Legislator Case Law & Legislation
301/2009 AI generated

301/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 301/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2599/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6524/2004 μη οριστική και 8628/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/5/2007 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

301/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Keywords

AI generated
motorcycle road accident whiplash injury accident consequences driving while unfit to drive severity of accident damages from traffic accident
AI generated
765/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24 Απριλίου 2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 216/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 627/2005 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή τους.
972/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.
1710/2025
Η υπό κρίση από 30-1-2023 (αριθμ.καταθ.10/3-2-2023), αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ.21/11-1-2023 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης για ζημίες που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681Α, 666, 667 και 670 έως 676 του ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθ. 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, επομένως, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
1337/2019
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
768/2020
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 301 / 2009 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 301/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Πετράκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Πολυζωγόπουλο, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση και Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Δεκεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ......, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Κουτσουλέλου και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ ΑΕΑΖ", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νομίμως, 2) Ψ2, 3) Ψ3, κατοίκων ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Μουλαγιάννη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/6/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2599/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 6524/2004 μη οριστική και 8628/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24/5/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Πολυζωγόπουλος, ανέγνωσε την από 26/11/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει από το άρθρο 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Δεν είναι όμως αναγκαία η ειδική αναφορά και η ξεχωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και εξαίρονται μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει το λόγο της αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως.

Εξάλλου, επί παραπόνου για λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν επιτρέπονται από το νόμο, πρέπει να προσδιορίζονται οι αποδείξεις, ο ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη, καθώς και ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να εκτιμηθούν. Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτος και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο για την κατάρτιση του αποδεικτικού του πορίσματος, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη έγγραφα που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε, αφετέρου δε έλαβε υπόψη παρά το νόμο έγγραφα που προσκομίσθηκαν από τους αντιδίκους του, παρότι δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση αυτών με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου.

Πιο συγκεκριμένα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο: α) τα υπ'αριθ. ...... και ...... ιατρικά πιστοποιητικά, β) το εκκαθαριστικό του έτους 1999 της ΣΤ' ΔΟΥ Αθηνών, γ) η υπ'αριθ. ...... βεβαίωση του ΓΝΑ Κοργιαλένειου Μπενάκειου δ) το από 5-1-2000 πιστοποιητικό του περιφερειακού ΕΕΣ και το ......

πιστοποιητικό του ίδιου Νοσοκομείου, ε) δύο φωτογραφίες του τόπου του ατυχήματος, στ) η υπ'αριθ. ...... βεβαίωση του ΤΕΒΕ, το από 29-3-2001 ιατρικό σημείωμα τα πρακτικά της από 19-11-2002 συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η με αριθμό 8532/2001 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του ίδιου δικαστηρίου, οι υπ'αριθ. 282/1996 και 127/1996 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Εδέσσης και Θεσπρωτίας, αντίστοιχα, και οι υπ'αριθμ. 8328/2000, 7468/2000 και 6162/2000 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, ενώ, αντίθετα, το Εφετείο έλαβε υπόψη έγγραφα που προσκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι, παρότι αυτά τα είχαν επικαλεσθεί μόνο με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν πρωτοδίκως και όχι με τις προτάσεις τους που κατέθεσαν ενώπιον του Εφετείου, αφού σ'αυτές δεν υπάρχει σύντομη περίληψη με σαφή και συγκεκριμένη αναφορά στις σελίδες ή σε συγκεκριμένες παραγράφους των πρωτόδικων προτάσεων, στις οποίες αναφέρονται τα σχετικά έγγραφα.

Οι πιο πάνω λόγοι αναιρέσεως (πρώτος και δεύτερος) είναι απορριπτέοι, προεχόντως, ως αόριστοι. Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος είναι απορριπτέος διότι δεν προσδιορίζεται το περιεχόμενο των έγγράφων τα οποία φέρονται ότι δεν λήφθηκαν υπόψη, αλλά ούτε και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με κάθε ένα από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα στη γενόμενη δεκτή από την αναιρεσιβαλλομένη συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ατυχήματος.

