Legislator Case Law & Legislation
972/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on medical evidence evaluation and factual assessment of injury severity.

Case Number 972/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding compensation for a traffic accident injury. The appellant argued that the appellate court failed to consider specific medical certificates regarding post-injury disability duration and underestimated the severity of the harm. The court rejected these claims, ruling that the appellate court's evaluation of medical evidence and factual circumstances regarding the injury's extent falls under its exclusive, unreviewable discretion.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that the appellate court's assessment of medical evidence and the evaluation of factual circumstances regarding the nature and extent of the injury constitute an unreviewable exercise of judicial discretion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility medical evidence evaluation judicial discretion factual assessment compensation calculation traffic accident liability unreviewable decision

Cited Legislation

AI generated
Article 681A of the Code of Civil Procedure
Article 74(2) of Law 4690/2020
Article 249 of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 972 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 972/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Γ. Β. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Γκέλη.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τoν πληρεξούσιo δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 1-9-2010 αγωγή του "ΙΚΑ - ΕΤΑΜ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4678/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5587/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 25-5-2017 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 753/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανέβαλε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης, για τον στο διατακτικό της αναφερόμενο λόγο. Η υπόθεση με την από 10-9-2018 κλήση του αναιρεσείοντος επανήλθε για συζήτηση στη δικάσιμο της 24-5-2019, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω των Ευρωεκλογών, επανέρχεται δε εκ νέου για συζήτηση με την από 10-6-2019 κλήση του αναιρεσείοντος - καλούντος. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αικατερίνη Βλάχου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 25-5-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3737/321/26-5-2017) αίτηση για αναίρεση της 5587/1-10-2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681Α του ΚΠολΔ, όπως τότε ίσχυε, εισάγεται προς συζήτηση μετά από αυτεπάγγελτο ορισμό δικασίμου με την από 15-7-2020 πράξη της Προέδρου του Τμήματος, κατ' άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 4690/2020, μετά από ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο της 22-5-2020 λόγω αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας.

Στην τελευταία δικάσιμο η υπόθεση προσδιορίστηκε με την από 10-6-2019 κλήση του αναιρεσείοντος κατόπιν ματαίωσης της συζήτησης κατά τη δικάσιμο της 24-5- 2019, στην οποία είχε προσδιοριστεί με την από 10-9-2018 κλήση του αναιρεσείοντος, μετά την έκδοση της 753/2018 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, με την οποία αναβλήθηκε, κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, η συζήτηση μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου για το ζήτημα αν για τις αποφάσεις που δημοσιεύθηκαν πριν από την 1-1-2016 χωρίς να επιδοθούν εξακολουθεί να ισχύει (και μετά την 1-1-2016) η τριετής προθεσμία για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης που προέβλεπε η διάταξη του άρθρου 564 παρ. 3 ΚΠολΔ πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, το οποίο προβλέπει πλέον διετή προθεσμία, και την έκδοση της σχετικής 10/2018 απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου που αποφάνθηκε θετικά για το ζήτημα αυτό.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 26-5-2017, με κατάθεσή της ενώπιον του αρμόδιου Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, δηλαδή εντός τριών ετών από τότε που δημοσιεύθηκε η προσβαλλομένη (1-10-2014), η οποία δεν έχει επιδοθεί (άρθρ. 495 παρ. 1-2, 564 παρ. 3, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσείων, με την από 1-3-2010 αγωγή του κατά του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε την καταβολή αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξαιτίας του τραυματισμού του και της καταστροφής της …. δίκυκλης μοτοσικλέτας του, κατά τη σύγκρουση του τελευταίου οχήματος με το … ΙΧΕ αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο A. K. και ήταν ασφαλισμένο στην ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε και υπεισήλθε εκ του νόμου στις υποχρεώσεις της, ως ειδικός διάδοχος αυτής, το αναιρεσίβλητο, η οποία (σύγκρουση) έλαβε χώρα στις 6-9-2008, υπό στις συνθήκες που περιγράφονται σ' αυτή. Επί της αγωγής εκδόθηκε η 4678/2011 απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο του ατυχήματος τον οδηγό του πιο πάνω αυτοκινήτου A. K. και κατόπιν ασκήσεως εφέσεων η προσβαλλομένη, με την οποία κρίθηκαν συνυπαίτιοι του ατυχήματος και οι δύο οδηγοί, ο αναιρεσείων κατά ποσοστό 70% και ο A. K. κατά ποσοστό 30%.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδ. β* και 914 του ΑΚ συνάγεται ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που, αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.

Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.

Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.

Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος, ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγηση τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων αυτών, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 90/2019, ΑΠ 49/2019, ΑΠ 301/2018).

Περαιτέρω, με τα άρθρα 12 παρ. 1,19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 26 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) θεσπίζονται κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνονται οι οδηγοί, ώστε να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, αυτοκινητικά ατυχήματα. Ειδικότερα κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ) "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.

Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή", ενώ κατά το άρθρο 19 παρ. 1 αυτού "ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματος του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 του ίδιου πιο πάνω νόμου "ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, π.χ.

για να εξέλθει από τη σειρά οχημάτων που σταθμεύουν σ' αυτή, να μετακινηθεί προς τα δεξιά ή αριστερά του οδοστρώματος, για ν' αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας, να εισέλθει αριστερά ή δεξιά σε άλλη οδό ή παρόδιο χώρο, να πραγματοποιήσει αναστροφή ή να κινηθεί προς τα πίσω, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση, την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους", ενώ κατά το άρθρο 26 παρ. 5 εδ.

β' αυτού "στους κόμβους χωρίς σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σ' αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ' εξαίρεση...αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σ" αυτούς που κινούνται στην οδό".

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε, ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, που αφορά στην υπαιτιότητα και επιτρεπτά ερευνάται πριν από τους λοιπούς, καθόσον ο Άρειος Πάγος δεν δεσμεύεται από τη σειρά των αναιρετικών λόγων που καθορίζουν οι διάδικοι, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να αποδώσει σ' αυτόν συνυπαιτιότητα για την πρόκληση του ατυχήματος, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ελλιπείς αιτιολογίες, παραβιάζοντας έτσι εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 300 και 330 του ΑΚ σε συνδ. με εκείνες των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 26 παρ. 5 εδ. β' του ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), οι οποίες, αν και δεν αναφέρονται αριθμητικά, το πραγματικό τους προκύπτει από το όλο περιεχόμενο του αναιρετηρίου.

Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος στην πρόκλησή του δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά ως προς τα πραγματικά γεγονότα κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 6 Σεπτεμβρίου 2008 και περί ώρα 01.15', ο A.

K., οδηγώντας το υπ' αρ. κυκλ. …. Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο κυριότητας του πατέρα του Y. K. , που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη αυτού στην ασφαλιστική εταιρεία "ΑΣΠΙΣ ΠΡΟΝΟΙΑ Α. Ε. Γ. Α.", της οποίας η άδεια λειτουργίας έχει ήδη ανακληθεί και στη θέση της έχει υπεισέλθει, εκ του νόμου, το τρίτο εναγόμενο Ν.

Π.Ι Δ. "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", εκινείτο στη Νέα Εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας, στο 18° χιλιόμετρο, στο ρεύμα κυκλοφορίας αυτής, που οδηγεί προς Αθήνα και στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, με ταχύτητα τουλάχιστον 150 χιλιομέτρων ανά ώρα. Η ως άνω Εθνική Οδός είναι διπλής κατευθύνσεως και τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας αυτής διαχωρίζονται με τσιμέντινο στηθαίο.

Το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας αυτής έχει πλάτος οδοστρώματος 11,10 μέτρων και αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας . Στο ως άνω σημείο, η Εθνική οδός είναι ευθεία και η ορατότητα είναι απεριόριστη. Κατά την προαναφερθείσα ώρα, ήταν νύκτα, αλλά υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, οι επικρατούσες καιρικές συνθήκες ήταν καλές, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή.

