Legislator Case Law & Legislation
613/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on appeal grounds regarding omitted evidence and inadmissible claims in property ownership dispute.

Case Number 613/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeal's decision regarding a property ownership dispute. The appellants argued that the lower court failed to consider a specific claim about the boundary of the land, but the court found this claim inadmissible as it did not constitute a formal request for judicial protection. Furthermore, the court determined that the lower court had properly evaluated the submitted evidence and rejected the appellants' argument that the land bordered a road rather than a stream, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1045, 974, 559, 495, 176, 183, 191 KPolD; An appeal is inadmissible if the contested claim does not constitute a formal request for judicial protection, and an appeal based on omitted evidence is unfounded if the lower court properly evaluated and rejected the submitted arguments.

Keywords

AI generated
property ownership acquisition legal possession requirements appeal inadmissibility omitted evidence grounds judicial protection request boundary dispute evidence court costs liability

Cited Legislation

AI generated
Art. 1045 KPolD
Art. 974 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 495 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD
Art. 191 KPolD

Cited Case Law

AI generated
OL AP 25/2003

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 613 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 613/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. συζ. Ν. Λ., 2. Ν. Λ. του Λ., 3. Ε. Λ. του Ν., κατοίκων ... και 4. Δ. Λ. του Ν., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξουσίους δικηγόρους Γεώργιο Γραβιά και Ασημίνα Καούνη. Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. Κ. του Π., κατοίκου ... και 2. Ε. Κ. του Π., κατοίκου ..., οι οποίου εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους 'Αρη Τσουκαλά που ανακάλεσε την από 19-9-2016 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2010 αγωγή των αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 27/2015 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες, με την από 15-7-2015 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 5-1-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά το άρθρο 1045 ΑΚ για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα, είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος) αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.

Η ταυτόχρονη κατά κανόνα συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στον δικαιούχο αυτής.

Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης χωρίς να απαιτείται απαραίτητα και να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα. Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. `Ασκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με χρησικτησία αποτελούν οι υλικές και εμφανείς πάνω σ` αυτό πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσίασης τούτου, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, η ένταξή του στην υποβαλλόμενη προς την αρμόδια ΔΟΥ δήλωση ακίνητης περιουσίας (Ε9), χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο, η αποδοχή κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.

Μόνη η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων και η χρήση τους στις διάφορες υπηρεσίες (πολεοδομία, δασική υπηρεσία) δεν αποτελεί πράξη νομής, ως περιοριζομένη σε εντολή προς τον συντάκτη για επίσκεψη και περιγραφή του ακινήτου, αν όμως η πράξη αυτή συνδυάζεται και με άλλες πράξεις, τότε προσμετράται στις πράξεις νομής.

O διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 976 ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η τελευταία αποκτάται με παράδοση που γίνεται με τη βούληση του νομέα, η συμφωνία όμως του έως τώρα νομέα με εκείνον που αποκτά αρκεί για την κτήση της νομής, όταν ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα.

Η συμφωνία αυτή δεν απαιτείται να περιβληθεί ορισμένο τύπο, ακόμη και αν αφορά ακίνητο. Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119 και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια δηλαδή πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού.

Η σύσταση του εμπραγμάτου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμοζομένου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του.

Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 ΑΚ, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, κτήση μεν κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αν είναι καθολική, περιλαμβάνει δηλαδή όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει δηλαδή μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος, που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμα ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και συνεπώς αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού, ή έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας, δεν μπορεί να γίνει πριν από τη συμπλήρωση στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετούς με διάνοια κυρίου νομής αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, δηλαδή σε κανόνα που καθορίζει τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας. Η παραβίαση αυτή συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ό λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ ΑΠ 24/1992).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με την αναγνωριστική κυριότητας του επιδίκου ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων: ".........Με το με αριθ. .../10.9.1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου … Α.

Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου …, περιήλθε κατά κυριότητα στον πρώτο ενάγοντα, λόγω δωρεάς εν ζωή του κυρίου τούτου Μ. Π. Κ., πατέρα του, ένας αγρός, κείμενος στην κτηματική περιφέρεια της Κοινότητας ... νήσου ... και στη θέση "Π.", με το όνομα "Κ. Ρ.", συνολικής έκτασης έξι (6) στρεμμάτων περίπου πλέον ή έλαττον ή όσης έκτασης είναι, με όρια βόρεια ιδιοκτησία Ε.

Λ., νότια ιδιοκτησία Ε. Ε. Σ., ανατολικά ιδιοκτησία Ε. Ν. Σ. και δυτικά ιδιοκτησία Ε. Λ., ήτοι της πρώτης εναγόμενης, και δρόμο ("εμπασά"). Ο αγρός αυτός είχε περιέλθει στον δωρητή σε μεγαλύτερη έκταση δύο ζευγαριών ή επτά και μισού (7,1/2) στρεμμάτων, με όρια κτήματα Β. Ν. Κ., Ε. Ν. Σ., Π. Α. και οδό, λόγω πώλησης από τους συγκύριους τούτου Μ.