Επίσης, ο δεύτερος λόγος είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παρά το νόμο λήφθηκαν υπόψη από το Εφετείο, αλλά ούτε και το περιεχόμενο αυτών και ο συγκεκριμένος ισχυρισμός για την απόδειξη του οποίου λήφθηκαν υπόψη. Σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης και, ειδικότερα, τόσο από την περιεχόμενη σε αυτή γενική μνεία όλων των κατ'είδος αποδεικτικών μέσων και μάλιστα και των εγγράφων που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα ως άνω έγγραφα που προσκόμισε και επικαλέστηκε ο αναιρεσείων.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 330 και 914 ΑΚ προκύπτεί ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Συνυπαιτιότητα υπάρχει, κατά το άρθρο 300 ΑΚ, όταν ο ζημιωθείς συντέλεσε από δικό του πταίσμα στη ζημία και την έκταση της, οπότε το δικαστήριο μπορεί να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Στην περίπτωση αυτή η μεν κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος, η οποία είναι κρίση σχετική με νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, η κρίση όμως για τον καθορισμό του ποσοστού κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση δεν υπόκειται στον έλεγχο αυτό, γιατί αφορά εκτίμηση πραγμάτων.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο λόγο αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται σαφώς η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και σε ποιο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ λόγους εμπίπτει η προβαλλόμενη αιτίαση.

Ειδικότερα, προκειμένου περί αιτιάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία κανόνων ουσιαστικού δικαίου λόγω παραβιάσεων διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει, για το ορισμένο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, αφενός μεν να προσδιορίζονται τα επικαλούμενα διδάγματα, αφετέρου δε να εκτίθεται η προσδιορισθείσα από το δικαστήριο της ουσίας έννοια στον κανόνα δικαίου, την οποία ο αναιρεσείων εχαρακτήρισε εσφαλμένη και η κατά τη γνώμη του ορθή έννοια αυτού, η προκύπτουσα από τα επικαλούμενα διδάγματα, τα οποία είτε πλημμελώς εχρησιμοποίησε, είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει.

Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 27/1998). Πάντως, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως δεν δημιουργείται στην περίπτωση παραβάσεως διδάγματος κοινής πείρας που αφορά την από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, κατά το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικά τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία:

το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (Ολ. ΑΠ 25/2004). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι, σχετικά, με τις συνθήκες του ατυχήματος και τη συνυπαιτιότητα γι' αυτό του αναιρεσείοντος-ενάγοντος απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...

Στις 25-11-1999 και ώρα 10.00' περίπου, ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ...... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγομένης και ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην πρώτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στο ...... και ειδικότερα στην αριστερή λωρίδα και πλησίον της διαχωριστικής γραμμής με την μεσαία λωρίδα του προς ......

ρεύματος κυκλοφορίας της Λεωφόρου ......, στο τμήμα μεταξύ των κάθετων οδών ...... και ...... . Η άνω λεωφόρος στο σημείο εκείνο είναι διπλής κατευθύνσεως με τρεις λωρίδες κυκλοφορίας σε κάθε ρεύμα, διαχωριζόμενη με νησίδα ασφαλείας και με πλάτος οδοστρώματος του ρεύματος προς ......, που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση, 10,50 μέτρων.

Την ίδια χρονική στιγμή ο ενάγων οδηγώντας, χωρίς να κατέχει την απαιτούμενη άδεια οδηγήσεως, την άνευ πινακίδων κυκλοφορίας και ανασφάλιστη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του πατέρα του Α, εκινείτο στην δεξιά λωρίδα του ίδιου ρεύματος κυκλοφορίας, και σε απόσταση 50 περίπου μέτρων έμπροσθεν του οδηγούμενου από τον εναγόμενο αυτοκινήτου.

Όταν ο ενάγων αντελήφθη ότι τα κινούμενα προς ...... οχήματα είχαν σταματήσει προ του ερυθρού σηματοδότη της δισταυρώσεως με την οδό ......, πλην του εναγομένου οδηγού, ο οποίος είχε προλάβει να διέλθει από αυτήν, επεχείρισε να διασχίσει διαγωνίως από δεξιά προς αριστερά το οδόστρωμα του ρεύματος αυτού και να εισέλθει στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας.

