προς συζήτηση την υπόθεση.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 13-12-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο δεύτερος και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων, που παραστάθηκαν ζήτησε να απορριφθούν, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται ως να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, διαφορετικά κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.

Στην προκειμένη περίπτωση ακριβές αντίγραφο α) της προσβαλλόμενης απόφασης β) της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, τη συζήτηση των οποίων επισπεύδει η αναιρεσείουσα και γ) της από 15-6-2017 κλήσης με πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κλήση των αναιρεσιβλήτων Ε.

Π. και Α. Β. να παραστούν κατά την ανωτέρω συζήτηση επιδόθηκαν σ’ αυτές νομίμως και εμπροθέσμως, όπως τούτο προκύπτει από τις με επίκληση προσαγόμενες από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθ. .../27-11-2015, ...27-11-2015, ...11-10-2016 και .../11-10-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Πειραιά Α. Ν. (οι δυο πρώτες) και του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α.

Π. (οι τρίτη και η τέταρτη), τις ...17-11-2016 και ...17-11-2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Μ., τις από 17-11-2016 απόδειξη παραλαβής δικογράφου του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ. Εκάλης Αρχιφύλακα Ι. Λ. και από 18-11-2016 βεβαίωση της υπαλλήλου ΕΛΤΑ Αθηνών Π. Λ., τις ...17-7-2017 και ...‘ /24-7-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ.

Ρ. και τις από 24-7-2017 απόδειξη παραλαβής εγγράφου του Αξιωματικού Υπηρεσίας του Α.Τ. Κηφισιάς Αρχιφύλακα Α. Κ. και από 25-7-2017 βεβαίωση υπαλλήλου ΕΛΤΑ Αθηνών Κ. Φ.. Κατά την προαναφερθείσα δικάσιμο οι, ως άνω, αναιρεσίβλητες δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβαν μέρος στη συζήτηση, πλην όμως ως νομίμως κλητευθείσες (άρθρο 128 παρ. 4 ΚΠολΔ), κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να δικασθούν ως να ήταν παρούσες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1094, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την πληρότητα της επί των άρθρων τούτων στηριζόμενης ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου επί του με αγωγή διανομής φερομένου ως επικοίνου ακινήτου, η οποία (κυριότητα) κτήθηκε παραγώγως ή πρωτοτύπως, με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται να εκτίθεται για μεν τον παράγωγο τρόπο ότι μεταβιβάσθηκε σ’ αυτόν η κυριότητα του επιδίκου για ορισμένη αιτία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή και ότι ο δικαιοπάροχός του ήταν κύριος, για δε τον πρωτότυπο ότι απέκτησε τη νομή του ακινήτου σε συγκεκριμένο χρόνο, ότι έκτοτε ασκεί επ’ αυτού συγκεκριμένες πράξεις νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο και ότι τις πράξεις αυτές νομής τις ασκεί επί μία δεκαετία από της κατά τα άνω κτήσεως της νομής, για την τακτική χρησικτησία, για δε την έκτακτη χρησικτησία ότι απέκτησε τη νομή του ακινήτου σε συγκεκριμένο χρόνο και ότι έκτοτε ασκεί επ’ αυτού συγκεκριμένες πράξεις νομής επί μια εικοσαετία (ΑΠ 425/2001).

Εξάλλου, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή ή την καταλυτική της αγωγής ένσταση, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται στο δικόγραφό της ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή ή την προαναφερόμενη ένσταση, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ’ εκείνη, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ’ αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής ή της, ως άνω, ένστασης, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 615/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 6-10-1992 προτάσεων των αρχικώς εναγομένων στην από 23-10-1991 αγωγή της αναιρεσείουσας που αφορούσε τη δικαστική διανομή του επιδίκου ακινήτου, επί του οποίου είχαν συγκυριότητα, κατ’ αυτήν, εκάτερος μεν των εναγομένων κατά το 1/12 εξ αδιαιρέτου, η δε αναιρεσείουσα κατά τα λοιπά 10/12 εξ αδιαιρέτου, ο πρώτος εναγόμενος προς απόκρουση της αγωγής, προέβαλε τον ισχυρισμό ιδίας κυριότητας εφ’ ολοκλήρου του ακινήτου (οικίας) "ως νεμηθείς και νεμόμενος ταύτην με τα προσόντα της εκτάκτου χρησικτησίας, ήτοι ως νεμόμενος αυτήν υπέρ την εικοσαετίαν και δη επί τριακονταετίαν και πλέον", ανέφερε δε στη συνέχεια ότι ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) " δι’ επιστολής του εγνώριζε την νομήν του (πρώτου εναγομένου) και την αντιποίησιν εκ μέρους του και της νομής του, αφού τον παρώτρυνε και εδέχετο δι’ αυτής (νομής) να γίνει κύριος και των ιδικών του ποσοστών...

