Legislator Case Law & Legislation
281/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to failure to expedite hearing and rejects substantive claim regarding damages.

Case Number 281/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four individuals against a lower court judgment regarding damages for moral harm. The appellants argued that the first-instance court miscalculated damages, but the Court found the appeal inadmissible because the hearing was not properly expedited due to the absence of one respondent. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was forfeited, and the appellants were ordered to pay the respondents' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1, 2, 4, and 576 para. 1 to 3 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate properly in the appeal hearing, the court must determine who expedited the proceedings; if no valid expedited hearing is established, the appeal is inadmissible against all parties.

Keywords

AI generated
procedural inadmissibility expedited appeal hearing absence of respondent moral damages assessment court costs allocation appeal bond forfeiture civil procedure rules

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110 para. 2, 498 para. 1, 568 para. 1, 2, 4, and 576 para. 1 to 3 of the Code of Civil Procedure
Article 932 of the Civil Code
Article 25 para. 1 of the Constitution
Articles 2, 9 para. 2 and 10 para. 2 of the ECHR
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 no. 1, 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 281 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 281/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Στυλιανή Μπλέτα - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ. Χ. του Α., κατοίκου …, 2) Μ. Χ. του Γ., κατοίκου …, 3) Δ. Μ. του Σ., κατοίκου …, 4) Α. Μ. του Κ., κατοίκου Δράμας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσελεμπή και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Σ. Μ. του Ι., κατοίκου Α. Σ., 2) Κ. Ε. του Π., κατοίκου Ν. Α. Δ., 3) Ι. Α. του Σ., κατοίκου Δ., 4) Ι. Λ. του Θ., κατοίκου Β. Δ. Δ., 5) Γ. Κ. του Χ., κατοίκου Δ., 6) Ι. Λ. του Ε., κατοίκου Λ. Δ., 7) Κ. Κ. του Κ., κατοίκου Δ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 8) Ε. Κ. του Χ., κατοίκου Δράμας, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 9) Α. Ζ. του Μ., κατοίκου Ν. Μ. Σ., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευφημία Ζαννή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/5/2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 83/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 213/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης όπως αυτή διορθώθηκε με την 320/2020 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου. Την αναίρεση των ανωτέρω εφετειακών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/3/2021 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1, 2, 4 και 576 παρ. 1 έως 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με το προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο παριστάμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τον απολειπόμενο αντίδικό του ή αν αυτός, ως επισπεύδων, κλήτευσε νόμιμα και εμπρόθεσμα τον παριστάμενο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.

Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως της υποθέσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε την συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση [ΑΠ 1368/2022, ΑΠ 764/2017]. Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 8606γ'/27-7-2023 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Δράμας Βιολέττας Μανδαλά, προκύπτει ότι ο όγδοος των αναιρεσιβλήτων, Ε.

Κ., κλητεύθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να παραστεί στην παρούσα συζήτηση από τους επισπεύδοντες αυτήν αναιρεσείοντες. Όμως ο όγδοος αναιρεσίβλητος δεν παρέστη κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της από το πινάκιο, όπως αυτό προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, γι' αυτό πρέπει να δικασθεί ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτός παρών.

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθ. 213/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 320/2020 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου, η οποία συνεκδικάζοντας τις δύο αντίθετες εφέσεις των διαδίκων, απέρριψε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την έφεση των αναιρεσειόντων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε εν μέρει την ένδικη αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση εκάστου των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων να καταβάλουν σε έκαστο των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 3.000 ευρώ νομιμοτόκως.

Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθ.3 ΚΠολΔ).

Από το άρθρο 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημιώσεως για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα.

Με βάση το σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του εν λόγω σκοπού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στο βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης.

Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον Δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθρο 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ' εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση.

Συνάγεται δε το αντικειμενικό αυτό μέτρο από τον ανωτέρω σκοπό του άρθρου 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία, που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι.

Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του Δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των Δικαστηρίων.

Και τούτο, διότι μια απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του Δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το Δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι, η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό, την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ από τους αρ. 1 ή 19, αντίστοιχα και, αν πρόκειται για αποφάσεις των ειρηνοδικείων: άρθρο 560 ΚΠολΔ, από τους αριθμούς 1 ή 6, αντίστοιχα), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015, ΑΠ 1257/2023, ΑΠ 79/2020).

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 1163/2020, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 24/2015).

Με τον μοναδικό λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, κατά την εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 932 ΑΚ, 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, επιδίκασε ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων για την ηθική βλάβη που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, το ποσό των 3.000 ευρώ στον καθένα εξ αυτών, το οποίο όμως είναι υπερβολικά χαμηλό σε σχέση με την σε βάρος τους αδικοπραξία.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Οι ενάγοντες είναι μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΟΙΝΟ ΤΑΜΕΙΟ ΕΙΣΠΡΑΞΕΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ (ΚΤΕΛ) ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΩΝ ΓΡΑΜΜΩΝ Ν. ΔΡΑΜΑΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", με το διακριτικό τίτλο "ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.", που εδρεύει στη Δράμα, έχοντας εκλεγεί (ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου) από την 27.08.2011 - στη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης, που συνήλθε στις 20.08.2011, συνταχθέντος του υπ' αριθ. 3/2011 πρακτικού, στις 27.08.2011 έγινε η συγκρότηση του Διοικητικού Συμβουλίου σε σώμα και η ανάθεση καθηκόντων μεταξύ των εναγομένων, συνταχθέντος του υπ' αριθ. 8/2011 πρακτικού - κατέχουν ειδικότερα, ο πρώτος εξ αυτών τη θέση του Προέδρου του Δ.Σ., ο δεύτερος τη θέση του Αντιπροέδρου, ο τρίτος τη θέση του Διευθύνοντος Συμβούλου και ο τέταρτος τη θέση του Ταμία.

