Legislator Case Law & Legislation
747/2024 AI generated

747/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 747/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

747/2024 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από ...2018 αγωγής του ενάγοντος, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι συνδεόταν με την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία από …2011 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία κατ' επίφαση χαρακτηριζόταν ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι αυτή από ...

Keywords

AI generated
credit union payment service provider special non-contributory benefit banking policy microprudential tasks special-status institution
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 747 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 747/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αναστάσιου Πετρόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην ... και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2088/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4105/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-9-2023 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ...2023 και με αριθ. κατάθ. ... αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 4105/30.9.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από ...2020 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθ. 2088/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από ...2018 αγωγής του ενάγοντος, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων, ισχυριζόμενος ότι συνδεόταν με την εναγόμενη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία από …2011 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία κατ' επίφαση χαρακτηριζόταν ως σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι αυτή από ...

έπαυσε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης, για επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών, για επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2015, 2016 και 2017, για έξοδα κίνησης και γραφείου για το χρονικό διάστημα από ... έως ...

και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τα αναγραφόμενα σ' αυτήν ποσά με το νόμιμο τόκο. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων συνδεόταν με την εναγόμενη με σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και κατόπιν τούτου απέρριψε την αγωγή ως κατ' ουσία αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω έφεση του ενάγοντος δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς τη διάταξή της περί δικαστικής δαπάνης, την οποία συμψήφισε στο σύνολό της για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, ενώ απέρριψε τους λοιπούς λόγους έφεσης και επικύρωσε αυτήν (πρωτόδικη απόφαση) ως προς τις λοιπές απορριπτικές διατάξεις της.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648, 652 του ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει στον εργαζόμενο δεσμευτικές εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.

Η υποχρέωση, μάλιστα, του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξάρτησης, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη σε περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, 953/2020).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από τη σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου (ΑΠ 9/2023, 1034/2020, 849/2020), που υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του (ΑΠ 1402/2023, ΑΠ 351/2021, 953/2020).

Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.

Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλΑΠ 28/2005, ΑΠ 9/2023, 850/2022, 953/2020).

Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται το περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνομολογημένους όρους. Επίσης συνεκτιμώνται ως σχετικές ενδείξεις και άλλα κατά περίπτωση στοιχεία, όπως ο τρόπος της αμοιβής, η ασφάλιση σε ασφαλιστικό οργανισμό, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η δυνατότητα του εργαζομένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε άλλον εργοδότη κλπ (ΑΠ 953/2020, 710/2019, 1110/2017).

Η υποχρέωση, δε, του εργαζομένου να συμμορφώνεται, ως προς την εκτέλεση των υπηρεσιών του, προς, από κοινού, συμφωνούμενους όρους ή να παρέχει αυτές σε καθορισμένο χρόνο και τόπο, ακόμη και σε χώρο του εργοδότη, δεν καθιστά, χωρίς τίποτε άλλο, τη συνδέουσα τους συμβαλλομένους σχέση ως εξαρτημένης εργασίας και συνεπώς μπορεί αυτή να έχει τον χαρακτήρα μίσθωσης έργου ή και ανεξάρτητων υπηρεσιών (ΑΠ 9/2023, 2052/2022, 522/2022, 1110/2017).

Ακόμη, η σύμβαση παροχής επιστημονικών υπηρεσιών από εργαζόμενο επιστήμονα που επιλέγει ο ίδιος βασικούς όρους της απασχόλησής του και δεν ελέγχεται από τον εργοδότη ως προς τον τρόπο και, ακόμη και εν μέρει, τον χρόνο, παροχής των υπηρεσιών του στον, καθορισμένο από τη σύμβαση και τη φύση των υπηρεσιών του, τόπο δεν είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (ΑΠ 522/2022, 617/20).

Περαιτέρω, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος, όταν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας (ΑΠ 953/2020, 793/2013, 1508/2010).

Σε κάθε περίπτωση, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, ή μίσθωσης έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, εκτιμώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά και τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν οι συμβαλλόμενοι ή ο νόμος (ΟλΑΠ 3/2021, ΑΠ 57/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 953/2020, 13/2017).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2639/1998 (Α 205), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010 (A 66), ορίζεται ότι "Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ' οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα συνεχείς μήνες" και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολούμενου.

Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η απασχόληση αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για τουλάχιστον εννέα (9) συνεχείς μήνες αποτελεί τη βάση τεκμηρίου υπέρ της εξαρτημένης εργασίας, το οποίο, όμως, είναι μαχητό και συνεπώς ο εργοδότης διατηρεί τη δυνατότητα ανατροπής του (ΑΠ 2052/2022, 522/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 844/2022, 790/2020) δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 182/2023, 1545/2022).

Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 906/2022, 764/2021) Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1530/2023, ΑΠ 906/2022, 666/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Ο ενάγων είναι δημοσιογράφος από το έτος … και μέλος της …, με ειδίκευση σε θέματα του τραπεζικού κλάδου, έχοντας απασχοληθεί από το έτος 1975 έως το …. στην Τράπεζα … και εν συνεχεία στην Τράπεζα ….

Στις … συνήψε με την εναγόμενη τραπεζική εταιρία σύμβαση, την οποία τα μέρη αποκάλεσαν "σύμβαση μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών", με διάρκεια από …. έως …, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει προς την τελευταία τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος σε θέματα Τύπου και Επικοινωνίας καθώς και οποιαδήποτε άλλη συναφή με την ειδικότητα του υπηρεσία.

Ως τόπος παροχής της εργασίας του ορίσθηκε το Γραφείο Διοικήσεως της εναγόμενης στην ..., ενώ η συνολική ετήσια κατ' αποκοπή αμοιβή του ορίσθηκε στο ποσό των 96.000 ευρώ, καταβαλλόμενο σε τέσσερις δόσεις κατόπιν έκδοσης εκ μέρους του ενάγοντος των αντίστοιχων δελτίων παροχής υπηρεσιών, χωρίς περαιτέρω υποχρέωση της εναγόμενης για καταβολή δώρων εορτών ή επιδόματος αδείας.

Στην παράγραφο 2 της ως άνω σύμβασης ορίσθηκε ρητά ως προς τον τρόπο παροχής του ότι: "...θα παρέχει τις υπηρεσίες του στην Τράπεζα σε συνεννόηση και συνεργασία με τη Διοίκηση και τα αρμόδια στελέχη των Υπηρεσιών της Τράπεζας χωρίς υπηρεσιακή ή άλλης μορφής εξάρτηση από την Τράπεζα, έστω και αν η παροχή των υπηρεσιών αυτών γίνεται καθημερινά σε γραφεία της Τράπεζας, πράγμα το οποίο σε καμμία περίπτωση δεν μπορεί να μεταβάλει τη νομική μορφή της μεταξύ των συμβαλλομένων σύμβασης, η οποία είναι και θα παραμείνει σύμβαση παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών.".

Εξάλλου, ως προς το ωράριο του ρητά συμφωνήθηκε σύμφωνα με την παράγραφο 3 της ως άνω σύμβασης ότι "δεν υπόκειται σε περιορισμούς ως προς το ωράριο εργασίας, όμως ανάλογα με τις υπηρεσιακές ανάγκες της, η Τράπεζα έχει τη δυνατότητα να τον καλεί για να τον ενημερώνει και να του αναθέτει υπηρεσίες οποιαδήποτε εργάσιμη, ή μη ημέρα και ώρα, χωρίς αξίωση του για πρόσθετη αμοιβή ή άλλου είδους αποζημίωση".

Επίσης ορίσθηκε ότι λόγω της φύσης και του χαρακτήρα των υπηρεσιών του ως μισθωτών υπηρεσιών, η εναγόμενη δεν έχει υποχρέωση ασφάλισης του ενάγοντος (κοινωνικής ή ιδιωτικής) ή καταβολής εισφορών σε οργανισμό στον οργανισμό στον οποίο εκείνος είναι ήδη ασφαλισμένος (παρ. 5 της σύμβασης). Η διάρκεια της παραπάνω σύμβασης παρατάθηκε με τα από … και … ιδιωτικά συμφωνητικά, για δε τις υπηρεσίες του χρονικού διαστήματος από 1-3-2012 έως 31-12-2012 η συνολική κατ' αποκοπή αμοιβή του ενάγοντος συμφωνήθηκε στο ποσό των 76.000 ευρώ, για το διάστημα από 1-1-2013 έως 31-12-2013 στο ποσό των 116.000 ευρώ, όπως και για το διάστημα από 1-1-2014 έως 31-12-2014, ενώ για καθένα από τα επόμενα διαστήματα (1-1-2015 έως 31-12-2015, 1-1-2016 έως 31-12-2016 και 1-1-2017 έως 31-1-2017) η συνολική κατ' αποκοπή αμοιβή του ορίσθηκε στο ποσό των 133.000 ευρώ (....).