Το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας, στην ως άνω χιλιομετρική θέση, ανερχόταν σε 130 χιλιόμετρα ανά ώρα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ), όπως έχει τροποποιηθεί από το άρθρο 18 παρ. 1 του Ν. 3542/2007. Κατά την ίδια ώρα, ο ενάγων Γ. Β., οδηγώντας την υπ' αρ. κυκλ. … δίκυκλη μοτοσικλέτα του εργοστασίου κατασκευής "KAWASAKI" κυβισμού 636 c.c., είχε εισέλθει στο πρατήριο πωλήσεως υγρών καυσίμων της εταιρίας "Β.Ρ.", που βρίσκεται στο 18° χιλιόμετρο της ως άνω Εθνικής οδού, παραπλεύρως του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας αυτής, προκειμένου να εφοδιάσει τη μοτοσικλέτα του με καύσιμα.

Στο ως άνω σημείο της Εθνικής οδού, το προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας αυτής έχει τρεις κύριες λωρίδες (αριστερή, μεσαία, δεξιά ), μετά δε την έξοδο από το ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων υφίσταται, παραπλεύρως της κύριας δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας, μία επιπλέον λωρίδα "επιταχύνσεως", η οποία προορίζεται για τα οχήματα που εξέρχονται από το πρατήριο υγρών καυσίμων και στην οποία πρέπει αυτά να εισέρχονται και να κινούνται, επιταχύνοντας, εωσότου εισέλθουν, ασφαλώς, στο κυρίως ρεύμα κυκλοφορίας.

Αφού ο ενάγων προμηθεύτηκε καύσιμα και προτιθέμενος να εισέλθει στο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω Εθνικής οδού, έθεσε σε κίνηση τη δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εξήλθε από το χώρο του πρατηρίου καυσίμων και χωρίς να εισέλθει και να κινηθεί στην προαναφερθείσα λωρίδα "επιταχύνσεως", εισήλθε, με τη μοτοσικλέτα του, απευθείας και επιταχύνοντας, στη δεξιά κύρια λωρίδα του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας, και αμέσως μετά, αφού διέσχισε αυτή διαγωνίως, άρχισε να εισέρχεται, με τη μοτοσικλέτα του, αιφνίδια και ανεξέλεγκτα, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, καθ όν χρόνο το κινούμενο στη λωρίδα αυτή (μεσαία) υπ' αρ.

κυκλ. … I. Χ. Ε. αυτοκίνητο βρισκόταν σε μικρή απόσταση από αυτή, με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα να παρεμβληθεί στην πορεία του υπ' αρ. … αυτοκινήτου και το τελευταίο, παρά την τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό προς τα δεξιά ελιγμό, που ενήργησε ο οδηγός του, να επιπέσει, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, στο οπίσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας και η τελευταία να ανατραπεί, ο δε ενάγων να εκτιναχθεί απ' αυτή και να πέσει στο οδόστρωμα.

Ειδικότερα, το υπ' αρ. κυκλ. … αυτοκίνητο επέπεσε στην ως άνω μοτοσικλέτα μετά από τροχοπέδηση, μήκους 35 μέτρων περίπου και μετά τη σύγκρουση με αυτή, το αυτοκίνητο, συνεχίζοντας την τροχοπέδηση, αφού διέσχισε τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και τη λωρίδα επιτάχυνσης, ακινητοποιήθηκε, μετά από συνολική τροχοπέδηση, μήκους 120 μέτρων (35 μ + 85 μ), στο δεξιό άκρο του προς Αθήνα ρεύματος κυκλοφορίας, παρασύροντας μαζί του και τη μοτοσικλέτα.

Ο ενάγων κατέληξε πεσμένος στο δεξιό άκρο του οδοστρώματος του ως άνω ρεύματος κυκλοφορίας και σε απόσταση 31 μέτρων πριν από το σημείο, που είχε ακινητοποιηθεί το αυτοκίνητο και η μοτοσικλέτα. Το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων βρισκόταν στην αρχή της μεσαίας λωρίδας και απείχε 35 μέτρα περίπου από την έξοδο του πρατηρίου καυσίμων.