Φθάνοντας, όμως, στη διαχωριστική γραμμή της μεσαίας και αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και έχοντας πλάγια κλίση, προσέκρουσε με την εμπρόσθια αριστερή πλευρά της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του ανωτέρω αυτοκινήτου, το οποίο είχε πλέον φθάσει και εκινείτο στο ύψος εκείνο, με αποτέλεσμα ο μεν ενάγων, αφού εκτινάχθηκε στο άκρο δεξιό του παρμπρίζ του αυτοκινήτου, κατέπεσε στη συνέχεια στο οδόστρωμα, έχοντας υποστεί βαριές σωματικές βλάβες, για τις οποίες θα γίνει λόγος κατωτέρω, το δε όχημά του ανετράπη και διαγράφοντας ίχνη σύρσεως 18 μέτρων διαγωνίως δεξιά, κατέληξε στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος εντός της συμβολής της λεωφόρου με την οδό ......, αφού βρέθηκαν λάδια και θραύσματα υάλων.

Τα περιστατικά αυτά προκύπτουν κατά κύριο λόγο από την έκθεση αυτοψίας και το συνοδεύον αυτή πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας Γλυφάδας Αττικής, στο οποίο αποτυπώνονται τα μη δυνάμενα να αμφισβητηθούν ίχνη σύρσεως της μοτοσυκλέτας, αρχόμενα από αριστερό ήμισυ της μεσαίας λωρίδας κυκλοφορίας, όπου τοποθετείται το πιθανό σημείο συγκρούσεως και τα λοιπά ευρήματα που προαναφέρθηκαν, ενώ η σημειούμενη πορεία των οχημάτων υπεδείχθη στα αρμόδια όργανα από τον εναγόμενο οδηγό κατά την προσέλευσή του στο ΑΤ Γλυφάδας περί ώρα 14.00' της ίδιας ημέρας, δεδομένου ότι είχε αποχωρήσει από τον τόπο του ατυχήματος προ της αφίξεως αυτών, χωρίς σαφή αιτιολογία.

Βεβαίως, εκ διαμέτρου αντίθετη είναι η υποστηριζόμενη με την αγωγή εκδοχή του ενάγοντος ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος, ο οποίος διατείνεται ότι εκινείτο πεζός και με τα χέρια του κυλούσε τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα εν επαφή με το δεξιό πεζοδρόμιο της λεωφόρου ......, όταν το κινούμενο ομορρόπως και όπισθεν αυτού αυτοκίνητο, επέπεσε με υπερβολική ταχύτητα στην οπίσθια αριστερή πλευρά της μοτοσυκλέτας και ακολούθως στο ίδιο, με συνέπεια τα ανωτέρω ζημιογόνα αποτελέσματα.

Ο ισχυρισμός του, όμως, αυτός δεν κρίνεται βάσιμος, δεδομένου όπου δεν συμπορεύεται με την φορά των ιχνών σύρσεως της μοτοσικλέτας, τις συγκρουσθείσες επιφάνειες των οχημάτων και τις σωματικές κακώσεις του ενάγοντος, που περιορίζονται στην κεφαλή του. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την μη πειστική κατάθεση του μάρτυρα του ενάγοντος Β, ο οποίος ισχυρίζεται ότι έχει ιδία αντίληψη του ατυχήματος (αυτόπτης), πλην, όμως, δεν αναφέρεται στην έκθεση αυτοψίας, ούτε από οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Το ανωτέρω ατύχημα, με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, οφείλεται σε συγκλίνουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών, η οποία πρέπει να κατανεμηθεί κατά ίσο ποσοστό στον καθένα (50%), κατά μερική παραδοχή της προβληθείσας από τους εναγομένους πρωτοδίκως, αλλά και στον παρόντα βαθμό νόμιμης (ΑΚ 300) ενστάσεως συνυπαιτιότητας.