εξεδήλωσε δε την πρόθεσίν του να παραιτηθεί των υπαρχόντων δικαιωμάτων του, το μεν δια της αναγνωρίσεως της νομής του πρώτου εναγομένου και της μη υπάρξεως νομής παρ’ αυτού, το δε δώσας την εντολήν, όπως ο πρώτος εναγόμενος νέμεται και εις το εξής το επίδικον και δια της παρελεύσεως του υπό του νόμου καθοριζομένου χρόνου αποκτήσει δια χρησικτησίας την κυριότητα αυτού", χωρίς ο ανωτέρω ενιστάμενος διάδικος να προσδιορίσει, ως όφειλε, κατά τα προεκτεθέντα, προκειμένου να καταστήσει ορισμένη την καταλυτική της αγωγής ένστασή του, από πότε άρχισε να ενεργεί στο επίδικο πράξεις νομής, ποιές ήσαν αυτές και κατά ποιο τρόπο εξεδήλωσε την πρόθεσή του προς τους λοιπούς συγκοινωνούς του, ιδίως δε προς τη δεύτερη εναγομένη, να νέμεται ολόκληρο το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό του.

Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των από 6-10-1992 κοινών προτάσεων των αρχικώς δυο εναγομένων, δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, α) ο μεν πρώτος ιστορεί σ’ αυτές (προτάσεις) ότι απέκτησε την επί του επιδίκου κυριότητα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, νεμηθείς τούτο "επί τριακονταετίαν και πλέον", δηλονότι τουλάχιστον από το 1962 και μετά, παραθέτοντας ως διακατοχικές πράξεις, επιδηλωτικές της νομής του, την εκ μέρους του και μόνον καταβολή τελών ύδρευσης, κοινοτικών φόρων, λογαριασμών ΔΕΗ και τελών υπέρ του Δημοσίου, αλλά και την εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας-ενάγουσας συνεχή αναγνώριση τούτου (πρώτου εναγομένου) ως μόνου κυρίου του επιδίκου, με την παράδοση σ’ αυτόν των κλειδιών του επιδίκου, την διαμονή του (δικαιοπαρόχου) επί τρακονταετία, κατά την παραμονή του στην περιοχή, σε ξενοδοχείο και όχι στο επίδικο και την εκ μέρους του παράδοση στον πρώτο εναγόμενο (αδελφό του) επιστολής μεταβίβασης της νομής προκειμένου εκείνος ν’ αποκτήσει με χρησικτησία την αποκλειστική κυριότητά του, χωρίς ν’ απαιτείται, σύμφωνα με όσα αμέσως κατωτέρω αναπτύσσονται, άλλη πανηγυρική γνωστοποίηση του πρώτου εναγομένου προς τον δικαιοπάροχο της αναιρείουσας ότι νέμεται αποκλειστικά για τον εαυτό του τούτο, β) η δε δεύτερη αρνείται την αγωγή, ομολογούσα ότι αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου είναι ο πρώτος εναγόμενος Χ.

Μ. και ως εκ τούτου δεν υπήρχε οποιαδήποτε υποχρέωση του τελευταίου προς σχετική ενημέρωσή της. Επομένως η προβληθείσα από τον πρώτο εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητας ήταν ορισμένη οι δε τ’ αντίθετα υποστηρίζοντες από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ δεύτερος και δεύτερος πρόσθετος αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.

Από τις διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994, 1113 ΑΚ, συνάγεται, ότι ο συγκοινωνός, αν κατέχει ολόκληρο το κοινό πράγμα, θεωρείται ότι κατέχει αυτό και στο όνομα των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ` αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (χρησικτησία), προτού καταστήσει γνωστό σ` αυτούς ότι αποφάσισε να νέμεται, δηλονότι να εξουσιάζει με διάνοια κυρίου, ασκώντας επ’ αυτού εμφανείς υλικές πράξεις εκδηλωτικές της βούλησής του να το εξουσιάζει, που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, ολόκληρο το κοινό πράγμα ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος αποκλειστικώς στο όνομά του ως κύριος και από τη γνωστοποίηση αυτήν πρέπει να έχει παρέλθει η απαιτούμενη, ειδικά για την έκτακτη χρησικτησία, εικοσαετία (άρθρο 1045 ΑΚ).

‘ Ομως, η παραπάνω γνωστοποίηση δεν απαιτείται, στην περίπτωση της εκούσιας παράδοσης της νομής μετά από άτυπη διανομή ή δωρεά μεταξύ των συγκυρίων, της σαφούς εκδήλωσης της βούλησης του κατέχοντος το κοινό να νέμεται αποκλειστικά αυτό ή μεγαλύτερο από τη μερίδα του μέρος για δικό του λογαριασμό και της ρητής ή σιωπηράς αποδοχής της βούλησής του από τους λοιπούς που μετείχαν στη συμφωνία αυτή (ΑΠ 615/2016, ΑΠ 1175/2012) ή όταν οι λοιποί συγκοινωνοί έχουν λάβει γνώση με οποιοδήποτε τρόπο της απόφασης που εκδήλωσε ο κοινωνός ότι κατέχει ολόκληρο το κοινό και ότι νέμεται αυτό αποκλειστικώς για τον εαυτό του (ΑΠ 718/2010).

Τα προεκτιθέμενα όμως προϋποθέτουν πως η κοινωνία υπήρχε ήδη όταν αυτός που προβάλλει ότι έγινε κύριος του κοινού με χρησικτησία, άρχισε να το νέμεται ως αποκλειστικός κύριος (ΑΠ 718/2010). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε κανόνα που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας.

Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής (ΑΠ 613/2016). Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση επειδή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό το πρόσχημα ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, οπότε είναι απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, δέχθηκε, μετ’ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο, τη δικαστική διανομή του οποίου ζήτησε με την ένδικη από 22.08.1991 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου η καλούσα - πρώτη εφεσίβλητη, ισχυριζόμενη ότι κατά παράγωγο τρόπο κατέστη συγκύρια αυτού κατά ποσοστό 10/12 εξ αδιαιρέτου, είναι ένα οικόπεδο, εμβαδού 376,55 τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται στη συνοικία ... της ήδη τοπικής κοινότητας ... της ομώνυμης δημοτικής ενότητας του Δήμου Βόλου, μετά της επ’ αυτού υπάρχουσας αναπαλαιωμένης διώροφης οικίας, εμβαδού 202,72 τετρ. μέτρων. Ορίζεται βόρεια εν μέρει με Δημοτικό σχολείο ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με Ε.Ο. Βόλου - Ζαγοράς, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Β.

και δυτικά με καλντερίμι, πλάτους δύο (2) μέτρων. Το ακίνητο αυτό ανήκε στον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων Δ. Μ., ο οποίος απεβίωσε αδιάθετος το έτος 1921 και στην κληρονομιά αυτού υπεισήλθαν δι’ αναμείξεως οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, ήτοι η σύζυγος αυτού Μ. και τα εννέα τέκνα του, Ι., Ε., Δ., Α., Γ., Χ., Ι., Χ.

και Ά. και δη κατά ποσοστά 3/12 εξ αδιαιρέτου η σύζυγος και 1/12 εξ αδιαιρέτου καθένα των τέκνων. Ενόψει της επικείμενης τέλεσης του γάμου της εξ αυτών Δ. Μ. Γ. Π. Σ., όλοι οι ανωτέρω, πλην των Χ. και Ά. - εναγομένων, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. ...04.10.1937 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Γ. Λ. μεταβίβασαν τα ιδανικά τους μερίδια επί του ανωτέρω ακινήτου στον μέλλοντα ως άνω γαμβρό, λόγω προικός διατετιμημένης. Ετσι ο ανωτέρω Γ. Σ. κατέστη συγκύριος του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 10/12 εξ αδιαιρέτου, ενώ ο Χ. Μ. - πρώτος εναγόμενος και εκκαλών, καθώς και η Ά. φυσική θυγατέρα Δ. Μ. και θετό τέκνο των Ι.

και Α. Κ. Κ. παρέμειναν συγκύριοι αυτού κατά ποσοστό 1/2 [αντί του ορθού 1/12] εξ αδιαιρέτου ο καθένας. Μεταγενέστερα, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. ...29.07.1944 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Γ. Λ., ο ανωτέρω γαμβρός της οικογένειας Γ. Σ., λόγω πωλήσεως, μεταβίβασε στον δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης - καλούσας Α.

Μ. το ιδανικό του μερίδιο επί του επιδίκου ακινήτου. Ακολούθως, δε, ο τελευταίος (Α. Μ.), λόγω γονικής παροχής, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου υπ’ αριθ. .../1989 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Χ.-Η., το κατά τον ως άνω τρόπο περιελθόν σ’ αυτόν ιδανικό μερίδιο επί του επικοίνου (10/12 εξ αδιαιρέτου), μεταβίβασε στη θυγατέρα του Χ.

συζ. Β. Σ.. Το ανωτέρω συμβόλαιο αποτελεί τον τίτλο επί του οποίου η πρώτη εφεσίβλητη - ενάγουσα και ήδη καλούσα στηρίζει το δικαίωμα συγκυριότητάς της επί του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 10/12 εξ αδιαιρέτου και με την ένδικη αγωγή της, απευθυνόμενη κατά των λοιπών συγκυριών - αδελφών του πατέρα της, ζήτησε τη δικαστική διανομή αυτού και δη τη δια πλειστηριασμού πώλησή του, λόγω ανέφικτης της αυτούσιας διανομής του.

Ο πρώτος εναγόμενος και αρχικός εκκαλών Χ. Μ. προς απόκρουση της ένδικης αγωγής προέβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την ένσταση ότι ο ίδιος κατά πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) κατέστη αποκλειστικός κύριος του όλου ακινήτου, αφού αυτός, αφότου ο δικαιοπάροχος της πρώτης εφεσίβλητης - ενάγουσας και αδελφός του Α.

Μ. παραχώρησε σ’ αυτόν τη συννομή και κατοχή του ιδανικού του μεριδίου επ’ αυτού, από το έτος 1961 και εντεύθεν, ήτοι επί τριάντα συναπτά έτη μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσε με διάνοια αποκλειστικού κυρίου επί του επιδίκου τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής και κατοχής. Κατά το έτος 1944, οπότε τα 10/12 εξ αδιαιρέτου επί του επικοίνου περιήλθαν στον δικαιοπάροχο της πρώτης εφεσίβλητης Α.

Μ., η υπάρχουσα επ’ αυτού οικία, όπως επί λέξει αναγράφεται στο προαναφερθέν ...29.07.1944 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ήταν "βομβόπληκτη και κατεστραμμένη". Με δάνειο ποσού 10.000 δραχμών που ελήφθη από την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας επισκευάσθηκε η οικία και έκτοτε κατά κύριο λόγο η μητέρα των διαδίκων Μ. διέμενε σ’ αυτή μέχρι το χρόνο του θανάτου της (που επήλθε περί τα μέσα της δεκαετίας του 1960) και κατά τους θερινούς μήνες διέμεναν σ’ αυτή, σε διάφορα χρονικά διαστήματα και τα τέκνα της, μεταξύ των οποίων και οι δύο αδελφοί Α.

