Supreme Court dismisses appeal on evidence evaluation, ruling it requires retrial under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeals filed by both parties against the First Instance Court's judgment. The appellant argued that the lower court incorrectly evaluated evidence regarding debt assumptions, claiming it would lead to a different factual finding. The court rejected this, stating that such an argument necessitates a review for improper evidence assessment, which mandates a retrial of the case's substance. Consequently, the appeals were dismissed, and both appellants were ordered to pay court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 561 para. 1 and 573 para. 1 of the Code of Civil Procedure: An appeal challenging a lower court's evaluation of evidence as improper or erroneous requires a retrial of the case's substance, not a dismissal of the appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 299 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 299/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 19 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Α)Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΜΑΡ Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρία Φαρμάκων και Καλλυντικών" και το δ.τ. "ΦΑΜΑΡ ΑΒΕ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Χαιρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις Του αναιρεσίβλητου: Κ. Ψ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστάθιου Μαρθακιούπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Β)Του αναιρεσείοντος: Κ. Ψ. του Ν., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστάθιου Μαρθακιούπη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσίβλητων: 1) εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΜΑΡ Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρία Φαρμάκων και Καλλυντικών" και το δ.τ. "ΦΑΜΑΡ ΑΒΕ" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χαράλαμπου Χαιρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Μαρινόπουλος Ανώνυμος Εταιρεία Γενικού Εμπορίου, Εκμετάλλευσης Εμπορικών Εγκαταστάσεων και Επιχειρήσεων" που εδρεύει στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε και 3) της εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΥΠΕΡΑΓΟΡΕΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με δ.τ. "ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ" που εδρεύει στο Περιστέρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνιου Γεωργαντίδη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-10-2017 και 27-12-2017 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος Α-αναιρεσίβλητου Β, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2164/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων και πρόσθετων λόγων έφεσης, η 6330/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητούν η αναιρεσείουσα Α, με την από 7-2-2022 αίτησή της και ο αναιρεσείων Β με την από 28-09-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Ο πληρεξούσιος του Β αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου Β την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 367/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: α)της από 28.9.2021 (με αριθ. καταθ. 7474/931/29.9.2021) αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ψ. Κ. κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων 1)εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΜΑΡ Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμάκων και Καλλυντικών" (και δ.τ. "ΦΑΜΑΡ ΑΒΕ"), 2)εταιρείας με την επωνυμία "Μαρινόπουλος Ανώνυμος Εταιρεία Γενικού Εμπορίου, Εκμετάλλευσης Εμπορικών Εγκαταστάσεων και Επιχειρήσεων" και 3)εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΥΠΕΡΑΓΟΡΕΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (δ.τ. "ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ") και β)της από 7.2.2022 (με αριθ. καταθ. …/…/7.2.2022) αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας "ΦΑΜΑΡ Μονοπρόσωπη Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρία Φαρμάκων και Καλλυντικών" (δ.τ. "ΦΑΜΑΡ ΑΒΕ") κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ψ. Κ., με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ` αριθ. 6330/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1878/2023, 638/2018).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 310/2024, 500/2022, 638/2018, 458/2015).
Εξάλλου, αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσεως προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 992/2022, 1021/2021). Στην προκείμενη περίπτωση δεν προκύπτει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπό στοιχ.
α', από 28.9.2021 (με αριθ. καταθ. 7474/931/29.9.2021) αίτησης αναίρεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος Ψ. Κ., της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε αρχικώς για τις 7.11.2023 και ακολούθως, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, δηλαδή για τις 19.11.2024. Τόσο κατά την αρχική δικάσιμο όσο και τη μετ' αναβολή ορισθείσα κατά τη συζήτηση αυτής της αίτησης αναίρεσης, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων εταιρεία με την επωνυμία "Μαρινόπουλος Ανώνυμος Εταιρεία Γενικού Εμπορίου, Εκμετάλλευσης Εμπορικών Εγκαταστάσεων και Επιχειρήσεων" δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν ο αναιρεσείων και οι λοιπές αναιρεσίβλητες εταιρίες.
Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η απολειπόμενη εταιρεία κλητεύθηκε να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 7.11.2023 και, συνεπώς, η κατά τη δικάσιμο αυτή αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης (19.11.2024) δεν ισχύει ως κλήτευση της απολειπόμενης δεύτερης των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, εφόσον η άνω απολειπόμενη αναιρεσίβλητη δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση αυτής της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκε νομίμως κατά τη συζήτηση αυτής, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τις λοιπές αναιρεσίβλητες, και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της από 28.9.2021 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος ως προς αυτή, ενώ για τις παριστάμενες προσηκόντως λοιπές αναιρεσίβλητες πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. 3.
Οι υπό κρίση α)από 28.9.2021 (με αριθ. καταθ. …/…/29.9.2021) και β)από 7.2.2022 (με αριθ. καταθ. …/…/7.2.2022) αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθ. 6330/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της δεύτερης εφεσίβλητης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης (της από 28.9.2021 αίτησης) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι η πρώτη από αυτές κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 29.9.2021 και η δεύτερη την 7.2.2022, η δε προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 19.11.2020, δηλαδή αμφότερες κατατέθηκαν εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτές ως προς τους παριστάμενους διαδίκους (το παραδεκτό της από 28.9.2021 αίτησης ως προς τη δικασθείσα ερήμην στο Εφετείο δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν διερευνάται, εφόσον ως προς αυτή κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης), και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ).
4. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, οι υπό κρίση αιτήσεις αναίρεσης αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: O αναιρεσείων - αναιρεσίβλητος Ψ. Κ. άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών: Α)Την από 10.10.2017 (με αριθ.
καταθ. …/2…/10.10.2017) αγωγή κατά των 1)εταιρείας με την επωνυμία "ΦΑΜΑΡ Ανώνυμος Βιομηχανική Εταιρεία Φαρμάκων και Καλλυντικών" (και δ.τ. "ΦΑΜΑΡ ΑΒΕ"), 2)εταιρείας με την επωνυμία "Μαρινόπουλος Ανώνυμος Εταιρεία Γενικού Εμπορίου, Εκμετάλλευσης Εμπορικών Εγκαταστάσεων και Επιχειρήσεων" και 3)εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΥΠΕΡΑΓΟΡΕΣ ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και δ.τ. "ΣΚΛΑΒΕΝΙΤΗΣ"), στην οποία εξέθετε τα εξής:
Ότι προσλήφθηκε από την πρώτη των εναγομένων εταιρεία στις 28.8.2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός επιβατηγού αυτοκινήτου, συνοδός ασφαλείας και σωματοφύλακας του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, Λ. Μ.. Ότι η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου, ενώ την 1.1.2016 η εργασιακή του σχέση μεταφέρθηκε στο σύνολό της, δυνάμει συμφωνίας μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, στην τελευταία, η οποία υπεισήλθε στο σύνολο των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της πρώτης και αναγνώρισε το χρόνο προϋπηρεσίας του.
Ότι την 1.3.2017 η εργασιακή του σχέση μεταφέρθηκε εκ νέου, τη φορά αυτή δυνάμει της υπ' αριθ. 8/16.1.2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στην τρίτη εναγομένη. Ότι έως την 1.5.2016 ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 1.671,64 ευρώ, ενώ έκτοτε στο ποσό των 5.000,00 ευρώ. Ότι καθ' όλο το ως άνω διάστημα και έως τις 12.4.2017 παρείχε την εργασία του απασχολούμενος 16 ώρες περίπου την ημέρα, ήτοι από τις 08.00 έως τις 24.00, 7 ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να λαμβάνει αμοιβή για υπερωρίες και εργασία τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, ενώ είχε συμφωνηθεί να εργάζεται 8 ώρες την ημέρα και 5 ημέρες την εβδομάδα.
Ότι, παρά ταύτα, δεν του έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενες αμοιβές για παράνομες υπερωρίες και εργασία κατά τις ημέρες της Κυριακής, τις επίσημες αργίες και τις εξαιρέσιμες εορτές, ούτε και μισθοί υπερημερίας. Ότι στις 12.4.2017 η τρίτη των εναγομένων προέβη σε αναγγελία περί οικειοθελούς αποχώρησής του, η οποία ήταν αναληθής και προσχηματική, καθόσον ο ίδιος ουδέποτε εκδήλωσε επιθυμία να αποχωρήσει από την εργασία του.
Ότι, με τον ανωτέρω τρόπο, η τρίτη εναγομένη προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, η οποία (καταγγελία) όμως είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ενώ έκτοτε και έως τις 31.12.2017 η ίδια εναγομένη δεν του κατέβαλε ούτε τους μηνιαίους μισθούς του έχοντας καταστεί υπερήμερη.