χήρα Λ. Μ., Ε. Λ. Μ. και Μ. Λ. Μ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Λ. Μ. (του οποίου αποδέχθηκαν την κληρονομιά με την με αριθ. 8048/1960 πράξη αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου ... Γ. Μ. Α., νόμιμα μεταγραμμένη στα ως άνω βιβλία μεταγραφών [τόμ. …, αριθ. 6342]), δυνάμει του με αριθ. .../1960 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου ...

Γ. Μ. Α., νόμιμα μεταγραμμένου στα ως άνω βιβλία μεταγραφών. Εξάλλου, με το με αριθ. .../26.8.1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Γ. Κ., νόμιμα μεταγραμμένο στα αυτά βιβλία μεταγραφών..., περιήλθε στην κυριότητα, της πρώτης εναγομένης [α' αναιρεσείουσας], λόγω δωρεάς εν ζωή από τον πατέρα της Μ. Π. Κ., ένας αμπελώνας, έκτασης ενός και μισού (1,5) στρέμματος, με όρια ανατολικά εν μέρει έτερο ακίνητο του δωρητή το οποίο τελούσε υπό μεταβίβαση στον Π.

Φ., ήτοι το ως άνω ακίνητο που μεταβιβάστηκε στη συνέχεια στον πρώτο ενάγοντα, όπως τούτο διαχωρίζεται δια τοίχου και εν μέρει Π. Α., δυτικά δε και νότια δημόσιες οδούς. Ακολούθως ο πρώτος ενάγων προέβη στην έκδοση της με αριθ. 354/1983 οικοδομικής άδειας και στην ανέγερση σταδιακά με αυτεπιστασία, όντας ο ίδιος οικοδόμος, δυνάμει αυτής, διώροφης οικοδομής στον αγρό που του δώρισε ο πατέρας του και στη συνέχεια προέβη, δυνάμει του με αριθ. 7346/2004 συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Σ.

Κ. - Μ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα αυτά ως άνω βιβλία μεταγραφών..., όπως διορθώθηκε με το με αριθ. .../2007 συμβόλαιο της ίδιας συμβολαιογράφου, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου ... και δη στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με ΚΑΕΚ....., στη σύσταση τριών οριζόντιων ιδιοκτησιών, ήτοι των διαμερισμάτων με στοιχεία Ι-1 και Ι-2 του ισογείου και Α-1 του πρώτου ορόφου, με ποσοστό συγκυριότητας εξ αδιαιρέτου στο ακίνητο 20%, 40% και 40% αντίστοιχα και σε γονικές παροχές κατά την ψιλή κυριότητα των συσταθεισών οριζόντιων ιδιοκτησιών επί της διώροφης οικοδομής, που ανήγειρε, στην δεύτερη και την τρίτη ενάγουσες θυγατέρες του [α' και β' αναιρεσίβλητες], με παρακράτηση της επικαρπίας εφ' όρου ζωής για τον εαυτό του και τη σύζυγό του Γ...

Ειδικότερα, στην δεύτερη ενάγουσα μεταβίβασε κατά την ψιλή συγκυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου το Ι-1 διαμέρισμα και κατά την ψιλή κυριότητα το Α-1 διαμέρισμα και στην τρίτη ενάγουσα μεταβίβασε κατά την ψιλή συγκυριότητα ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου το Ι-1 διαμέρισμα και κατά την ψιλή κυριότητα το Ι-2 διαμέρισμα.

Με το τελευταίο συμβόλαιο διορθώθηκε η έκταση του ακινήτου από 8.075 τ.μ., που αναφερόταν στο προηγούμενο σύμφωνα με το συνημμένο σε αυτό από Νοεμβρίου 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού και γεωμέτρη τοπογράφου Δ. Α., σε 8.298,86 τ.μ., σύμφωνα με το συνημμένο στο τελευταίο από Ιανουαρίου 2007 τοπογραφικό διάγραμμα του ίδιου μηχανικού και αναφέρονται ως όρια βόρεια πρώην ιδιοκτησία Ε.

Α., νότια κατά ένα μέρος ιδιοκτησίες Ε. Σ. και Ε. Σ. και κατά ένα άλλο μέρος ιδιοκτησία Ε. Σ., ανατολικά κατά ένα μέρος πρώην ιδιοκτησία Ε. Α. και κατά ένα άλλο μέρος πρώην ιδιοκτησία Ε. Α., δυτικά κατά ένα μέρος, σε πρόσωπο μήκους 7,25 μ. αγροτική οδός και κατά ένα άλλο μέρος σε πλευρά συνολικού μήκους 122,93 μ. ιδιοκτησία Ε.

Λ. (πρώτης εναγομένης), βορειοανατολικά, κατά ένα μέρος συνολικού μήκους 83,12 μ. πρώην ιδιοκτησία Ε. Α. και κατά ένα μέρος σε πρόσοψη μήκους 5,93 μ. επαρχιακή οδός Φ. - Κ., βορειοδυτικά ιδιοκτησία Ε. Λ. και νοτιοανατολικά κατά ένα μέρος πρώην ιδιοκτησία Ε. Α. και κατά ένα άλλο μέρος ιδιοκτησία Ε. Σ.. Γίνεται δε περαιτέρω μνεία στο συμβόλαιο που διορθώθηκε ότι η πλέον των έξι στρεμμάτων έκταση των 2.075 τ.μ.