και Χ. με τις οικογένειές τους. Σημειωτέον ότι στην από 28.07.1956 σύμβαση για τη λήψη του χρεωλυτικού δανείου από την Αγροτική Τράπεζα συμβλήθηκαν όλα τα μέλη της οικογένειας Μ. (η μητέρα Μ. και οι οκτώ αδελφοί), πλην της δεύτερης εφεσίβλητης Ά. συζ. Ι. Π., που ήδη είχε υιοθετηθεί από το ζεύγος Ι. και Α. Κ. Κ., όλοι φέρονταν ως οφειλέτες του δανείου αυτού και όλοι, θεωρώντες εαυτούς ως συνιδιοκτήτες του επιδίκου ακινήτου, συνήνεσαν στην εγγραφή της υποθήκης υπέρ της εν λόγω Τράπεζας για την εξασφάλιση της πληρωμής του δανείου, οι πρώτες ετήσιες δόσεις του οποίου πληρώνονταν αρχικά από το ταμείο της επιχείρησης, στην οποία από κοινού μέλη της οικογένειας δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά, παρότι ο Α.

Μ. ήδη από το έτος 1944 με το υπ’ αριθ. ...29.07.1944 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο είχε καταστεί συγκύριος αυτού κατά το μεγαλύτερο ποσοστό του και μεταγενέστερα οι δόσεις πληρώθηκαν από το Χ. Μ.. Συγκεκριμένα οι εκ των αδελφών Α., Γ., Χ. καθώς και ο υιός της αδελφής τους Ε. Ι. Σ. από το έτος 1949 από κοινού δραστηριοποιούνταν επαγγελματικά και δη αντιπροσώπευαν, εμπορεύονταν και κατασκεύαζαν διάφορα προϊόντα, μεταξύ των οποίων ξύλινες κάνουλες και τυρομαγιές, αρχικά υπό τη μορφή της ομόρρυθμης εταιρείας, η οποία μεταγενέστερα κατά το έτος 1985 μετετράπη σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "…Δ.

Μ. - ...", στη συνέχεια δε μετετράπη σε Α.Ε. Τη διοίκηση της εταιρείας των Αφών Μ., υπό τις μορφές που αυτή λειτούργησε ως Ο.Ε και Ε.Π.Ε, μέχρι το έτος 1988 είχε ο Α. Μ., έκτοτε δε τη διαχείριση της Ε.Π.Ε ανέλαβε ο εξ αυτών Γ. Μ. (βλ. υπ’ αριθμ. .../11.11.1988 συμβολαιογραφικό έγγραφο τροποποίησης καταστατικού της Ε.Π.Ε). Ο δικαιοπάροχος της πρώτης εφεσίβλητης-ενάγουσας Α.

Μ. με το από 10.08.1959 έγγραφο, που, υπό τον τύπο δακτυλογραφημένης επιστολής, απηύθυνε προς τον αδελφό του Χ. Μ., παραχώρησε σ’ αυτόν τη νομή του ιδανικού του μεριδίου επί της εις ... οικίας του, προκειμένου αυτός, όπως επί λέξει στο άνω έγγραφο αναγράφεται, "να νέμεται και κατέχει αυτή διανοία κυρίου και αποκτήσει την κυριότητα δι’ εκτάκτου χρησικτησίας, δια της προς τούτο νομής επί τον αναγκαίο χρόνο, του όλου ακινήτου και των παραρτημάτων αυτού / βοηθητικοί χώροι - κήπος/.....Τούτο δε εις ένδειξιν αγάπης και μακροχρονίου χρηστής συνεργασίας μας και προς αποφυγήν τυχόν διενέξεων μεταξύ των λοιπών αδελφών και καταβολής φόρων".

Κάτωθι του άνω κειμένου είναι επίσης δακτυλογραφημένο ολογράφως με κεφαλαία γράμματα το όνομα αυτού και ακολουθεί η ιδιόχειρη υπογραφή του. Η πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα στην πρωτοβάθμια δίκη προσέβαλε νομότυπα το ανωτέρω έγγραφο ως πλαστό, κυρίως μεν ως προς την υπογραφή του εκδότη, επικουρικώς δε ως προς το περιεχόμενο, κατονομάζοντας ως πλαστογράφο το θείο της Χ.

Μ. και προτείνοντας μάρτυρες. Το άνω έγγραφο στην πρωτοβάθμια δίκη ουδόλως λήφθηκε υπόψη ως απαραδέκτως προσκομισθέν, ενόψει του ότι δεν είχε υποβληθεί στο οικείο πάγιο τέλος χαρτοσήμου, σύμφωνα με τον ισχύοντα τότε Κώδικα Νόμων τελών χαρτοσήμου και για το λόγο αυτό δεν τάχθηκε σε βάρος της ενάγουσας το οικείο θέμα απόδειξης της άνω προβληθείσας ένστασής της.

Μετά την επελθούσα όμως μεταβολή της νομοθεσίας με την κατάργηση, κατ’ άρθρο 25 του ν. 2873/2000, των πάγιων τελών χαρτοσήμου, ελήφθη υπόψη από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρότι δεν είχε τεθεί πρωτοδίκως ή κατ’ έφεση το σχετικό θέμα απόδειξης, λόγος, για τον οποίο με την υπ’ αριθ. 1739/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η υπ’ αριθ. 361/2005 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την έφεση κατ’ ουσίαν.