Ότι, εξάλλου, οι εναγόμενες, αρνούμενες να του καταβάλουν τα κατά περίπτωση ως άνω οφειλόμενα ποσά, εκ των οποίων τις αμοιβές για την παράνομη υπερωριακή εργασία και εργασία του κατά τις ημέρες της Κυριακής και τις εξαιρέσιμες εορτές και αργίες αυτός δικαιούται με βάση τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης αυτής, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με βάση τα περιστατικά αυτά και όσα κατά τα λοιπά εκτίθενται στην αγωγή για τις κατ' έτος ημέρες και ώρες εργασίας του, ζήτησε α)να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες μεταξύ τους εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ως αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες, β)να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, οφείλουν να του καταβάλουν, το ποσό των διακοσίων τριάντα χιλιάδων δύο ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (230.002,24 ευρώ) ως αποζημίωση για παράνομες υπερωρίες καθώς και εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες, γ)να αναγνωριστεί ότι η τρίτη εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα έξι (69.996,00) ευρώ ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καθώς και το ποσό των σαράντα πέντε χιλιάδων (45.000) ευρώ για μισθούς υπερημερίας έως την 30.12.2017 και δ)να αναγνωριστεί ότι η οι εναγόμενες υποχρεούνται, καθεμία από αυτές εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα δε υπό στοιχ.
α', β' και γ' κονδύλια νομιμοτόκως. Β)Την από 27.12.2017 (με αριθ. καταθ. 612489/3292/27.12.2017) αγωγή κατά των ιδίων πιο πάνω εταιρειών, στην οποία, αφού εξέθετε για την εργασιακή του σχέση όσα και στην προγενέστερη αγωγή του, ιστορούσε περαιτέρω ότι τα έτη 2012 έως και 2017 δεν του χορηγήθηκε η ετήσια νόμιμη άδεια ανάπαυσης και δεν του καταβλήθηκαν οι αντίστοιχες, κατ' έτος προσδιοριζόμενες στην αγωγή, αποδοχές, οι οποίες του οφείλονται με βάση τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά, για την περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης αυτής, σύμφωνα με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ζήτησε, δε, α)να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες μεταξύ τους εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των δεκαέξι χιλιάδων εξακοσίων ογδόντα έξι ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (16.686,56 ευρώ) ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσες ετήσιες άδειες ανάπαυσης, άλλως με βάση τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, και β)να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενες οφείλουν, ευθυνόμενες εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ' αριθ. 2164/2018 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις δύο πιο πάνω αγωγές ερήμην της δεύτερης των εναγομένων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της από 10.10.2017 αγωγής ως προς την δεύτερη των εναγομένων, διέταξε το χωρισμό (ως αντιφατικών σε σχέση με το υπόλοιπο αντικείμενο της συγκεκριμένης αγωγής) των αιτημάτων της αγωγής αυτής (από 10.10.2017) περί καταβολής αποζημίωσης εξαιτίας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και περί καταβολής μισθών υπερημερίας απέρριψε ως μη νόμιμη αυτή ως προς το αίτημά της περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσία αβάσιμη ως προς την τρίτη εναγόμενη, δέχθηκε εν μέρει αυτή ως προς την πρώτη εναγομένη, την οποία υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και αναγνώρισε ότι αυτή οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα οκτώ χιλιάδων εκατόν εξήντα εννέα ευρώ και δεκατεσσάρων λεπτών (58.169,14 ευρώ), νομιμοτόκως.
Τέλος, απέρριψε στο σύνολό της την από 27.12.2017 αγωγή του ενάγοντος, και δη ως προς το αίτημά της περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμη και κατά τα λοιπά ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της πιο πάνω απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου άσκησαν ο ενάγων την από 24.1.2019 (με αριθ. καταθ. …/…/2019) έφεσή του, την οποία απηύθυνε κατά όλων των εναγομένων εταιρειών, και η πρώτη των εναγομένων ανώνυμη εταιρία την από 12.9.2019 (με αριθ.