Πέραν της ως άνω κατ'αποκοπή αμοιβής του και για όλο το χρονικό διάστημα έως 31-1-2017 για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της εναγόμενης, συμφωνήθηκε η καταβολή σε αυτόν πρόσθετων παροχών, οι οποίες συνίσταντο: στη α) χρήση αυτοκινήτου, β) ειδική πιστωτική κάρτα καυσίμων έως 300 ευρώ μηνιαίως ή 3600 ευρώ ετησίως, γ) χρήση κινητού τηλεφώνου, δ) επαγγελματική πιστωτική κάρτα με όριο 2000 ευρώ μηνιαίως για αγορά ειδών και ε) δικαίωμα ανάληψης μετρητών μέχρι του ποσού 1000 μηνιαίως.

Σε εκτέλεση της ως άνω αρχικής συμφωνίας, όπως ακολούθως παρατάθηκε, ο ενάγων προσερχόταν στο γραφείο Τύπου της εναγόμενης, δίχως να τηρεί συγκεκριμένο υποχρεωτικό ωράριο, διατηρώντας δικό του γραφείο με γραμματέα που βρισκόταν πλησίον του γραφείου του Δ.Σ αυτής, όντας επιφορτισμένος με την αποδελτίωση των έντυπων μέσων, την οποία μάλιστα ανέθετε σε συνεργάτες του, την προετοιμασία παντός είδους ομιλιών των μελών του Δ.Σ της εναγόμενης, την παρακολούθηση των δημοσιευμάτων, ηλεκτρονικών και εντύπων, που την αφορούν και η συλλογή εκείνων από αυτά που αξιολογούνται ως κρίσιμα για τη Διοίκηση, για τα οποία όφειλε να την ενημερώνει, προκειμένου να σχεδιασθεί και υλοποιηθεί ο κατάλληλος με τις αντιλήψεις της χειρισμός.

Οι υπηρεσίες που προσέφερε ο ενάγων απαιτούσαν εξειδικευμένη τεχνογνωσία και από τη φύση τους ενέχουν περιθώρια πρωτοβουλιών, εφόσον ήταν ο αποκλειστικά υπεύθυνος για τη σύνταξη, έκδοση, προώθηση στα Μέσα Επικοινωνίας σε όλη τη χώρα των Δελτίων Τύπου της εναγόμενης και των πάσης φύσεως ανακοινώσεων της, ενώ παράλληλα υπέβαλε προς τη Διοίκηση ερωτήματα, είτε με αφορμή δημοσιεύματα, είτε με αφορμή ερωτήματα που δεχόταν από δημοσιογράφους.

Για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του που απέρρεαν από τις ως άνω συμβάσεις, ο ενάγων, αποδείχθηκε ότι τελούσε σε πλήρη ελευθερία και αυτονομία ως προς τον χρόνο, τρόπο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του, ελλείποντος κάθε στοιχείου προσωπικής και νομικής εξάρτησης αυτού από την εναγομένη, χωρίς να δεσμεύεται από εντολές και οδηγίες κάποιου ιεραρχικά προϊσταμένου του, που άλλωστε δεν υπήρχε, αφού ο ενάγων, λόγω και του εξειδικευμένου επαγγελματικού αντικειμένου του, δεν υπαγόταν στους δεσμευτικούς τραπεζικούς κανονισμούς και εγκύκλιους, όπως συνέβαινε με τα λοιπά πρόσωπα που παρείχαν εξηρτημένη εργασία σε αυτή, αλλά είχε συνεχή επικοινωνία με το Διευθύνοντα Σύμβουλο και τον Πρόεδρο του Δ.Σ αυτής για την πληροφόρηση και έγκριση εκ μέρους των τελευταίων σε θέματα που άπτονταν του τύπου και της επικοινωνίας, κάτι που εξάλλου ήταν απαραίτητο λόγω του μεγέθους των ευθυνών αστικών και ποινικών που έφερε έκαστος εξ αυτών.