Ήδη, μετά τις αποδείξεις που ετάχθησαν με την υπ’ αριθ. 502/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με βεβαιότητα προκύπτει ότι η υπογραφή, που είναι τεθειμένη στο από 10.08.1959 έγγραφο, είναι η γνήσια υπογραφή του δικαιοπαρόχου της πρώτης εφεσίβλητης Α. Μ., αφού αμφότερες οι εξετασθείσες ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου μάρτυρες απόδειξης και ανταπόδειξης καταθέτουν ότι αυτή ομοιάζει με την υπογραφή αυτού και δη η θυγατέρα του Μ.

Χ. ότι θα μπορούσε η υπογραφή να είναι του πατέρα της, ο δε ειδικός δικαστικός γραφολόγος Ι. Δ. στην από 07.12.2014 γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, που διενήργησε κατ’ εντολήν των τριών πρώτων των καθ’ ων η κλήση, που συνεχίζουν τη δίκη στο όνομα του αρχικού εκκαλούντος Χ. Μ., συζύγου και πατέρα αντίστοιχα, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η υπογραφή στο από 10.08.1959 έγγραφο μετά βεβαιότητος χαράχθηκε από τον Α.

Μ.. Εξάλλου και η ίδια η πρώτη εφεσίβλητη ήδη ασθενώς υποστηρίζει την ένσταση ως προς το σκέλος της πλαστότητας της υπογραφής του πατέρα της. Ουδέ, όμως, αποδεικνύεται βάσιμη η ένσταση και κατά το έτερο σκέλος της, της πλαστότητας του περιεχομένου του εγγράφου, ότι δηλαδή το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου τέθηκε εκ των υστέρων από το Χ.

Μ. σε ήδη υπογεγραμμένο από τον πατέρα της εν λευκώ έγγραφο της επιχείρησης. Η μάρτυρας ανταπόδειξης Μ. Μ., υπάλληλος της εταιρείας των αδελφών Μ. από το έτος 1979 έως και το έτος 1993, κατά την ένορκη εξέτασή της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αποκλείει το ενδεχόμενο να υπήρχαν έγγραφα στην επιχείρηση υπογεγραμμένα από τον Α.

Μ. χωρίς να είναι συμπληρωμένο το περιεχόμενο αυτών. Η ίδια καταθέτει ότι όσο αυτός ασκούσε τη διοίκηση της εταιρείας και απαιτούνταν η υπογραφή του, καθ’ ον χρόνο απουσίαζε, οι υπάλληλοι της εταιρείας του τηλεφωνούσαν για να ενημερωθούν πότε θα επιστρέψει, για να τα υπογράψει. Ομοίως η Χ. χα Ι. Γ., στην υπ’ αριθ. .../2009 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών ένορκη βεβαίωσή της, χαρακτηρίζει τον αδελφό της Α.

ως έμπειρο άτομο στις συναλλαγές του, πολύ προσεκτικό, συστηματικό, καθόλου εύπιστο και συγκεντρωτικό. Συνεχίζει καταθέτοντας ότι είναι αδύνατο ο Α. να έχει υπογράψει λευκό χαρτί για να το συμπληρώσει οποιοσδήποτε άλλος και για οποιοδήποτε λόγο. Ότι ουδέποτε αυτός θα εμπιστευόταν οποιαδήποτε συναλλαγή με τρίτο να γίνει εν λευκώ, ότι ποτέ δεν θα έβαζε την υπογραφή του σε ασυμπλήρωτο χαρτί και μάλιστα στο γραφείο μιας επιχείρησης, στην οποία κυκλοφορούσε καθημερινά πολύς κόσμος.

Καταθέτει, επίσης, ότι είχε πει τότε ο Α. ότι παραχώρησε το μερίδιό του στο Χ. όχι μόνον διότι ήταν ο μόνος που ήθελε και μπορούσε να ασχοληθεί με αυτό και να το συντηρήσει, αλλά και διότι τακτοποιούνταν έτσι οι μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις, διότι ο Χ. είχε βοηθήσει οικονομικά τον Α., ο οποίος είχε υποστεί οικονομική καταστροφή προς το τέλος του πολέμου από το βομβαρδισμό του Πειραιά.

Η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση της Χ. Γ., που έχει την ίδια συγγένεια και με τις δύο διάδικες πλευρές και κανένα συμφέρον από την έκβαση της προκειμένης δίκης, κρίνεται ως ασφαλής πηγή πληροφόρησης, λόγω της άμεσης γνώσης αυτής των οικογενειακών πραγμάτων και των κρίσιμων προ πενήντα και πλέον ετών συμβάντων.

Περαιτέρω, η απολύτως ομαλή τοποθέτηση του κειμένου εντός του φέροντος ημερομηνία 10.08.1959 εγγράφου και σε σχέση με την υπογραφή, δυσχερώς μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ότι το κείμενο συμπληρώθηκε επί χάρτου, στο οποίο προϋπήρχε υπογραφή. Ουδέ μπορεί να αποτελέσει επιχείρημα υπέρ της ένστασης πλαστότητας του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου το γεγονός ότι το κείμενο περιλαμβάνει νομικούς όρους, τους οποίους ο Α.