καταθ. …/…/2019) έφεση και τους από 30.1.2020 (με αριθ. καταθ. …/../2020) πρόσθετους λόγους, που (σε αμφότερες τις περιπτώσεις) απηύθυνε τόσο κατά του ενάγοντος όσο και κατά των λοιπών εναγομένων εταιρειών. Επί των εφέσεων αυτών και των πρόσθετων λόγων εκδόθηκε η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 6330/2020 απόφαση, με την οποία το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, συνεκδικάζοντας τις εφέσεις (και τους πρόσθετους λόγους) ερήμην της δεύτερης των εφεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εν λόγω εφέσεις (και τους πρόσθετους λόγους) και όρισε παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της απόφασης αυτής από την ερημοδικασθείσα δεύτερη εφεσίβλητη. 5.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, ΑΠ 1040/2022, 485/2022).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021). Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1065/2023, ΑΠ 1042/2022, ΑΠ 233/2021).
Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΟλΑΠ 2/2022, 2/2019).
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Μόνο, δηλαδή, το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1464/2022, ΑΠ 1283/2021).
Για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω αναιρετικός λόγος πρέπει να διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αναίρεσης: α)η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, β)οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, γ)ο ισχυρισμός και τα περιστατικά, οι οποίοι προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον αυτή δεν είναι αυτονόητη, δ)η εξειδίκευση της πλημμέλειας του δικαστηρίου της ουσίας, αν πρόκειται, δηλαδή για παντελή έλλειψη αιτιολογίας ή ποίες είναι οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1300/2022, 269/2020, 109/2020, 1361/2019).
Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας εργοδότης είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας και αφετέρου υποχρεούται να καταβάλει σε αυτόν το συμφωνημένο ή νόμιμο μισθό (ΑΠ 2041/2022, ΑΠ 706/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, κατά το κρίσιμο για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, τα εξής: "....Ο ενάγων προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρεία στις 28.8.2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως οδηγός επιβατηγού αυτοκινήτου με ωράριο εργασίας 8 ώρες ημερησίως και επί 5 ημέρες την εβδομάδα.
Ακολούθως .... Η σύμβαση εργασίας του μετατράπηκε σε αορίστου χρόνου. Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το αντικείμενο εργασίας του ενάγοντος ήταν να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως συνοδός ασφαλείας και σωματοφύλακας στο μέλος του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγομένης Λ. Μ., γεγονός που του επέβαλε να βρίσκεται σε ορισμένο τόπο, ήτοι την οικία, το γραφείο ή τις επαγγελματικές και κοινωνικές δραστηριότητες του Λ.
Μ., ο οποίος καθόριζε αποκλειστικά το εργασιακό του πρόγραμμα. .....Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του 16 ώρες ημερησίως, ήτοι από ώρα 8.00 έως 24.00, για 7 ημέρες την εβδομάδα, εκτός από τα χρονικά διαστήματα, κατά τα οποία ο Λ. Μ. απουσίαζε στο εξωτερικό και κατά τα οποία ο ενάγων δεν απασχολείτο.....".
Έκρινε, δε, στη συνέχεια το Εφετείο ότι η εκκαλούσα - πρώτη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα οφείλει στον ενάγοντα, ως εργοδότριά του από την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας έως και τα τέλη του έτους 2015, ήτοι και κατά το επίμαχο ως προς την ίδια διάστημα των ετών 2012 - 2015, το παραπάνω αναφερόμενο ποσό.
Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο, σχετικά με την ιδιότητα της πρώτης των αναιρεσιβλήτων ως εργοδότριας του ενάγοντος, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648 και 651 ΑΚ, με ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά, στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους, συνεπώς, δεν παραβίασε ευθέως.
Και τούτο, διότι κατά τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα - πρώτη των εναγομένων ήταν εκείνη που ήλθε σε συμφωνία με τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα και κατήρτισε την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του, και η οποία, ως εργοδότρια, σύμφωνα και με την οικεία πιο πάνω νομική σκέψη, αφενός δικαιούτο να αξιώσει από αυτόν την παροχή της συμφωνηθείσας εργασίας, που ήταν αυτή του οδηγού αυτοκινήτου, του συνοδού ασφαλείας και σωματοφύλακα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της Λ.
Μ., και αφετέρου βαρυνόταν με όλες τις υποχρεώσεις από τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή την καταβολή των πάσης φύσεως οφειλόμενων αποδοχών και αμοιβών του. Παράλληλα, με τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν, για το εν λόγω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό των αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με τις προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 648 και 651 ΑΚ.