Συνεπεία της ένδικης σύγκρουσης, ο ενάγων τραυματίστηκε και προκλήθηκαν φθορές στην μοτοσικλέτα του. Ο τόπος του ένδικου αυτοκινητικού ατυχήματος, το σημείο συγκρούσεως των ως άνω οχημάτων, η απόστασή του από το πρατήριο υγρών καυσίμων, τα ίχνη τροχοπεδήσεως του υπ' αρ. … αυτοκινήτου, συνολικού μήκους 120 μέτρων και η τελική θέση των συγκρουσθέντων οχημάτων και του ενάγοντος, εμφαίνονται στο με ημερομηνία 6-9-2008 πρόχειρο σχεδιάγραμμα του τόπου του ένδικου ατυχήματος, που συνέταξε η υπαστυνόμος Ε.

Κ.. Η έξοδος της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος από το πρατήριο υγρών καυσίμων και η αιφνίδια και ανεξέλεγκτη είσοδος αυτής στο προς Αθήνα ρεύμα κυκλοφορίας της Εθνικής οδού και ειδικότερα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτού, χωρίς προηγουμένως να έχει κινηθεί στη λωρίδα "επιταχύνσεως" αποδεικνύεται: α) από τη με ημ/νία 20-11-2008 ένορκη προανακριτική κατάθεση του ενάγοντος Γ.

Β., ο οποίος καταθέτει τα εξής: "Το μόνο που θυμάμαι σχετικά με το ατύχημα είναι ότι βρισκόμουν στο βενζινάδικο, προκειμένου να βάλω βενζίνη στη μηχανή που οδηγούσα και μόλις βγήκα στην Εθνική οδό συγκρούστηκα με ένα αυτοκίνητο. Λόγω του τραυματισμού που υπέστην δεν θυμάμαι τίποτα άλλο σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος" και β)από την ένορκη κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα Κ.

Μ., φίλου του ενάγοντος, με τον οποίο συνταξίδευαν, οδηγώντας διαφορετικές μοτοσυκλέτες και είχαν σταματήσει μαζί στο πρατήριο καυσίμων, ο οποίος καταθέτει: 1) προανακριτικά, στις 21-10 -2008, πλην των άλλων, τα εξής: "Μόλις τελειώσαμε από το βενζινάδικο, ο φίλος μου κινήθηκε μπροστά και εγώ ακολούθησα από πίσω.

Φθάνοντας στο σημείο εισόδου στη Ν.Ε.Ο Αθηνών Λαμίας, είδα τον φίλο μου να εισέρχεται στην Εθνική οδό από τη λωρίδα, που βρίσκεται αριστερά από τη λωρίδα επιταχύνσεως. Μετά άκουσα ένα δυνατό θόρυβο και είδα τον φίλο μου να εκσφενδονίζεται από τη μηχανή και τη μηχανή να έχει σφηνώσει σε ένα Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο και να κινείται μαζί με αυτό, προς τα δεξιά του οδοστρώματος....." και 2) στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο της 3-6-2011, πλην των άλλων, τα εξής: "Είμαστε φίλοι με τον ενάγοντα, γυρνούσαμε από …, οδηγώντας διαφορετικές μηχανές, σταματήσαμε, βάλαμε βενζίνη, πάμε να μπούμε στην Εθνική, ο ενάγων ήταν μπροστά, μπαίνουμε στην Εθνική, σκάει ένα αμάξι πάνω του, έπεσε με πολλά χιλιόμετρα πάνω του, αυτός έκανε τούμπα στον αέρα και έπεσε κάτω χωρίς αισθήσεις...".

Επίσης, ο οδηγός του υπ' αρ. … αυτοκινήτου A. K. καταθέτει στην από 22-11-2008 ένορκη προανακριτική κατάθεση του, πλην των άλλων, τα εξής: ".....

οδηγούσα με ταχύτητα 140 χιλιομέτρων περίπου, στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, και φθάνοντας στο 18ο χιλιόμετρο, είδα μια μοτοσικλέτα η οποία εισήλθε στην Εθνική οδό από το βενζινάδικο, να εισέρχεται στη λωρίδα που κινιόμουνα εγώ, σε μικρή απόσταση μπροστά μου, εγώ τροχοπέδησα, αλλά δεν πρόλαβα να σταματήσω και συγκρούστηκα με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του αυτοκινήτου μου στο πίσω μέρος της μηχανής...".