Μ., ως μη έχων νομικές γνώσεις, δεν μπορούσε να γνωρίζει, διότι σε περίπτωση παραδοχής του επιχειρήματος αυτού θα οδηγούμαστε στο άτοπο να καθίσταται ύποπτο ως προϊόν πλαστογραφίας οιοδήποτε ιδιωτικό έγγραφο, που περιέχει νομικούς όρους και υπογράφεται από αδαή περί την νομική επιστήμη. Από το ίδιο το περιεχόμενο του εγγράφου καταδεικνύεται η πρόθεση του συντάκτη Α.

Μ. να παραχωρήσει στον αδελφό του το ιδανικό του μερίδιο επί του επιδίκου ακινήτου κατά τρόπον ώστε αφενός να αποφευχθούν τυχόν διενέξεις μεταξύ των λοιπών αδελφών στο μέλλον, αφετέρου δε να αποφύγουν την καταβολή φόρων μεταβίβασης. Ως εκ τούτου, πλέον ή βέβαιον είναι ότι ζητήθηκε προς τούτο η συνδρομή νομικού, ενδεχομένως του νομικού συμβούλου της επιχείρησης, ο οποίος και συνέταξε το εν λόγω κείμενο, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται και τυχόν εμφιλοχωρήσαν σφάλμα ως προς την αναγραφή της διεύθυνσης της κατοικίας του Α.

Μ. - αν πράγματι υπάρχει σφάλμα. Συγκεκριμένα η πρώτη εφεσίβλητη υποστηρίζει ότι τη φερόμενη ημερομηνία σύνταξης του εγγράφου (10.08.1959) δεν διέμεναν επί της οδού ..., όπως αναγράφεται στο προσβαλλόμενο έγγραφο, αλλά επί της οδού ..., γεγονός, που συνηγορεί υπέρ της ουσιαστικής βασιμότητας του ισχυρισμού της περί πλαστότητας του περιεχομένου του εγγράφου, αφού ουδέποτε ο πατέρας της θα συνέτασσε και υπέγραφε έγγραφο, στο οποίο αναγράφεται εσφαλμένα η διεύθυνση της κατοικίας του.

Όμως, ανεξαρτήτως του ότι δεν μπορεί συμπερασματικά να εξαχθεί η πλαστότητα του περιεχομένου του ενδιαφέροντος εν προκειμένω εγγράφου εκ μόνης της εσφαλμένης αναγραφής της διεύθυνσης κατοικίας του συντάξαντος, αφού η αναφορά της διεύθυνσης της κατοικίας δεν ήταν αναγκαία και θα μπορούσε να είχε παραλειφθεί εντελώς, δημιουργούνται πλείστες όσες αμφιβολίες και περί του αν πράγματι είναι εσφαλμένη η άνω αναγραφόμενη διεύθυνση κατοικίας.

Και τούτο διότι από την απλή επισκόπηση του οδικού χάρτη της Αθήνας προκύπτει ότι η οδός ..., είναι η συνέχεια - προέκταση της οδού ... μετά την οδό ... προς την πλατεία ..., είναι δε άγνωστο πως ήταν τότε διαμορφωμένες οι ανωτέρω οδοί, καθώς και η αρίθμησή τους, στο δε επικαλούμενο από την πρώτη εφεσίβλητη έγγραφο της Δ.Ε.Η, που έλαβε μετά από Εισαγγελική εντολή, αναγράφεται ότι στις 07.10.1959 υπογράφηκε συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος με τον κ.

Μ. Α. στη διεύθυνση ..., αριθ. 12, οπότε λογικά μόνον από την ανωτέρω ημερομηνία και εντεύθεν χρονικό διάστημα θα μπορούσε η οικογένεια να διαμένει στην άνω οδό ... και όχι το επίδικο προγενέστερο διάστημα (10-8-1959). Οι αμφιβολίες επιτείνονται δε και εκ του ότι η αδελφή της πρώτης εφεσίβλητης κατά την ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εξέτασή της κατέθεσε ότι προ της εγκατάστασής τους στην οδό ...

διέμεναν επί της οδού ..., αριθ. …, με συνέπεια να μην μπορεί να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο η τελευταία αυτή διεύθυνση, καθώς και η διεύθυνση ... αρ. 6. να αντιστοιχούν κατά τον κρίσιμο χρόνο στην ίδια οικοδομή. Εξάλλου, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εκκαλών Χ. Μ. επικαλέσθηκε το επίμαχο έγγραφο ήδη κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που έλαβε χώρα στις 06.10.1992, προς θεμελίωση της ένστασής του απόκτησης της συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία επί του ιδανικού μεριδίου, που ανήκε στον αδελφό του Α..

Παρά ταύτα ο τελευταίος, παρότι είναι βέβαιον ότι έλαβε γνώση του άνω ισχυρισμού του αδελφού του και της επίκλησης από αυτόν του συγκεκριμένου εγγράφου δεν αντέδρασε, εις ουδεμία ενέργεια προέβη μέχρι το έτος 1996, που απεβίωσε. Η ποινική δίωξη σε βάρος του Χ. Μ. για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση του από 10.08.1959 εγγράφου, ασκήθηκε αυτεπάγγελτα, μετά την, κατ’ άρθρο 38 ΚΠΔ, διαβίβαση στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Βόλου, κατά το διατακτικό της 485/30.09.1997 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Βόλου, αντιγράφου της απόφασης αυτής και των προτάσεων της πρώτης εφεσίβλητης ενάγουσας.