Ειδικότερα, η αμέλεια του εναγομένου οδηγού συνίσταται στο ότι δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου του, ούτε μειωμένη την ταχύτητα του, η οποία υπέρβαινε το. επιτρεπόμενο όριο των 70 χιλ/ώρα, με αποτέλεσμα, παρόλο που είχε αντιληφθεί την πορεία της δίκυκλης μοτοσικλέτας, δεν κατέστη εφικτό να ακινητοποιήσει το όχημα του (δεν σημειώθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως), ή να προβεί σε οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό προκειμένου να αποφύγει το ατύχημα.

Ο ισχυρισμός του εναγομένου οδηγού (και των συνεναγομένων του) ότι αντελήφθη τον ενάγοντα σε απόσταση 50 μέτρων περίπου προ αυτού να πραγματοποιεί με τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του άσκοπους ελιγμούς στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όταν δε τα δύο οχήματα βρέθηκαν σε σχεδόν παράλληλη θέση άλλαξε αιφνιδίως πορεία προς αριστερά και προσέκρουσε επί του αυτοκινήτου του και αληθής υποτιθέμενος δεν αίρει την ευθύνη του, καθόσον και σ' αυτή την περίπτωση θα έπρεπε να επιδείξει ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή και να μειώσει στο ελάχιστο την ταχύτητα του, θεωρώντας ως λίαν πιθανή την είσοδο της μοτοσικλέτας και στις λοιπές λωρίδες κυκλοφορίας.

Εξάλλου, η υπαιτιότητα του ενάγοντος συνίσταται στο ότι προτιθέμενος να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, δεν βεβαιώθηκε προηγουμένως ότι μπορεί να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, ούτε, κατέστησε εγκαίρως γνωστή την πρόθεσή του αυτή χρησιμοποιώντας τους δείκτες κατευθύνσεως του οχήματός του, ούτε τέλος κινήθηκε διαδοχικώς και κατόπιν ελέγχου από την μία λωρίδα στην άλλη, με αποτέλεσμα;

λόγω των παραλείψεών του αυτών, να προσκρούσει στο άνω αυτοκίνητο και να επέλθουν οι προαναφερθείσες ζημιογόνες συνέπειες. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων αμέσως μετά το ατύχημα διακομίσθηκε με το ΕΚΑΒ, ευρισκόμενος σε βαρύ κώμα, στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΚΟΡΓΙΑΛΕΝΕΙΟ - ΜΠΕΝΑΚΕΙΟ Ε.Ε.Σ.", όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί βαριές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις και ειδικότερα εκτεταμένη ενδοεγκεφαλική θλάση με διάχυτη αιμορραγία δεξιά μετωποκροταφικά, διάχυτη τραυματική υπεραχνώδης αιμορραγία, εκτεταμένο οίδημα εγκεφάλου, υποσκληρίδιο αιμάτωμα μετωποκροταφικά και βρεγματικά δεξιά.

Εισήχθη αμέσως στο χειρουργείο και δια κρανιοκτομής έγινε αφαίρεση του αιματώματος, ακολούθως νοσηλεύθηκε στην Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και εν συνεχεία στην νευροχειρουργική κλινική, καθόσον εμφάνιζε αφασιακή συνδρομή και αριστερή ημιπληγία από την οποία εξήλθε στις 23-12-1999 με οδηγία για τη λήψη αντιεπιληπτικών φαρμάκων.

Στις 30-5-2001 επανεξετάσθη στην Ν/Χ κλινική, λόγω επιληπτικών κρίσεων, φοβιών, αμνησίας, αδυναμίας αριστερού ημιμορίου του σώματος και απώλειας ούρων και του συνεστήθη φυσιοθεραπεία, αεροθεραπεία, λογοθεραπεία - ψυχολογική υποστήριξη, εργασιοθεραπεία και παρουσία ατόμου για συνεχή επίβλεψη και βοήθεια.

Τέλος, ο ενάγων νοσηλεύθηκε στην ίδια ως άνω κλινική από 14-10-2001 μέχρι 16-10-2001 για επανέλεγχο και ρύθμιση αντιεπληπτικών φαρμάκων και από 4-12-2001 μέχρι 20-12-2001 για πλαστική αποκατάσταση του οστικού ελλείματος του κρανίου, ενώ κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρουσίασε καθολικευμένη επιληπτική κρίση και προστέθηκαν νέα αντιεπιληπτικά, η οποία (κρίση) επανελήφθη και στις 3-6-2002 παρά την φαρμακευτική αγωγή.