Με βάση τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά, το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα οφείλεται σε συντρέχουσα αμέλεια αμφοτέρων των οδηγών των ως άνω συγκρουσθέντων οχημάτων. Ειδικότερα: Α) ο ενάγων, Γ. Β., είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 70% διότι αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ενώ εξερχόταν από πρατήριο υγρών καυσίμων και είχε την πρόθεση να εισέλθει στην Εθνική Οδό, δεν εισήλθε, όπως υποχρεούτο, με τη μοτοσικλέτα του, στην υπάρχουσα στο σημείο εκείνο λωρίδα "επιταχύνσεως" και δεν κινήθηκε με τη μοτοσικλέτα του σ' αυτή, ώστε να επιταχύνει και αφού ελέγξει, προηγουμένως την κίνησή των οχημάτων στο κυρίως ρεύμα της Εθνικής οδού να εισέλθει, ασφαλώς, σ' αυτό αλλά οδήγησε τη μοτοσικλέτα του απ' ευθείας, στην κύρια δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής οδού και αμέσως μετά, κινηθείς διαγωνίως, εισήλθε αιφνίδια στην κύρια μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας αυτής:

α) χωρίς να ελέγξει προηγουμένως, όπως όφειλε, την κίνηση των οχημάτων στη λωρίδα αυτή και να βεβαιωθεί ότι μπορεί να εισέλθει σ' αυτή, χωρίς παρακώληση των λοιπών χρηστών της οδού και β) χωρίς να παραχωρήσει, όπως όφειλε, την προτεραιότητα στο κινούμενο στην κύρια μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας της Εθνικής οδού υπ' αρ.

… αυτοκίνητο (άρθρο 5 παρ. 3β, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 21 παρ. 1 και 2 και 26 παρ. 5, εδ. β του Κ. Ο. Κ), με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουσθούν και αυτός μεν να τραυματισθεί, η δε μοτοσικλέτα του να υποστεί φθορές και Β) ο οδηγός του υπ' αρ. κυκλ…. Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, A. K. είναι συνυπαίτιος στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, κατά ποσοστό 30% διότι αυτός από αμέλειά του, δηλαδή από έλλειψη της προσοχής, που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως μέσος συνετός οδηγός, δεν είχε ρυθμίσει τη ταχύτητα του αυτοκινήτου του, λαμβάνοντας υπόψη τις επικρατούσες συνθήκες (νύκτα), ώστε να είναι σε θέσει να διακόψει την πορεία αυτού μπροστά σε οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί, αλλά οδηγούσε αυτό με την υπερβολική ταχύτητα των 150 χιλιομέτρων ανά ώρα, τουλάχιστον, η οποία υπερέβαινε τόσο την ανώτατη επιτρεπόμενη των 130 χιλιομέτρων ανά ώρα, όσο και την επιβαλλόμενη, ενόψει της νυχτερινής ώρας (άρθρο 19 παρ. 2 και 3 και 20 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ.), με αποτέλεσμα, όταν παρεμβλήθηκε, αιφνίδια, στην πορεία του , η υπ' αρ.

