Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because cited documents are laws, not evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal lodged by an insurance company against a final labor court judgment regarding car damage claims. The appellants argued the lower court ignored specific administrative documents and collective agreements, but the court ruled these were legal norms rather than evidentiary materials. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the cited items did not constitute evidence under the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 335, 339, 559 of the Code of Civil Procedure: Evidence consists of documents submitted by parties, not legal norms or administrative acts; appeals based on the alleged non-consideration of laws are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 292 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 292/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Σπυριδούλα Λιάτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ ΑΕΓΑ" μετονομασθείσα σε "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΕΓΑ" και ήδη "ΑLLIANZ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Μονοπρόσωπη ΑΑΕ", που εδρεύει στο Χαλάνδρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Κ. Δ. του Ν. και 3) Α. Δ., κατοίκων Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γεωργουλόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του τις ως άνω μεταβολές της επωνυμίας της αναιρεσείουσας εταιρείας.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Δ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κατσαρό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1128/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3001/2019 μη οριστική και 599/2021 τελεσίδικη του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Σπυριδούλα Λιάτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 19-3-2021 (αριθμ. εκθ. καταθ. ../23-3-2022) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ'αριθμ. 599/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθ. 1,6 Κ.Πολ.Δ. όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν.4335/2015), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ.1β, 556, 558, 564 παρ.3 και 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 27/1998). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, ΑΠ 254/2023). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.
Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006). Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 254/2023).
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 929 και 298 ΑΚ, συνάγεται ότι αυτός που έπαθε βλάβη στο σώμα ή την υγεία του δικαιούται να αξιώσει και τη μελλοντική αποθετική ζημία του (διαφυγόν κέρδος), γιατί λόγω της μειωμένης ικανότητας προς εργασία από βλάβη του σώματος ή της υγείας χάνει τα εισοδήματα από την εργασία, την οποία, έχοντας πλήρη ικανότητα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα ασκούσε στο μέλλον.
Δεν απαιτείται γι` αυτό βεβαιότητα, αλλά αρκεί πιθανότητα, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, πράγμα που πρέπει να προκύπτει από τις ιδιαίτερες περιστάσεις, ιδίως δε από τα μέτρα που λήφθηκαν προς τούτο (Α.Π. 1092/2022, Α.Π. 206/2020, Α.Π. 940/2010, Α.Π. 377/2009, Α.Π. 611/2008). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 929 εδ. α' ΑΚ, σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα ξοδεύει επί πλέον εξ αιτίας της αύξησης των δαπανών του.
Ζημία, κατά την έννοια του άρθρου 929 ΑΚ, αποτελεί και η διακοπή του μισθού από τον εργοδότη στον εργαζόμενο λόγω ανικανότητας προσφοράς εργασίας του τελευταίου και η απώλεια διαφόρων επιδομάτων (άδειας κ.λπ.). Με την προσωρινή διακοπή εργασίας, λόγω ανικανότητος από τραυματισμό, ο εργοδότης, κατά την ισχύουσα ασφαλιστική νομοθεσία, απαλλάσσεται από την υποχρέωση καταβολής των ασφαλιστικών εισφορών, που διαφορετικά θα τον βάρυναν.
Βέβαια ο εργαζόμενος τραυματισθείς δεν έχει άμεση αξίωση κατά του εργοδότη προκειμένου να απαιτήσει τις εισφορές αυτές. Όμως, οι εισφορές δεν παύουν να αποτελούν όφελος για τον εργαζόμενο, η απόλαυση του οποίου χάνεται για τον παραπάνω λόγο. Ο εργαζόμενος, για να απολαύσει το όφελος των εργοδοτικών εισφορών θα πρέπει, είτε, να τις καταβάλει ο ίδιος με δικά του χρήματα, είτε να απασχοληθεί μεταγενέστερα για ίσο χρόνο.