Επομένως, είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της από 7-2-2022 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας με τους οποίους η τελευταία αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθότι θα έπρεπε να δεχθεί ότι εργοδότης του αναιρεσίβλητου ήταν ο Λ.
Μ. και όχι η ίδια και, ακολούθως, ν' απορριφθεί ως προς αυτήν η αγωγή. Περαιτέρω, αβάσιμοι, ως ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, είναι οι παραπάνω λόγοι της από 7-2-2022 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας και ως προς το σκέλος τους εκείνο με το οποίο η τελευταία, ισχυριζόμενη ότι αυτή εμφανιζόταν εικονικά ως εργοδότης ενώ δεν ήταν πραγματικός εργοδότης του αναιρεσίβλητου, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις εκ των αριθμών αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, εφόσον από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνεται στο αποδεικτικό της πόρισμα σχετική παραδοχή περί εικονικότητας.
Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο της από 28.9.2021 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, καθ' ο μέρος αφορά στην τρίτη αναιρεσίβλητη (δεδομένου ότι παρέλκει η έρευνα του συγκεκριμένου λόγου ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, ως προς την οποία η συζήτηση της αναίρεσης αυτής κηρύχθηκε απαράδεκτη και χωρίστηκε η υπόθεση) ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι εσφαλμένα, με τις παρατιθέμενες σ' αυτόν τον λόγο αναίρεσης ουσιαστικές παραδοχές της, απέρριψε την αγωγή του ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ως ουσιαστικά αβάσιμη, κάνοντας δεκτό ότι η τελευταία δεν ευθύνεται εις ολόκληρον με την πρώτη αναιρεσίβλητη για τις προς αυτόν οφειλές.
Ο λόγος αυτός, ωστόσο, προβάλλεται απαραδέκτως, προεχόντως, διότι στο αναιρετήριο ο αναιρεσείων δεν διαλαμβάνει την ουσιαστικού δικαίου διάταξη που παραβιάσθηκε, η δε απλή αναφορά του στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 2 του π.δ/τος 178/2002 δεν αρκεί. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού δεν περιλαμβάνεται στην αγωγή τέτοια βάση, ήτοι βάση με την οποία να γίνεται επίκληση μεταβίβασης της εργασιακής σχέσης, και δη από την πρώτη στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, σύμφωνα με τις αμέσως προαναφερόμενες διατάξεις - που αφορούν στη μεταβίβαση των εργασιακών σχέσεων όταν λαμβάνει χώρα μεταβίβαση επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος εγκατάστασης σε άλλον επιχειρηματία (άρθρ. 1 παρ. 2 του π.δ/τος 178/2002) - έτσι ώστε να δύναται στη συνέχεια αυτή η εργασιακή σχέση να μεταβιβαστεί στην τρίτη των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων.
Είναι, δε, διαφορετικό το ζήτημα και δεν ασκεί επιρροή αν εν προκειμένω παραβιάζονται τυχόν άλλες διατάξεις, των οποίων δεν γίνεται επίκληση. Τέλος, απορριπτέος είναι και ο πέμπτος λόγος της από 28.9.2021 αίτησης αναίρεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο ο τελευταίος, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καταλογίζει στο Εφετείο ότι, απορρίπτοντας το αγωγικό του αίτημα περί της εις ολόκληρον ευθύνης της τρίτης των εναγομένων, διαλαμβάνει στο σκεπτικό του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθώς, ενώ αναφέρει ότι η σύμβαση εργασίας του με την πρώτη εναγομένη μεταφέρθηκε στη δεύτερη των εναγομένων και στη συνέχεια στην τρίτη από αυτές, οδηγήθηκε εν τέλει στην κρίση ότι δεν υπάρχει εις ολόκληρον ευθύνη της τρίτης αναιρεσιβλήτης ως διαδοχικής εργοδότριάς του και δέχθηκε μόνο την ευθύνη της πρώτης αναιρεσίβλητης για τα ποσά τα οποία επιδίκασε, ενώ, επιπλέον, ουδεμία αναφορά διέλαβε στην αιτιολογία του για το από 14.3.2017 έγγραφο της τρίτης αναιρεσίβλητης με το οποίο η τελευταία τον πληροφορούσε για τη μεταφορά της εργασιακής του σχέσης στην ίδια δυνάμει της υπ' αριθ. 8/16.1.2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε και ως προς το γιατί δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε σωρευτική ή στερητική αναδοχή χρέους.