Εξάλλου, οι οκτώ πρώτοι εναγόμενοι είναι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρείας και ιδιοκτήτες- συνιδιοκτήτες λεωφορείων Δ.Χ. ενταγμένων σ' αυτήν, ο ένατος, ήδη συνταξιούχος, μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2007 ήταν μέτοχος, ενώ διετέλεσε και Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εν λόγω εταιρείας, από το έτος 2003 μέχρι το μήνα Μάιο του έτους 2007.

Η λειτουργία της εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ Νομού Δράμας Α.Ε." διέπεται ήδη, μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ν. 2963/2001. Στο άρθρο 13 του τελευταίου προβλέπεται η υποχρέωση του ΚΤΕΛ για υποχρεωτική εισφορά ποσοστού 5% επί των ετησίων ακαθαρίστων εισπράξεων. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 13, προβλέπεται ότι: 1.

Για την ανανέωση των λεωφορείων και την υλοποίηση έργων υποδομής αστικών και υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ., καθώς και την ενίσχυση των ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ., επιβάλλεται εισφορά πέντε τοις εκατό (5%) επί του συνόλου των ετήσιων ακαθάριστων εισπράξεων των αστικών και υπεραστικών Κ.Τ.Ε.Λ..... Ειδικότερα: α. Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό, ο οποίος συνιστάται στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών.

Η λειτουργία του ειδικού αυτού λογαριασμού και κάθε άλλη λεπτομέρεια θα καθοριστούν με κοινή απόφαση των Υπουργών Μεταφορών και Επικοινωνιών και Οικονομικών. Από το ανωτέρω ποσό το ογδόντα τοις εκατό (80%) τουλάχιστον διατίθεται αποκλειστικά για την ενίσχυση ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ. και το υπόλοιπο δύναται να διατεθεί για μελέτες και έργα εκσυγχρονισμού των Κ.Τ.Ε.Λ.

β. Ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) κατατίθεται σε ειδικό λογαριασμό εκάστου Κ.Τ.Ε.Λ., και διατίθεται αποκλειστικά για την ανανέωση του στόλου, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της παραγράφου 6 του άρθρου 12 του παρόντος, γ. Ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) τηρείται σε ειδικό λογαριασμό εκάστου Κ.Τ.Ε.Λ., με αποκλειστικό σκοπό τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού του Κ.Τ.Ε.Λ., ιδίως σταθμών ή πρακτορείων άφιξης και αναχώρησης λεωφορείων, σταθμών στέγασης και συντήρησης, μηχανοργάνωσης, κατασκευής εγκαταστάσεων εξυπηρέτησης και πληροφόρησης κοινού, δ.

Τα ποσά των περιπτώσεων β' και γ' της παρούσας παραγράφου δύνανται να μεταφέρονται από τον ένα λογαριασμό στον άλλον, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Κ.Τ.Ε.Λ., ανάλογα με τις ανάγκες και τον προγραμματισμό κάθε Κ.Τ.Ε.Λ. 2. Η εισφορά της παραγράφου 1 καταβάλλεται ανά τρίμηνο και το αργότερο εντός των επόμενων τριών μηνών από τη λήξη του, αρχής γενομένης από την 1η Ιανουάριου 2002.

Για την είσπραξη των προβλεπόμενων στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 του παρόντος ενισχύσεων, οι δικαιούχοι οφείλουν να αποδείξουν ότι κατέβαλαν εμπροθέσμως την ως άνω εισφορά. Σε περίπτωση μη καταβολής της εισφοράς της παραγράφου 1α, το ποσό αυτής καταλογίζεται σε βάρος του υπόχρεου Κ.Τ.Ε.Λ. και βεβαιώνεται ως δημόσιο έσοδο, που εισπράττεται κατά τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε. 3.

Με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών τίθενται τα κριτήρια καθορισμού των ασθενέστερων Κ.Τ.Ε.Λ., η διαδικασία επιβολής, είσπραξης και διάθεσης της εισφοράς, ο τρόπος κατάθεσης και αξιοποίησης αυτής, η διαδικασία ελέγχου κατάθεσης και αξιοποίησης αυτών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Στο άρθρο 3 της εκδοθείσης κατ' εξουσιοδότηση της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 ΥΑ υπ' αριθ. Β-1188/36 ΦΕΚ Β'24/17.1.2003 "Διαδικασία λειτουργίας του ειδικού λογαριασμού 5% του άρθρου 13Β του ν. 2963/2001" προβλέπεται ότι α. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς, που αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) επί των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης 1α του άρθρου 13 της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για την ενίσχυση των ασθενέστερων ΚΤΕΛ και την εκπόνηση μελετών και τη δημιουργία έργων εκσυγχρονισμού των συγκοινωνιακών φορέων, κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό, η σύσταση του οποίου έγινε με την Απόφαση 2/8014/0024/7-3-2002 (Β 327) του Υπουργού Οικονομίας & Οικονομικών και η λειτουργία του προβλέπεται από την κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών της περιπτώσεως α' της παραγράφου 1 του ν. 2963/2001 (Α 268).

