Legislator Case Law & Legislation
877/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against first-instance judgment due to procedural defects and lack of admissibility.

Case Number 877/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a professional association against a first-instance judgment regarding a specific account dispute. The appellant failed to appear in court, and the court rejected arguments concerning the admissibility of the appeal and the abuse of rights by the opposing party. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 307 and 560 of the Code of Civil Procedure; The appeal is inadmissible if the grounds are not properly substantiated, and the abuse of rights claim fails when the creditor's demand does not contradict the debtor's financial situation.

Keywords

AI generated
abuse of rights admissibility of appeal procedural defects legal costs specific account professional association dismissal of appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 560, paragraph 5 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 877 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 877/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του ..., Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Μαρία Γιαννακοπούλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 13 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: πρωτοβάθμιου επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Π.Σ.Η.Ε. .....", που εδρεύει στον ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη δικάσιμο της 13-10-2020 εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χρυσάνθη Κορελά, η οποία κατέθεσε προτάσεις στις 16-10-2020.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Δ. του Χ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Λαμπρόπουλο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις στις 12-10-2020 και συμπληρωματικές προτάσεις στις 13-2-2024.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-2-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 291/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον σωματείο με την από 30-10-2017 αίτησή του, η οποία συζητήθηκε, μετά από αναβολή, κατά τη δικάσιμο της 13ης Οκτωβρίου 2020 χωρίς να εκδοθεί απόφαση. Με την με αριθμό 329/2023 πράξη αφαίρεσης δικογραφιών της Προέδρου του ... Ιωάννας Κλάπα - Χριστοδουλεά, από την ορισθείσα εισηγήτρια Αρεοπαγίτη ε.τ. Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και την με αριθμό 360/2023 πράξη του Αντιπροέδρου του ... Νικολάου Πιπιλίγκα ορίσθηκε η ως άνω νέα δικάσιμος για επανάληψη της συζήτησης, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 Κ.Πολ.Δ.

Κατά την οίκοθεν συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 307 ΚΠολΔ, αν για οποιονδήποτε λόγο που παρουσιάστηκε μετά το τέλος της συζήτησης είναι αδύνατο να εκδοθεί η απόφαση, η συζήτηση επαναλαμβάνεται, αφού οριστεί νέα δικάσιμος και κοινοποιηθεί κλήση. Ο ορισμός της δικασίμου μπορεί να γίνει και η κλήση για τη συζήτηση μπορεί να κοινοποιηθεί με την επιμέλεια είτε κάποιου διαδίκου, είτε της γραμματείας του δικαστηρίου.

Και ναι μεν στο άρθρο 307 ΚΠολΔ δεν μνημονεύεται ρητά, όπως στο άρθρο 254 ΚΠολΔ, ότι η επαναλαμβανόμενη συζήτηση αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης, όμως δεν συντρέχει δικαιολογητικός λόγος να αντιμετωπιστούν κατά διαφορετικό τρόπο οι δύο περιπτώσεις, διότι οι πιο πάνω διατάξεις διαφέρουν μόνον ως προς το λόγο της επανάληψης, ο οποίος στην περίπτωση του άρθρου 307 ΚΠολΔ δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα κάποιου διαδίκου και, συνεπώς, δεν δικαιολογείται να υφίσταται, αν δεν εμφανιστεί ή δεν εμφανιστεί προσηκόντως ή δεν καταθέσει εκ νέου προτάσεις, δυσμενέστερη μεταχείριση, δηλαδή, να δικαστεί ερήμην και να υποστεί τις σχετικές συνέπειες.