περιήλθε στον πρώτο ενάγοντα με άτυπη δωρεά του πατέρα του Μ. Κ. το έτος 1982, ενώ στο τελευταίο συμβόλαιο, με το οποίο διορθώθηκε το προηγούμενο, προσαρτήθηκαν τρία αποσπάσματα κτηματολογικού διαγράμματος του ΟΚΧΕ, στα οποία εμφαίνεται το ακίνητο με ΚΑΕΚ....., εμβαδού 8.299 τ.μ., όπως αποτυπώνεται και στο συνημμένο στην αγωγή από Δεκεμβρίου 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Α.

Χ. ως ακίνητο των εναγόντων με έκταση, κατά ακριβή καταμέτρηση, 8.298,86 τ.μ., το οποίο στο βόρειο άκρο του καταλήγει μέσω στενής λωρίδας γης, ακανόνιστου σχήματος, αποτελούσας επίσης τμήμα του ακινήτου, στην επαρχιακή οδό Φ. - Κ.. Όπως προκύπτει από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων οι αεροφωτογραφίες της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού των ετών 1960, 1973, 1975, 1978, 1983, 1985, 1988 και 2006 και οι αεροφωτογραφίες του ΟΚΧΕ (ΥΠΕΚΑ) με ημερομηνίες 9.7.1992 και 8.6.1995, το ακίνητο, που περιήλθε στον πρώτο ενάγοντα από δωρεά εν ζωή του πατέρα του Μ.

Κ. το 1981, δεν είχε πρόσβαση στην επαρχιακή οδό Φ. - Κ. προς βορρά, αλλά είχε πρόσβαση σε αγροτικό δρόμο στο νοτιοδυτικό άκρο του, όπου υπήρχε και αλώνι, συνόρευε βόρεια - βορειοδυτικά με την ιδιοκτησία της εναγόμενης και βόρεια - βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Π. Α., περιλαμβανόταν δε σε αυτό και ένα τμήμα τριγωνικού σχήματος, εμβαδού 74,45 τ.μ., στη βορειοδυτική πλευρά του, που σήμερα περιλαμβάνεται στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης, η οποία (ιδιοκτησία) φέρει ΚΑΕΚ......

Μεταξύ των δύο ιδιοκτησιών υπήρχε υψομετρική διαφορά με υψηλότερα κείμενη την ιδιοκτησία των εναγόντων [αναιρεσιβλήτων] και κατά μήκος του ορίου αυτών υφίστατο τοίχος από ξηρολιθιά, γεγονός για το οποίο γίνεται μνεία (όπως προαναφέρθηκε) στο με αριθ. .../1981 δωρητήριο συμβόλαιο, με το οποίο απέκτησε την κυριότητα της ιδιοκτησίας της η πρώτη εναγομένη.

Ωστόσο, στην αεροφωτογραφία με ημερομηνία 9.7.1992 φαίνεται σαφώς και για πρώτη φορά στις ως άνω κατά χρονολογική σειρά αεροφωτογραφίες, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (στο πλαίσιο των τεχνικών εκθέσεων που έχουν συνταχθεί για λογαριασμό τους εκατέρωθεν), ότι το ακίνητο των εναγόντων έχει πλέον πρόσβαση στην επαρχιακή οδό Φ.- Κ.

μέσω στενής λωρίδας γης, η οποία εμφαίνεται στη συνέχεια στις επόμενες κατά χρονολογική σειρά αεροφωτογραφίες και έχει αποτυπωθεί στο κτηματολογικό διάγραμμα του ΟΚΧΕ ως τμήμα του ακινήτου με ΚΑΕΚ....., και η οποία συνεχίζει ως δρόμος μέχρι το μέσο του ακινήτου, όπου έχει ανεγερθεί η διώροφη οικοδομή, ενώ ο υφιστάμενος αγροτικός δρόμος στο νοτιοδυτικό άκρο του που καταλήγει προς βορρά στην ως άνω επαρχιακή οδό, έχει περιπέσει ολίγον κατ' ολίγον σε αχρησία από το μέσο περίπου της δυτικής πλευράς της ιδιοκτησίας της εναγομένης, της οποίας αποτελεί όριο, και προς το νότο, και έχει λάβει τη μορφή ρέματος με θάμνους που αναφύονται στις πλευρές του.

Η διάνοιξη της παραπάνω λωρίδας γης έγινε το θέρος του 1989 και συγκεκριμένα στις 18.8.1989, όταν (όπως προκύπτει από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης [αδελφής του πρώτου ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης] και τις λαμβανόμενες υπόψη ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες και δεν αναιρούνται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης και τις λαμβανόμενες υπόψη ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι εναγόμενοι) με παρουσία κατοίκων της περιοχής, μεταξύ των οποίων ο πατέρας του πρώτου ενάγοντος και της πρώτης εναγόμενης Μ.