Ήδη, δυνάμει του ν. 3697/2008 και της απόφασης 2/82565/12.11.2008 του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών τα Έσοδα καταργηθέντος ειδικού λογαριασμού Υπ. Μεταφορών και Επικοινωνιών "Ε.Λ. εισφοράς 1% του άρθρου 13 του ν.2963/01 για οικονομική ενίσχυση και εκσυγχρονισμό των ΚΤΕΛ" εγγράφονται στον κώδικα κατάταξης εσόδων και εξόδων του κρατικού προϋπολογισμού υπό τον κωδικό 3443.

β. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς που αντιστοιχούν σε ποσοστό τρία τοις εκατό (3%) των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης β της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων, κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στο όνομα του νομικού προσώπου του κάθε συγκοινωνιακού φορέα, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της επιλογής του.

Ο παραπάνω λογαριασμός θα φέρει την ονομασία "Ατομικός λογαριασμός εισφοράς 3% του άρθρου 13 (παράγραφος 1 β) του ν. 2963/2001 για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων", γ. Τα χρηματικά ποσά της παρακρατηθείσης εισφοράς που αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα τοις εκατό (1%) των ακαθαρίστων εισπράξεων της περίπτωσης γ, της ίδιας ως άνω διάταξης και προορίζονται για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού των ΚΤΕΛ κατατίθενται σε ειδικό λογαριασμό στο όνομα του νομικού προσώπου του κάθε συγκοινωνιακού φορέα, σε οποιοδήποτε πιστωτικό ίδρυμα της επιλογής του.

Ο παραπάνω λογαριασμός θα φέρει την ονομασία "Ατομικός λογαριασμός εισφοράς 1% του άρθρου 13 (παράγραφος 1 γ) του ν. 2963/2001 για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού". Στο άρθρο 2 παρ. 3 της ίδιας ΥΑ προβλέπεται ότι όλοι οι αναφερόμενοι στην ίδια απόφαση συγκοινωνιακοί φορείς υποχρεούνται να ανοίξουν άμεσα τους παραπάνω λογαριασμούς και να κοινοποιήσουν ταυτόχρονα στις υπηρεσίες Μεταφορών και Επικοινωνιών των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων, όπου η έδρα τους και στη Διεύθυνση Επιβατικών Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, το όνομα του πιστωτικού ιδρύματος και τους αριθμούς των αντίστοιχων λογαριασμών.

Με το άρθρο 4 της ίδιας ΥΑ ο έλεγχος κατάθεσης των εισφορών στους δύο ατομικούς λογαριασμούς που τηρεί κάθε συγκοινωνιακός φορέας ανατίθεται στην αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας) της έδρας του. Επιπλέον, ορίζεται ότι κάθε συγκοινωνιακός φορέας υποχρεούται να υποβάλει ανά τρίμηνο το αποδεικτικό κατάθεσης των εισφορών που αντιστοιχούν στους δύο αυτούς λογαριασμούς, συνοδευόμενο με κατάσταση των εισπράξεων που αντιστοιχούν σε αυτούς δεόντως υπογεγραμμένη.

Η αρμόδια υπηρεσία ελέγχει το εμπρόθεσμο των καταθέσεων και το ύψος του προς κατάθεση ποσού συγκρίνοντάς το με τις αντίστοιχες εισπράξεις. Ο έλεγχος για την αξιοποίηση της εισφοράς των δύο ατομικών λογαριασμών πραγματοποιείται από την αρμόδια Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης (ήδη Περιφέρειας) της έδρας του με την προσκόμιση των απαραιτήτων αποδεικτικών στοιχείων για την πιστοποίηση υλοποίησης αυτών από κάθε συγκοινωνιακό φορέα.

Οι εναγόμενοι, μετά τη διεξαγωγή των εκλογών της 20.08.2011 για την ανάδειξη των μελών του νέου διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, ως μέτοχοι της εταιρείας υπέβαλαν την υπ' αριθ. πρωτ. 5407/18.11.2011 αίτηση προς το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, ζητώντας τη σύγκληση Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, προκειμένου να ληφθούν αποφάσεις και να δοθούν απαντήσεις, πρώτον, στο ζήτημα εκλογής υπαλλήλων της εταιρείας σε θέσεις μελών του διοικητικού συμβουλίου αυτής, και δεύτερον, στο ζήτημα της τήρησης του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 με τη συσσώρευση χρηματικών ποσών στους προβλεπόμενους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς.

Επί της αιτήσεως αυτής, ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου και ήδη πρώτος εναγόμενος - εφεσίβλητος - εκκαλών απάντησε αρνητικά, ζητώντας από τους μετόχους να επανέλθουν εκ νέου λόγω ανακριβούς αναφοράς των θεμάτων ημερήσιας διάταξης που επιθυμούσαν να συζητηθούν, οι οποίοι, στη συνέχεια, την 12.12.2011, απέστειλαν έγγραφο προς την εποπτεύουσα υπηρεσία της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών της Περιφερειακής Ενότητας Δράμας, το οποίο κοινοποίησαν και στη Διεύθυνση Επιβατικών Μεταφορών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών, στο οποίο αναφέρουν ότι η διοίκηση δεν τηρεί τις ως άνω διατάξεις για τις εισφορές των περιπτώσεων 1 β' και 1 γ' της παρ. 3 του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 και ότι τα σχετικά χρηματικά ποσά χρησιμοποιήθηκαν για αλλότριους σκοπούς.