Συνακόλουθα, η αρχική και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση συνθέτουν μία συζήτηση και ο διάδικος ο οποίος δεν παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη, είχε όμως παραστεί στην αρχική και αντιστρόφως, δικάζεται αντιμωλία, ο διάδικος δε που παρίσταται στην επαναλαμβανόμενη συζήτηση δεν χρειάζεται να καταθέσει εκ νέου προτάσεις (ΑΠ 1380/2023, ΑΠ 701/2023, ΑΠ 936/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθμό 360/16-11-2023 Πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος αυτού του Δικαστηρίου νόμιμα ορίστηκε νέα δικάσιμος, η σημειούμενη στην αρχή της παρούσας (13-2-2024), για την ανασυζήτηση της ένδικης από 30-10-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 291/11-9-2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας δικάσαντος ως Εφετείου, επειδή λόγω της παρέλευσης ιδιαιτέρως μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη συζήτηση κατά την αρχική δικάσιμο στις 13-10-2020, διαπιστώθηκε αδυναμία έκδοσης απόφασης επ' αυτής εκ μέρους της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Αρεοπαγίτη 'Ολγας Σχετάκη-Μπονάτου, που είχε μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου, ως Εισηγήτρια.

Κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, το αναιρεσείον δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η, από το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ σχετική δήλωση , ότι δεν θα παραστεί κατά την εκφώνηση, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ.

το από 22-11- 2023 αποδεικτικό επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του ... Ε. Π. στην Ζ. Γ., σύνοικο και συνεργάτη της αντικλήτου του αναιρεσείοντος, δικηγόρου Αθηνών Χρυσάνθης Κορέλα), το οποίο, όμως, είχε εκπροσωπηθεί κατά την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο, από την πιο πάνω πληρεξούσια δικηγόρο του, στην οποία είχε χορηγήσει ειδική πληρεξουσιότητα προκειμένου να το εκπροσωπήσει κατά την αρχική δικάσιμο, στις 13-10-2020 δυνάμει του υπ' αριθμ. 6786/2019 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου ...

Δ.Θ. και είχε καταθέσει προτάσεις κατά την αρχική συζήτηση της υπόθεσης. Επομένως, το αναιρεσείον θα θεωρηθεί παρόν και κατά τη νέα συζήτηση, κατά τα ανωτέρω.

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του ν. 4446/2016 (Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την κατάθεση της από 30 Οκτωβρίου 2017 αίτησης αναίρεσης κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 291/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, δικάσαντος ως Εφετείου, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, το αναιρεσείον προέβη στην επισύναψη του με κωδικό 171904081957 1229 0076 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως περιουσιακή-εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν από το αναιρεσείον παράβολο πρέπει να του αποδοθεί, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 2090/2022, ΑΠ 484/2019, ΑΠ 319/2017).

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 291/11-9-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, δικάσαντος ως Εφετείου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα ήτοι μέσα στην προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης (ενόψει του ότι οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης), δεδομένου ότι κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας στις 31-10-2017 και η προσβαλλόμενη απόφαση είχε δημοσιευθεί στις 11-9-2017 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 21 του Ν. 281/1914 "περί σωματείων" και 33-39 του ΒΔ της 15/20-5-1920 "περί επαγγελματικών σωματείων" ρυθμίζεται η ίδρυση αλληλοβοηθητικών ταμείων από αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία, τα οποία αποτελούν διακεκριμένα αυτοτελή νομικά πρόσωπα σε σχέση με τη βασική συνδικαλιστική οργάνωση, τα μέλη της οποίας είναι μέλη του αλληλοβοηθητικού σωματείου.

Οι διατάξεις αυτές διατηρήθηκαν σε ισχύ και ύστερα από την εισαγωγή του ΑΚ, σύμφωνα με το άρθρ. 12 εδ. β του ΕισΝΑΚ, καταργήθηκαν κατά τη διάρκεια της δικτατορίας της 21-4-1967, επανήλθαν όμως σε ισχύ με τις διατάξεις του ΝΔ 42/1974 "περί αποκαταστάσεως των συνδικαλιστικών ελευθεριών και ρυθμίσεως συναφών θεμάτων", ίσχυσαν υπό το καθεστώς του Ν. 330/1976 "περί επαγγελματικών σωματείων και ενώσεων και διασφαλίσεως της συνδικαλιστικής ελευθερίας" κατά το άρθρ. 2 αυτού και ισχύουν ήδη:

α) υπό το καθεστώς του νόμου 1264/1982 "για τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος και την κατοχύρωση των συνδικαλιστικών ελευθεριών των εργαζομένων", που εφαρμόζεται όμως κατά το άρθρο 1 αυτού σε εργαζόμενους που απασχολούνται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, καθότι κατά το άρθρο 4 αυτού σκοπός της ως άνω συνδικαλιστικής οργάνωσης είναι και η ικανοποίηση των ασφαλιστικών κοινωνικών συμφερόντων των μελών της και β) υπό το καθεστώς του Ν. 1712 /1987 " Εκσυγχρονισμός επαγγελματικών οργανώσεων των εμπόρων, βιοτεχνών και λοιπών επαγγελματιών και άλλες διατάξεις", που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, μεταξύ άλλων, σε επαγγελματίες φυσικά πρόσωπα που ασχολούνται (και) με την παροχή υπηρεσιών, όπως στην προκειμένη περίπτωση, καθότι κατά την παρ. 2 εδ.

α του ίδιου άρθρου οι ως άνω επαγγελματικές οργανώσεις έχουν σκοπό τη μελέτη και την προαγωγή των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και επαγγελματικών συμφερόντων των μελών τους, στο πλαίσιο της εξυπηρέτησης του κοινωνικού συνόλου. Έτσι, τα αλληλοβοηθητικά σωματεία αποτελούν ιδιωτικούς ασφαλιστικούς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης χωρίς να ασκούν εξουσία και λειτουργούν ως σωματεία, το καταστατικό τους δε, σύμφωνα με τα άρθρα 78, 79, 80 και 361 ΑΚ, αποτελεί σύμβαση (AΠ 1612/2022, ΑΠ 37/2021, ΑΠ 678/2020, ΑΠ 1318/2018).

Επομένως, οι διατάξεις του καταστατικού τους, ως δηλώσεις ιδιωτικής βούλησης, δεν θέτουν κανόνες του εξ αντικειμένου δικαίου, δεν υπάγονται δηλαδή στην έννοια των "κανόνων ουσιαστικού δικαίου" και συνεπώς η παραβίασή τους δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. α' του ΚΠολΔ , που είναι ταυτόσημος με τον από το άρθρο 560 παρ. 1 εδ.α' του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, εκτός αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 491/2024, ΑΠ 663/2021, ΑΠ 37/2021,ΑΠ 813/2011).

Ανεξαρτήτως όμως της κατά τα άνω δυνατότητας σύστασης αυτοτελών αλληλοβοηθητικών ταμείων με χωριστή νομική προσωπικότητα από αναγνωρισμένα επαγγελματικά σωματεία, σκοπός των συνδικαλιστικών οργανώσεων μπορεί να είναι και η δημιουργία ειδικών κεφαλαίων για την εξυπηρέτηση ορισμένων έκτακτων σκοπών αλληλεγγύης και αλληλοβοήθειας των μελών τους, Η δυνατότητα μάλιστα αυτή προβλέπεται ρητά αναφορικά με τους εργαζόμενους με σχέση εξαρτημένης εργασίας με το άρθρο 4 παρ. 2 εδ.

β του Ν.1264/1982. Τα ειδικά αυτά κεφάλαια αποτελούν συγκέντρωση περιουσίας σε ειδικό λογαριασμό για ορισμένο σκοπό, δεν έχουν νομική προσωπικότητα για την απόκτηση της οποίας απαιτούνται οι νόμιμες κατά περίπτωση διατυπώσεις και δεν αποτελούν αστικές εταιρείες( ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 134/2016, ΑΠ 1599/2006). Περαιτέρω, προκειμένου να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου( κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

α' ΚΠολΔ, ή την ταυτόσημη με αυτή διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ.α' του ίδιου Κώδικα) πρέπει το αναιρετήριο να διαλαμβάνει την συγκεκριμένη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη ουσιαστικού δικαίου, και μάλιστα ενάριθμα, τη νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έννοια της διάταξης αυτής καθώς και το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης( ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005,ΟλΑΠ 32/1996).

Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ και την ταυτόσημη διάταξη του άρθρου 560 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1223/2022, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή , κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 12-2-2013 με αριθμ. καταθ. 76/1-4-2013 αγωγή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου ... ισχυρίστηκε ότι είναι μέλος του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία "Π.Σ.Η.Ε. ...", καθώς επίσης και του ειδικού λογαριασμού με την ονομασία "Λ.

Α. Α." [στο εξής (Λ.Α.Α.)] που το ως άνω σωματείο είχε συστήσει, αρχικά υπό τη μορφή αυτοτελούς αλληλοβοηθητικού ταμείου (σωματείου), με σκοπό χορήγησης σε όλα τα μέλη του εφάπαξ χρηματικού βοηθήματος κατά τη συνταξιοδότησή τους, υπό τους αναφερόμενους στον κανονισμό λειτουργίας του (Λ.Α.Α.) όρους και προϋποθέσεις.

Ότι δυνάμει της υπ' αριθμ. 681/1998 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, το ως άνω αλληλοβοηθητικό ταμείο διαλύθηκε και εντάχθηκε ως ειδικός λογαριασμός στο πλαίσιο λειτουργίας του εναγόμενου σωματείου. Ότι κατά την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης το έτος 2011 δικαιούτο για την παραπάνω αιτία εφάπαξ βοήθημα συνολικού ύψους 26.412,32 ευρώ, έναντι του οποίου το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον του κατέβαλε τμηματικά το συνολικό ποσό των 12.800 ευρώ, απομένοντος υπολοίπου ύψους 13.612,32 ευρώ , το οποίο αρνείται να του καταβάλει.

Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος, επικαλούμενος τις διατάξεις του κανονισμού λειτουργίας του ως άνω ειδικού λογαριασμού, ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να του καταβάλει το πιο πάνω, ποσό ύψους 13.612,32, ευρώ νομιμοτόκως. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών η υπ'αριθμ. 169/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή ως κατ'ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε το εναγόμενο ήδη αναιρεσείον να καταβάλλει στον ενάγοντα ήδη αναιρεσίβλητο το με την αγωγή αιτηθέν ποσό των 13.612,32 ευρώ νομιμοτόκως.

Κατά της απόφασης αυτής το εναγόμενο- εκκαλούν ήδη αναιρεσείον άσκησε την από 9-10-2015 με αυξ. αριθμ. καταθ. στο Ειρηνοδικείο ... 55/9-10-2015 και στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας Μει 284/12-10-2015 έφεσή του και επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 291/2017 απόφαση του ανωτέρω, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία.

Ειδικότερα, το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας, μεταξύ άλλων, δέχθηκε ότι, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 2,3,5,9,15 16 παρ. 1 περ. α ,β και γ, 17 παρ. 1,2 και 4 καθώς και 18 παρ.6 του κανονισμού του ειδικού λογαριασμού του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, όπως το τελευταίο άρθρο ίσχυε πριν την τροποποίησή του με την από 31-7-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσής των μελών του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος και ειδικού λογαριασμού, ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος κατά την έξοδό του από τον ειδικό λογαριασμό το έτος 2011 εδικαιούτο το εφάπαξ βοήθημα, ύψους 26.412,32 ευρώ και, μετά την καταβολή μέρους αυτού ύψους 12.800 ευρώ, το εναπομένον ποσό ύψους 13.612,32 ευρώ, το οποίο του είχε επιδικασθεί πρωτόδικα και απέρριψε τον πρώτο λόγο έφεσης με τον οποίο το εναγόμενο-εκκαλούν ήδη αναιρεσείον υποστήριζε τα αντίθετα.