Ο χρόνος παραμονής του στα γραφεία της εναγόμενης καθοριζόταν από τον ίδιο με βάση τις εκάστοτε ανάγκες και ανάλογα με την εργασία που του ανατίθετο, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες μηχανογραφημένες καταστάσεις όπου αποτυπώνουν μέσω της ηλεκτρονικής κάρτας-κλειδιού που είχε χορηγηθεί, μεταξύ άλλων, και στον ενάγοντα την είσοδο και έξοδο του στους χώρους της εναγομένης, ότι δεν είχε σταθερή ώρα προσέλευσης και αποχώρησης από τις εγκαταστάσεις της.

Ενόψει όλων των προαναφερομένων πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν σχετικά με τον τρόπο που καταρτίσθηκε και λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων κρινόμενη έννομη σχέση, αξιολογούμενη με βάση τις αρχές της καλής πίστης και όπως απαιτείται από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη....., το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη υπόθεση αποδείχθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία και έληξε με την πάροδο του σύμφωνημένου χρόνου διάρκειας της, στις ...2017 και δεν είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων.

Να σημειωθεί ότι ο ενάγων καθ' όλο το διάστημα της συνεργασίας του με την εναγόμενη, ουδέποτε αξιολογήθηκε ως υπάλληλος από αυτή, ουδέποτε αξίωσε επιδόματα εορτών και αδείας, ούτε διατύπωσε επιφύλαξη ως προς το είδος της σχέσης του με την τελευταία, μάλιστα στα τιμολόγια που εξέδιδε για την αμοιβή που εισέπραττε ανέφερε ως αιτιολογία τη μεταξύ τους "συνεργασία".

Ούτε το γεγονός ότι ο ενάγων διέθετε προσωπικό γραφείο μέσα στις εγκαταστάσεις της εταιρείας, δεν ασκεί καμία νομική επιρροή στο χαρακτηρισμό της υφισταμένης μεταξύ των διαδίκων μερών σχέσης, δεδομένου ότι αυτό ήταν αναγκαίο για την αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων του, αλλά και προκειμένου να μπορεί αυτός να υποδέχεται εκεί τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους του τραπεζικού ρεπορτάζ, όπως και το γεγονός ότι διέθετε προσωπική γραμματέα.

Από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού όπως προεκτέθηκε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν υπαγόταν σε εξάρτηση με την εναγόμενη, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και επομένως, ανατράπηκε τελικώς με την επιμέλεια της εναγόμενης το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1 του Ν. 2639/1998, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010,......, απορριπτομένου ως αβάσιμου του σχετικού λόγου της έφεσης.

Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, εφόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγόμενη δυνάμει συμβάσεως παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας..... η ένδικη αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, με την ίδια αιτιολογία, έκρινε ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη εταιρία ήταν αυτή της σύμβασης ανεξάρτητων υπηρεσιών και όχι αυτή της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ακολούθως απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, οι δε συναφείς λόγοι έφεσης που προβάλλει η εναγόμενη με την έφεση της και ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και υποστηρίζουν τα αντίθετα ως προς το κεφάλαιο αυτό της εκκαλουμένης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι......".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο και με το να κρίνει, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι ο ενάγων δεν απασχολήθηκε στην εναγόμενη δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αλλά ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ήταν αυτή της σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η οποία έληξε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειάς της στις …2017, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 745/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ.

καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα και το απορριπτικό διατακτικό αυτής, καθιστώντας εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων των ουσιαστικών κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν.