… δίκυκλη μοτοσικλέτα, να μην μπορέσει να αποφύγει τη σύγκρουση και παρά την τροχοπέδηση και τον αποφευκτικό ελιγμό που ενήργησε, να επιπέσει σ' αυτή και να προκληθούν φθορές σ' αυτή και να τραυματισθεί ο ενάγων. Επομένως, πρέπει να γίνει, εν μέρει, δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η στηριζόμενη στο άρθρο 300 του ΑΚ ένσταση του τρίτου εναγομένου ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος, κατά ποσοστό 95%, στην πρόκληση του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος, την οποία πρόβαλε πρωτόδικα και επαναφέρει με σχετικό λόγο της υπό κρίση έφεσής του." Με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των πιο πάνω εφαρμοσθέντων κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δικαιολογούν το διατακτικό της απόφασής του και συνεπώς δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Ειδικότερα το Εφετείο δέχτηκε ότι ο A. K. οδηγούσε στις 6 Σεπτεμβρίου 2008 και περί ώρα 01.15, το … ΙΧΕ αυτοκίνητο στο ύψος του 18ου χιλιομέτρου της Ν.Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας προς Αθήνα, κατέχοντας τη μεσαία λωρίδα του ρεύματος του, ότι ο αναιρεσείων, οδηγώντας τη … δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εξήλθε από πρατήριο υγρών καυσίμων που υπήρχε δεξιά του αυτοκινήτου, ότι εισερχόμενη η μοτοσικλέτα στην Εθνική Οδό δεν κατέλαβε τη λωρίδα επιτάχυνσης αλλά κινήθηκε απευθείας προς τη δεξιά λωρίδα, την οποία διέσχισε διαγώνια και αμέσως μετά άρχισε να εισέρχεται στη μεσαία λωρίδα, ότι τη στιγμή εκείνη το αυτοκίνητο βρισκόταν σε μικρή απόσταση, ότι ο οδηγός του τελευταίου οχήματος, προκειμένου να αποφύγει την πρόσκρουσή του επί της μοτοσικλέτας, τροχοπέδησε, πραγματοποιώντας συγχρόνως ελιγμό προς τα δεξιά και ότι τα δύο οχήματα συγκρούστηκαν στην αρχή της μεσαίας λωρίδας, με το αυτοκίνητο να επιπίπτει, με το εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του, στο πίσω τμήμα της μοτοσικλέτας.

Οι αιτιολογίες αυτές της προσβαλλομένης αρκούσαν για να στηρίξουν το αποδεικτικό της πόρισμα περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος. Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης των οχημάτων, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων, κατά την άποψη του οποίου το Εφετείο, δεδομένων και των σημείων επαφής των οχημάτων, δέχεται αντιφατικά το μεν ότι η σύγκρουση επήλθε στην αρχή της μεσαίας λωρίδας, στην οποία η μοτοσικλέτα εισήλθε διασχίζοντας διαγώνια τη δεξιά λωρίδα, το δε ότι το τελευταίο όχημα παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου, ενώ οι φερόμενες περαιτέρω ελλείψεις σε σχέση με την απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων όταν η μοτοσικλέτα άρχισε να εισέρχεται στη μεσαία λωρίδα και τη δυνατότητα του οδηγού του κινούμενου σ' αυτή αυτοκινήτου να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τ' αριστερά, καλύπτονται από τις λοιπές παραδοχές.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε κάνοντας εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού εγγράφου, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 του ΚΠολΔ, είτε παραλείποντας την ανάγνωση κρίσιμων περικοπών ή φράσεων αυτού, αποδίδει σ' αυτό περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιέχει και ακολούθως, με βάση μόνον αυτό ή κυρίως αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα για πράγματα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασής του.

Αντίθετα δεν υπάρχει παραμόρφωση εγγράφου όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου και αξιολογώντας τα περιστατικά που πράγματι περιέχονται σ' αυτό συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ο αναιρεσείων ορθό, οπότε πρόκειται για εκτίμηση αποδείξεων που δεν ελέγχονται αναιρετικά.

