Legislator Case Law & Legislation
281/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, returning deposit and ordering costs against appellant company.

Case Number 281/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the hotel company's appeal against the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the employee's claim was an abuse of right due to the employer's provision of housing and benefits, but the court found no evidence of abuse. Consequently, the court ordered the return of the appeal deposit and awarded the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 495(3) para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 281 of the Civil Code: In labor disputes, the appeal fee is exempted, and the deposit must be returned to the appellant regardless of the appeal's outcome; an abuse of right claim is rejected if the facts do not objectively demonstrate such conduct.

Keywords

AI generated
labor dispute abuse of right appeal fee exemption return of deposit legal costs award labor law abuse of process

Cited Legislation

AI generated
Art. 495(3) para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 281 of the Civil Code
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated
1680/2010
Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος .Αν στηρίζεταισε πλείστα περιστατικά , καθένα από αυτά αποτελεί "πράγμα".Λόγοι αναίρεσης από τον αρ 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Λόγος αναίρεσης από τον αρ 11γ του ιδίου άρθρου. Έκταση ισχύος ΣΣΕ. Η ΣΕΕ των τραγουδιστών κέντρων διασκεδάσεως του έτους 1998. Σύμβαση μερικής απασχόλησης.Προυποθέσεις για να είναι έγκυρη.
1645/2018
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.2 και 2 παρ.2 της, κατ' εξουσιοδότηση του ν.
1533/2021
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αρετή Παπαδιά, Πελαγία Ακάσογλου, Δήμητρα Ζώη και Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Αρεοπαγίτες.
967/2020
Supreme Court allows partial appeal in labor dispute regarding unpaid overtime and wage arrears.
1140/2010
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 957/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7533/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-10-2008 αίτησή του.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 281 / 2026 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 281/2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Πλατιά, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Απόστολο Φωτόπουλο, Αγγελική Καρδαρά - Εισηγήτρια και Χρυσούλα Μανέτα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α. , για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΕΡΟΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ και ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ", που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Πασιατά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: B. E. του B. , κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μαρία Σαριπανίδου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. , η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2021 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κασσάνδρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 113/2024 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρία με την από 1-11-2024 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ (όπως αυτή αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 και, στη συνέχεια, από το άρθρο 22 του ν. 5132/2024, με έναρξη ισχύος την 16.9.2024), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 περ. 3 ΚΠολΔ (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 1-11-2024 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 113/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (δικάσαντος ως Εφετείου), με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. ...

ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης. Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και, κατά συνέπεια, το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 877/2024, ΑΠ 855/2024).

Με την κρινόμενη από 1-11-2024 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...2024) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών, με αριθ. 113/2024 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάσαντος ως Εφετείου, που εκδόθηκε επί της από 21-2-2023 έφεσης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της με αριθμ. 149/2022 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας.

εκδοθείσας, κατά την ίδια διαδικασία, επί της από 4-8-2021 αγωγής της τελευταίας. Με την ως άνω αγωγή της, η ενάγουσα εξέθετε ότι προσλήφθηκε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 1-4-2008 έως ...2008, προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος ιματισμού στα πλυντήρια και ως καμαριέρα στην ξενοδοχειακή επιχείρηση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας.

Ότι έκτοτε και κάθε χρόνο, μέχρι το έτος 2020, εργαζόταν εποχιακά από τον Μάρτιο μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου στην εναγομένη. Ότι ειδικότερα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-3-2016 έως 2-11-2020 αυτή (ενάγουσα) εργαζόταν, κατά τα αναφερόμενα επί μέρους διαστήματα, καθημερινά από ώρα 07.00 έως 15.00, επί επτά ημέρες την εβδομάδα, χωρίς να λαμβάνει ρεπό και καθ' υπέρβαση του νόμιμου και εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας, λαμβάνοντας τα αναφερόμενα στην αγωγή καταβαλλόμενα ημερομίσθια.

Με βάση δε το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε, όπως το αίτημά της περιορίσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει νομιμοτόκως το συνολικό ποσό των 17.628,18 ευρώ και συγκεκριμένα α) ποσό 7.857,02 ευρώ για την εργασία της κατά την 6η ημέρα της εβδομάδας και β) το ποσό των 9.771,16 ευρώ για την εργασία της κατά τις Κυριακές και αργίες χωρίς να της έχει χορηγηθεί η αντίστοιχη ημέρα ανάπαυσης, τα οποία (ποσά) δεν της έχουν καταβληθεί από την εναγομένη, ενώ, επικουρικά, ζήτησε τα ανωτέρω ποσά και κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 149/2022 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη κατόπιν παραδοχής τόσο της προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης συμψηφισμού των υπέρτερων των νόμιμων καταβαλλόμενων αποδοχών με την παρασχεθείσα εργασία κατά την 6η ημέρα της εβδομάδας, ήτοι τα Σάββατα (που αφορά μέρος του αιτούμενου ποσού) όσο και της προβληθείσας από την ίδια ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (που αφορά το υπόλοιπο μέρος του επίδικου ποσού).

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και, αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την από 4-8-2021 αγωγή, δέχθηκε αυτή εν μέρει ως βάσιμη κατ' ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 14.863 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής.

Η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 9-5-2024 και η ένδικη αίτηση κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου την 1-11-2024.

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρ. 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959 προκύπτει ότι είναι άκυρη η μεταξύ του εργοδότη και του μισθωτού συμφωνία κατά την οποία οι αμοιβές και αποζημιώσεις για νόμιμη και παράνομη υπερωρία καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει με την καταβολή αποδοχών που είναι υψηλότερες από τις ελάχιστες νόμιμες.