Κ., και κατόπιν προφορικής συμφωνίας του πρώτου ενάγοντος αφενός με την πρώτη εναγομένη για ανταλλαγή δύο τμημάτων των ιδιοκτησιών τους και αφετέρου με την Ε. Α., ο Α. Φ. με δικό του εκσκαφέα ("μπουλντόζα") και κατ' εντολή του πρώτου ενάγοντος καθαίρεσε τμήμα του τοιχίου που οριοθετούσε τις ιδιοκτησίες των διαδίκων προς βορρά, τμήμα του τοιχίου που οριοθετούσε αυτές προς δυσμάς και στο σημείο όπου υφίστατο τριγωνική εσοχή προς την ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, καθώς και τμήμα του τοιχίου που οριοθετούσε τις ιδιοκτησίες της πρώτης εναγομένης και του Π.

και ήδη Ε. Α. προς βορρά και πολύ κοντά στην πρόσβαση προς την επαρχιακή οδό Φ. - Κ., έτσι ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση της ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος στην τελευταία. Ακολούθως, στο προς δυσμάς όριο των ιδιοκτησιών εναγόντων και πρώτης εναγομένης και στο σημείο όπου καθαιρέθηκε το τοιχίο του μεταξύ τους ορίου ο ανωτέρω Α.

Φ. προέβη σε περαιτέρω εκσκαφή του χώματος, ώστε να εξομαλυνθεί η υψομετρική διαφορά των δύο ιδιοκτησιών, και στη συνέχεια επανεγέρθηκε το τοιχίο από ξηρολιθιά προς το μέρος της ιδιοκτησίας των εναγόντων, έτσι ώστε ένα τμήμα της, τριγωνικού σχήματος και εμβαδού 74,45 τ.μ., περιλήφθηκε στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης.

Έκτοτε ο πρώτος ενάγων χρησιμοποιούσε αυτή τη λωρίδα γης, η οποία αποτελείται από το περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα Β, εμβαδού 126,86 τ.μ., που προέρχεται από την ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης και το περιγραφόμενο στην αγωγή τμήμα Γ, εμβαδού 25,66 τ.μ., που προέρχεται από την ιδιοκτησία πρώην Ε. Α., για να έχει πρόσβαση στην επαρχιακή οδό Φ. - Κ.

και νεμόταν αυτήν με διάνοια κυρίου. Ειδικότερα, για τις εργασίες που έγιναν για την αποπεράτωση της οικοδομής, η οποία βρισκόταν τότε στο στάδιο του σοβαντίσματος, και για τη μεταφορά των υλικών χρησιμοποιούταν αυτή η λωρίδα, ενώ η μεταφορά των υλικών για την ανέγερση της οικοδομής μέχρι το στάδιο αυτό είχε γίνει μέσω της όμορης προς νότο ιδιοκτησίας Ε.

Σ., ενδεικτικό του ότι ούτε κατά τη δεκαετία του 1980 ήταν επαρκώς προσβάσιμη η ιδιοκτησία των εναγόντων από τον αγροτικό δρόμο που έφθανε στο νοτιοδυτικό άκρο της. Στη συνέχεια, μετά την αποπεράτωση της οικοδομής, ο πρώτος ενάγων και η οικογένειά του, που διέμεναν συχνά σ' αυτήν, χρησιμοποιώντας την ως εξοχική κατοικία, οι διαδοχικοί μισθωτές ενός από τα διαμερίσματα της οικοδομής και οι επισκέπτες τους, χρησιμοποιούσαν αυτήν τη λωρίδα γης για την πρόσβασή τους στην διώροφη οικοδομή, οι δε ενάγοντες φρόντιζαν για τον καθαρισμό από τα αγριόχορτα και τη συντήρησή της.

Επιπλέον ο πρώτος ενάγων επιμελήθηκε την εκσκαφή και τη διέλευση υπογείως σωληνώσεων δια μέσου της εν λόγω λωρίδας γης για την υδροδότηση της οικοδομής του. Τα ανωτέρω συνέβαιναν έως το φθινόπωρο του 2009, χωρίς να ενοχληθούν μέχρι τότε οι ενάγοντες [αναιρεσίβλητοι] από τους εναγομένους, από τους οποίους ο δεύτερος είναι σύζυγος και η τρίτη και ο τέταρτος τέκνα της πρώτης, αντίθετα οι δύο οικογένειες διατηρούσαν πολύ καλές σχέσεις, οι δε εναγόμενοι δεν προέβαλαν αντιρρήσεις όταν διαπίστωσαν ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα αποτελούσε τμήμα του ακινήτου των εναγόντων στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα του Κτηματολογίου και όχι τμήμα του ακινήτου της πρώτης εναγομένης.

Έτσι απέκτησαν την ψιλή συγκυριότητα η δεύτερη και η τρίτη και την επικαρπία ο πρώτος των εναγόντων της ως άνω εδαφικής λωρίδας (αποτελούμενης από τα τμήματα Β και Γ) με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης υφίσταται επίσης κατοικία, στην οποία διαμένει αυτή, ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων, ενώ ο τέταρτος εναγόμενος έχει θέσει σε λειτουργία στον ακάλυπτο χώρο της ιδιοκτησίας επιχείρηση υγρών καυσίμων.