Πιο συγκεκριμένα, ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως, διότι με αυτόν δεν γίνεται επίκληση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που να φέρεται ότι παραβιάστηκαν, μολονότι τούτο απαιτείται, κατά τις προηγηθείσες σκέψεις, για το ορισμένο της αιτίασης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 6. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία του διαδίκου ή τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 846/2023, ΑΠ 471/2023, ΑΠ 34/2016, 76/2016).
Για την αποτελούσα, δε, διαδικαστική προϋπόθεση και ερευνώμενη αυτεπαγγέλτως, νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης κατ' αρχήν αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, ο δε αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι στον αναιρετικό λόγο με αριθ. 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν το δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχει τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 208/2021, 28/2021).
Συνεπώς, η εκ μέρους του εναγομένου αμφισβήτηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο ενάγων προς θεμελίωση του ισχυρισμού του αυτού, συνιστά όχι ένσταση έλλειψης νομιμοποίησης, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής και ως εκ τούτου δεν αποτελεί "πράγμα" που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κατά την έννοια της διάταξης του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1280/2023, ΑΠ 1511/2021, 614/2016, 410/2016).
Δεν στοιχειοθετείται, δε, ο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αυτός αναίρεσης αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 961/2023, 1627/2022, 69/2016), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 846/2023, 153/2019, 79/2018).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 115 παρ. 3, 256 παρ. 1δ', 591 παρ. 1δ' ΚΠολΔ συνάγεται ότι στην ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά, κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά, με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν.
Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, προφορική προβολή των ισχυρισμών και αντίστοιχη καταχώρηση στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν την πλήρη (και μόνη) απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής (ΚΠολΔ 259). Έμμεση συναγωγή της προβολής των ισχυρισμών από το περιεχόμενο είτε των μαρτυρικών καταθέσεων που επακολουθούν, είτε των προτάσεων που κατατίθενται στην έδρα, δεν επιτρέπεται (ΟλΑΠ 2/2005, ΑΠ 2101/2022, 416/2022, 641/2021, 127/2016).
Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το άρθρο 527 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/20215 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή, είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ' έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1)προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2)γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3)λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4)το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5)προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6)αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει οτι: α)όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδίκασης των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β)στην κατ' έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος (ΑΠ 1408/2023, 447/2020, 1245/2019, 105/2017, 9/2014).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 1408/2023, 493/2020, 4447/2020, 201/2017).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου της από 28.9.2021 αίτησης αναίρεσης αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Εφετείο, καθ' ο μέρος αφορά στην πρώτη των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε ότι κατά τις μισές περίπου ημέρες κάθε έτους εργασίας του αυτός δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στον Λ.
Μ. λόγω απουσίας του τελευταίου στο εξωτερικό, λαμβάνοντας έτσι υπόψη του ισχυρισμό που ουδέποτε προτάθηκε από την προαναφερόμενη αντίδικό του, με αποτέλεσμα να απορρίψει την αγωγή του κατά το αντίστοιχο μέρος της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ως προς το σκέλος του αυτό ο αμέσως πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται αυτοτελή ισχυρισμό, δηλαδή "πράγμα", που φέρεται ότι λήφθηκε υπόψη χωρίς να έχει προβληθεί, αλλά αναφέρεται σε άρνηση εκ μέρους της αντιδίκου του πρώτης εναγόμενης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης επί των αγωγικών κονδυλίων, η οποία (άρνηση) όμως, όπως σχετικώς στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις επισημαίνεται, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, συνεπώς, δεν δύναται να θεμελιώσει την αναιρετική αυτή πλημμέλεια.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο της από 7-2-2022 αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας την αιτίαση από τον αριθ. 8β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι, ενώ σε αντίκρουση της αγωγής η ίδια ως πρώτη εναγόμενη είχε προβάλει τόσο πρωτοδίκως, κατά την ακροαματική διαδικασία με καταχώριση στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με τις προτάσεις της, την ένσταση έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της λόγω και εικονικότητας της επικαλούμενης σύμβασης, δεδομένου ότι πραγματικός εργοδότης, εν γνώσει όλων, ήταν ο Λ.
Μ., και αυτή (αναιρεσείουσα) είχε συμβληθεί, με την από 28.8.2001 σύμβαση, ως εργοδότης για λόγους διευκόλυνσης του πραγματικού εργοδότη, Λ. Μ., καθώς η ίδια, ως οργανωμένη εταιρεία, διέθετε ήδη οργανωμένο σύστημα μισθοδοσίας, λογιστήριο κλπ. ενώ ο πραγματικός εργοδότης δεν διέθετε, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ουδόλως αποφάνθηκε ως προς τον ως άνω ισχυρισμό της.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ως προς το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προβληθέντα από αυτήν ισχυρισμό της για έλλειψη παθητικής νομιμοποίησής της, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ισχυρισμός περί της έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας δεν αποτελεί "πράγμα", αλλά άρνηση της αγωγής.
Απαράδεκτος, εξάλλου, είναι ο λόγος αυτός αναίρεσης και ως προς το σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση εικονικότητας της επίμαχης σύμβασης εργασίας ως προς το πρόσωπο του εργοδότη.
Ειδικότερα, από το προσκομιζόμενο αντίγραφο των πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που πιστοποιούν τις γενόμενες στο ακροατήριο διαδικαστικές πράξεις, προκύπτει ότι ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός δεν έχει καταχωρηθεί στα πρακτικά αυτά και, συνακόλουθα, δεν προτάθηκε παραδεκτά από την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.
Εξάλλου, η αναιρεσείουσα ως εκκαλούσα ουδόλως επικαλέστηκε με την έφεσή της, όπως από το δικόγραφο αυτό προκύπτει, τη συνδρομή των από το άρθρο 527 ΚΠολΔ οριζόμενων προϋποθέσεων για το παραδεκτό του προβληθέντος αυτού ισχυρισμού της, δηλαδή της ένστασης περί εικονικότητας της σύμβασης εργασίας του αντιδίκου της ως προς το πρόσωπο του εργοδότη.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός της από 7-2-2022 αίτησης αναίρεσης της αναιρεσείουσας ως προς το αμέσως προαναφερόμενο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις παρατεθείσες ανωτέρω σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε κατ' ουσίαν σιωπηρά από το Εφετείο με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, και δη με την παραδοχή ότι εργοδότρια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου ήταν η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα και όχι άλλο πρόσωπο. 7.
Κατά τη διάταξη του άριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1638/2022, 701/2008).
Ο όρος "πράγματα", κατά τη έννοια του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ταυτόσημος του αντιστοίχου όρου του άρθρου αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, δηλαδή θεωρούνται οι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης νομίμως προταθέντες πραγματικοί ισχυρισμοί θεμελιωτικοί αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως κλπ., όχι δε και οι αρνητικοί των ουσιωδών κατά τα άνω ισχυρισμών ισχυρισμοί του διαδίκου ή τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα του δικαστηρίου και των διαδίκων από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 124/2022, 1046/2013, 247/2012).
Εν προκειμένω ο αναιρεσείων συνδυαστικά με το δεύτερο σκέλος του τρίτου λόγου, κατ' ορθή εκτίμηση αυτού, και τον τέταρτο λόγο της από 28.9.2021 αίτησης αναίρεσής του προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό, χωρίς καμία απόδειξη, τον ισχυρισμό - ένσταση της τρίτης των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, ότι αυτός δήθεν δεν εργάστηκε ποτέ κατά τα διαστήματα που ο Λ. Μ. απουσίαζε στο εξωτερικό, με αποτέλεσμα ν' απορριφθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της η από 10.10.2017 αγωγή του και ολικώς η από 27.10.2017 αγωγή του. Ο λόγος αυτός εκ του άρθρου 559 αρ. 10 ΚΠολΔ. είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που φέρεται ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του χωρίς απόδειξη, δεν συνιστούν "πράγματα", που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, αλλά αποτελούν αρνητικούς της αγωγής ισχυρισμούς, που δεν δύνανται να θεμελιώσουν τον αναιρετικό αυτό λόγο.
8. Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 737/2023, 1185/2022, 1346/2022).
Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 737/2023, 1525/2021). Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του έκτου λόγου της αναίρεσης του αναιρεσείοντος, καθ' ο μέρος αφορά στην τρίτη αναιρεσιβλήτη, (δεδομένου ότι καθ' ό μέρος αφορά τη δεύτερη αναιρεσίβλητη ο ως άνω λόγος δεν μπορεί να διερευνηθεί αφού ως προς αυτή κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της από 28.9.2021 αίτησης αναίρεσης) - αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του το από 14.3.2017 έγγραφο της τρίτης αναιρεσίβλητης προς αυτόν, το οποίο αυτός προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα τόσο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου όσο και κατά την κατ' έφεση δίκη και με το οποίο η τελευταία τον πληροφορούσε για τη μεταφορά της εργασιακής του σχέσης στην ίδια δυνάμει της υπ' αριθ. 8/16.1.2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και από το οποίο προκύπτει ότι η τρίτη εναγόμενη και ήδη τρίτη αναιρεσίβλητη υπεισήλθε σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που προϋπήρχαν και είχαν ήδη γεννηθεί από την εργασιακή του σχέση με τις δύο πρώτες εναγόμενες εταιρείες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το Εφετείο, στο τμήμα της προσβαλλόμενης απόφασης προ του αποδεικτικού του πορίσματος, όπου αναφέρει όλα τα κατ' είδος αποδεικτικά μέσα που έλαβε υπόψη προς διαμόρφωση αυτού, ρητώς αναφέρει ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Άλλωστε από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "την 1.1.2016 η εργασιακή σχέση του ενάγοντα μεταβιβάσθηκε στη δεύτερη εναγόμενη και ακολούθως την 1.3.2017 μεταβιβάσθηκε στην τρίτη εναγόμενη, χωρίς όμως να προκύπτει ότι επήλθε στερητική ή σωρευτική αναδοχή χρέους αναφορικά με τα οφειλόμενα από τη σύμβαση, καθόσον δεν αποδείχθηκε καμία περαιτέρω συμφωνία μεταξύ των ανωτέρω μερών για τις τυχόν εκκρεμείς οφειλές της πρώτης εναγόμενης και αν αυτές αναλαμβάνονται από τις προαναφερόμενες εναγόμενες", συνάγεται ότι έλαβε υπόψη το έγγραφο αυτό, πλην όμως κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, ότι δηλαδή δεν συμφωνήθηκε να αναλάβει η τρίτη αναιρεσίβλητη αλλά ούτε και η δεύτερη αναιρεσίβλητη τις οφειλές της πρώτης αναιρεσίβλητης.
Σε κάθε δε περίπτωση, η άποψη του αναιρεσείοντος ότι η εκτίμηση του προαναφερθέντος αποδεικτικού μέσου θα οδηγούσε το Δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 747/2024, 2052/2022).
9. Κατόπιν των ανωτέρω και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, δεδομένου ότι παρέλκει η ερευνα και του πρώτου λόγου καθώς και του δευτέρου σκέλους του έκτου λόγου της αναίρεσης του αναιρεσείοντος ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη (αφού ως προς την τελευταία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτηση της αναίρεσης αυτής κηρύχθηκε απαράδεκτη και χωρίστηκε η υπόθεση) - πρέπει οι ένδικες αιτήσεις αναίρεσης, από αυτές δε η υπό στοιχ. β' καθ' ο αφορά στους παριστάμενους διαδίκους, να απορριφθούν. Τέλος πρέπει α)ο αναιρεσείων της από 28.9.2021 αναίρεσης, που ηττήθηκε, να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και τρίτης αναιρεσίβλητης, που παρέστησαν με διαφορετικό νομικό παραστάτη και κατέθεσαν χωριστές προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των τελευταίων (ΑΠ 1690/2022, 1367/2021), και β)η αναιρεσείουσα της από 7.2.2022 αναίρεσης, που επίσης ηττήθηκε, πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος του τελευταίου, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει α)την από 28.9.2021 (με αριθ. καταθ. …/../29.9.2021) αίτηση και β)την από 7.2.2022 (με αριθ. καταθ. …/../7.2.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 6330/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Χωρίζει την υπόθεση, ως προς την από 28.9.2021 αίτηση αναίρεσης, ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης ως προς αυτή.
Απορρίπτει την από 28.9.2021 αίτηση αναίρεσης ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη και ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την από 7.2.2022 αίτηση αναίρεσης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα της από 28.9.2021 αίτησης στη δικαστική δαπάνη της πρώτης αναιρεσίβλητης και της τρίτης αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ για εκάστη αναιρεσίβλητη.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα της από 7.2.2022 αίτησης στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