Η Διεύθυνση Μεταφορών και Επικοινωνιών Δράμας, με τη σειρά της, με το υπ' αριθμ. 21660/20.12.2011 έγγραφό της, απάντησε ότι δεν έχουν κατατεθεί τα παραστατικά κατάθεσης των ειδικών λογαριασμών πρώτου, δευτέρου και τρίτου τριμήνου 2011, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4 της ΥΑ 1188/36/2003. Η απάντηση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου προς την ανωτέρω υπηρεσία που δόθηκε με το από 11.01.2012 έγγραφο (όπως ενσωματώθηκε στο υπ' αριθμ. 2/2012 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης) συνίστατο στο ότι οι εισφορές δεν καταβλήθηκαν λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, ελλείψει ρευστότητας επαρκούς για την κάλυψη των μερισμάτων και των εξόδων των μετόχων και των λειτουργικών εξόδων της εταιρείας.

Ωστόσο, στον ισολογισμό της 31.12.2011 υπάρχει εγγραφή ποσού 971.937,04 ευρώ που αναφέρεται στα ειδικά αποθεματικά του άρθρου 13 του ν. 2963/2001. Στον ίδιο ισολογισμό αναφέρεται ότι στην αντίστοιχη εγγραφή της προηγηθείσης χρήσης (2010) το εν λόγω ποσό ανερχόταν στο ύψος των 752.432,47 ευρώ. Περαιτέρω, κατατέθηκε για τα ίδια ζητήματα από τους Σ.

Μ. και Κ. Ε. η από 23.01.2012 μηνυτήρια αναφορά ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας κατά παντός υπευθύνου, ήτοι για υπεξαίρεση των εισφορών των περιπτώσεων β και γ της παραγράφου 1 του άρθρου 13 του ν. 2963/2001, ενώ στη συνέχεια υπέβαλαν δια της κ. Πταισματοδίκου Δράμας, το από 06.03.2012 υπόμνημά τους στο οποίο, μεταξύ των άλλων, αναφέρουν στη δέκατη (10η) σελίδα τα ακόλουθα: "Στην περίπτωση που αναφερόμαστε στη Μηνυτήρια αναφορά μας και στο παρόν υπόμνημά μας, οι μηνυόμενοι, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, ως διαχειριστές ξένης περιουσίας (της περιουσίας της ΚΤΕΛ Ν.ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.) και έχοντες την εξουσία αντιπροσώπευσης, που έλκουν από το Καταστατικό της εταιρίας και από τις διατάξεις του Νόμου 2190/1920, να ενεργούν υλικές και νομικές πράξεις, κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση ενεργούντες από κοινού προέβησαν στην υπεξαίρεση των Αποθεματικών του άρθρου 13 παράγραφοι 1β και 1γ του Νόμου 2963/2001 του χρηματικού ποσού των 933.007,69 ευρώ που ανήκαν κατά πλήρη και αποκλειστική κυριότητα στην εταιρία μας με την επωνυμία ΚΤΕΛ Ν.ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.

και τα ιδιοποιήθηκαν από κοινού, παρανόμως και για δικό τους όφελος, βλάπτοντας έτσι κατ' αυτόν τον τρόπο την εταιρία μας, χωρίς συναίνεση της εταιρίας, χωρίς γνώση των μετόχων και χωρίς απόφαση της Γενικής Συνέλευσης". Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι από τους εναγόμενους, Σ. Μ. και Κ. Ε., στην από 15.04.2013 συμπληρωματική μηνυτήρια αναφορά τους προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας αναφέρουν αυτολεξεί στο μέσον της τέταρτης σελίδας αυτής τα ακόλουθα για τους ενάγοντες: "Επειδή οι μηνυόμενοι διασπάθισαν αποδεδειγμένα και αναμφισβήτητα το ως άνω υπέρογκο χρηματικό ποσό, επειδή η διασπάθιση έγινε για δικό τους όφελος και εις βάρος της εταιρίας μας και επειδή ΔΕΝ μπορούν να δικαιολογήσουν την μαγική εξαφάνιση του ποσού αυτού από το ταμείο της εταιρίας μας επικαλούνται και ισχυρίζονται ψευδή και ανακριβή στοιχεία στην προσπάθειά τους να θολώσουν τα νερά".

Μάλιστα, οι δύο πρώτοι από τους εναγόμενους Σ. Μ. και Κ. Ε. στην από 10.07.2013 συμπληρωματική μηνυτήρια αναφορά τους προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Δράμας αναφέρουν αυτολεξεί στο τέλος της 8ης σελίδας και στην αρχή της ένατης σελίδας αυτής τα ακόλουθα για τους ενάγοντες: "Τα μηνυόμενα μέλη δεν κατηγορούνται από εμάς, ότι δεν κατέβαλαν, ως όφειλαν, την επιμέλεια του συνετού επιχειρηματία ή ότι έλαβαν εσφαλμένες αποφάσεις στα πλαίσια των καθηκόντων της διοίκησης και της διαχείρισης εταιρικών υποθέσεων με τις οποίες ζημίωσαν την περιουσία της εταιρείας μας.

Αντίθετα τους κατηγορούμε ευθέως ότι ενήργησαν με δόλο και υπεξαίρεσαν τα χρηματικά ποσά των "Ειδικών Αποθεματικών" συνολικού ποσού 971.937,04 ευρώ, τα οποία χρηματικά ποσά, ενώ τα κρατούσαν σε κάθε τρίμηνο από τα ακαθάριστα έσοδα της εταιρείας μας ΔΕΝ τα κατέθεταν στη συνέχεια, ως όφειλαν, στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ή στο ταμείο της εταιρείας μας, αλλά τα ενσωμάτωσαν παράνομα στα δικά τους περιουσιακά στοιχεία ή στην περιουσία τρίτων".