Προς το σκοπό δε της έκδοσης άδειας λειτουργίας της επιχείρησής του και, έχοντάς το επιτρέψει ο πρώτος ενάγων, προέβη στην εκπόνηση της από Σεπτεμβρίου 1999 μελέτης, την οποία συνέταξε ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Γ. Σ. Κ., με θέμα την κυκλοφοριακή σύνδεση (τύπου Δ - κόμβος) του πρατηρίου υγρών καυσίμων και στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη λωρίδα γης ως χώρος της επιχείρησης, με έξοδο των οχημάτων - μετά τον ανεφοδιασμό τους - προς την επαρχιακή οδό Φ. - Κ.

από το ως άνω τμήμα Γ της λωρίδας αυτής. Στη συνέχεια η επίδικη λωρίδα τσιμεντοστρώθηκε, ενώ από το 2001 και κατά παράκληση των εναγομένων για την αποφυγή χωμάτων και χαλικιών στο χώρο αυτό, προερχομένων από την υπόλοιπη ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος, ο τελευταίος ασφαλτόστρωσε το τμήμα της ιδιοκτησίας του που, σε συνέχεια της εν λόγω λωρίδας, καταλήγει στην διώροφη οικοδομή του.

Ας σημειωθεί δε ότι ενώ οι εναγόμενοι με τις πρωτόδικες προτάσεις τους ισχυρίστηκαν, αρνούμενοι την αγωγή, ότι ο δεύτερος από αυτούς επέτρεψε το έτος 1992 στον πρώτο ενάγοντα να διέρχεται με αυτοκίνητο από τα τμήματα Β και Γ για εξυπηρέτηση, χάριν συγγενείας και όχι λόγω ανταλλαγής τμημάτων, καθόσον πράξεις νομής ασκούσαν σ' αυτά μόνον οι ίδιοι, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσης ισχυρίζονται για πρώτη φορά, στο αυτό πλαίσιο άρνησης της αγωγής και σε αντίφαση με τα προηγούμενα, ότι το τμήμα Γ το δώρισε στους ίδιους ατύπως ο γείτονας Γ.

Α. το 1999. Εξάλλου στην ιδιοκτησία της η πρώτη εναγόμενη και στο τριγωνικό τμήμα (δ) που έλαβε από τον πρώτο ενάγοντα, σε ανταλλαγή με το τμήμα Β κατά τα ανωτέρω, τοποθέτησε υπόστεγο με πλυντήριο - λιπαντήριο για τις ανάγκες της επιχείρησης του γιου της Δ., τέταρτου των εναγομένων. Ενώ δε έτσι είχαν τα πράγματα, και οι ενάγοντες χρησιμοποιούσαν απρόσκοπτα την ως άνω εδαφική λωρίδα (ήτοι τα τμήματα Β και Γ της ιδιοκτησίας τους) για τη μετάβαση στην ιδιοκτησία τους, την οποία επίσης χρησιμοποιούσε, κατά παραχώρησή τους, ο τέταρτος εναγόμενος και οι πελάτες της επιχείρησής του, στο πλαίσιο λειτουργίας της τελευταίας, από το Νοέμβριο του 2009 και εφεξής οι εναγόμενοι άρχισαν να απειλούν τους ενάγοντες ότι "θα κλείσουν το δρόμο", αλλά και να τους ζητούν επίσης να "κλειστεί ο δρόμος" γιατί τους ενοχλεί η διέλευση των αυτοκινήτων δίπλα από την οικία και την επιχείρησή τους, εννοώντας προφανώς να αποκλειστεί η διέλευση των εναγόντων από την επαρχιακή οδό Φ. - Κ.

προς την ιδιοκτησία τους. Τον ίδιο μήνα ο δεύτερος εναγόμενος παρεμπόδισε- με το σώμα του το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε η σύζυγος του πρώτου ενάγοντος και άλλοι συγγενείς τους και κατευθυνόταν από την επίδικη εδαφική λωρίδα προς την επαρχιακή οδό Φ. - Κ., λέγοντας ότι αν ξαναπεράσουν από το δρόμο θα τους καθαρίσει.

Επιπλέον οι εναγόμενοι τοποθέτησαν στο τμήμα Β της ιδιοκτησίας των εναγόντων (ήτοι το τμήμα που είχε ανταλλαχθεί με το τμήμα δ κατά τα ανωτέρω) ένα παλιό ΙΧΕ αυτοκίνητο, χρώματος λευκού, εργοστασίου κατασκευής ΟΡΕL, τύπου ΚΑDΕΤΤ, χωρίς πινακίδες κυκλοφορίας και ενίοτε σταθμεύουν επίσης ένα μικρό βυτιοφόρο όχημα μεταφοράς υγρών καυσίμων, που φέρει τα χαρακτηριστικά της εταιρίας πετρελοειδών "ΕΚΟ", τα οποία φέρει και η επιχείρηση υγρών καυσίμων του τέταρτου εναγομένου, καθώς και τον τηλεφωνικό αριθμό ...., που ανήκει στον τέταρτο εναγόμενο, παρεμποδίζοντας έτσι και, συνεπώς διαταράσσοντας την άσκηση επ' αυτού της εξουσίας των εναγόντων, που απορρέει από τα εμπράγματα δικαιώματα της επικαρπίας του πρώτου και της ψιλής κυριότητας των λοιπών".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η σχετική αρνητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε ως προς την κτήση της κυριότητας επί των επιδίκων ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, ενώ ορθά δεν ασχολήθηκε με τις διατάξεις των άρθρων 975, 1118, 1119 και 1121 ΑΚ, εφόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, υφίστατο ενάσκηση πλήρους φυσικής εξουσίασης επ' αυτών με διάνοια κυρίου και όχι μερικής με διάνοια δικαιούχου και ως εκ τούτου δεν υπήρχε πεδίο εφαρμογής τους.