Με το μοναδικό λόγο της αναίρεσης κατά τα πρώτο, δεύτερο και τρίτο, με στοιχεία 1α', 1β' και 1γ' , αντίστοιχα, σκέλη του από το άρθρ. 560 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον αποδίδει στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τις πλημμέλειες ότι: α) Παραβίασε τις με αριθμούς 8, 16 και 17 διατάξεις του καταστατικού του ειδικού λογαριασμού του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, οι οποίες ρυθμίζουν τους όρους διαγραφής και αποχώρησης των μελών του, ώστε κατά την αποχώρησή τους να δικαιούνται το ένδικο εφάπαξ βοήθημα και εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει από το Λ.Α.Α.

το έτος 2011 και εδικαιούτο το ως άνω βοήθημα, αντί του ορθού ότι αυτός είχε αποχωρήσει το έτος 2012 και επομένως δεν το εδικαιούτο(1α' σκέλος). β) Παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Νόμου, του καταστατικού και των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφού νόμιμα με την από 31-7-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος αποφασίσθηκε η περικοπή του ένδικου βοηθήματος στα μέλη του, προκειμένου να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητα του Λ.Α.Α., έτσι ώστε νόμιμα περιελήφθη στις περικοπές αυτές και ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος(1 β'σκέλος).

γ) Παραβίασε τη με αριθμό 18 παρ. 1 διάταξη του κανονισμού του Λ.Α.Α. , όπως τροποποιήθηκε δυνάμει της από 31-7-2013 απόφασης της Γ.Σ. των μελών του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, η οποία (απόφαση) είχε ρητά ορίσει ότι θα έχει αναδρομική ισχύ από 1-10-2012 και έτσι δέσμευε και τον ενάγοντα(1γ' σκέλος). Ο λόγος αυτός αναίρεσης και κατά τα τρία σκέλη του, κατά το μέρος που αφορά την παραβίαση διατάξεων του καταστατικού του Λ.Α.Α., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, το καταστατικό του ειδικού λογαριασμού του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος, όπως και το καταστατικό κάθε σωματείου, αποτελεί σύμβαση και οι διατάξεις του δεν περιλαμβάνονται στη έννοια των "κανόνων ουσιαστικού δικαίου".

Επομένως, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις δεν ιδρύουν αυτό το λόγο αναίρεσης. Κατά το μέρος που αφορά την παραβίαση ουσιαστικού δικαίου διατάξεων Νόμου είναι αόριστος, αφού δεν αναφέρονται ούτε ο Νόμος ούτε οι φερόμενες ως παραβιασθείσες και μάλιστα ενάριθμα ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και περαιτέρω η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την έννοια των διατάξεων αυτών, καθώς και το αποδιδόμενο συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Κατά το μέρος δε που αφορά την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας είναι, επίσης, αόριστος εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποιά διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα δεν εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιοί είναι οι κανόνες ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή των οποίων δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στους κανόνες αυτούς.

Τέλος, η επικαλούμενη αιτίαση με το με στοιχείο 1α' αναιρετικό λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο ενάγων ήδη αναιρεσίβλητος είχε αποχωρήσει από το Λ.Α.Α. το 2011 και όχι το 2012 , αναφέρεται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμου γεγονότος και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, η οποία όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ο λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός Δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο ,το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α'- γ` της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ241/2022, ΑΠ 94/2020, ΑΠ 403/2019). Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης (ΟλΑΠ15/2000, ΟλΑΠ 43/1990, ΑΠ 353/ 2023, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 59/2020). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 784/2023, ΑΠ1795/2022). Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991).