Αλλά και κατά την εξέτασή του στις 8-7-2002 από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα ιατρό νευροχειρούργο Γ ο ενάγων εξακολουθούσε να παρουσιάζει βαριές σωματικές, νοητικές και συναισθηματικές διαταραχές, επιληπτικές κρίσεις, αδυναμία αριστερού άνω άκρου, δυσκολία στη βάδιση και αστάθεια, ομιλία αργή και μνήμη ασθενή, ενώ είναι αναγνωρίσιμη η παραμόρφωση του κρανίου του, λόγω μη σωστής εφαρμογής του τοποθετηθέντος υλικού για την κάλυψη του οστικού ελλείματος.

Κατά τον άνω πραγματογνώμονα, αφού παρήλθε διετία και πλέον από τον χρόνο του ατυχήματος, δεν αναμένεται ουσιώδης αλλαγή της κλινικής εικόνας του ενάγοντος, λόγω μονιμοποιήσεως πλέον των βλαβών του, οι οποίες του προσδίδουν μόνιμη αναπηρία κατά ποσοστό 80% και πλήρη ανικανότητα για κάθε είδους εργασία.

Στην έκταση, όμως, των βαρύτατων σωματικών βλαβών του ενάγοντος, που περιορίζονται στην κεφαλή του και μόνον, συνετέλεσε και το γεγονός ότι αυτός δεν φορούσε προστατευτικό κράνος, όπως όφειλε σύμφωνα με τα άρθρα 12 παρ. 6 και 101 παρ. 1 του ΚΟΚ, δεδομένου ότι στην αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε μεν αποφευχθεί ο τραυματισμός του λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, θα είχε, όμως, μικρότερη ένταση και ηπιότερα αποτελέσματα.

Κατά συνέπεια, πρέπει να του καταλογισθεί συνυπαιτιότητα ποσοστού 20%, πλέον εκείνης που του καταλογίσθηκε ανωτέρω σε σχέση με την πρόκληση του ατυχήματος ...". Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχτηκε τυπικά και ουσιαστικά τις αντίθετες εφέσεις κατά της 2599/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που έκρινε ότι :

α) αποκλειστικός υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου (δεύτερος αναιρεσίβλητος) β) στην έκταση των σωματικών βλαβών του αναιρεσείοντος ενάγοντος συνετέλεσε και πταίσμα του ιδίου (έλλειψη κράνους) κατά ποσοστό 40% και γ) προσδιόρισε την οφειλόμενη σ' αυτόν αποζημίωση (νοσήλια και διαφυγόντα κέρδη) και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης στα ποσά των 2.628.285 και 60.000 δραχμών, αντιστοίχως.

Ακολούθως, το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την ως άνω πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση κατ' ουσίαν και έκανε εν μέρει δεκτή την από 26-6-2001 αγωγή του αναιρεσείοντος ενάγοντος, υποχρεώνοντας τους αναιρεσιβλήτους - εναγομένους να του καταβάλουν εις ολόκληρον για τις αιτίες που προαναφέρθηκαν, το ποσό των 56.700,72 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, δέχτηκε ότι ο αναιρεσείων ενάγων δεν ωθούσε πεζός το δίκυκλο μοτοποδήλατο, αλλά ότι επέβαινε σ' αυτό και το οδηγούσε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που προαναφέρθηκαν, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ως προς το κρίσιμο ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.

Επομένως, οι τρίτος και όγδοος λόγοι αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδονται με αυτούς στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τα εδάφια 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, ενώ κατά τα λοιπά απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις που προσάπτονται στο Εφετείο αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία δε ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 εδ.β' ΚΠολΔ, με το να δεχθεί ότι συνυπαίτιος για το ατύχημα είναι και ο ίδιος ο αναιρεσείων, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν επέβαινε στο μοτοποδήλατο και δεν το οδηγούσε, αλλά το ωθούσε πεζός, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων, δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας, ούτε αναφέρει συγκεκριμένα περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι αυτά δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποίηθηκαν μεν αλλά εσφαλμένα κατά την ερμηνεία συγκεκριμένου κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των γεγονότων που δέχθηκε και σε τι συνίσταται ακριβώς η παραβίαση.