Στην από 03.09.2013 μηνυτήρια αναφορά τους προς τον Εισαγγελέα Πρωταδικών Δράμας, οι πρώτος και δεύτερος των εναγομένων, Σ. Μ. και Κ. Ε. αναφέρουν για τους ενάγοντες στην τελευταία παράγραφο της τρίτης σελίδας, τα ακόλουθα: "Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, παρότι γνώριζαν ότι το παραπάνω ποσό των ευρώ 971.937,04 των Ειδικών Αποθεματικών ΔΕΝ ήταν κατατεθειμένο σε Ειδικούς Λογαριασμούς ή στο Ταμείο της εταιρείας μας και ότι το ποσό αυτό είχε αφαιρεθεί εξ ΟΛΟΚΛΗΡΟΥ από το Ταμείο της εταιρείας και είχε κάνε φτερά ΑΠΟΚΡΥΨΑΝ την πραγματική Οικονομική Κατάσταση της Εταιρείας μας και με ψευδείς Δηλώσεις εξαπάτησαν τον Ορκωτό Ελεγκτή - Λογιστή, τον οποίο με ΔΟΛΟ έπεισαν ότι ΔΗΘΕΝ το ποσό των Ειδικών Αποθεματικών των ευρώ 971.937,04 βρίσκονταν στο ταμείο της Εταιρείας και με τον τρόπο αυτό παρουσίασαν στα Οικονομικά Αποτελέσματα της Διαχειριστικής Περιόδου 2011 στοιχεία ψευδή και ανακριβή, δεδομένου μάλιστα ότι το ποσό αυτό προβλέπεται ως Ειδικό Αποθεματικό, ΟΧΙ από τις διατάξεις του Καταστατικού αλλά από τις διατάξεις του άρθρου 13 του Βασικού Νόμου 2963/2001".

Στη συνέχεια, οι πέντε πρώτοι από τους εναγόμενους άσκησαν την από 22.04.2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 607ΤΠ24/23.04.2013 αγωγή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας (τακτική διαδικασία) στρεφόμενη εναντίον των εναγόντων στην οποία αναφέρουν κατά γράμμα τα ακόλουθα για τους ενάγοντες, στο μέσον της δέκατης έκτης σελίδας, ότι: "Όμως, στην επίδικη περίπτωση συντρέχει αποδεδειγμένα σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του νομικού Προσώπου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, καθόσον δεν επικαλούμαστε και δεν αναφερόμαστε στην αίτησή μας για κακή και εσφαλμένη διαχείριση και άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά ξεκάθαρα ισχυριζόμαστε ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υπεξαιρέσει από το ταμείο του Νομικού μας Προσώπου (ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.) το υπέρογκο χρηματικό ποσό των 971.937,04 ευρώ των ειδικών αποθεματικών του άρθρου 2963/2001", και στην αρχή της δέκατης έβδομης σελίδας αυτής, ότι: "Συνεπώς με την αίτησή μας δεν επικαλούμαστε κακοδιαχείριση εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά επικαλούμαστε αφενός μεν παράβαση με δόλο των διατάξεων του Βασικού Νόμου 2963/2001 και αφετέρου υπεξαίρεση του χρηματικού ποσού και ως εκ τούτου συντρέχει άμεση σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του Νομικού Προσώπου της ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε. και των μελών που απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο". Στην από 26.04.2013 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 654ΑΣΦ131/29.04.2013 αίτησή τους περί συντηρητικής κατάσχεσης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), οι πέντε πρώτοι των εναγόμενων, αναφέρουν για τους ενάγοντες τα ακόλουθα:

α) στο μέσον της δέκατης έβδομης σελίδας αυτής: "Όμως, στην επίδικη περίπτωση συντρέχει αποδεδειγμένα σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του νομικού Προσώπου και των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, καθόσον δεν επικαλούμαστε και δεν αναφερόμαστε στην αίτηση μας για κακή και εσφαλμένη διαχείριση και άσκηση των καθηκόντων τους, αλλά ξεκάθαρα ισχυριζόμαστε ότι τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν υπεξαιρέσει από το ταμείο του Νομικού μας Προσώπου (ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε.) το υπέρογκο χρηματικό ποσό των 971.937,04 των ειδικών αποθεματικών του άρθρου 2963/2001", β) στην αρχή της δέκατης όγδοης σελίδας αυτής: "Συνεπώς με την αίτησή μας δεν επικαλούμαστε κακοδιαχείριση εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, αλλά επικαλούμαστε αφενός μεν παράβαση με δόλο των διατάξεων του Βασικού Νόμου 2963/2001 και αφετέρου υπεξαίρεση του χρηματικού ποσού και ως εκ τούτου συντρέχει άμεση σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του Νομικού Προσώπου της ΚΤΕΛ Ν.

ΔΡΑΜΑΣ Α.Ε. και των μελών που απαρτίζουν το Διοικητικό Συμβούλιο". Στις από 16.01.2014 προτάσεις τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας οι πρώτος, δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος από τους εναγόμενους αναφέρουν τα ακόλουθα: α) στο τέλος της δέκατης έκτης σελίδας: "Επειδή τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου στον Ισολογισμό της διαχειριστικής περιόδου 01.01731.12.2012, ο οποίος εγκρίθηκε από την Τακτική Γενική Συνέλευση κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 18, 22 παρ. 3, 35β του Νόμου 2190/1920, καθώς και των διατάξεων του Νόμου 3604/2007 άρθρο 47 και του άρθρου 281 ΑΚ (κατάχρηση εξουσίας), στη στήλη των "ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΩΝ" του άρθρου 13 του νόμου 2963/2001 μετέφεραν "ΛΟΓΙΣΤΙΚΑ" και ολόκληρο το ποσό των ιδίων "ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΩΝ" και της προηγούμενης διαχειριστικής περιόδου ποσού 971.937,04 ευρώ, παρότι το ποσό αυτό δεν υπήρχε, παρά μόνον ως "ΛΟΓΙΣΤΙΚΗ" εγγραφή, με μοναδικό σκοπό να καλύψουν την υπεξαίρεση των ποσών αυτών των "ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΩΝ", ισχυριζόμενοι προκλητικότατα στους διαδρόμους των γραφείων της αντιδίκου Εταιρίας μας ψευδώς ότι ΔΗΘΕΝ τα ποσά αυτά τα έχουν οι μέτοχοι (αόριστα), στους οποίους μετόχους, ΦΥΣΙΚΑ, εμείς οι ενάγοντες μέτοχοι δεν συμπεριλαμβανόμαστε".

Στην από 04.03.2014 προσθήκη - αντίκρουσή τους ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας οι πέντε πρώτοι από τους εναγόμενους αναφέρουν, στην αρχή της έκτης σελίδας, τα ακόλουθα: "Η επίκληση της ως άνω τροποποίησης εκ μέρους των εναγομένων, ως προς την δυνατότητα χρησιμοποίησης των εισφορών 3% και 1% του άρθρου 13 του Νόμου 2963/2001 και για άλλους σκοπούς, δηλαδή εκτός των περιπτώσεων:

ι) της περίπτωσης β' για την ανανέωση του στόλου των λεωφορείων και ιι) της περίπτωσης γ' για την χρηματοδότηση έργων υποδομής και εκσυγχρονισμού της εταιρείας, για κανένα λόγο δεν σχετίζεται με το αντικείμενο της επίδικης αγωγής μας, δεδομένου ότι εμείς με την αγωγή μας ζητούμε την άμεση επιστροφή των "ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΩΝ" στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας μας, γιατί οι εναγόμενοι τα χρηματικά ποσά των "ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΠΟΘΕΜΑΤΙΚΩΝ" τα έχουν υπεξαιρέσει και δεν ισχυριζόμαστε ότι οι εναγόμενοι έκαναν κακή διαχείριση".

Ακολούθως, οι δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος από τους εναγόμενους στην από 26.06.2014 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 308/27.06.2014 αίτησή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), στρεφόμενη εναντίον των εναγόντων, αναφέρουν στην εικοστή δεύτερη σελίδα τα ακόλουθα: "ΕΠΕΙΔΗ τα εναγόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας μας προέβησαν εκ προθέσεως στην υπεξαίρεση και διασπάθιση του χρηματικού ποσού των ευρώ 1.419.967,62 των "ειδικών αποθεματικών" της εταιρίας μας του άρθρου 13 του νόμου 2963/2001".

Οι δεύτερος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος και έβδομος από τους εναγόμενους στις από 09.01.2015 προτάσεις τους στο Ειρηνοδικείο Δράμας, αναφέρουν ότι: "ΕΠΕΙΔΗ τα εναγόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρίας προέβησαν εκ προθέσεως στην υπεξαίρεση και διασπάθιση του νοηματικού ποσού των ευρώ 1.419.967,62 των "ειδικών αποθεματικών" της εταιρίας μας του άρθρου 13 του νόμου 2963/2001 προς ίδιο συμφέρον ή συμφέρον τρίτων εκτός εταιρίας και που εν δυνάμει οι πράξεις τους αυτές, εκτός από ποινικές σε βαθμό κακουργήματος κατ' εξακολούθηση, αντιβαίνουν στα συμφέροντα της εταιρίας και στην υποχρέωση προώθησης του εταιρικού σκοπού που αυτοί υπέχουν ως διαχειριστές ξένης περιουσίας".

Στα πλαίσια της διενεργηθείσης ανάκρισης επί των ανωτέρω μηνυτήριων αναφορών των δύο πρώτων εναγόμενων, ο Ανακριτής Δράμας, με τη με αριθμό 15/2014 διάταξή του, διέταξε τη διενέργεια οικονομοτεχνικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία διεξήχθη από τον Οικονομολόγο - Λογιστή … όπου δίνονται απαντήσεις στα υπό στοιχεία A, Β και Γ ερωτήματα, που τέθηκαν στον πραγματογνώμονα από τον Ανακριτή και συγκεκριμένα: "Α) αν οι κατηγορούμενοι παρέλαβαν στα ταμεία της επιχείρησης ή σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά από τα προβλεπόμενα στο άρθ. 13 του Ν. 2963/2001;

Β) το αναγραφόμενο στον ισολογισμό ποσό αποθεματικού των 971.937,04 ευρώ αποτελεί εγγραφή χωρίς αντίκρισμα ήτοι χωρίς να έχει γίνει ποτέ η παρακράτησή του από τα ακαθάριστα έσοδα; Γ) από την αντιπαραβολή των εισπράξεων και των ποσών που τυχόν - διατέθηκαν σύννομα για αναγκαίες δαπάνες και για μερίσματα των μέτοχων, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της Α.Ε.