Εξάλλου, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την προαναφερόμενη με έκτακτη χρησικτησία κτήση κυριότητας, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 974 και 1045 ΑΚ. Επομένως οι περί του αντιθέτου και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις που περιέχονται στους πρώτο κατά το πρώτο και τρίτο μέρη του, δεύτερο κατά το τρίτο μέρος του και τρίτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγους είναι αβάσιμες.

Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτούς οι αναιρεσείοντες προβάλλουν αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, την επάρκεια και την πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα είναι, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη νομική σκέψη απαράδεκτοι.

Τέλος, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, και κατά το επί του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. ερειδόμενο τρίτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες διατείνονται, ότι το Εφετείο παραβίασε τα άρθρα 513 επ. και 522 Κ.Πολ.Δ, που αναφέρονται στις προϋποθέσεις άσκησης της έφεσης, τα στοιχεία της, τα δικαιούμενα να την ασκήσουν πρόσωπα και τα αποτελέσματα άσκησής της, είναι απαράδεκτος, γιατί ο επί του αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

στηριζόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνον, όπως προαναφέρθηκε, όταν παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι μνημονευθείσες ως άνω διατάξεις.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη για τους ισχυρισμούς αυτούς ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη για τη βασιμότητά τους. Ειδικότερα δεν απαιτείται να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.

Εν προκειμένω, με τον δεύτερο κατά το τέταρτο μέρος του και τον τρίτο κατά το πρώτο μέρος του λόγους προσάπτεται ο από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, διότι το Εφετείο δέχθηκε χωρίς απολύτως καμία απόδειξη ότι α) "η επίδικη εδαφική λωρίδα περιλαμβάνεται.... ως χώρος επιχείρησης με έξοδο των οχημάτων-μετά τον ανεφοδιασμό τους- προς την επαρχιακή οδό Φ.-Κ.

από το τμήμα Γ της λωρίδας αυτής" και β) "ότι υπήρξε μεν αγροτικός δρόμος που παρείχε πρόσβαση και εξυπηρετούσε την οικοδομή των αναιρεσιβλήτων, πλην όμως αυτός στο νοτιοδυτικό άκρο του που καταλήγει προς βορρά στην άνω επαρχιακή οδό, έχει περιπέσει ολίγον κατ' ολίγον σε αχρησία από το μέσον περίπου της δυτικής πλευράς της ιδιοκτησίας της εναγομένης, της οποίας αποτελεί όριο, και προς το νότο και έχει λάβει τη μορφή ρέματος με θάμνους που αναφύονται στις πλευρές του".

Εκ των λόγων αυτών ο δεύτερος κατά το τέταρτο μέρος του προεχόντως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα όσα ανωτέρω σε εισαγωγικά διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αλλ' ότι "...προς το σκοπό της έκδοσης άδειας λειτουργίας της επιχείρησής του και, έχοντάς το επιτρέψει ο πρώτος ενάγων, προέβη στην εκπόνηση της από Σεπτεμβρίου 1999 μελέτης, την οποία συνέταξε ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Γ.

Σ. Κ., με θέμα την κυκλοφοριακή σύνδεση (τύπου Δ - κόμβος) του πρατηρίου υγρών καυσίμων και στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη λωρίδα γης ως χώρος της επιχείρησης, με έξοδο των οχημάτων - μετά τον ανεφοδιασμό τους - προς την επαρχιακή οδό Φ. - Κ. από το ως άνω τμήμα Γ της λωρίδας αυτής", δηλονότι δέχεται ως αποδειχθέν το γεγονός και μόνον της αποτύπωσης στην από Σεπτεμβρίου τεχνικής μελέτης της επίδικης εδαφικής λωρίδας ως χώρου της επιχείρησης εμπορίας καυσίμων.

Εξάλλου, ο τρίτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος είναι αβάσιμος διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρονται λεπτομερώς τα αποδεικτικά μέσα (ένορκες καταθέσεις μαρτύρων, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα), από τα οποία το Δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, χωρίς να απαιτείται περαιτέρω αξιολόγηση εκάστου εξ αυτών ειδικά και χωριστά.

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Για να θεμελιωθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θα πρέπει η αοριστία της αγωγής να προταθεί νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, να επαναφερθεί νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το γεγονός δε τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στο αναιρετήριο (Ολ ΑΠ 16/2000). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, με τον πρώτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναίρεσης, την αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, διότι με την προσαβαλλόμενη απόφασή του επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων, που ήταν αόριστη καθόσον "ελλείπει η εξειδίκευση με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα του άρθρου 974 ΑΚ που απαιτεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων της φυσικής εξουσίασης του πράγματος με διάνοια κυρίου, ήτοι πλήρους εξουσίασης αυτού, ενώ αντίθετα με βάση το περιεχόμενο της αγωγής τους επικαλούνται πράξεις που αφορούν μόνο σε δουλεία διόδου, η οποία ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος κτήματος με διάνοια δικαιούχου περιορισμένου δικαιώματος και συγκεκριμένα δικαιώματος δουλείας (οιονεί νομή)".