Αντίθετα, δεν είναι άκυρη η συμφωνία για συμψηφισμό στον υπέρτερο του νόμιμου μισθού των οφειλόμενων προσαυξήσεων και αποζημιώσεων που δικαιούται ο μισθωτός για πρόσθετη απασχόλησή του λόγω υπερεργασίας, παροχής εργασίας κατά τις ημέρες της υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές και αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας (ΑΠ 176/2023, ΑΠ 361/2020, ΑΠ ΑΠ 529/2016).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 και 2 παρ. 2 της, κατ' εξουσιοδότηση του Ν. 28/1944, εκδοθείσας 25.825/1951 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, οι προβλεπόμενες προσαυξήσεις για παροχή εργασίας κατά τις ημέρες υποχρεωτικής ανάπαυσης, τις Κυριακές ή αργίες και κατά τη διάρκεια της νύκτας, δεν συμψηφίζονται προς τις καταβαλλόμενες αποδοχές, που είναι ενδεχομένως ανώτερες των νόμιμων, ελαχίστων ορίων μισθών και ημερομισθίων.

Κατά την αληθή έννοια των διατάξεων αυτών, απαγορεύεται μόνο ο εκ μέρους του εργοδότη μονομερής καταλογισμός των τυχόν καταβαλλόμενων, υπέρτερων των νομίμων, αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες. Αντίθετα, δεν απαγορεύεται η συνομολόγηση μεταξύ εργοδότη και μισθωτού ότι με τις καταβαλλόμενες, υπέρτερες των νομίμων, αποδοχές θα καλύπτεται και κάθε προσαύξηση, η οποία ήθελε προκύψει από την παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές κλπ κατά τη διάρκεια της σύμβασης.

Μία τέτοια συμφωνία, περί καταλογισμού των υπέρτερων αποδοχών στις τυχόν οφειλόμενες προσαυξήσεις για επί πλέον εργασία (πλην νομίμων ή παράνομων/κατ' εξαίρεση υπερωριών), δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός, με τη συμφωνία αυτή, λαμβάνει τα οριζόμενα από τις νομοθετικές ή συλλογικές κανονιστικές ρυθμίσεις ελάχιστα όρια αποδοχών και προσαυξήσεων (ΟλΑΠ 87/1971, ΑΠ 612/2025, ΑΠ 176/2023).

Περαιτέρω, με το άρθρο 560 ΚΠολΔ (όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το Ν. 4842/2021 και πριν τη διαμόρφωσή του με το άρθρο 26 του ν. 5134/2024) ορίζεται ότι "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών....

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε δικαστής του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο δέχτηκε ή δεν δέχτηκε τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι ως άνω λόγοι αναίρεσης απαριθμούνται περιοριστικά στη διάταξη αυτή, όπως συνάγεται από τη χρήση της λέξης "μόνο" και συνεπώς είναι απαράδεκτοι λόγοι αναίρεσης, ερειδόμενοι στις λοιπές περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ για τις αιτήσεις αναίρεσης κατ' αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 269/2020), όπως, μεταξύ άλλων, είναι και ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 10 του ιδίου άρθρου αναιρετικός λόγος της παρά το νόμο παραδοχής πραγμάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη.

Ειδικότερα, κατά τη διάταξη του ως άνω άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1300/2022, 319/2017).

Επίσης, με τη διάταξη του εδ. β της παρ. 1 του ίδιου άρθρου (560 ΚΠολΔ) ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ` αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1300/2022 ΑΠ 109/2020).

Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 3/2025 ,ΑΠ1300/2022, ΑΠ1620/2022). Ακόμη, με τη διάταξη του ως άνω άρθρου 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώληση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1300/2022).

Αντίθετα δεν θεωρούνται "πράγματα", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται, ως λόγοι έφεσης, οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, περιστατικά επουσιώδη που δεν θεμελιώνουν αυτοτελή ισχυρισμό, οι αποδείξεις ή τα περιστατικά, που προκύπτουν από τις αποδείξεις, τα επικληθέντα αποδεικτικά μέσα και το περιεχόμενό τους και τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 268/2020), αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997) και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ 1300/2022, ΑΠ 179/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άριθμ. 6 του ίδιου άρθρου 560 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΑΠ 271/2025).

Το σφάλμα δηλαδή, που ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης εντοπίζεται πάντοτε στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, όπου η ανεπαρκής ή αντιφατική περιγραφή των περιστατικών καθιστά αδύνατη την κρίση για το αν είναι ορθή ή μη η υπαγωγή στην οποία προέβη το δικαστήριο ουσίας. Επομένως, δεν ιδρύουν τον λόγο αυτό αντιφάσεις που εντοπίζονται μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού (ΑΠ 271/2025, ΑΠ 1139/2022).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006).

Με τον ως άνω αναιρετικό λόγο δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1374/2025, ΑΠ 380/2025, ΑΠ 56/2022). Τέλος, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, γι' αυτό, προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης.

Δεν ιδρύεται, επομένως, ο λόγος αυτός όταν η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αφορά τη σκέψη της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή (ή ένσταση) ως μη νόμιμη, αόριστη ή απαράδεκτη ή για οποιονδήποτε άλλο τυπικό λόγο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1070/2025, ΑΠ 730/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. 149/2022 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Κασσάνδρας και με την επισήμανση ότι.... αντικείμενο της παρούσας κατ' έφεση δίκης καθίσταται μόνο οι καταλυτικές ενστάσεις του δικαιώματος που πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ήδη εφεσίβλητη, έναντι των οποίων βάλλει η ήδη εκκαλούσα με τους κρινόμενους λόγους έφεσης, και όχι η ύπαρξη του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους της ήδη εκκαλούσας, κρίθηκε ότι η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία (αναιρεσείουσα) διατηρεί υποκατάστημα - ξενοδοχειακή επιχείρηση στο Πευκοχώρι Χαλκιδικής, με την επωνυμία "Alia Luxury Resort Hotel & Villas", η δε ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) προσλήφθηκε από την εναγομένη την άνοιξη του 2008 δυνάμει έγγραφης σύμβασης ιδιωτικού δικαίου εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και απασχολήθηκε στην επιχείρηση της έως το έτος 2020 ως εποχικό προσωπικό δυνάμει όμοιων συναπτών ανά έτος συμβάσεων.

Ειδικότερα, έγινε δεκτό ότι απασχολούνταν στην επιχείρηση κατά τους μήνες της τουριστικής περιόδου, ήτοι από Μάρτιο ή Απρίλιο μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου, για το χρονικό διάστημα από το 2008 έως το 2020 και πιο συγκεκριμένα ότι προσλήφθηκε στην επιχείρηση δυνάμει της από ...2016 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης με την ειδικότητα της καμαριέρας για χρονικό διάστημα μέχρι τις 03-11-2016 , ενώ ακολούθως στις ...2017 καταρτίστηκε μεταξύ της εναγόμενης και της ενάγουσας σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης με την ιδιότητα της καμαριέρας, η οποία έληξε στις 13-03-2017.

Προσέτι, έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα επαναπροσλήφθηκε στην επιχείρηση δυνάμει της από 20-03-2017 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης με την ιδιότητα της καμαριέρας έως τις ...2017 και έπειτα υπογράφηκε η από ...2018 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης με την ειδικότητα της καμαριέρας έως τις ...2018.

Επιπρόσθετα, έγινε δεκτό ότι στις ...2019 υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων εκ νέου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου πλήρους απασχόλησης με την ειδικότητα συντηρητές κτιρίων (μικροεπισκευές, μικροεγκαταστάσεις κλπ) για χρονικό διάστημα μέχρι τις ...2019, αυτή δε η αλλαγή στην ειδικότητα της ενάγουσας έγινε κατόπιν δικού της αιτήματος, καθόσον ήθελε να εργάζεται στη λινοθήκη.

Εν συνεχεία, έγινε δεκτό ότι υπογράφηκε η από ...2020 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και μερικής απασχόλησης με την ειδικότητα πλύντες, σιδερωτές, καθαριστές ενδυμάτων, υφασμάτων και ταπήτων με χειροκίνητα εργαλεία και μηχανές για χρονικό διάστημα μέχρι τις ...2020. Το πρόγραμμα εργασίας της ενάγουσας για το έτος 2016 αφορούσε στις ημέρες Τρίτη έως Σάββατο και σε ωράριο από τις 07:30 έως τις 15:30, για το έτος 2017 στις ημέρες Δευτέρα έως Παρασκευή και σε ωράριο από τις 08:00 έως τις 16:00, για το έτος 2018 στις ημέρες Δευτέρα έως Παρασκευή και σε ωράριο από τις 08:00 έως τις 16:00, για το έτος 2019 στις ημέρες Δευτέρα έως Παρασκευή και σε ωράριο από τις 08:00 έως τις 16:00 και για το έτος 2020 στις ημέρες Δευτέρα έως Παρασκευή σε ωράριο από τις 09:00 έως τις 17:00, αναφορικά δε με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο της έγινε δεκτό ότι για το έτος 2016 ανέρχονταν σε 35,33 ευρώ (883,19 ευρώ μικτές αποδοχές : 25 ημέρες), για το έτος 2017 ανέρχονταν σε 35,33 ευρώ (883,19 ευρώ μικτές αποδοχές : 25 ημέρες), για το έτος 2018 ανέρχονταν σε 36,35€ (908,84 ευρώ μικτές αποδοχές : 25 ημέρες), για το έτος 2019 ανέρχονταν σε 36,00 € (900 ευρώ μικτές αποδοχές : 25 ημέρες) και για το έτος 2020 ανέρχονταν σε 38,01€ (950,23 ευρώ μικτές αποδοχές : 25 ημέρες).

Περαιτέρω, έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα εργάστηκε καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος των εργασιακών της συμβάσεων στην επιχείρηση της εναγόμενης, καθημερινά πέραν του οκταώρου επί πέντε ημέρες, Σάββατα και Κυριακές. Πιο συγκεκριμένα, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάστηκε τα κάτωθι Σάββατα: για το χρονικό διάστημα α) από ...2016 έως ...2016, για 36 Σάββατα, αλλά λόγω του ότι της δόθηκε αναπληρωματική άδεια για 3 ήμερες (την Τρίτη 31/5, την Τρίτη 25/10 και την Παρασκευή 28/10) δικαιούται αποζημίωσης για 33 Σάββατα, ήτοι 35,33€ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + προσαύξηση 30% = 45,92€ X 33 Σάββατα = 1.516,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης), β) από ...2017 έως ...2017 εργάστηκε 29 Σάββατα, αλλά λόγω του ότι έλαβε αναπληρωματική άδεια συνολικά 17 ημέρες το ανωτέρω διάστημα (την Παρασκευή 4/3, την Τετάρτη 10/3, την Πέμπτη 11/3, την Παρασκευή 12/3, τη Δευτέρα 15/3, την Τρίτη 16/3, την Τετάρτη 17/3, την Πέμπτη 18/3, την Παρασκευή 19/3, την Τρίτη 26/4, την Παρασκευή 5/5, την Κυριακή 7/5, την Πέμπτη 25/5, την Παρασκευή 26/5, τη Δευτέρα 9/10, την Τρίτη 10/10 και την Τετάρτη 11/10) δικαιούται αποζημίωσης για 12 Σάββατα, ήτοι 35,33€ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + προσαύξηση 30% = 45,92€ X 12 Σάββατα = 551,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης), γ) από ...2018 έως ...2018, εργάστηκε 28 Σάββατα καθώς απουσίαζε με αναρρωτική άδεια το χρονικό διάστημα από 18/4 έως 1/6, και συνεπώς δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 36,35€ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + προσαύξηση 30% = 47,25 € X 28 Σάββατα = 1.323,00 € (ως προς το οποίο πρέπει να επισημανθεί ότι η ενάγουσα πρωτοβαθμίως είχε περιορίσει το αγωγικό της αίτημα σε αποζημίωση ύψους 1.228,50 € που αντιστοιχούν σε 26 Σάββατα απασχόλησης, οπότε και εσφαλμένα της επιδικάστηκε πρωτοβαθμίως το ως άνω μεγαλύτερο ποσό, ωστόσο το επιδικασθέν αυτό ποσό δεν ερευνάται από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λόγω του ότι αντικείμενο της δίκης, όπως προειπώθηκε είναι οι καταλυτικές ενστάσεις του δικαιώματος που πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ήδη εφεσίβλητη, έναντι των οποίων βάλλει η ήδη εκκαλούσα με τους κρινόμενους λόγους έφεσης), δ) από ...2019 έως 07-11-2019 εργάστηκε 34 Σάββατα (αποδειχθείσας της απουσίας της το Σάββατο 5/10 και την Παρασκευή 25/10) και συνεπώς δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 36,00 € το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + προσαύξηση 30% = 46,80 € X 34 Σάββατα =1.591,00 € λόγους στρογγυλοποίησης) και ε) από ...2020 έως ...2020 εργάστηκε 14 Σάββατα, δεδομένου ότι κατά τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο βρισκόταν σε αναστολή εργασίας λόγω των έκτακτων μέτρων περιορισμού της πανδημίας του κορονοϊού και ειδικότερα εργάστηκε τα Σάββατα του διαστήματος από Ιούλιο έως και 2 Νοεμβρίου, ενώ της δόθηκε άδεια για τις ημέρες Πέμπτη 23/7 και την Πέμπτη 17/9, και συνεπώς δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 38,01€ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο + προσαύξηση 30% = 49,41 X 14 Σάββατα = 692,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης).

Εν συνεχεία, αποδείχθηκε ότι απασχολήθηκε Κυριακές και για την απασχόληση της ο νόμιμος μισθός της α) για το έτος 2016 και δη από ...2016 έως ...2016 ανέρχονταν στο ποσό των 866,16 € (ήτοι 995,73 € ο νόμιμος μισθός- 39,83 € το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 5%- 19,91 € η έκπτωση 2% λόγω διατροφής- 69,70 € η έκπτωση 7% λόγω διαμονής), και συνακόλουθα το ημερομίσθιο στο ποσό των 34,64 €, β) για το έτος 2017 και δη από ...2017 έως ...2017 ο νόμιμος μισθός της ανέρχονταν στο ποσό των 866,16 € (ήτοι 995,73 € ο νόμιμος μισθός- 39,83 € το επίδομα ανθυγιεινής εργασίας 5% - 19,91 € η έκπτωση 2% λόγω διατροφής- 69,70 € η έκπτωση 7% λόγω διαμονής) και συνακόλουθα το ημερομίσθιο στο ποσό των 34,64 €, γ) για το έτος 2018 και δη από ...2018 έως ...2018 ο νόμιμος μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 893,06 € (ήτοι 965,47 € ο νόμιμος μισθός - 16,09 € η έκπτωση 2% λόγω διατροφής- 56,32 € η έκπτωση 7% λόγω διαμονής) και συνεπώς το ημερομίσθιο στο ποσό των 35,72 €, δ) για το έτος 2019 και δη από ...2019 έως ...2019 ο νόμιμος μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 879,21 € (ήτοι 950,50 € ο νόμιμος μισθός- 15,84 € η έκπτωση 2% λόγω διατροφής- 55,45 € η έκπτωση 7% λόγω διαμονής) και συνακόλουθα το ημερομίσθιο στο ποσό των 35,16 € και ε) για το έτος 2020 και δη από ...2020 έως ...2020 ο νόμιμος μισθός της ανερχόταν στο ποσό των 879,21 € (ήτοι 950,50 € ο νόμιμος μισθός- 15,84 € η έκπτωση 2% λόγω διατροφής- 55,45 € η έκπτωση 7% λόγω διαμονής) και συνακόλουθα το ημερομίσθιο στο ποσό των 35,16 €.

Η ενάγουσα αποδείχθηκε ότι α) για το χρονικό διάστημα από ...2016 έως ...2016 εργάστηκε περαιτέρω για 31 Κυριακές, ήτοι στις 3/4, 10/4, 17/4, 24/4, 1/5, 8/5, 15/5, 22/5, 29/5, 5/6, 12/6, 19/6, 26/6, 3/7, 10/7, 17/7, 24/7, 31/7, 7/8, 14/8, 21/8, 28/8, 4/9, 11/9, 18/9, 25/9, 2/10, 9/10, 16/10, 23/10, 30/10), οπότε και δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 31 X 34,64 € ημερομίσθιο + 75% = 1.879,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης), β) για το χρονικό διάστημα από ...2017 έως ...2017 απασχολήθηκε περαιτέρω για 34 Κυριακές, ήτοι στις 5/3, 12/3, 19/3, 26/3, 2/4, 9/4, 16/4, 23/4, 30/4, 14/5, 21/5, 28/5, 4/6, 11/6, 18/6, 25/6, 2/7, 9/7, 16/7, 23/7, 30/7, 6/8, 13/8, 20/8, 27/8, 3/9, 10/9, 17/9, 24/9, 1/10, 8/10, 15/10, 22/10 και 29/10), οπότε και δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 34 X 34,64 € το ημερομίσθιο + 75% = 2.061,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης) γ) για το χρονικό διάστημα από ...2018 έως ...2018 απασχολήθηκε περαιτέρω για 29 Κυριακές, ήτοι στις 11/3, 18/3, 25/3, 1/4, 8/4, 15/4, 3/6, 10/6, 17/6, 24/6, 1/7, 8/7, 15/7, 22/7, 29/7, 5/8, 12/8, 19/8, 26/8, 2/9, 9/9, 16/9, 23/9, 30/9, 7/10, 14/10, 21/10, 28/10) οπότε και δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 29 X 35,72 € ημερομίσθιο X 75% = 1.813,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης) (ως προς το οποίο πρέπει να επισημανθεί ότι η ενάγουσα πρωτοβαθμίως είχε περιορίσει το αγωγικό της αίτημα σε αποζημίωση ύψους 1.653,61 € που αντιστοιχούν σε 26 Κυριακές απασχόλησης, οπότε και εσφαλμένα της επιδικάστηκε πρωτοβαθμίως το ως άνω μεγαλύτερο ποσό, ωστόσο το επιδικασθέν αυτό ποσό δεν ερευνάται από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο λόγω του ότι αντικείμενο της δίκης, όπως προειπώθηκε είναι οι καταλυτικές ενστάσεις του δικαιώματος που πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ήδη εφεσίβλητη, έναντι των οποίων βάλλει η ήδη εκκαλούσα με τους κρινόμενους λόγους έφεσης), δ) για το χρονικό διάστημα από ...2019 έως 07-11-2019 απασχολήθηκε περαιτέρω για 35 Κυριακές, ήτοι στις 3/3, 10/3, 17/3, 24/3, 31/3, 7/4, 14/4, 21/4, 28/4, 5/5, 12/5, 19/5, 26/5, 2/6, 9/6, 16/6, 23/6, 30/6, 7/7, 14/7, 21/7, 28/7, 4/8, 11/8, 18/8, 25/8, 1/9, 8/9, 15/9, 22/9, 29/9, 6/10, 13/10, 20/10, 27/10, 3/11), οπότε και δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 35 X 35,16 € ημερομίσθιο X 75% = 2.154,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης) και ε) για το χρονικό διάστημα από ...2020 έως ...2020 απασχολήθηκε περαιτέρω για 17 Κυριακές, ήτοι στις 5/7, 12/7, 19/7, 26/7, 2/8, 9/8, 16/8, 23/8, 30/8, 6/9, 13/9, 20/9, 27/9, 4/10, 11/10, 18/10, 25/10 ),οπότε και δικαιούται αντίστοιχης αποζημίωσης, ήτοι 17 X 35,16 € ημερομίσθιο X 75% =1.046,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης).

Επιπρόσθετα, αποδείχθηκε ότι απασχολήθηκε περαιτέρω τις κάτωθι αργίες: α) για το χρονικό διάστημα από 1-03-2016 έως ...2016 απασχολήθηκε για μία ημέρα αργίας στις 15 Αυγούστου για την οποία δικαιούται μόνο την προσαύξηση ύψους 75%, ήτοι ποσό (34,64 € ημερομίσθιο X 75% =) 25,98 €, β) για το χρονικό διάστημα από ...2017 έως 2-11-2017 απασχολήθηκε για τρεις ημέρες αργίες, ήτοι στις 15 Αυγούστου, την 1η Μαΐου και στις 28 Οκτωβρίου, για τις οποίες δικαιούται μόνο την προσαύξηση 75% ήτοι (34,64 ημερομίσθιο X 75% =)25,98 € X 3 = 77,94€, γ) για το χρονικό διάστημα από ...2018 έως ...2018, απασχολήθηκε για μία ημέρα αργίας στις 15 Αυγούστου, για την οποία δικαιούται μόνο την προσαύξηση ύψους 75%, ήτοι ποσό (35,72 € ημερομίσθιο X 75% =) 26,81 €, δ) για το χρονικό διάστημα από ...2019 έως 07-11-2019 απασχολήθηκε για τρεις ημέρες αργίας, ήτοι στις 15 Αυγούστου, την 1η Μαΐου και στις 28 Οκτωβρίου, για τις οποίες δικαιούται μόνο την προσαύξηση 75%, ήτοι ποσό 35,16 € ημερομίσθιο X 75% = 26,37€ X 3 = 79,11 € και ε) για το χρονικό διάστημα από ...2020 έως ...2020 απασχολήθηκε για δύο ημέρες αργίας, ήτοι στις 15 Αυγούστου και στις 28 Οκτωβρίου, για τις οποίες δικαιούται μόνο την προσαύξηση 75%, ήτοι ποσό (35,16 € ημερομίσθιο X 75% =) 26,37 X 2 =52,74 €, ωστόσο εν τέλει το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο της επιδίκασε μόνο το ποσό των 26,37 € (ως προς το οποίο δεν παραπονείται η ήδη εκκαλούσα).

Σε συνέχεια όλων των ανωτέρω, με το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έγινε δεκτό ότι η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των (1.516,00 + 551,00 + 1.323,00 + 1.591,00 + 692,00 + 1.879,00 + 2.061,00 + 1.813,00 + 2.154,00 + 1.046,00 +25,98 + 77,94 + 26,81 + 79,11 + 26,37 =) 14.863,00 € (για λόγους στρογγυλοποίησης). Προσέτι, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πρόβαλε την ένσταση συμψηφισμού των υπέρτερων των νόμιμων καταβαλλόμενων αποδοχών με παρασχεθείσα εργασία κατά την 6η ημέρα εργασίας και κατά την Κυριακή.

Επί της ενστάσεως αυτής, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας την ορισμένη και νόμιμη κατά το μέρος που αφορά σε συμψηφισμό των υπέρτερων των νόμιμων καταβαλλόμενων αποδοχών με παρασχεθείσα εργασία κατά τα Σάββατα, δέχθηκε ότι α) για το χρονικό διάστημα από ...2016 έως ...2016 ο συμφωνηθείς μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 1.051,00 € και ο νόμιμος μισθός της στο ποσό των 866,16 €, οπότε και ελάμβανε ποσό ανώτερο από τις νόμιμες αποδοχές της κατά 184,84 € το μήνα για 7 μήνες εργασίας και συνολικά 1.293,88 € για το έτος 2016 (=179,80 ευρώ X 7 μήνες εργασίας), β) για το χρονικό διάστημα από ...2017 έως ...2017 ο συμφωνηθείς μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 883,19 € και ο νόμιμος μισθός της στο ποσό των 866,16 €, οπότε και ελάμβανε ποσό ανώτερο από τις νόμιμες αποδοχές της κατά 17,03 € το μήνα για 8 μήνες και συνολικά 136,24 € για το έτος 2017 (=17,03 € X 8 μήνες εργασίας), γ) για το χρονικό διάστημα από ...2018 έως ...2018 ο συμφωνηθείς μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 908,84 € και ο νόμιμος μισθός της στο ποσό των 893,06 €, οπότε και ελάμβανε ποσό ανώτερο από τις νόμιμες αποδοχές της κατά 15,78 € το μήνα για 8 μήνες και συνολικά 126,24 € για το έτος 2018 (=15,78 € X 8 μήνες εργασίας), δ) για το χρονικό διάστημα από ...2019 έως ...2019 ο συμφωνηθείς μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 950,23 ευρώ και ο νόμιμος μισθός της στο ποσό των 879,21 €, οπότε ελάμβανε ποσό ανώτερο από τις νόμιμες αποδοχές της κατά 71,02 € το μήνα για 8 μήνες και συνολικά 568,16 € για το έτος 2019 (=71,02 ευρώ X 8 μήνες εργασίας) και ε) για το διάστημα από ...2020 έως ...2020 ο συμφωνηθείς μισθός της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 1.001,26 ευρώ και ο νόμιμος μισθός της στο ποσό των 879,21 € (950,50 € ο νόμιμος μισθός- 15,84 € η έκπτωση 2% λόγω διατροφής- 55,45 € η έκπτωση 7% λόγω διαμονής), οπότε και ελάμβανε ποσό ανώτερο από τις νόμιμες αποδοχές της κατά 122,05 € το μήνα για 5 μήνες και συνολικά 610,25 € για το έτος 2020 (=15,78 ευρώ X 5 μήνες εργασίας).

Βάσει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι η ενάγουσα έχει λάβει ως υπερβάλλον των νομίμων αποδοχών για το επίδικο χρονικό διάστημα το ποσό των 2.735 €, ποσό που πρέπει να συμψηφισθεί με το ποσό οφείλεται για απασχόληση τα Σάββατα και ως εκ τούτου, μετά την αφαίρεση του ανωτέρω ποσού, έκρινε ότι απομένει υπόλοιπο οφειλής ύψους (14.863 - 2.735 = ) 12.128,00 €.

Ήδη με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων έκανε δεκτή την εν λόγω ένσταση συμψηφισμού, καθόσον δεν υπήρχε σχετική συμφωνία μεταξύ εργοδότριας και εργαζόμενης. Από τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι μεταξύ της ενάγουσας και της εναγομένης ουδέποτε καταρτίσθηκε συμφωνία περί καταλογισμού των τυχόν αξιώσεων της ως μισθωτής από διάφορες αιτίες στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές της.

Συγκεκριμένα, τόσο από τον εξετασθέντα μάρτυρα της εναγομένης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όσο και από τους ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες για λογαριασμό της εναγομένης στην υπ' αριθμ. ...2022 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου … Α. Α. , οι οποίοι αναφέρθηκαν γενικώς στην ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ ενάγουσας και εναγομένης περί καταβολής μισθού υψηλότερου του νόμιμου λόγω της συμφωνηθείσας απασχόλησής της τα Σαββατοκύριακα, δεν αποδεικνύεται ότι εν τέλει η λόγω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων μερών καταρτιζόταν κάθε χρόνο προφορικά μετά την αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας για όλα τα χρονικά διαστήματα απασχόλησης της εντός των ετών 2016 έως 2020, δεδομένου ότι σε όλα τα προσκομιζόμενα έντυπα πρόσληψης της ενάγουσας από την εναγόμενη κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα ουδεμία αναφορά υπάρχει ως προς την ύπαρξη της συγκεκριμένης συμφωνίας, ώστε συνακόλουθα κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η εν λόγω συμφωνία ουδέποτε υπήρξε.

Και ναι μεν, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ως άνω οικεία νομική σκέψη, σε περίπτωση που καταρτίζεται μεταξύ των μερών η κατά τα προαναφερθέντα συμφωνία περί καταλογισμού των τυχόν αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, δεν απαιτείται για την εγκυρότητα της συμφωνίας ο προσδιορισμός των επί μέρους ποσών ανά μήνα (πέραν των οφειλομένων νομίμων αποδοχών) που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού για παροχή υπερεργασιακής νυκτερινής κλπ εργασίας, ο οποίος μάλιστα κατά το χρόνο κατάρτισης της σχετικής συμφωνίας είναι συνήθως άδηλος, εξαρτώμενος από τις μέλλουσες να ανακύψουν ανάγκες της επιχείρησης για την παροχή της εν λόγω εργασίας σε συγκεκριμένο χρόνο στο μέλλον, ούτε τούτο συνιστά στοιχείο του ορισμένου της προβαλλόμενης από τον εργοδότη σχετικής ένστασης καταλογισμού, οσάκις το σύνολο των εν λόγω αξιώσεων του μισθωτού για τις πιο πάνω αιτίες υπερκαλύπτεται από τις καταβαλλόμενες, πέραν των νομίμων, υπέρτερες αποδοχές ..., ωστόσο εν προκειμένω αποδεικνύεται η ανυπαρξία της εν λόγω συμφωνίας στο σύνολό της, οι δε υψηλότερες των νομίμων αποδοχές της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας είχαν να κάνουν με την ιδιαιτερότητα της απασχόλησης της συγκεκριμένης εργαζόμενης - ενάγουσας στην εν λόγω επιχείρηση, όπου εργάζονταν ομοίως και ο σύζυγός της, με την ιδιότητα του οδηγού λεωφορείου, και ως εκ τούτου διέμεναν σε παραχωρηθέν κατάλυμα εντός του ξενοδοχείου και τα τέκνα της ενάγουσας....

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε την εν λόγω ένσταση συμψηφισμού, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις.... Επιπρόσθετα αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πρόβαλε περαιτέρω την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος εκ μέρους της ενάγουσας, συνιστάμενη στο ότι καθόλο το διάστημα της απασχόλησης της μέχρι και την αποχώρηση της η ενάγουσα εργαζόταν μεν όλες τις ημέρες της εβδομάδος, λάμβανε όμως υψηλότερες αποδοχές των νομίμων, καθώς και ρεπό, όποτε αυτή το ζητούσε, η δε εναγομένη της παρείχε διαμονή σε οικία που βρισκόταν εντός του χώρου της ξενοδοχειακής μονάδος όλο το χρόνο με καλυμμένα τα έξοδα του ηλεκτρικού ρεύματος, της ύδρευσης και της τηλεφωνίας - ίντερνετ, αλλά και του κινητού τηλεφώνου, καθώς επίσης κάλυπτε και τις διατροφικές ανάγκες τόσο της ίδιας όσο και του συζύγου και των τέκνων της.

Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η εναγομένη για την κάλυψη των διατροφικών αναγκών του τέκνου της ενάγουσας δαπάνησε το συνολικό ποσό των 16.590,00 € για τα έτη 2016 έως 2020, ενώ περαιτέρω η ενάγουσα επωφελήθηκε από την παροχή καταλύματος και την κάλυψη δαπανών ρεύματος, ύδρευσης και τηλεφωνίας .ως.

προς το ποσό των 1.200,00 €, οπότε και συνακόλουθα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι εφόσον η ενάγουσα ωφελήθηκε κατά το ποσό των 17.790,00 €, καταχρηστικώς ζητά την επιδίκαση του ποσού των 12.128,00 €, που απένειμε ως υπόλοιπο οφειλής κατόπιν συμψηφισμού με την ανωτέρω απαίτηση. Ήδη, με το δεύτερο λόγο έφεσης η εκκαλούσα παραπονείται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και λόγω κακής εκτίμησης των αποδείξεων έκανε δεκτή την προβληθείσα ένσταση εκ μέρους της εναγομένης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος.

Εν προκειμένω,... με αυτό το περιεχόμενο, η προβληθείσα ένσταση εκ μέρους της εναγομένης είναι νομικά αβάσιμη.... Ειδικότερα, με αυτό το περιεχόμενο οι ισχυρισμοί της εναγομένης δεν μπορούν να υπαχθούν στην έννοια της καταχρηστικότητας, ήτοι ότι με την άσκηση της κρινόμενης αγωγής και την αξίωση περί επιδίκασης των προαναφερόμενων ποσών εκ μέρους της ενάγουσας υφίσταται υπέρβαση και μάλιστα προφανής των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ).

Πιο συγκεκριμένα, ακόμη κι αν υποτεθούν ως αληθείς οι εν λόγω οικειοθελείς παροχές εκ μέρους της εναγομένης προς την ενάγουσα (ως προς παροχή καταλύματος, κάλυψης διατροφικών αναγκών, παροχής ρεύματος, ύδρευσης κλπ) δεν καθιστούν τη διεκδίκηση των αξιώσεων της ενάγουσας καταχρηστική, σε διαφορετική περίπτωση θα καθίστατο πάντοτε καταχρηστική η έγερση αγωγών εκ μέρους των εργαζομένων με μόνη την απόλαυση των οικειοθελών παροχών εκ μέρους των εργοδοτών ....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε (στο σύνολό της για την ενότητα της εκτέλεσης) την εκκαλούμενη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της, και, στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, αφού απέρριψε τις σχετικές ενστάσεις της αναιρεσείουσας περί συμψηφισμού (ως αβάσιμη κατ' ουσία) και περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (ως μη νόμιμη), δέχθηκε εν μέρει, ως ουσιαστικά βάσιμη, την αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεώνοντας την αναιρεσείουσα να της καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 14.863 ευρώ.

Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 6 (και όχι και από τους αριθμούς 1 και 5 όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο) του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι αυτή στερείται νόμιμης βάσης, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ως προς την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της εργοδότριας εταιρίας (αναιρεσείουσας) και της εργαζόμενης (αναιρεσίβλητης) περί καταλογισμού στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές της τελευταίας των αμοιβών της από παρασχεθείσα εκ μέρους της εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και την Κυριακή.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι, ενώ τόσο οι Κ. Π. και Ν. Ν. , οι καταθέσεις των οποίων (μαζί με αυτήν της Α. Π.) περιέχονται στην υπ' αριθμ. ...2022 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου … Α. Α. , όσο και ο εξετασθείς (με επιμέλεια της αναιρεσείουσας) ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μάρτυρας (Α. Κ.) βεβαίωσαν την ύπαρξη της εν λόγω συμφωνίας, παρά ταύτα το ως Εφετείο δικάζον δικαστήριο δέχθηκε ότι τέτοια συμφωνία δεν αποδείχθηκε, παραβιάζοντας την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ΝΔ 4020/1959.

Με το περιεχόμενο αυτό, όμως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, υπό την επίκληση της διάταξης του αριθμού 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα (κατάθεση μάρτυρα αναιρεσείουσας και προσκομισθείσα από αυτή ένορκη βεβαίωση) πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνίας περί καταλογισμού στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές της αναιρεσίβλητης των αμοιβών της για παρασχεθείσα εκ μέρους της εργασίας κατά τα Σάββατα, παρά το γεγονός ότι την ύπαρξη τέτοιας συμφωνίας επιβεβαίωσαν τόσο οι Κ.

Π. και Ν. Ν. , οι βεβαιώσεις των οποίων περιλαμβάνονται στην υπ' αριθμ. .../2022 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου … Α. Α. , όσο και ο εξετασθείς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, μάρτυρας Α. Κ. , αιτίαση που επιχειρεί να θεμελιώσει την εκ του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια.

Η επικαλούμενη, όμως, ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια αφορά αναιρετικό λόγο περί του οποίου προβλέπει η ρύθμιση του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, ο αντίστοιχος αναιρετικός λόγος, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη νομική σκέψη, δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναγραφόμενους στη διάταξη του άρθρου 560 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης κατά αποφάσεων ειρηνοδικείων ή πρωτοδικείων, που εκδόθηκαν σε εφέσεις κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, όπως στην ένδικη περίπτωση.

Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Με το τρίτο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση της αναιρεσείουσας περί ύπαρξης αντίφασης στην προσβαλλόμενη απόφαση μεταξύ της αναφοράς στη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της (στην 5η σελίδα αυτής), ότι "Σε περίπτωση που καταρτίζεται μεταξύ των μερών η κατά τα προαναφερθέντα συμφωνία περί καταλογισμού των τυχόν αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές, δεν απαιτείται για την εγκυρότητα της συμφωνίας ο προσδιορισμός των επί μέρους ποσών ανά μήνα (πέραν των οφειλομένων νομίμων αποδοχών) που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού για παροχή υπερεργασιακής νυκτερινής κλπ εργασίας, ο οποίος μάλιστα κατά το χρόνο κατάρτισης της σχετικής συμφωνίας είναι συνήθως άδηλος, εξαρτώμενος από τις μέλλουσες να ανακύψουν ανάγκες της επιχείρησης για την παροχή της εν λόγω εργασίας σε συγκεκριμένο χρόνο στο μέλλον, ούτε τούτο συνιστά στοιχείο του ορισμένου της προβαλλόμενης από τον εργοδότη σχετικής ένστασης καταλογισμού, οσάκις το σύνολο των εν λόγω αξιώσεων του μισθωτού για τις πιο πάνω αιτίες υπερκαλύπτεται από τις καταβαλλόμενες, πέραν των νομίμων, υπέρτερες αποδοχές..." και της αναφοράς στην ελάσσονα πρόταση του ίδιου συλλογισμού (στην 15η σελίδα αυτής) ότι "....ωστόσο εν προκειμένω αποδεικνύεται η ανυπαρξία της εν λόγω συμφωνίας (εννοεί συμφωνία περί καταλογισμού των τυχόν αξιώσεων του μισθωτού από διάφορες αιτίες στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές), στο σύνολό της, οι δε υψηλότερες των νομίμων αποδοχές της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας είχαν να κάνουν με την ιδιαιτερότητα της απασχόλησης της συγκεκριμένης εργαζομένης στην εν λόγω επιχείρηση....".

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, όμως, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Τούτο δε, διότι δεν αποτελούν αντιφατικές αιτιολογίες τα ως άνω αναφερόμενα, κατά τον αναιρετικό λόγο, στις μείζονα και ελάσσονα προτάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, δεν ιδρύουν τον λόγο του άρθρου 560 αριθμ. 6 ΚΠολΔ αντιφάσεις εντοπιζόμενες μεταξύ της μείζονος και της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού, αλλά οι αντιφάσεις πρέπει να προκύπτουν μόνο από την ελάσσονα πρόταση που έχει διατυπωθεί για την στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή από τις παραδοχές της που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες κατέληξε στην κρίση της για την απόρριψη του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα", που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. ...2022 ένορκη βεβαίωση της Συμβολαιογράφου … Α.

Α., στην οποία περιέχονται οι καταθέσεις των Α. Π. , Κ. Π. και Ν. Ν. , καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των εξετασθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτύρων, παρά το γεγονός ότι γίνεται μνεία αυτών στην προσβαλλόμενη απόφαση, από το περιεχόμενο των οποίων αποδεικνυόταν η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων να καταλογίζονται στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές της αναιρεσίβλητης οι αμοιβές της για παρασχεθείσα εκ μέρους της εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και την Κυριακή.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος και, ως εκ τούτου, απορριπτέος, καθόσον τα φερόμενα ανωτέρω ως μη ληφθέντα υπόψη δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς και, συνακόλουθα, "πράγματα", κατά την αναφερόμενη στην οικεία νομική σκέψη έννοια της διάταξης του άρθρου 560 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν, στην πραγματικότητα, επίκληση αποδεικτικού μέσου από την αναιρεσείουσα.

Ακόμη, η αναιρεσείουσα με το δεύτερο σκέλος εκ του αριθμού 1 περ. β του άρθρου 560 ΚΠολΔ, του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας με τις παραδοχές, ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης να καταλογίζονται στις υπέρτερες καταβαλλόμενες αποδοχές της τελευταίας οι αμοιβές για παρασχεθείσα εκ μέρους της εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και την Κυριακή, και ότι οι υψηλότερες των νόμιμων αποδοχές της (αναιρεσίβλητης), συνδέονταν με την ιδιαιτερότητα της απασχόλησής της στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας, στην οποία εργάζονταν, ομοίως, ο σύζυγός της ως οδηγός λεωφορείου, σε κατάλυμα της οποίας διέμεναν τόσο η ίδια και ο σύζυγός της όσο και τα τέκνα της και ότι, αν η προσβαλλόμενη απόφαση χρησιμοποιούσε τα διδάγματα κοινής πείρας δεν θα απέρριπτε αλλά, αντίθετα, θα έκανε δεκτό τον ως άνω ισχυρισμό του.

Ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος πρωτίστως λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν χρησιμοποιήθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας (ή οι αντίστοιχοι κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (ή των οποίων) δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό (ή στους κανόνες αυτούς), και, σε κάθε περίπτωση, διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες, όμως, δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός και ο κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν σε βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποίησης του δικαιώματος (ΟλΑΠ 6/2016, ΑΠ 899/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, απορρίπτοντας ως μη νόμιμη τη προταθείσα ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, για τη θεμελίωση της οποίας ισχυρίσθηκε ότι η αναιρεσίβλητη καθ' όλο το διάστημα της απασχόλησής της στην επιχείρησή της μέχρι και την αποχώρησή της εργαζόταν όλες τις ημέρες της εβδομάδας, καθώς και τα Σάββατα και τις Κυριακές, λάμβανε όμως, ως αντιστάθμισμα για την εργασία της αυτή, υψηλότερες αποδοχές καθώς και ρεπό όποτε το ζητούσε, ενώ η ίδια (αναιρεσείουσα) της παρείχε διαμονή σε οικία που βρισκόταν εντός του χώρου της ξενοδοχειακής μονάδας καλύπτοντας επιπλέον και τα έξοδα του ηλεκτρικού ρεύματος, ύδρευσης, κινητής τηλεφωνίας και internet, καθώς και τις διατροφικές τόσο της ιδίας όσο και της οικογενείας της.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τις προπαρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, απέρριψε την ένσταση αυτή της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμη με την αιτιολογία ότι ακόμη κι αν υποτεθούν αληθείς οι εν λόγω οικειοθελείς παροχές εκ μέρους της αναιρεσείοιυσας προς την αναιρεσίβλητη δεν καθιστούν καταχρηστική τη διεκδίκηση των αξιώσεων της τελευταίας.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία (ορθά) δεν εφάρμοσε, διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της, αφού, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν τα παραπάνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα γεγονότα δεν καθιστούν την άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της αναιρεσίβλητης καταχρηστική. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, η αναιρεσείουσα, με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθ. 6 άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάζον δικαστήριο, κρίνοντας ως μη νόμιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης από την αναιρεσίβλητου του αγωγικού δικαιώματός της, παραβίασε εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, την ίδια ως άνω διάταξη (ΑΚ 281). Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί, όπως προεκτέθηκε, η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, η οποία προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της διαφοράς, δεν ιδρύεται όταν η ένσταση απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-11-2024 αίτηση της εταιρίας "ΒΕΡΟΗ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" για αναίρεση της υπ' αριθμ. 113/2024 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, δικάσαντος ως Εφετείου.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Φεβρουαρίου 2026.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