Με τον μοναδικό, κατά το τέταρτο σκέλος του με στοιχείο 1δ' λόγο αναίρεσης πρασάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την ορθή νοηματική του εκτίμηση η από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, (και όχι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα) πλημμέλεια, ταυτόσημη με εκείνη από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα, με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος, ότι η μονομερής ικανοποίηση του συμφέροντος του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου, αφενός μεν παραβιάζει την καθιερούμενη από το Σύνταγμα και το άρθρο 89 ΑΚ αρχή της ισότητας των μελών, διότι εξαντλεί το αποθεματικό του Λ.Α.Α.

και ως εκ τούτου εμποδίζει την ισότιμη ικανοποίηση του περιουσιακού συμφέροντος και των υπόλοιπων μελών και αφετέρου αποτελεί καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του(ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου). Ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος και ως εκ τούτου απαράδεκτος, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθόσον το αναιρεσείον δεν επικαλείται στον οικείο αναιρετικό λόγο, προβολή του εν λόγω ισχυρισμού του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με λόγο έφεσης, ή με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά τα προεκτεθέντα, αναφέροντας τον τρόπο και χρόνο πρότασης αυτής, ούτως ώστε να ιδρύεται παραδεκτά ο από τον αρ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ σχετικός αναιρετικός λόγος.

Κατά το δεύτερο μέρος του, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο διότι από την παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία, μεταξύ άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, αναφέρονται και τα εξής:"[...]. Με το δεύτερο λόγο έφεσής του, το εκκαλούν-εναγόμενο παραπονείται για εσφαλμένη απόρριψη της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ[...] και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, την παραδοχή της ένστασής του και την απόρριψη της αγωγής.

Ειδικότερα, για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής, το ήδη εκκαλούν-εναγόμενο ισχυρίσθηκε ότι ο ενάγων άσκησε καταχρηστικά το επίδικο δικαίωμά του, αφού: α) [...] β) ενώ γνώριζε την πτώση των εσόδων του Λ.Α.Α. συνεπεία της γενικότερης οικονομικής κρίσης, παρόλα αυτά αξιώνει απαιτήσεις που δεν ανταποκρίνονται στις παρούσες οικονομικές συνθήκες του ειδικού λογαριασμού και με τον τρόπο αυτό θέτει σε κίνδυνο τη δυνατότητα ικανοποίησης των αξιώσεων από τα λοιπά μέλη του ειδικού λογαριασμού[...]).

Ο ανωτέρω, όμως , ισχυρισμός του εναγόμενου τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος, καθόσον τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά δεν δύνανται να θεμελιώσουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ . Ειδικότερα[,...] όσον αφορά το δεύτερο σκέλος αυτού, και αληθή υποτιθέμενα, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση της αξίωσης του ενάγοντος[...].

Επίσης, η μείωση της περιουσίας του ειδικού λογαριασμού του εναγομένου δεν βρίσκεται σε αιτιώδη σχέση με επιλήψιμη συμπεριφορά του ενάγοντος λαμβανομένου υπόψη και του ότι η οικονομική αδυναμία του οφειλέτη , καθεαυτή δεν αποκλείει την υπαιτιότητα του[ ...] και συνεπώς, δεν καθιστά καταχρηστική την- παρά ταύτα - επιδίωξη εκπλήρωσης της οφειλής, από μέρους του δανειστή[...].

Με βάση τα παραπάνω, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον πιο πάνω, κατά το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμό του εναγόμενου ήδη αναιρεσείοντος περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος ήδη αναιρεσίβλητου και τον απέρριψε ευθέως ως ουσιαστικά αβάσιμο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, ως ηττώμενο, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε τόσο στην πρώτη όσο και στην παρούσα επαναλαμβανόμενη συζήτηση και κατέθεσε προτάσεις(άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τριακοσίων (300) ευρώ, στο αναιρεσείον.

Απορρίπτει την από 30-10-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ 291/11-9-2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, δικάσαντος ως Εφετείου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