Ειδικότερα για να καταλήξει το Εφετείο στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων κατήρτισε με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι δεν συνδεόταν με αυτήν (εναγόμενη) με ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του α) ότι ο ενάγων και η εναγόμενη, με συμβάσεις, που χαρακτηρίσθηκαν συμβάσεις μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, συμφώνησαν να παρέχει ο ενάγων δημοσιογράφος, στην εναγόμενη τις υπηρεσίες του ως υπεύθυνος σε θέματα Τύπου και Επικοινωνίας καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη συναφή με την ειδικότητα του υπηρεσία, χωρίς υπηρεσιακή ή άλλης μορφής εξάρτηση από την Τράπεζα, με τόπο παροχής της εργασίας του το Γραφείο Διοικήσεως της εναγόμενης στην … με συνολική ετήσια κατ' αποκοπή αμοιβή ποσού 96.000 ευρώ, η οποία αναπροσαρμόσθηκε από 1-1-2013 στο ποσό των 116.000 ευρώ και από 1.1.2015 στο ποσό των 133.000 ευρώ και χωρίς περαιτέρω υποχρέωση της εναγόμενης για καταβολή δώρων εορτών ή επιδόματος αδείας και ασφάλισης αυτού, β) ότι ο ενάγων προσερχόταν στο γραφείο Τύπου της εναγόμενης, δίχως να τηρεί συγκεκριμένο υποχρεωτικό ωράριο, διατηρώντας δικό του γραφείο με γραμματέα, όντας επιφορτισμένος με την αποδελτίωση των έντυπων μέσων, την οποία ανέθετε σε συνεργάτες του, την προετοιμασία παντός είδους ομιλιών των μελών του Δ.Σ της εναγόμενης, την παρακολούθηση των δημοσιευμάτων, ηλεκτρονικών και εντύπων, που αφορούν την εναγόμενη, την αξιολόγηση αυτών και την ενημέρωση της Διοίκησης, γ) ότι οι υπηρεσίες που προσέφερε ο ενάγων απαιτούσαν εξειδικευμένη τεχνογνωσία και από τη φύση τους ενείχαν περιθώρια πρωτοβουλιών, ως αποκλειστικά υπεύθυνος για τη σύνταξη, έκδοση, προώθηση στα Μέσα Επικοινωνίας των Δελτίων Τύπου της εναγόμενης και των πάσης φύσεως ανακοινώσεων της, δ) ότι για την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεών του, ο ενάγων, τελούσε σε πλήρη ελευθερία και αυτονομία ως προς τον χρόνο, τρόπο και τόπο παροχής των υπηρεσιών του, ελλείποντος κάθε στοιχείου προσωπικής και νομικής εξάρτησης αυτού από την εναγομένη, ε) ότι ο ενάγων δεν υπαγόταν στους δεσμευτικούς τραπεζικούς κανονισμούς και εγκύκλιους, ότι δεν αξιολογήθηκε ως υπάλληλος από την εναγόμενη, ότι δεν αξίωσε επιδόματα εορτών και αδείας, ούτε διατύπωσε επιφύλαξη ως προς το είδος της σχέσης του με την τελευταία και ότι στα τιμολόγια που εξέδιδε για την αμοιβή που εισέπραττε ανέφερε ως αιτιολογία τη μεταξύ τους "συνεργασία", και στ) ότι ανατράπηκε με την επιμέλεια της εναγόμενης το μαχητό τεκμήριο του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, περί ύπαρξης σχέσης εξηρτημένης εργασίας, αιτιολογίες που είναι επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις και στηρίζουν επαρκώς το ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα.

Οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπάρχουν, για τη διάγνωση ή μη της ύπαρξης εξηρτημένης εργασίας, αιτιολογίες α) ως προς το εύρος του αντικειμένου της εργασίας του, εφόσον αποδείχθηκε ότι συμμετείχε και σε επιτροπές της τράπεζας από κοινού με άλλους υπαλλήλους της, β) αν λειτουργούσε αυτόνομα ή ενταγμένος στην οργανωτική δομή της εναγομένης, δεδομένου ότι αυτή διέθετε γραφείο τύπου με μισθωτούς δημοσιογράφους και υπαλλήλους, γ) ως προς το εύρος και την ανάπτυξη πρωτοβουλίας του κατά τη σύνταξη των δελτίων τύπου για λογαριασμό της αντιδίκου του, δ) ως προς την απόλυτη και εξαντλητική ανάλωση της καθημερινής εργασίας του στην αντίδικο και την έλλειψη οποιασδήποτε δυνατότητάς του να εργασθεί ή να παρέχει υπηρεσίες σε άλλο φορέα, ε) ως προς το είδος της εργασίας του στην εναγόμενη τα χρονικά διαστήματα από 1.3.2011 έως 21.9.2011, από 21.2.2012 έως 22.3.2012, από 31.12.2012 έως 11.8.2013, από 1.1.2016 έως 24.11.2016 και από 1.1.2017 έως 13.11.2017, χωρίς συμβάσεις παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και στ) ως προς τον τρόπο λήξης της σύμβασής του στις 31.12.2017, δεν είναι βάσιμοι.