Επίσης, δεν θεμελιώνεται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης όταν δεν έχει ουσιώδη επίδραση στο αποδεικτικό του πόρισμα ή όταν το δικαστήριο της ουσίας στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα σε συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να εξαίρει τη βαρύτητα του σχετικού εγγράφου στη διαμόρφωση της γνώμης του ως προς την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος. "Έγγραφα" κατά τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432-465 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά έγγραφα που παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη κατά του αντιδίκου ( ΑΠ 90/2019, ΑΠ 749/2018, ΑΠ 451/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 6-9-2008 σχεδιαγράμματος του Β' Τμήματος Τροχαίας Αυτοκινητοδρόμων Αττικής, το οποίο ο αναιρεσείων παραδεκτά προσκόμισε και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραλείποντας να αναγνώσει κρίσιμο για την ουσία της υπόθεσης μέρος του εγγράφου αυτού, με αποτέλεσμα να δεχτεί τελικά πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο και ειδικότερα παρέλειψε να αναγνώσει ότι στο σχεδιάγραμμα το σημείο σύγκρουσης απεικονίζεται, βάσει των ευρημάτων, στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ενώ αυτό, μπορούσε, κατά τον ίδιο, να οδηγήσει σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα από εκείνο που έγινε δεκτό, ήτοι υπέρ της άποψής του ότι το ατύχημα συνέβη στη δεξιά λωρίδα και όχι στην αρχή της μεσαίας και κατ' επέκταση ότι η μοτοσικλέτα ουδόλως παρεμβλήθηκε στην πορεία του αυτοκινήτου.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον, πέραν του ότι στο σχεδιάγραμμα του τόπου του τροχαίου ατυχήματος που συντάσσει ο αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος δεν αποτυπώνεται, σε σχέση με το σημείο σύγκρουσης, κάποια διαπίστωση του συντάκτη του, δεν αποδίδεται στο Εφετείο διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του σχεδιαγράμματος αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου του, διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθή.

Πέραν αυτού, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί συνυπαιτιότητας του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δεν στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ευρήματα τα οποία αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα που φέρεται ότι παραμορφώθηκε αλλά προέβη στην εκτίμηση του περιεχομένου του σε συνδυασμό με όλα τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν κατέληξε σε εσφαλμένο, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, πόρισμα.

Κατά το άρθρο 932 του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γΓ αυτή χρηματικής ικανοποίησης με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υποχρέου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου - θύματος (τόσο της ηθικής βλάβης όσο και της ψυχικής οδύνης) και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική, χωρίς να απαιτείται η ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου (ΑΠ 1414/2019, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, οπότε η σχετική πλημμέλεια ελέγχεται από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 170/2020).

Κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της χρηματικής ικανοποίησης είναι εκείνος της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 142/2019, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των κρίσιμων γεγονότων ή πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, δηλαδή λυσιτελών, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται όμως ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσον, όταν, από το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλομένη, ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, κατά το πρώτο σκέλος του λόγου την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τον καθορισμό της χρηματικής του ικανοποίησης, δεν διέλαβε κάποια παραδοχή σε σχέση με τις συνέπειες του τραυματισμού του για το χρονικό διάστημα μετά την ανικανότητά του προς εργασία και κατά το δεύτερο σκέλος την αιτίαση από τον αριθμό 11 εδ.

γ' του ίδιου πιο πάνω άρθρου, που συνίσταται στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε, για το σχηματισμό της κρίσης του, έγγραφα - ιατρικά πιστοποιητικά, τα οποία αυτός επικαλέστηκε και προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών του αναφορικά με το ίδιο ζήτημα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του ως απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο σε σχέση με τον προσδιοριστικό της χρηματικής ικανοποίησης παράγοντα του είδους και της έκτασης της βλάβης του αναιρεσείοντος από τον ένδικο τραυματισμό του (αιτίαση περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας δεν προβάλλεται) και ως προς το δεύτερο ως αβάσιμος, γιατί από τη ρητή βεβαίωση που υπάρχει στην προσβαλλόμενη απόφαση (4η σελίδα αυτής) ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με όλο το περιεχόμενο της, προκύπτει, χωρίς αμφιβολία, ότι το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της κατάστασης της υγείας του αναιρεσείοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και περί της ηθικής του βλάβης, έστω και αν δεν κατονομάζει ρητά τα πιο πάνω ιατρικά πιστοποιητικά, όπως άλλα, τα έλαβε υπόψη του και τα αξιολόγησε.

Η επιλεκτική αναφορά της προσβαλλομένης σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα-ιατρικά πιστοποιητικά δεν μαρτυρεί ότι όσα δεν κατονομάζονται ρητά δεν έχουν ληφθεί υπόψη, όπως αυτό προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της απόφασης. Η απόδοση δε μεγαλύτερης αξιοπιστίας σε κάποιο από τα ισοδύναμα αποδεικτικά μέσα ανήκει στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων.? Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-5-2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. 3737/321/2017) αίτηση για αναίρεση της 5587/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή – Χαλεβίδου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου