Legislator Case Law & Legislation
83/2021 AI generated

Insurance company appeal dismissed; civil liability persists despite criminal acquittal under Greek law.

Case Number 83/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against a third-instance judgment awarding damages to three plaintiffs. Although the plaintiffs were acquitted in criminal proceedings, the court held that criminal acquittal does not automatically preclude civil liability for torts. The court ruled that civil courts must remain within their own jurisdiction and cannot use criminal acquittals to infer guilt or violate the presumption of innocence principle.

Legislator headnote

AI generated

Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 6 para. 2 of the ECHR; Art. 14 para. 3 of the ICCPR: The presumption of innocence in criminal proceedings does not bind the civil court to exclude civil liability, as criminal acquittal and civil compensation are distinct legal concepts.

Keywords

AI generated
presumption of innocence civil liability criminal acquittal tort damages Code of Civil Procedure ECHR Article 6 insurance appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 lit. e of the Code of Civil Procedure
Art. 6 para. 2 of the ECHR
Art. 14 para. 3 of the ICCPR
Law 4335/2015

Cited Case Law

AI generated
OLAP 4/2020

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 83 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 83/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Ευστάθιο Νίκα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Κ. του Σ., 2) Τ. Γ. του Α., 3) Α. Ο. Π. του Ρ., κατοίκων ... Ξάνθης και 4) Ε. Ι. Π., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-04-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ης των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 06-10-2009 αγωγή φυσικών προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με την από 29-11-2009 αγωγή του ήδη 4ου των αναιρεσιβλήτων και του Γ. Π. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28772/2010 εν μέρει οριστική και 19444/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1952/2012 εν μέρει οριστική, 1521/2014 μη οριστική και 342/2016 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 21-6-2016 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 943/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 483/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-05-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

[Α] Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα εκθέσεις επιδόσεως: υπ' αριθμ. .../15.10.2019, .../15.10.2019, .../16.10.2019 του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θράκης, με έδρα στο Πρωτοδικείο Ξάνθης Βασιλείου Βερβερίδη και .../17.10.2019 της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Γούναρη, προκύπτει ότι η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, επέδωσε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους ακριβή επικυρωμένα αντίγραφα της κρινόμενης από 28-05-2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 206/2019 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Οι αναιρεσίβλητοι, όμως, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την παραπάνω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και κατά την διαδικασία της αναιρετικής δίκης (άρθρο 573 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Επομένως, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, η συζήτηση της υποθέσεως θα προχωρήσει παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, υπ' αριθμ. 483/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού: α) απέρριψε κατ' ουσίαν ως προς τον τέταρτο των ήδη αναιρεσιβλήτων την από 14-12-2010 έφεση της αναιρεσείουσας και β) δέχθηκε κατ' ουσίαν την από 08-10-2013 έφεση των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της ήδη αναιρεσείουσας, κατά της 19444/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την οποία, αφού εξαφάνισε κατά το μέρος τούτο, δέχθηκε ακολούθως εν μέρει την από 27-04-2009 αγωγή των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά της ήδη αναιρεσείουσας και επεδίκασε σ' αυτούς τα εκεί αναφερόμενα ποσά ως πρόσθετη εκ του άρθρου 931 του ΑΚ χρηματική παροχή και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, που προκλήθηκε σ' αυτούς από την αδικοπρακτική συμπεριφορά του (ήδη μη διαδίκου Ε. Μ.) οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου, το οποίο ασφάλιζε η ήδη αναιρεσείουσα. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των επί μέρους λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά". Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 224 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσεως αυτής, η οποία (ιστορική βάση), κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ.

α' του Κώδικα αυτού, είναι το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή, χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης σχέσεως (ΑΠ 685/2008, ΑΠ 1404/2008, ΑΠ 1616/2007, ΑΠ 1065/2003, ΑΠ 483/2001). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι αν με το δικόγραφο της αγωγής αποζημιώσεως από αδικοπραξία γίνεται επίκληση της αμέλειας του εναγομένου, που είναι μια αόριστη νομική έννοια, είναι επιτρεπτή η συγκεκριμενοποίηση αυτής, με βάση τα ειδικότερα (διευκρινιστικά) περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν την αμέλεια τούτου, έστω και αν τα τελευταία δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί έτσι να μην μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτήν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής (ΑΠ 832/2011, ΑΠ 1854/2011, ΑΠ180/2011, ΑΠ 1653/2010, ΑΠ 1404/2008, ΑΠ 1781/2006, ΑΠ 220/2003, ΑΠ 1065-1066/2003, ΑΠ 483/2001).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και της αρχής της ακροάσεως όλων των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεώς του (ΟλΑΠ 13/1995), όπως είναι και οι πραγματικοί ισχυρισμοί που απαράδεκτα (άρθρο 224 ΚΠολΔ) εισάγουν νέα ή μεταβάλλουν υπάρχουσα αγωγική βάση (ΑΠ 180/2011, ΑΠ 352/1979).

[Β] Στη προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλομένη απόφαση, όπως εξ αυτής προκύπτει (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) έγιναν δεκτά τα ακόλουθα:

«| Την 29-03-2008 και περί ώρα 02.20', ο Ε. Μ., οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής SUZUKI, τύπου GRANT VITARA, ιδιοκτησίας της μητέρας του Α. Σ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατά το παραπάνω χρόνο, για την έναντι τρίτων από την οδήγηση του αστική ευθύνη, με έγκυρη και ισχυρή σύμβαση ασφάλισης, στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ", εκινείτο στο 13,5° χιλιόμετρο της επαρχιακής οδού Θεσσαλονίκης - Νέας Μηχανιώνας, με κατεύθυνση από τη Νέα Μηχανιώνα προς τη Θεσσαλονίκη.

Στο αυτοκίνητο, που οδηγούσε, επέβαινε, καθήμενη στη θέση του συνοδηγού, η φίλη του και συνάδελφος του Μ. Δ., αμφότεροι δε επέστρεφαν από την εργασία τους, που παρείχαν στο "REGENCY CASINO" και μετέβαιναν στις οικίες τους με το πιο πάνω αυτοκίνητο. Τούτο εκινείτο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας από τις τρεις υπάρχουσες στο ρεύμα πορείας προς τη Θεσσαλονίκη, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένες γραμμές, οι οποίες ήταν ευδιάκριτες.

Η πιο πάνω οδός είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση και διπλής κυκλοφοριακής κίνησης, τα δύο δε αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας χωρίζονται με σιδερένιο στηθαίο, ενώ, μετά τη συμβολή της οδού αυτής με την παρακάτω αναφερόμενη οδό Προφήτη Ηλία, στο μέσον του οδοστρώματος υπάρχει διαχωριστική νησίδα. Το πλάτος του οδοστρώματος ανέρχεται σε 10 μέτρα, το δε ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας ορίζεται σε 70 χιλιόμετρα ανά ώρα.

Στο παραπάνω χιλιομετρικό σημείο, η εν λόγω οδός διασταυρώνεται κάθετα με την οδό Προφήτη Ηλία, που κατευθύνεται προς το αεροδρόμιο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ" της Θεσσαλονίκης. Η οδός αυτή είναι διπλής κατεύθυνσης και διαθέτει, στο ρεύμα προς το αεροδρόμιο, τρεις, επίσης, λωρίδες κυκλοφορίας, συνολικού πλάτους 9,20 μέτρων, οι οποίες διαχωρίζονται μεταξύ τους με διακεκομμένες γραμμές, οι οποίες, ομοίως, ήταν ευδιάκριτες, ενώ στο μέσον του οδοστρώματος υπάρχει υπερυψωμένο πεζοδρόμιο, που διαχωρίζει τα δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, το ανώτατο δε επιτρεπόμενο όριο ταχύτητας στην οδό αυτή (Προφ.

Ηλία) ανέρχεται σε 90 χιλιόμετρα ανά ώρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο, επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν ξηρό και σε καλή κατάσταση, ο φωτισμός (τεχνητός λόγω της νύκτας) ήταν επαρκής και η κίνηση των οχημάτων αραιή, ενώ η ορατότητα στο σημείο εκείνο δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια. Στη συμβολή των παραπάνω οδών, η κυκλοφορία των οχημάτων ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, που υπάρχουν και στις δύο οδούς και οι οποίοι, κατά τον παραπάνω χρόνο, λειτουργούσαν κανονικά.

Όταν ο φωτεινός σηματοδότης για τα κινούμενα από τη Ν. Μηχανιώνα προς τη Θεσσαλονίκη οχήματα δείχνει πράσινο φως, ο φωτεινός σηματοδότης για τα κινούμενα επί της συμβαλλόμενης οδού, που οδηγεί στο αεροδρόμιο, οχήματα δείχνει ερυθρό φως και αντιστρόφως. Κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο, επί της οδού που κατευθύνεται προς το αεροδρόμιο (οδός Προφήτη Ηλία) και δη στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας (τρίτη εξ αριστερών του ρεύματος κυκλοφορίας προς το αεροδρόμιο), από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία του Ε.

Μ., έβαινε ο Γ. Π., οδηγώντας το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί), εργοστασίου κατασκευής PEUGEOT, της συγκυριότητας, συννομής και συγκατοχής του ίδιου και του Ε. Π., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου εκάστου εξ αυτών, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, για τις από την κυκλοφορία του προκαλούμενες σε τρίτους ζημίες, στην ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΙΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας νόμιμα ανακλήθηκε οριστικά και στη θέση της υπεισήλθε αυτοδικαίως κατά νόμον το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΝ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΕΞ ΑΤΥΧΗΜΑΤΩΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ".

Στο εν λόγω αυτοκίνητο (...), επέβαιναν ο Μ. Κ., η σύζυγος του Τ. Γ. και η Α. Ο. Π., καθήμενοι ο μεν πρώτος στη θέση του συνοδηγού, οι δε λοιπές στα οπίσθια καθίσματα. Οι προαναφερόμενοι είχαν επιβιβασθεί στο αυτοκίνητο τούτο από το Σιδηροδρομικό Σταθμό Θεσσαλονίκης, προκειμένου να μεταφερθούν αντί κομίστρου στο αεροδρόμιο "ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ", από όπου θα αναχωρούσαν με αεροπορική πτήση, με προορισμό χώρα του εξωτερικού.

Όπισθεν του πιο πάνω αυτοκινήτου, ακολουθώντας τούτο σε απόσταση 100 - 150 μέτρων, εκινείτο άλλο Δ.Χ.Ε. αυτοκίνητο (ταξί) και δη το υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ..., που οδηγούσε ο Θ. Δ., το οποίο μετέφερε άλλους επιβάτες, συγγενείς και φίλους των πρώτων, στον ίδιο προορισμό (αεροδρόμιο) με τους προηγούμενους και όπισθεν τούτου, σε μεγάλη απόσταση και χωρίς να έχει οπτική επαφή με τα προπορευόμενα, εκινείτο και άλλο (τρίτο) ταξί (υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ...), οδηγούμενο από τον Γ. Ρ., που και αυτό μετέφερε άλλους επιβάτες, συγγενείς και φίλους των προαναφερθέντων, στο αεροδρόμιο. Όταν ο οδηγός Γ. Π. έφθασε στη διασταύρωση των παραπάνω οδών και ενώ εκινείτο με ταχύτητα 103 χ/ω, συνέχισε κανονικά την πορεία του, καθώς ο φωτεινός σηματοδότης, που υπήρχε στην οδό, επί της οποίας έβαινε, πριν από τη συμβολή της με την οδό Θεσσαλονίκης - Ν.

Μηχανιώνας και τον οποίον ήλεγξε πριν εισέλθει στη διασταύρωση, έδειχνε πράσινο φως. Κατά τον ίδιο χρόνο, ο Ε. Μ., φθάνοντας στη διασταύρωση των ως άνω οδών και ενώ ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας του (επί της οδού Θεσσαλονίκης - Ν. Μηχανιώνας) έδειχνε ερυθρό φως, δεν διέκοψε την πορεία του οχήματος, που οδηγούσε, πριν από το σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του, στο σημείο όπου η οδός, στην οποία εκινείτο, διασταυρώνεται με την οδό Προφήτη Ηλία, παραμένοντας σε στάση και αναμένοντας, όπως όφειλε, να ανάψει το πράσινο φως.

Αντίθετα, κινούμενος με αυξημένη ταχύτητα 90 περίπου χ/ω, την οποία ουδόλως μείωσε ενόψει της συμβολής των οδών, στην οποία μάλιστα η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, εισήλθε ανεπίτρεπτα στη διασταύρωση, παραβιάζοντας με την ενέργειά του αυτή τον ερυθρό σηματοδότη της πορείας του και, συνακόλουθα, την προτεραιότητα του εκ δεξιών του ερχομένου Δ.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο Γ. Π., το οποίο, κατά τη στιγμή εκείνη, εισήλθε κανονικά και σύννομα (με αναμμένη την πράσινη ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του) στη διασταύρωση, με αποτέλεσμα να αποφράξει πλήρως και ολοσχερώς την πορεία του τελευταίου, ο οποίος είχε ήδη διασχίσει κάθετα ολόκληρη την πρώτη εκ δεξιών, σε σχέση με την προς τη Θεσσαλονίκη κίνηση των οχημάτων λωρίδα κυκλοφορίας του προς τη Θεσσαλονίκη ρεύματος πορείας της προμνησθείσας επαρχιακής οδού και άρχισε να εισέρχεται στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, προσεγγίζοντας το ύψος της διαχωριστικής νησίδας, μη καταλείποντας σε αυτόν ουδεμία δυνατότητα άμεσης, έγκαιρης και αποτελεσματικής αντίδρασης, με επακόλουθο να επιπέσει αυτός (Γ.

Π.) με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου του στο εμπρόσθιο τμήμα της δεξιάς πλευράς του οχήματος που οδηγούσε ο Ε. Μ.. Στη συνέχεια, το τελευταίο εξετράπη της πορείας του προς τα αριστερά και, αφού διήνυσε απόσταση 22 μέτρων και προσέκρουσε σε φωτεινό σηματοδότη, που υπήρχε σε παρακείμενη τριγωνική νησίδα, προκαλώντας αυτόματα τη διακοπή της κανονικής λειτουργίας του και το άναμμα της ένδειξης παλλόμενου κίτρινου φωτός, ακινητοποιήθηκε τελικά επί της παράπλευρης οδού που οδηγεί από τη Θεσσαλονίκη προς το αεροδρόμιο, ενώ το αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Γ.

Π. εξετράπη διαγώνια προς τα δεξιά, σε σχέση με την πορεία του και, αφού διήλθε τη διαχωριστική νησίδα της οδού Θεσσαλονίκης - Ν. Μηχανιώνας και, ακολούθως, ολόκληρο το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (ήτοι αυτό που κατευθύνεται προς τη Ν. Μηχανιώνα), διανύοντας απόσταση 25 μέτρων, τελικά ακινητοποιήθηκε παραπλεύρως του σιδερένιου προστατευτικού στηθαίου στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας της πιο πάνω οδού, στο ρεύμα κυκλοφορίας προς τη Ν.

Μηχανιώνα, επί του οποίου και προσέκρουσε με τη δεξιά πλευρά του, ενώ ο οδηγός του Γ. Π., λόγω της σφοδρότητας της σύγκρουσης, εκτινάχθηκε εκτός του αυτοκινήτου και κατέπεσε στο οδόστρωμα. Από τη σύγκρουση των οχημάτων, υπέστησαν αυτά σοβαρές και εκτεταμένες υλικές ζημίες και καταστράφηκαν ολοσχερώς, όλοι δε οι επιβαίνοντες σε αυτά τραυματίσθηκαν σοβαρά.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του επίδικου τροχαίου ατυχήματος και την επέλευση του εντεύθεν ζημιογόνου αποτελέσματος είναι ο οδηγός του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου Ε. Μ.. Η υπαιτιότητά του συνίσταται στο ότι αυτός από αμέλειά του, ήτοι από έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας και προσοχής, που όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να επιδείξει ως μέσος συνετός και επιμελής οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες και την κοινή λογική και πείρα και την οποία επιμέλεια και προσοχή, αν επιδείκνυε, θα μπορούσε να προβλέψει το ατύχημα και να το αποφύγει, δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του και, συγκεκριμένα, δεν ακινητοποίησε το όχημά του προ του υπάρχοντος στην πορεία του φωτεινού σηματοδότη, που κατά τη στιγμή εκείνη είχε αναμμένο το ερυθρό φως, αλλά, αντίθετα, εισήλθε στη διασταύρωση της οδού, επί της οποίας εκινείτο, με τη συμβαλλόμενη οδό Προφ.

Ηλία, επί της οποίας εκινείτο ο Γ. Π., με αποτέλεσμα, καθώς ο τελευταίος εισερχόταν στον επίδικο κόμβο με αναμμένη την πράσινη ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του, να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Με την πράξη του δε αυτή, η οποία τελεί σε πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν, υπό τις εκτιθέμενες συνθήκες, τροχαίο ατύχημα, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ.

β' εδ . α' του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.).

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε ομοίως, επιρρίπτοντας την ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος αποκλειστικά στον Ε. Μ., ενώ, όπως δέχθηκε, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του υπ' αριθμόν κυκλοφορίας ... Δ.Χ.Ε. αυτοκινήτου Γ. Π., καθόσον αυτός, όπως αποδείχθηκε, εισήλθε στη διασταύρωση, κατά το στιγμή που ο φωτεινός σηματοδότης της πορείας του είχε αναμμένο το πράσινο φως, δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα, αναφορικά με την υπαιτιότητα, από την εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ Η ΕΘΝΙΚΗ" στους δύο πρώτους λόγους της από 14-12-2010 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 4721/16-12-2010) έφεσής της (η οποία εξετάζεται κατά το μέρος που στρέφεται κατά του δευτέρου εφεσιβλήτου Ε. Π. [...] πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν [...]».

Σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου, με βάση τις οποίες αυτό: α) απέρριψε τελικά κατ' ουσίαν την από 14-12-2010 έφεση της αναιρεσείουσας, κατά το μέρος αυτής που στρέφεται κατά του ήδη τετάρτου των αναιρεσειόντων Ε. Π. και β) δέχθηκε την από 08-10-2013 έφεση των τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ήδη αναιρεσείουσας, η αμέλεια του οδηγού του ασφαλισμένου στην ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου Ε. Μ., για την πρόκληση του επισυμβάντος, στις 29-03-2008, τροχαίου ατυχήματος, συνίσταται στο ότι αυτός, από αμέλειά του, δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του και, συγκεκριμένα, δεν ακινητοποίησε το όχημά του προ του υπάρχοντος στην πορεία του φωτεινού σηματοδότη, που, κατά τη στιγμή εκείνη, είχε αναμμένο το ερυθρό φως, αλλά αντίθετα, εισήλθε στη διασταύρωση της οδού, επί της οποίας εκινείτο, με τη συμβαλλόμενη οδό Προφ.

Ηλία, επί της οποίας εκινείτο ο Γ. Π., με αποτέλεσμα, καθώς ο τελευταίος εισερχόταν στον επίδικο κόμβο με αναμμένη την πράσινη ένδειξη του φωτεινού σηματοδότη της πορείας του, να επέλθει η σύγκρουση των δύο οχημάτων. Η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως ισχυρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση παρά το νόμο έλαβε υπόψη, για τη στήριξη της αμέλειας του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, πράγματα που δεν προτάθηκαν και τα οποία συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσεως της ένδικης αγωγής των εναγόντων και ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων, αφού, αυτοί ισχυρίστηκαν ότι υπαίτιοι για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος είναι αμφότεροι οι οδηγοί των εμπλακέντων σ' αυτό οχημάτων, οι οποίοι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1,2 και 3, 20 παρ. 2 και 26 παρ. 1 του Κ.Ο.Κ., δεν οδηγούσαν τα οχήματά τους με σύνεση και έχοντας συνεχώς τεταμένη την προσοχή τους και ειδικότερα εκινούντο με μεγάλη ταχύτητα πλησιάζοντας τον οδικό κόμβο (διασταύρωση), στην οποία η κυκλοφορία ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, δεν έλεγξαν για τυχόν διερχόμενα οχήματα που κινούνταν στην εν λόγω διασταύρωση, δεν διέκοψαν την κίνησή τους, ως όφειλαν, και δεν περίμεναν να διέλθουν αυτά, αλλά εισήλθαν στη διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα, με αποτέλεσμα να συγκρουστούν, χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να προβάλουν ισχυρισμό περί παραβιάσεως του ερυθρού σηματοδότη παρά τινος εξ αυτών, ωστόσο απαράδεκτα με την εφετειακή απόφαση η αμέλεια του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου εντοπίζεται στο ότι αυτός παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του.

Πράγματι, από την ένδικη αγωγή, που παραδεκτά επισκοπείται, προκύπτει ότι οι ενάγοντες και ήδη τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων για τη θεμελίωση της αμέλειας εκθέτουν όσα παραπάνω ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, χωρίς να επικαλούνται την παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη. Ωστόσο, είναι φανερό ότι τα αναφερόμενα στις αιτιάσεις του λόγου αυτού περιστατικά ουδόλως μεταβάλλουν, κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής και, κατά συνέπεια, δεν συνιστούν ανεπίτρεπτη μεταβολή αυτής, αντίθετα αφορούν περαιτέρω διευκρίνιση και πληρέστερο προσδιορισμό των λεπτομερειών και συνθηκών, που θεμελιώνουν την υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ζημιογόνου οχήματος, με βάση όσα προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, εφ' όσον, κατά τα προεκτεθέντα, η με την αγωγή αποδιδόμενη στους οδηγούς των εμπλακέντων στο ένδικο τροχαίο ατύχημα οχημάτων αμέλεια εντοπίζεται στο ότι αυτοί πλησιάζοντας σε διασταύρωση, όπου η κίνηση των οχημάτων ρυθμίζεται από φωτεινούς σηματοδότες, δεν διέκοψαν την κίνηση των οχημάτων τους, όπως όφειλαν, αλλά εισήλθαν στη διασταύρωση με μεγάλη ταχύτητα, μη συμμορφούμενοι, επομένως, με την από την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ.

β' του Κ.Ο.Κ. επιβαλλόμενη υποχρέωση διακοπής της πορείας τους προ του ερυθρού σηματοδότη. Η προσβαλλομένη, επομένως, απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτά, όσα παραπάνω αναφέρονται, δεν μετέβαλε και δη ανεπιτρέπτως την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, δεχόμενη ότι η υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία αυτοκινήτου συνίσταται στο ότι αυτός παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη, που υπήρχε στην πορεία του, σε κάθε δε περίπτωση η αμέλεια, ως αόριστη νομική έννοια, παραδεκτά, κατά τα προεκτεθέντα, συγκεκριμενοποιείται με βάση και περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, αρκεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, να μη μεταβάλλεται ριζικά η έννοια της αμέλειας και να προσδίδεται σ' αυτή εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο σε σχέση με το αντίστοιχο περιεχόμενο της αγωγής.

Τα ανωτέρω δεν αναιρούνται: α) ούτε από το ότι οι ενάγοντες δεν επικαλέστηκαν στην ένδικη αγωγή τους τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 περ. β' του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) και β) ούτε από το ότι με την προσβαλλομένη απόφαση τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά υπήχθησαν σε άλλη νομική βάση (άρθρο 6 παρ. 1 περ.

β' του ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), διαφορετική εκείνης στην οποία θεμελίωσαν την αγωγή τους οι ενάγοντες, εφόσον ο διάδικος δεν είναι υποχρεωμένος να επικαλεστεί νομικές διατάξεις, επί των οποίων στηρίζει την αγωγή του, αφού η υπαγωγή στον κατάλληλο νομικό κανόνα γίνεται αυτεπάγγελτα από το δικαστή (iura novit curia), ενώ, κατά τα προεκτεθέντα, η απαγόρευση της μεταβολής της βάσεως της αγωγής αναφέρεται στα ουσιώδη στοιχεία της ιστορικής βάσεως της αγωγής και όχι της νομικής βάσεως αυτής.

Επομένως, ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του ΚΠολΔ 591 παρ. 1 και 681 Α' του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο και κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσεώς του.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 εδ. γ' του ΚΠολΔ, ο οποίος θεμελιώνεται όχι μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη του και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά και όταν, παρά την βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απόλυτα βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ή ορισμένα από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο αποδείξεως (ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 895/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι δεν καθίσταται αδιστάκτως ότι έλαβε υπόψη και αξιολόγησε την, μετ' επικλήσεως, νομίμως προσκομισθείσα από αυτήν υπ' αριθμ. 12135/2015 απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως (και ήδη αμετακλήτως) ο οδηγός του ασφαλισμένου σ' αυτήν οχήματος Ε.

Μ. αθώος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών (σωματικών βλαβών των ήδη τριών πρώτων αναιρεσιβλήτων), αφού: α) "δεν προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση έλαβε υπόψη, ως όφειλε, κατά νόμο το αμετακλήτως κατοχυρωμένο τεκμήριο αθωότητας του οδηγού του ασφαλισμένου σ' αυτήν αυτοκινήτου, που στηρίχθηκε στα ίδια ακριβώς πραγματικά περιστατικά, που έλαβε υπόψη της και αξιολόγησε η προσβαλλομένη απόφαση, σε υπόθεση που η βάση της αδικοπραξίας ήταν το ίδιο ποινικό αδίκημα (σωματική βλάβη εξ αμελείας)" και β) δεν προέβη σε καμιά αντίκρουση, αναφορά ή σχολιασμό αυτής, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα.