Και τούτο διότι, στην προσβαλλόμενη απόφαση, υπάρχουν παραδοχές για το ότι ο ενάγων καθόλο το διάστημα της συνεργασίας του με την εναγόμενη συνδεόταν με αυτή με σχέση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών που έληξε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου διάρκειας της στις …2017, για το εύρος του αντικειμένου των υπηρεσιών του ενάγοντος προς την εναγόμενη, για τη μη ένταξή του στην οργανωτική δομή αυτής, για τη μη δέσμευσή του από τους κανονισμούς και της εγκυκλίους της και από εντολές ή οδηγίες των οργάνων της εναγομένης, για την εκ μέρους αυτού αποδελτίωση των εντύπων μέσων και για τον εκ μέρους του καθορισμό του χρόνου παραμονής στα γραφεία της εναγομένης ανάλογα με τις ανάγκες της εργασίας του, χωρίς να είναι αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης η αναφορά για το αν ο ενάγων είχε δυνατότητα να προσφέρει και σε άλλο φορέα τις υπηρεσίες του με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ή με σύμβαση παροχής έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Επίσης ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτουν τα στοιχεία της προσωπικής και νομικής του εξάρτησης, εφόσον δέχθηκε ότι αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του στις εγκαταστάσεις της εναγομένης σε συγκεκριμένο γραφείο που η ίδια είχε ορίσει διαθέτοντας σ' αυτόν γραμματέα καθόλη τη διάρκεια της ημέρας και της νύκτας βάσει των υπηρεσιακών αναγκών της εναγομένης και ότι δεχόταν υποδείξεις ως προς τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας του από τα ιεραρχικά στελέχη της εναγομένης, δεν είναι βάσιμος.

Και τούτο διότι, όπως προεκτέθηκε στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, και στη σύμβαση ανεξάρτητων υπηρεσιών υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, εφόσον αναλαμβάνονται υποχρεώσεις από ενοχική σύμβαση, από τους όρους της σύμβασης που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας, όπως στην προκειμένη περίπτωση, που λόγω του αντικειμένου των υπηρεσιών του ενάγοντος, ως υπεύθυνου σε θέματα τύπου και επικοινωνίας, ήταν αναγκαία η παροχή των υπηρεσιών στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, σε χρόνο που είτε καθόριζε ο ίδιος ή όταν προέκυπτε ανάγκη να παρίσταται, στα πλαίσια της συνεργασίας του με τη Διοίκηση για τα ως άνω θέματα, χωρίς, όμως, τα εν λόγω στοιχεία να υποδηλώνουν, από μόνα τους, εξάρτησή του από την εναγομένη.

Επομένως, ο πρώτος εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με το να δεχθεί ότι αυτός συνδεόταν με την αναιρεσίβλητη με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 648, 652 ΑΚ και 6 του α.ν. 745/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 Π.Υ.Σ.

καθώς και τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 2639/1998, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του ν. 3846/2010, είναι αβάσιμος. Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1134/2023). "Πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης αποτελούν και οι επί μέρους λόγοι έφεσης, που περιέχουν παράπονα κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε αυτοτελής ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός αυτοτελής ισχυρισμός του αντιδίκου του (ΟλΑΠ22/2005, ΑΠ 1018/2023) όχι όμως και οι λόγοι έφεσης που αφορούν ισχυρισμούς αρνητικούς της αγωγής (ΑΠ 1018/2023, 893/2020).