Απαιτήθηκε η έκδοση εντάλματος βιαίας προσαγωγής από τον Πταισματοδίκη Αθηνών ακόμη και για να προσέλθει να καταθέσει ως μάρτυρας η πρώτη εφεσίβλητη κατά την προανάκριση της υπόθεσης αυτής, για την οποία εν τέλει εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 3486/2001 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου, που κατέστη ήδη αμετάκλητη και απήλλαξε τον εκκαλούντα της αποδοθείσας σ’ αυτόν κατηγορίας.

Κρίνεται ότι ο δικαιοπάροχος της πρώτης εφεσίβλητης Α. Μ. οδηγήθηκε στην κατάρτιση του υπ’ αριθ. ...27.12.1989 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε. Χ.- Η., την περίοδο κατά την οποία η επιχείρηση των Αφών Μ. αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, οι σχέσεις των εταίρων- αδελφών ήσαν ιδιαίτερα τεταμένες, οι αντιπαραθέσεις και έριδες μεταξύ τους ήταν καθημερινές.

Χαρακτηριστικά καταθέτει η προαναφερθείσα μάρτυρας, υπάλληλος της εταιρείας "το 1979 που πήγα στην εταιρεία τα τρία αδέλφια (εννοώντας και τον έτερο αδελφό Γ.) ήταν αγαπημένα μεταξύ τους. Από τις αρχές του 1988 με τα οικονομικά προβλήματα που υπήρχαν μαλώνανε πάρα πολύ, βριζόντουσαν συνέχεια, δεν έμπαινες στο γραφείο, το γραφείο ήταν ενιαίος χώρος, Όλο κλείναμε, όλο δεν μας πληρώνανε και τέτοια.

Η γονική παροχή έγινε το 1989. Τη δύσκολη περίοδο από οικονομικής άποψης, τα τρία αδέλφια είχαν πολλούς καβγάδες". Με βάση τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά και τις προαναφερόμενες σκέψεις το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το με ημερομηνία 10.08.1959 έγγραφο δεν είναι πλαστό, αλλά γνήσιο, απορριπτομένης ως αβάσιμης κατ’ ουσία της ένστασης πλαστότητας αυτού, που πρόβαλε η πρώτη εφεσίβλητη-ενάγουσα και περαιτέρω αποδεικνυομένης της εκ μέρους του δικαιοπαρόχου της πρώτης εφεσίβλητης οικειοθελούς παραχώρησης της συννομής του ιδανικού του μεριδίου επί του επιδίκου στον αδελφό του Χ.- εκκαλούντα.

Όπως προεκτέθηκε, όσο ζούσε η μητέρα Μ. Μ., ο Α. Μ. με την οικογένειά του τα καλοκαίρια και δη κατά το μήνα Αύγουστο ερχόταν και διέμενε στο ως άνω πατρικό σπίτι. Έκτοτε, δηλαδή από το έτος 1965-1966 και εντεύθεν χρονικό διάστημα ουδέποτε διέμεινε στο σπίτι αυτό. Όταν τα καλοκαίρια μετέβαινε στην ... διέμενε πάντοτε με την οικογένειά του στο ξενοδοχείο "...".

Από όλα τα αδέλφια μόνον ο Χ.ς με την οικογένειά του έκτοτε διέμενε στο σπίτι αυτό, το φρόντιζε και το συντηρούσε, το χρησιμοποιούσε ως εξοχικό, διαμένοντας εκεί κατά τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων, του Πάσχα και τα καλοκαίρια. Συχνά τα καλοκαίρια φιλοξενούνταν σ’ αυτό και η αδελφή του Ι.. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 με δικές του δαπάνες, ποσού τουλάχιστον 716.000 δραχμών (βλ.

προσκομιζόμενες αποδείξεις καταβολής του άνω συνολικού ποσού για αγορά υλικών και διάφορες εργασίες επισκευής, όπως ελαιοχρωματισμοί, στηρίγματα, αντικατάσταση στέγης και διάφορα μερεμέτια) προέβη σε νέα ανακατασκευή-βελτίωση του σπιτιού, με αποτέλεσμα, εξωτερικά τουλάχιστον, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, να εμφανίζεται ως ένα καλοσυντηρημένο σπίτι της ...

του Πηλίου σε αντίθεση με την όψη που αυτό είχε κατά το παρελθόν. Από το έτος 1965 και εντεύθεν χρονικό διάστημα μέχρι την άσκηση της αγωγής οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού ρεύματος της επίδικης οικίας εκδίδονταν στο όνομα του Χ. Μ. και πληρώνονταν από αυτόν, όπως και οι λογαριασμοί ύδρευσης, όλη δε η αλληλογραφία των αρμοδίων υπηρεσιών (Κοινότητα ..., ...) που είχε σχέση με το επίδικο ακίνητο γίνονταν με το Χ.

Μ.. Ο τελευταίος φρόντιζε για την καλλιέργεια του κήπου και τη διατήρηση ευπρεπούς του περιβάλλοντος χώρου της οικίας, πληρώνοντας προς τούτο μεροκάματα σε διαφόρους κατοίκους της ..., όπως, μεταξύ άλλων, τον Α. Τ., του οποίου η μαρτυρική κατάθεση περιέχεται στην υπ’ αριθ. 112/1997 εισηγητική έκθεση. Για όλες τις ανωτέρω εργασίες-επισκευές, βελτιώσεις- που γίνονταν στην επίδικη οικία και των οποίων ελάμβανε γνώση ο Α.