Όπως έχει ήδη εκτεθεί, κατά την έρευνα του αμέσως παραπάνω αναιρετικού λόγου, με την προσβαλλομένη απόφαση έγινε δεκτό ότι ο Ε. Μ., οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα οχήματος είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος και των εξ αυτού συνεπειών. Όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη, πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει και την προαναφερθείσα ποινική απόφαση.

Από τη ρητή αυτή διαβεβαίωση της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, προκύπτει χωρίς καμιά αμφιβολία ότι το δικαστήριο εκείνο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ως άνω ποινική απόφαση. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως πλημμέλεια από τον αριθμό 11 εδ.

γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ήτοι της μη λήψεως υπόψη αποδεικτικού μέσου νομίμως προσκομισθέντος και επικληθέντος. Περαιτέρω δε και καθ' όσον αφορά στο επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα τεκμήριο αθωότητας πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Λόγω της αυτοτέλειας των αρμοδιοτήτων των δύο δικαιοδοσιών (πολιτικής και ποινικής), το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν δεσμεύεται από την τυχόν προηγηθείσα σχετική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, αθωωτική ή καταδικαστική.

Ειδικά επί αθωωτικής αποφάσεως, το τεκμήριο αθωότητας δεν συνεπάγεται αποδεικτική δέσμευση του πολιτικού δικαστηρίου που οδηγεί υποχρεωτικά σε αποδεικτικό πόρισμα σύμφωνο με την αθωωτική ποινική απόφαση και κατ' ανάγκη σε αποκλεισμό της αστικής αδικοπρακτικής ευθύνης του αθωωθέντος και συνακόλουθα, σε ουσιαστική απόρριψη της αποζημιωτικής αγωγής, με την αιτιολογία ότι διαφορετικά δημιουργούνται αμφιβολίες για την αθώωση και παραβιάζεται η αρχή του άρθρου 6 παρ. 2 Ε.Σ.Δ.Α.

και 14 παρ. 3 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. Ο σεβασμός του τεκμηρίου αθωότητας δεν έχει την έννοια ότι το πολιτικό δικαστήριο, που εξετάζει το ίδιο βιοτικό συμβάν, κωλύεται να καταλήξει - μετά από αποδείξεις και αιτιολογημένα - σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, υποχρεούμενο να αποδεχθεί την ποινική αθώωση και να τη θέσει ως βάση στην απόφασή του.

Ο σεβασμός, επομένως, του τεκμηρίου αθωότητας δεν αποκλείει τις αστικές διεκδικήσεις. Η απαλλαγή, δηλαδή, από την ποινική ευθύνη δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή από την αστική ευθύνη, ακόμη και στην περίπτωση της ταυτότητας των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριο αθωότητας, όμως, σημαίνει ότι το πολιτικό δικαστήριο, όταν αποφασίζει περί του αν τελέστηκε το αστικό και συγχρόνως ποινικό αδίκημα, δεν μπορεί να αδιαφορήσει για την αθώωση του κατηγορουμένου, ούτε επιτρέπεται να χρησιμοποιήσει την αθωωτική απόφαση για να αντλήσει από αυτήν επιχειρήματα για την ενοχή του.

Οι παραδοχές και η εν γένει συλλογιστική της πολιτικής αποφάσεως δεν πρέπει να θέτουν, άμεσα ή έμμεσα, υπό αμφισβήτηση την ορθότητα της αθωωτικής ποινικής αποφάσεως, αντίθετα το πολιτικό δικαστήριο πρέπει να παραμείνει εντός των ορίων της πολιτικής δίκης, αποφεύγοντας χαρακτηρισμούς και κρίσεις που σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα, ώστε να μην δίνεται η εντύπωση ότι ασχολείται όχι μόνο με τις αστικές αξιώσεις, αλλά διερευνά και την τέλεση του ποινικού αδικήματος, διαλαμβάνοντας δηλώσεις καταλογισμού ποινικής ευθύνης στον αμετακλήτως αθωωθέντα (ΟλΑΠ 4/2020).

Επομένως, ο συναφής πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 01-01-2016 ένδικα μέσα). Λόγω της ερημοδικίας των αναιρεσιβλήτων, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση διάταξη περί δικαστικών εξόδων σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-05-2019 με ειδικό αριθμό καταθέσεως 206/2019 αίτηση για αναίρεση της 483/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