Ακόμη, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 1134/2023), οι αιτιολογημένες αρνήσεις των αυτοτελών ισχυρισμών, οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, τα πορίσματα των αποδείξεων, τα οποία το δικαστήριο εκτιμά ανελέγκτως, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 717/2022, 136/2022).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 674/2021, 1383/2021, 318/2021), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ του πράγματος προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1153/2023, ΑΠ 85/2020, 667/2018, 76/2016), έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1108/2020, 771/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη της πράγματα που προτάθηκαν από αυτόν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι, ενώ είχε προτείνει με την έφεσή του ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου α) με το δεύτερο λόγο αυτής τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη του κατέβαλε το μισθό ανά δίμηνο, ότι από το έτος 2017 του κατέβαλε τις αποδοχές του κάθε μήνα και επιπρόσθετα και στον ΕΦΚΑ τις αντίστοιχες ασφαλιστικές εισφορές, γ) με τον τρίτο λόγο της έφεσης του τον ισχυρισμό ότι η εναγόμενη κατά τη φορολογική του μεταχείριση σε σχέση με τις πρόσθετες παροχές που προσέφερε η σ' αυτόν, εφάρμοζε τις προβλέψεις του Κεφαλαίου Β του ν. 4172/2013 με τίτλο "εισόδημα από μισθωτή εργασία" και συγκεκριμένα των άρθρων 12, 13 και 14 που ορίζουν τις λεπτομέρειες της φορολόγησης των παροχών σε είδος από μισθωτή εργασία, δ) με τον τέταρτο λόγο της έφεσής του τον ισχυρισμό ότι την 2.1.2013 κατάρτισε με το διευθύνοντα σύμβουλο της εναγομένης σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην οποία συμφωνήθηκε να του καταβάλλεται μηνιαίως το ποσό των 8.000 ευρώ το μήνα επί 14,5 μισθούς το έτος για μισθούς και επιδόματα εορτών, αδείας και ισολογισμού και συνολικά το ποσό των 116.000 ευρώ το έτος και ότι το ίδιο ποσό των 116.000 ευρώ προβλέφθηκε να του καταβάλλεται στην από 2.1.2013 σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, την οποία εξαναγκάσθηκε να υπογράψει σε αντικατάσταση της ως άνω σύμβασης εξηρτημένης εργασίας, καθώς και τον ισχυρισμό ότι κατά πρόβλεψη του άρθρου 34 Κανονισμού Εργασίας του Προσωπικού της εναγομένης ο ως άνω Κανονισμός δεν εφαρμόζεται στους ειδικούς συνεργάτες της εναγομένης, όπως ήταν ο ίδιος και ότι ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι κοινές διατάξεις του εργατικού δικαίου, ε) με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του τον ισχυρισμό ότι δεν υπαγόταν στις διατάξεις περί χρονικών ορίων εργασίας ως διευθυντικό στέλεχος της εναγομένης καθώς και τον ισχυρισμό ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στις εγκαταστάσεις της αντιδίκου όχι κατά δική του επιλογή αλλά για το λόγο ότι η αντίδικός του είχε οργανώσει κατ' αυτόν τον τρόπο την δραστηριότητά της και ότι το Εφετείο, αν λάμβανε υπόψη τους ως άνω ουσιώδεις ισχυρισμούς του, δεν θα είχε καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η σχέση του με την εναγόμενη είχε το χαρακτήρα των ανεξάρτητων υπηρεσιών αλλά ότι ήταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας.

Ο ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Και τούτο διότι από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο εξέτασε τους λόγους της έφεσης του ενάγοντος περί εσφαλμένης, εκ μέρους της πρωτόδικης απόφασης, εκτίμησης των αποδείξεων σε σχέση με τον απορριφθέντα πρωτοδίκως αγωγικό ισχυρισμό του ότι συνδεόταν με την εναγόμενη με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους με την παραδοχή ότι ο ενάγων συνδεόταν με την εναγόμενη με σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Οι δε επιμέρους αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που αφορούν εκτίμηση αποδεικτικών μέσων ή και επιχειρήματα του ιδίου προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι τελούσε με την αναιρεσίβλητη σε σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε και ως εκ τούτου δεν ιδρύουν τον ως άνω αναιρετικό λόγο.

Σε κάθε δε περίπτωση με την απόρριψη από το Εφετείο της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στο σύνολό της και την επικύρωση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κρίνει ότι ο ενάγων τελούσε με την εναγόμενη σε σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και όχι εξαρτημένης εργασίας, θεωρείται ότι απορρίφθηκε σιωπηρά και κάθε επιμέρους αιτίαση που αναφερόταν στους σχετικούς λόγους έφεσης, έστω και αν δεν υπάρχει ειδική προς τούτο αιτιολογία, με συνέπεια να μην δεν ιδρύεται ο παραπάνω λόγος αναίρεσης (πρβλ.

ΑΠ 25/2023, 66/2021, 94/2020).

Ακολούθως, ο αναιρεσείων με τον τρίτο, επίσης, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη της ισχυρισμούς που δεν προτάθηκαν στη δίκη και ειδικότερα ότι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε δεχθεί ότι η υπάλληλος του γραφείου του Π.

Τ. τα πρώτα έτη δεν ήταν υπάλληλος της εναγομένης Τράπεζας και ότι αυτός ανέθετε την αποδελτίωση των εντύπων μέσων σε δικούς του συνεργάτες, ισχυρισμούς που δεν είχε προτείνει η εναγόμενη και βάση των οποίων το Δικαστήριο της ουσίας αποφάνθηκε εσφαλμένα ότι η έννομη σχέση που τον συνέδεε με την εναγόμενη ήταν σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών.