Ο λόγος όμως αυτός αναίρεσης είναι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαράδεκτος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο αν οι αναιρεσείοντες προέβαλαν την αοριστία της αγωγής και δη νομοτύπως τόσον ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσον και ενώπιον του Εφετείου.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Περαιτέρω, η μη λήψη υπόψη νομοτύπως προταθέντων αποδεικτικών μέσων πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αφορά σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 911/2002).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά το δεύτερο μέρος του και τον τέταρτο κατά το πρώτο μέρος του, λόγους της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη α) την από Σεπτεμβρίου 1999 μελέτη του ηλεκτρολόγου μηχανικού Γ.

Κ., β) την υπ' αριθ. 2457/2000 αίτηση του Ν. Λ. προς το Γραφείο Συγκοινωνιών του Επαρχείου ... για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας πρατηρίου υγρών καυσίμων και γ) την υπ' αριθ. 8271/29-8-2011 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Ε. Β. Μ. Μ., Φ. Σ. και Ε. Σ., που νομοτύπως με επίκληση προσκομίσθηκαν εκ μέρους των αναιρεσειόντων.

Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα, εκ των οποίων μάλιστα τα υπό στοιχεία α και γ μνημονεύει ρητά στο σκεπτικό της απόφασής του, ενώ ως προς το υπό στοιχείο β, αναφέρει αυτολεξεί: ".....από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται έστω για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου....", χωρίς να υφίσταται ανάγκη ειδικότερης μνείας και αξιολόγησης τούτου.

Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επειδή ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Κατά τη σαφή έννοια του αριθμού 1 παρ. 2 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων αυτών ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο εάν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ` αυτούς των υποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών. Έτσι αποκλείεται η αναίρεση για εσφαλμένη χρησιμοποίησή τους προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο κατά το πρώτο μέρος του λόγο της αίτησης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποδέχθηκε μεν το γεγονός ότι στην επιχείρηση υγρών καυσίμων που λειτουργούν οι αναιρεσείοντες από το έτος 2000 "περιλαμβάνεται η επίδικη λωρίδα γης ως χώρος της επιχείρησης, με έξοδο των οχημάτων-μετά τον ανεφοδιασμό τους- προς την επαρχιακή οδό Φ.-Κ.

από το τμήμα Γ της λωρίδας αυτής", πλην όμως αρνήθηκε να αποδεχθεί τη γενική αρχή που προκύπτει από την καθημερινή παρατήρηση της πραγματικότητας, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατόν να ασκούνται πράξεις νομής από τις αναιρεσίβλητες ταυτόχρονα με τη φυσική εξουσίαση που ασκούσαν οι αναιρεσείοντες λειτουργώντας την εν λόγω επιχείρηση.

Ο λόγος αυτός προεχόντως στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τα όσα ανωτέρω σε εισαγωγικά διατείνονται οι αναιρεσείοντες, αλλ' ότι "...προς το σκοπό της έκδοσης άδειας λειτουργίας της επιχείρησής του και, έχοντάς το επιτρέψει ο πρώτος ενάγων, προέβη στην εκπόνηση της από Σεπτεμβρίου 1999 μελέτης, την οποία συνέταξε ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Γ.

Σ. Κ., με θέμα την κυκλοφοριακή σύνδεση (τύπου Δ - κόμβος) του πρατηρίου υγρών καυσίμων και στην οποία περιλαμβάνεται η επίδικη λωρίδα γης ως χώρος της επιχείρησης, με έξοδο των οχημάτων - μετά τον ανεφοδιασμό τους - προς την επαρχιακή οδό Φ. - Κ. από το ως άνω τμήμα Γ της λωρίδας αυτής", δηλονότι δέχεται ως αποδειχθέν το γεγονός και μόνον της αποτύπωσης στην από Σεπτεμβρίου τεχνικής μελέτης της επίδικης εδαφικής λωρίδας ως χώρου της επιχείρησης εμπορίας καυσίμων.

Κατά μεν την παράγραφο 1 του άρθρου 2 του ν.δ. 690/1948, η οποία καταργήθηκε με το άρθρο 3 παρ.1 του α.ν. 625/1968 και επαναφέρθηκε σε ισχύ με το άρθρο 6 παρ. 1 του 651/1977, "απαγορεύεται η μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων επαγομένη την δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, είτε κατά το ελάχιστον εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστον πρόσωπον ή βάθος", κατά δε την παρ. 3 του ιδίου άρθρου, "πάσα δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, έχουσα αντικείμενον απαγορευμένην κατά τας προηγουμένας παραγράφους μεταβίβασιν κυριότητας, είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρος". Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι μόνο η δικαιοπραξία με την οποία μεταβιβάζεται οικόπεδο και εξ αιτίας της οποίας δημιουργούνται μη άρτια οικόπεδα είναι άκυρη.