Σε κάθε περίπτωση, οι αποδιδόμενες με τον ως άνω λόγο αιτιάσεις αφορούν την από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ είναι ανέλεγκτη.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8), που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβασίμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων.

Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται από τον αναιρεσείοντα στο Εφετείο η αιτίαση ότι τον έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του συνυπαίτιο για το ατύχημα και τον σοβαρό τραυματισμό του, χωρίς να λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του: α) ότι δεν γνωρίζει να οδηγεί γι' αυτό και ωθούσε πεζός το μοτοποδήλατο, το οποίο είχε κλαπεί και το οποίο είχε βρεθεί στο πεζοδρόμιο της λεωφόρου ......, β) ότι η διαδρομή που θα ακολουθούσε ήταν μικρή και παράλληλη με το πεζοδρόμιο αφού σε λίγα μέτρα θα έστριβε δεξιά, γ) ότι ο δεύτερος αναιρεσίβλητος και οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου εκινείτο με μεγάλη ταχύτητα, παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη και μάλιστα στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς ......

και όχι στην αριστερή, όπως έκρινε το Εφετείο διότι όταν κατέβασε το μηχανάκι από τη στάση της Λεωφόρου και άρχισε να το "τσουλάει", ήλεγξε με προσοχή πίσω του δεξιά και αριστερά και όταν διαπίστωσε ότι τα αυτοκίνητα είχαν ακινητοποιηθεί προ των ερυθρών σηματοδοτών, τότε κατέβασε το μηχανάκι από το πεζοδρόμιο. 'Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος κατά ένα μέρος και ως αβάσιμος κατά το άλλο μέρος, διότι οι ως άνω υπό στοιχεία α', β' και δ' ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου, αλλά άρνηση της ενστάσεως συνυπαιτιότητας και επιχειρήματα και συμπεράσματα του αναιρεσείοντος από την εκτίμηση των αποδείξεων για την ανυπαρξία υπαιτιότητάς του, καθόσον δε αφορά τον υπό στοιχεία γ' ισχυρισμό κατά το πρώτο μέρος τον δέχθηκε και κατά το άλλο μέρος τον έλαβε υπόψη και τον απέρριψε.

IV. Ο λόγος αναιρέσεως από το εδάφιο 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς κάθε αποδεικτικό μέσο. Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου η πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε συνυπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και όχι αποκλειστική υπαιτιότητα του δευτέρου αναιρεσιβλήτου και οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου. 'Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο μετά από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως Β, την χωρίς όρκο εξέταση του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου (δευτέρου αναιρεσιβλήτου) των υπ' αριθ. ...... και ...... ένορκων βεβαιώσεων των αναφερομένων σ' αυτές μαρτύρων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση τα διάδικα μέρη. Επομένως, ο έκτος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

V. Ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.12 ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα. από το άρθρο 340 του ΚΠολΔ, που ισχύει και στην ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681 Α ΚΠολΔ). κρίνει ότι αποδεικνύονται ή δεν αποδεικνύονται ορισμένα πραγματικά γεγονότα από συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ανέλεγκτη εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων (άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει σε άλλες καταθέσεις μαρτύρων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία και σε άλλες μικρότερη.

Εν προκειμένω, με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το εδάφιο 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι τάχα το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού στήριξε το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα πόρισμά του στην χωρίς όρκο κατάθεση του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου (δευτέρου αναιρεσιβλήτου) και δεν έλαβε καθόλου υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισε, αλλά ούτε και την ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρά του Β. Όμως, με βάση τα όσα προεκτέθηκαν, ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο έκρινε τον αναιρεσείοντα συνυπαίτιο για το ατύχημα και τον τραυματισμό του εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν ενώπιον του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-5-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 8628/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Ιανουαρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Φεβρουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