ανακύπτει έλλειμμα και δη της τάξεως του ανωτέρω ποσού;". Ο διορισθείς πραγματογνώμονας, επί των ανωτέρω ερωτημάτων, έπειτα από έλεγχο των οικονομικών και λογιστικών στοιχείων της εν λόγω εταιρείας, την 04.11.2014 αποφάνθηκε: 1) επί του με στοιχείο Α ζητήματος ότι "δεν παρέλαβαν κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους σε τραπεζικούς λογαριασμούς χρηματικά ποσά ίσα με τα αφορολόγητα αποθεματικά που προβλέπει το άρθρο 13 Ν. 2963/2001", 2) επί του με στοιχείο Β ζητήματος ότι "το ποσό των 971.937,04 ευρώ αποτελεί λογιστική εγγραφή για τον σχηματισμό αφορολόγητου αποθεματικού της εταιρείας από την ίδρυσή της έως τις 31.12?2011 και οι τραπεζικοί λογαριασμοί του άρθρου 13 του νόμου δεν θα έπρεπε να έχουν το ανωτέρω ποσό αλλά αυτό που αναφέρεται ανωτέρω, δηλαδή 137.418,49 ευρώ (με βάση το αποθεματικά του 2007 και τον έλεγχο για τις χρήσεις 2008 έως 2011 που εγώ διενήργησα).

Σε κάθε περίπτωση τα χρήματα δεν κατατέθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς του 3% και 1% αντίστοιχα και ως εκ τούτου δεν έλαβε χώρα (ελλείψει προηγούμενης κατάθεσης) υπεξαίρεση του ποσού αυτού" και 3) επί του με στοιχείο Γ ζητήματος ότι "δεν υφίσταται λογιστικό έλλειμμα από τα βιβλία της ανώνυμης εταιρείας, τα οποία είναι αυτά που απεικονίζουν την οικονομική κατάσταση της εταιρείας".

Εκδόθηκε στη συνέχεια το με αριθμό 81/01.10.2015 Βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Δράμας, με το οποίο οι εναγόμενοι απαλλάχθηκαν της κατηγορίας υπεξαίρεσης στο οποίο αναφέρονται τα ακόλουθα: " Οι ίδιοι (οι ενάγοντες) - δεν ιδιοποιήθηκαν ξένη περιουσία... Συνεπεία όλων των ανωτέρω δεν προκύπτουν ενδείξεις που να δικαιολογούν την παραπομπή των κατηγορουμένων για το έγκλημα της υπεξαίρεσης τελεσθείσας από κοινού κατ' εξακολούθηση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας...".

Ωστόσο, ακόμη και μετά από αυτό, οι έκτος και έβδομος από τους εναγόμενους (εμμένοντας στην άποψη ότι, τωόντι οι εδώ ενάγοντες τέλεσαν υπεξαίρεση χρηματικών ποσών) άσκησαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Δράμας, την από 13.10.2015 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 332/22.10.2015 αίτηση τους, εναντίον των εναγόντων, στην έκτη σελίδα της οποίας αναφέρονται: "Συγκεκριμένα τα εναγόμενα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα οποία συμμετέχουν στη Διοίκηση της Εταιρείας μας από 24/5/2007 μέχρι και σήμερα με τις ιδιότητες (Προέδρου, Αντιπροέδρου, Διευθύνοντος Συμβούλου και μέλος), χωρίς να ενημερώσουν την Γενική Συνέλευση των μετόχων, χωρίς να παρθεί, έστω, απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και χωρίς να καθιερώσουν, έστω, μία τυπική διαδικασία για την διανομή των χρηματικών ποσών των ως άνω δύο λογαριασμών του άρθρου 13 παρ. 3 (των περιπτώσεων 1β και 1γ) ισόποσα και ακριβοδίκαια προς όλους τους μετόχους της εταιρείας μας, προέβησαν παράνομα στην υπεξαίρεση των χρηματικών ποσών και μέχρι και σήμερα ΔΕΝ ενήργησαν για την ΑΜΕΣΗ επιστροφή και κατάθεση των υπέρογκων χρηματικών ποσών στους προβλεπόμενους από το άρθρο 13 του Νόμου 2963/2001 ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς".

Γεγονός αποτελεί, βέβαια, ότι η πραγματογνωμοσύνη ανέδειξε την ύπαρξη προβλημάτων στη διαχείρισης από μέρους των μελών του ΔΣ, αφού διαπιστώθηκε ότι, κατά την ανάληψη των καθηκόντων τους αυτοί παρέλαβαν στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς ως αποθεματικά που προβλέπει το άρθρο 13 του ν. 2963/2001 περ. β' και γ' συνολικά το ποσό των 7.475,34 ευρώ και πάντως όχι το αναγραφόμενο στα βιβλία της εταιρείας ποσό των 296.381,15, ώστε το ποσό των 971.937,04 ευρώ, το οποίο εμφανίζεται στον ισολογισμό της 31.12.2011 αποτελεί λογιστική εγγραφή και όχι χρηματικό ποσό πράγματι κατατεθειμένο στους ειδικούς τραπεζικούς λογαριασμούς των ειδικών αποθεματικών.