Συνεπώς, δεν αποκλείεται από τις διατάξεις αυτές η απόκτηση από τρίτο της κυριότητας τμήματος οικοπέδου με χρησικτησία, έστω και αν αυτή επάγεται τη δημιουργία οικοπέδων μη αρτίων, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβίβαση με δικαιοπραξία (Ολ.ΑΠ 606/1976). Με τον τέταρτο κατά το δεύτερο μέρος του λόγο αναίρεσης προσάπτεται η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον το Εφετείο δεχθέν ότι "... (στις 18-8-1989) κατόπιν προφορικής συμφωνίας του πρώτου ενάγοντος αφενός με την πρώτη εναγομένη για ανταλλαγή δυο τμημάτων των ιδιοκτησιών τους και αφετέρου με την Ε.

Α., ο Α. Φ. με δικό του εκσκαφέα ("μπουλντόζα") και κατ' εντολήν του πρώτου ενάγοντος καθαίρεσε τμήμα του τοιχίου που οριοθετούσε τις ιδιοκτησίες των διαδίκων προς βορρά, τμήμα του τοιχίου που οριοθετούσε αυτές προς δυσμάς και στο σημείο όπου υφίστατο τριγωνική εσοχή προς την ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, καθώς και τμήμα του τοιχίου που οριοθετούσε τις ιδιοκτησίες της πρώτης εναγομένης και του Π.

και ήδη Ε. Α. προς βορρά και πολύ κοντά στην πρόσβαση προς την επαρχιακή οδό Φ.-Κ., έτσι ώστε να είναι δυνατή η πρόσβαση της ιδιοκτησίας του πρώτου ενάγοντος στην τελευταία", παραβίασε ευθέως τις διατάξεις του ν. 651/1977, κατά τις οποίες "δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται κατάτμηση αρτίων και οικοδομίσιμων ακινήτων σε τμήματα μικρότερα των 4.000 τ.μ.

και δεν ήταν δυνατόν από το μεγαλύτερο ακίνητο των αναιρεσειόντων να μεταβιβάζονται τμήματα (β' και γ' επίδικα), τα οποία είναι μικρότερα του ανωτέρω εμβαδού και επομένως, ακόμη και αν είχε λάβει χώρα τέτοια συμφωνία ανταλλαγής τμημάτων ακινήτων που αναφέρουν οι αναιρεσίβλητοι, αυτή είναι άκυρη και ουδένα δικαίωμα επάγεται", τον δε ισχυρισμό αυτό είχαν νομοτύπως προβάλει με τις προτάσεις τους ενώπιον αμφοτέρων των Δικαστηρίων ουσίας.

Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δεν δέχθηκε τη με προφορική συμφωνία μεταβίβαση της κυριότητας οικοπέδων, από την οποία δημιουργήθηκαν οικόπεδα μη άρτια, είτε κατά το ελάχιστο εμβαδόν, είτε κατά το ελάχιστο πρόσωπο ή βάθος, ώστε αυτή (δικαιοπραξία) να είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη, αλλά μόνον την επιτρεπτή κτήση, κατά τα προαναφερθέντα, κυριότητας με βάση τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και αφετηρία αυτής (πρώτη επιδηλωτική της νομής πράξη) το ανωτέρω χρονικό σημείο (18-8-1989).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε είναι ιδίως η της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΟλΑΠ 25/2003).

Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας. Εξάλλου, κατά τον αριθμό 8 του ίδιου, ως άνω, άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 25/2003).

Εν προκειμένω, με τον τρίτο κατά το τέταρτο μέρος του λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστη αίτηση των αναιρεσειόντων και δη τον πρώτο λόγο της έφεσής τους, με τον οποίο προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι από δημόσιο έγγραφο και δη το με επίκληση προσαχθέν από τους αναιρεσίβλητους υπ' αριθ. .../1981 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Α. Κ. προκύπτει ότι η τότε ιδιοκτησία του πρώτου ενάγοντος συνόρευε με δρόμο και όχι με ρέμα, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός, όπως διατυπώνεται, ελέγχεται προεχόντως απαράδεκτος, δοθέντος ότι ο προβληθείς ισχυρισμός δεν αποτελεί, κατά την προαναφερθείσα έννοια, αίτηση. Αλλά και υπό την εκδοχή ότι η εφετειακή απόφαση πλήττεται από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο λόγος είναι αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχεται κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι, ναι μεν ο περιελθών με το προαναφερόμενο δωρητήριο συμβόλαιο στον πρώτο ενάγοντα αγρός συνόρευε δυτικά με την ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης και με δρόμο ("εμπασά"), πλην όμως αυτός "στο νοτιοδυτικό άκρο του... έχει περιπέσει ολίγον κατ' ολίγον σε αχρησία από το μέσο περίπου της δυτικής πλευράς της εναγομένης, της οποίας αποτελεί όριο, και προς νότο, και έχει λάβει τη μορφή ρέματος με θάμνους που αναφύονται στις πλευρές του".

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 ΚΠολΔ και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-7-2015 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 27/2015 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2016.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