Μ., αφού, ως προελέχθη μετέβαινε στην ... κατά τους θερινούς μήνες, ουδέποτε εναντιώθηκε ή σε τρίτον εξωτερίκευσε ότι ο ίδιος εξακολουθούσε να διατηρεί οιοδήποτε δικαίωμα επ’ αυτής. Κοινή πεποίθηση όλων των κατοίκων της περιοχής ήταν ότι το επίδικο ακίνητο ανήκε στο Χ. Μ., αφού αυτόν έβλεπαν να συμπεριφέρεται ως κύριος αυτού.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις σαφείς και πειστικές, ως ενισχυόμενες και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, καταθέσεις των μαρτύρων Θ. Τ., Α. Τ., την μαρτυρία της ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου εξετασθείσας Μ. Μ., καθώς και την ένορκη βεβαίωση της Χ. χας Ι. Γ. Οι καταθέσεις όλων των ανωτέρω αναιρούν τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν αφενός η μάρτυρας Ε.

Σ., η οποία ιδίαν αντίληψη δεν έχει, αλλά, ως φίλη της μητέρας της πρώτης εφεσίβλητης, καταθέτει τα όσα η τελευταία της μετέφερε και αφετέρου οι Α. Μ. και Μ. Χ., μητέρα και αδελφή της πρώτης εφεσίβλητης, αντίστοιχα, των οποίων οι καταθέσεις αναλόγως εκτιμώνται ως προς την αξιοπιστία τους. Με βάση τα ανωτέρω εκτιθέμενα, εφόσον αποδεικνύεται ότι ο δικαιοπάροχος της πρώτης εφεσίβλητης Α.

Μ. οικειοθελώς παραχώρησε, ήδη από το έτος 1959, τη συννομή του ιδανικού του μεριδίου επί του επικοίνου (10/12 εξ αδιαιρέτου) στον αδελφό του Χ. Μ. -εκκαλούντα-πρώτο εναγόμενο και ότι ο τελευταίος επί χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας ασκούσε διανοία κυρίου τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό αυτού προεκτεθείσες πράξεις νομής και κατοχής επ’ αυτού, η προβληθείσα από τον εκκαλούντα-πρώτο εναγόμενο ένσταση ιδίας κυριότητος επί του επιδίκου, που νομότυπα αυτός πρόβαλε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, θα πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν....

Περαιτέρω, πρέπει ν’ απορριφθεί η αγωγή ως αβάσιμη, κατά παραδοχή ως βάσιμης κατ’ ουσίαν της προβληθείσας από τον πρώτο εναγόμενο ένστασης περί απόκτησης από αυτόν των 10/12 εξ αδιαιρέτου επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και δεχόμενο ως βάσιμη την προβληθείσα καταλυτική της ένδικης αγωγής διανομής ένσταση περί του ότι ο αρχικώς πρώτος εναγόμενος απέκτησε με τον προαναφερόμενο πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) την επί του επιδίκου ακινήτου συγκυριότητα κατά ποσοστό 10/12 εξ αδιαιρέτου και ότι συνεπώς κατέστη εν τέλει συγκύριος τούτου κατά ποσοστό (1/12 συν 10/12) 11/12 εξ αδιαιρέτου, απορρίπτοντας στη συνέχεια την αγωγή ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, αφενός δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 785-787, 974, 980, 981, 982, 983, 984, 994 και 1113 ΑΚ, εφόσον με τις αναπτυχθείσες παραδοχές του, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, δεν ήταν αναγκαία η γνωστοποίηση εκ μέρους του αρχικώς πρώτου εναγομένου ούτε προς τον δικαιοπάροχο της ενάγουσας (αναιρεσείουσας) ότι αυτός και μόνον νέμεται ολόκληρο το επίδικο ακίνητο αποκλειστικώς στο όνομά του, ούτε προς τον δικαιοπάροχο της δεύτερης εναγομένης, η οποία συνομολογεί εξ αρχής με τις πρωτόδικες προτάσεις της την αποκλειστική κυριότητα του πρώτου ομοδίκου της εναγομένου επί του επιδίκου και αφετέρου δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την προαναφερόμενη με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας επί του επιδίκου από τον πρώτο ενάγοντα, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, ο δε τ’ αντίθετα υποστηρίζων από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος πρόσθετος αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.

O αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002, ΑΠ 613/2016).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ως αποδεικτικά μέσα που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν εκ μέρους της αναιρεσείουσας, προς απόδειξη του ισχυρισμού της περί πλαστότητος του από 10-8-1959 φερομένου ως υπογραφέντος από τον δικαιοπάροχο πατέρα της εγγράφου, και δη α) το υπ’ αριθ. .../1964 πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π.

Μ. και β) την υπ’ αριθ. πρωτ. .../8-1-2015 βεβαίωση του Πολεοδομικού Γραφείου του .... Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα αναφέροντας αυτολεξεί: ".....από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, χρήσιμα είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης τούτου.

Συνεπώς, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 22-12-2015 αίτηση και τους από 15-11-2016 προσθέτους λόγους αυτής της Χ. Σ. για αναίρεση της υπ’ αριθ. 328/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους της.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018 .

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