Ο ως άνω τρίτος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι ως άνω προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις, δεν είναι "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά συμπεράσματα του Δικαστηρίου της ουσίας από την εκτίμηση των αποδείξεων. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να εκτιμήσει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, για την απόδειξη του οποίου ο διάδικος επικαλείται το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 674/2023, 2052/2022, 194/2020).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική διαβεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν νομίμως στην κρίση του, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 674/2023, 194/2020).

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 674/2023). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του αριθμού 11 περ.γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε τις προσκομισθείσες με επίκληση από αυτόν αποδείξεις και συγκεκριμένα 1) αντίγραφα των υπ' αριθμ.

… έως και … συνεχομένων τιμολογίων παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε από … έως …, 2) εκτύπωση από το εσωτερικό σύστημα της αντιδίκου του όπου αναγράφονται τα στοιχεία του μαζί με τα στοιχεία των υπολοίπων υπαλλήλων, 3) αντίγραφο βεβαιώσεων αποδοχών της αντιδίκου του για το αυτοκίνητο που του είχε παραχωρήσει και για τα ποσά που κατέβαλε για έξοδα του γραφείου, 4) αντίγραφο του άρθρου 34 του Κανονισμού Εργασίας της Ε.

Τ., 5) αντίγραφο εκτύπωσης από τον ηλεκτρονικό σύστημα του ΙΚΑ από το οποίο προκύπτει ότι κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του ν. 4387/2016 κατέβαλε η εναγόμενη τις ασφαλιστικές του εισφορές, 6) αντίγραφα των από 20.9.2013 και από 30.10.2013 υπομνημάτων εκκαθάρισης υπηρεσιακής μετακίνησης και της υπ' αριθμ. πρωτ. … αίτησής του για λήψη κανονικής αδείας, 7) αντίγραφα των υπ' αριθμ.

… πράξεων της Διοίκησης της αντιδίκου, όπου τον ενέταξε ως μέλος της Επιτροπής Διαχείρισης Κ. και της υπ' αριθμ. … πράξης της Διοίκησης, όπου τον όρισε ως μέλος της Επιτροπής Δ., 8) μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με εντολές και οδηγίες της Διοίκησης, 9) αντίγραφο της από … σύμβασης εξηρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου διάρκειας ενός έτους και αντίγραφο της από … σύμβασης μίσθωσης ανεξαρτήτων υπηρεσιών, 10) αντίγραφο της από … σύμβασης στον οποίο προσέθεσε κάτω από την υπογραφή του τον όρο "για όλες τις συνέπειες θα ληφθεί υπόψη ο χρόνος αδιάλειπτης εργασίας από 1 Μαρτίου 2011", 11) αντίγραφα του extrait της εταιρικής πιστωτικής του κάρτας για το μήνα Ιανουάριο του έτους ....

τα οποία ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης προς υποστήριξη του αγωγικού του νομίμου τεκμηρίου ότι η μισθωτή του εργασία αποτελεί σχέση εξηρτημένης εργασίας και όχι ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, μνημονεύεται ειδικώς ότι τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το διατακτικό της αποδεικνύονται από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που νόμιμα προσκόμισαν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων είχε καταρτίσει με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών και ότι δεν συνδεόταν με την τελευταία με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, έλαβε υπόψη της όλα τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εκτίμησε ελεύθερα, χωρίς να υποχρεούται το Εφετείο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση εκάστου των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα αναφερόμενα στον αναιρετικό λόγο αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε μετ' επικλήσεως ο αναιρεσείων (στα οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα διάταξη του Κανονισμού Εργασίας της αναιρεσίβλητης που δεν είναι έγγραφο αποδεικτικό μέσο, πρβλ.

ΑΠ 1388/2018, 1510/2009) και συνακόλουθα ο περί του αντιθέτου ως άνω δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Η, δε, άποψη του αναιρεσείοντος ότι η εκτίμηση των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων θα οδηγούσε το Δικαστήριο ουσίας σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης αποφάσεως για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 2052/2022, 1782/2017, 1097/2017).

Επομένως και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ) κατά το βάσιμο αίτημα αυτής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.9. 2023 με αριθμ. καταθ. 7831/763/29.9.2023 αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 4105/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