Τελικά, οι εισφορές αυτές με την παραπάνω μορφή αποτελούν ζημία για τον παθόντα, ο οποίος για το λόγο αυτό δικαιούται να ζητήσει αποζημίωση από τον υπόχρεο (Α.Π. 1606/2017, Α.Π. 1105/2015, Α.Π. 291/2007). Ενόψει αυτών, η αποζημίωση του παθόντος για τη στέρηση των εισοδημάτων του, εξαιτίας της ανικανότητάς του για παροχή εργασίας, περιλαμβάνει το σύνολο των ακαθάριστων (μικτών) αποδοχών του, που θα έπαιρνε, αν δεν τραυματιζόταν, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κρατήσεις υπέρ των ασφαλιστικών οργανισμών, με τις οποίες βαρύνεται ο εργοδότης που πρέπει να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού και εναπόκειται στον αξιούντα την αποζημίωση να τις διεκδικήσει, είτε, μαζί με τις μικτές αποδοχές που ζητεί λόγω αποζημίωσης, είτε αυτοτελώς (Α.Π. 426/2014, Α.Π. 291/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να επιδικάσει ως αποζημίωση για απώλεια διαφυγόντων εισοδημάτων στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, όχι μόνο τις καθαρές αποδοχές που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά και τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές, που κατά το χρονικό διάστημα που άρχισε να λαμβάνει σύνταξη αναπηρίας και εντεύθεν, δεν καταβλήθηκαν στον ασφαλιστικό του φορέα (ΙΚΑ), παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ και 10 παρ.5 Ν.Δ.4104/1960.
Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, αναφορικά με το κεφάλαιο που αφορά την καταβολή στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, αποζημίωσης (διαφυγόντα κέρδη) από την απώλεια των εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, τις οποίες δικαιούται λόγω του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, δέχθηκε, ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: "...
Με το δεύτερο δε λόγο της ένδικης έφεσης οι εκκαλούντες - εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) ισχυρίζονται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο) για το χρονικό διάστημα, που αιτείται, όχι μόνο τις καθαρές αποδοχές που θα αποκόμιζε με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, αλλά επιπλέον και τις εργοδοτικές εισφορές ενώ παράλληλα δέχθηκε ότι δικαιούται και μηνιαία σύνταξη, την οποία λαμβάνει, το ποσό της οποίας αφαίρεσε από τις συνολικές ακαθάριστες αποδοχές και προς τούτο έσφαλε διότι, εφόσον αυτός λαμβάνει σύνταξη δεν υφίσταται δικαιολογητικός λόγος απόδοσης εισφορών, δεδομένου ότι, στην ουσία, αποτελούν όφελος του ίδιου του εργαζομένου, ο οποίος δεν θα μπορέσει να απολαύσει τα εξ αυτών ωφελήματα, αφού δεν μπορεί να εργαστεί συνεπεία της ανικανότητάς του από τον τραυματισμό του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και τούτο, διότι, εάν δεν υφίστατο το επίδικο τροχαίο ατύχημα και ο ενάγων εργαζόταν κανονικά στον ασφαλιστικό λογαριασμό του θα πιστώνονταν λόγω κρατήσεων και εισφορές λόγω σύνταξης, ..., με αποτέλεσμα, κατά το χρόνο κανονικής συνταξιοδότησής του λόγω γήρατος θα ελάμβανε υψηλότερη σύνταξη.
Εν όψει των ανωτέρω, καθίσταται προφανές, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδικάζοντας υπέρ του ενάγοντος και τις μη καταβληθείσες εργοδοτικές εισφορές δεν έσφαλε, διότι η ζημία την οποία φέρεται, ότι υπέστη, συνεπεία της μη καταβολής των (ήτοι ο περιορισμός του ύψους της συντάξεως λόγω γήρατος) δεν καλύφθηκε, καθότι πλήρης κάλυψη θα υφίστατο με την επιδίκαση πλήρους συντάξεως κατά το χρόνο κανονικής συνταξιοδότησης αυτού...".Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως (με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή), ούτε εκ πλαγίου (με ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες), τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 298 και 929 ΑΚ.
Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθό δε μέρος η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, αφενός λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών, και αφετέρου, διότι υπό την επίφαση της σχετικής πλημμέλειας πλήττεται η περί τα πράγματα κρίση του Εφετείου, η οποία είναι ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 ΚΠολΔ).
Σημειωτέον ότι, όπως προκύπτει από τις αναφερόμενες παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της απώλειας εργοδοτικών ασφαλιστικών εισφορών, συνεπεία του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή όχι ερμηνείας και εφαρμογής των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Α.Π. 657/2023, Α.Π. 1506/2022, Α.Π. 426/2021, Α.Π. 279/2019, Α.Π. 64/2017, Α.Π.73/2016, Α.Π. 168/2015).Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής.
Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Α.Π. 657/2023, Α.Π. 1506/2022, Α.Π. 426/2021, Α.Π. 467/2021, Α.Π. 201/2017, Α.Π. 64/2017).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε, ευθέως, τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο διατάξεις των άρθρων 340 και 346 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, δεδομένου ότι επικύρωσε το διατακτικό της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεν προέβη σε αυτεπάγγελτη έρευνα της νομιμότητας του διατακτικού της, αναφορικά με το κεφάλαιο τόκων.
Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες διατείνονται ότι, στο σχετικό αίτημα της εναντίον τους ένδικης από 4-8-2016 αγωγής του ήδη αναιρεσίβλητου, δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι προηγήθηκε της επίδοσης της ένδικης αγωγής του σαφής και ορισμένη όχληση εκ μέρους του, η οποία να περιήλθε σε αυτούς (αναιρεσείοντες), ούτε επίσης διατυπώθηκε επικουρικό αίτημα επιδίκασης τόκων από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και, συνεπώς, έπρεπε να επιδικαστούν ατόκως, οι παρελθούσες της επίδοσης της αγωγής περιοδικές παροχές, και όσον αφορά τις μέλλουσες (παροχές) από το τέλος του μηνός και του έτους που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως, απαράδεκτος, κατ' άρθρ. 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που τον θεμελιώνει, προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου, έστω και με πρόσθετο λόγο έφεσης (Α.Π. 1506/2022, Α.Π. 1597/2018, Α.Π. 1059/2017). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση της από 16-7-2018 έφεσης των αναιρεσειόντων (αλλά και των από 9-1-2020 ενώπιον του δευτεροβαθμίου προτάσεών τους), ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, αν και μπορούσε να προβληθεί, χωρίς, παράλληλα, να εμπίπτει στις λοιπές εξαιρέσεις της παραπάνω παραγράφου 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ..
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει τη κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 105/2024, Α.Π. 1230/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020).
Ως αποδεικτικά μέσα νοούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 335 επ. Κ.Πολ.Δ. και όχι διατάξεις κανόνων δικαίου, όπως νόμοι, Υπουργικές Αποφάσεις, Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας (Α.Π.1210/2011, Α.Π.900/2003, Α.Π.1338/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποδίδουν στη προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ.
β' και αληθώς από την περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τα νομίμως προσκομισθέντα από αυτούς έγγραφα και ειδικότερα, την υπ'αριθμ. 4241/127/30-1-2019 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας με την ενσωματωμένη εγκύκλιο, καθώς και την ΕΓΣΣΕ σύμφωνα με το ν.4046/2012, την Π.Υ.Σ 6/28-2-2012 και τέλος την υπ' αριθ.4601/304/12-3-2012 ερμηνευτική εγκύκλιο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, διότι τα άνω επικαλούμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα δεν είναι αποδεικτικά έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ. Κατόπιν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στη προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 19-3-2021 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 599/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες, για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία καθώς και της αρχαιοτέρας Αρεοπαγίτου ο β'αρχαιότερος της Συνθέσεως Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