Μάλιστα, κρίθηκε ήδη με δύναμη δεδικασμένου (βλ σχ προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από τους εκκαλούντες με αρ 118/2018 απόφαση Τρ. Εφ. Θράκης): "...Το (σωστό) υπόλοιπο ανέρχεται σε 575.388,40 ευρώ. Αντ' αυτών υπήρχαν 1.286,44 ευρώ + 30.213,97 ευρώ, ήτοι 31.500,41 και επομένως η διαφορά υπολογίζεται σε 575.388,40 - 31.500,41, ήτοι 543.887,99 ευρώ.

Ζητούμενο είναι στα χέρια ποιών βρισκόταν το χρηματικό αυτό ποσό κατά τον κρίσιμο χρόνο (31-12-2011). Όπως στην έκθεση του πραγματογνώμονα αναφέρεται στις 31-12-2011 υφίστατο υποχρέωση εβδομήντα τριών (73) μετόχων της εταιρείας (από το σύνολο των 136 μετόχων) να αποδώσουν στην εταιρεία συνολικό ποσό 456.490,85 ευρώ και επιπλέον υποχρέωση σαράντα δύο (42) τρίτων πιστωτών - συνεργατών της εταιρείας να αποδώσουν σ' αυτήν ποσό 71.540,17 ευρώ.

Ο πραγματογνώμονας χαρακτηρίζει τις σχέσεις, συνεπεία της οποίας δημιουργήθηκαν οι απαιτήσεις της εταιρείας έναντι των 73 μετόχων ως δάνεια και βεβαιώνει θετικά ότι από τον έλεγχο των παραστατικών αποδεικνύεται επαρκώς η οφειλή των μετόχων. Επιπλέον η διάθεση του ποσού των 456.490,85 στους εν λόγω μετόχους επιβεβαιώνεται και από την έκθεση του τεχνικού συμβούλου των εγκαλούντων ….

Επομένως, οι εν λόγω πιστώσεις, που χαρακτηρίζονται στην έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως (άτοκα) "δάνεια" και από τους ίδιους τους εναγομένους ως "προκαταβολές μισθωμάτων", ναι μεν δεν εμφανίζονται στους ισολογισμούς, αλλά προκύπτουν από τα εκκαθαριστικά τριμήνου στις στήλες "σύνολο πληρωτέο", "χρεώσεις περιόδου" "υπόλοιπο πληρωτέο", τα οποία είναι προσβάσιμα σε όλους τους μετόχους.

Επομένως, συνάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι από το επίμαχο ποσό των 543.887,99 ευρώ το μεγαλύτερο μέρος, ανερχόμενο σε 456.490,85 ευρώ, είχε πιστωθεί σε εβδομήντα τρεις (73) μετόχους της εταιρείας. Εξάλλου, μέρος από το υπόλοιπο των 87.397,14 ευρώ εντοπίζεται στο ανοιχτό υπόλοιπο των απαιτήσεων της εταιρείας από πιστωτές - συνεργάτες, που υπολογίστηκε από τον πραγματογνώμονα σε 71.540,17 ευρώ, ενώ απομένει μια διαφορά προς διερεύνηση της τάξεως των 15.856,97 ευρώ.

Από όλα τα ανωτέρω έπεται ότι η κρίσιμη, ελεγχόμενη συμπεριφορά των εναγομένων είναι η διάθεση χρημάτων από τα κεφάλαια της εταιρείας για παροχή πιστώσεων προς ορισμένους από τους μετόχους της εταιρείας. Τα χρήματα αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο υπεξαίρεσης, αφού δεν τα ιδιοποιήθηκαν οι εναγόμενοι.

Σκοπός τους ήταν η ταμειακή διευκόλυνση κάποιων μετόχων. Βεβαίως πρόδηλο τυγχάνει ότι το (ατομικό) συμφέρον των εν λόγω ευνοημένων μετόχων δεν ταυτίζεται με το οικονομικό συμφέρον της εταιρείας. Για τη διάθεση των ποσών αυτών προς τους μετόχους δεν υπήρχε πλαίσιο κανόνων (στο νόμο ή τη σύμβαση) που να ρυθμίζουν το ποιος, πότε, υπό ποιές προϋποθέσεις, μέχρι ποιο όριο, για πόσο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να διατηρεί υπόλοιπο οφειλής προς την εταιρεία.

Επιπλέον, κάποιοι μέτοχοι καρπώθηκαν μεγαλύτερο όφελος από την πρακτική αυτή, άλλοι μικρότερο και άλλοι καθόλου. Τονίζεται πάντως με έμφαση ότι το όφελος του μετόχου δεν ήταν το ποσό του κεφαλαίου της οφειλής, αφού γι' αυτό υπήρχε ως αντιστάθμισμα η απαίτηση της εταιρείας για την επιστροφή του, που διασφαλιζόταν με τη δυνατότητα του συμψηφισμού με τα επόμενα μερίσματα.

Το όφελος του μετόχου συνίστατο στους καρπούς του κεφαλαίου, διότι επέστρεφε το κεφάλαιο άτοκο. Κατά τις ίδιες χρήσεις η εταιρεία διατηρούσε οφειλές από τραπεζικό δανεισμό και επιβαρυνόταν με τα τραπεζικά επιτόκια δανεισμού. Αντί λοιπόν η διοίκηση να φροντίσει, σύμφωνα με τους κανόνες συνετής διαχείρισης για την αποπληρωμή (μέρους) των δανειακών της υποχρεώσεων και να απαλλάξει την εταιρεία από το βάρος τραπεζικών τόκων, προτίμησε να κάνει διευκολύνσεις σε ορισμένους από τους μετόχους, επιτρέποντάς τους να λαμβάνουν προκαταβολές έναντι μελλοντικών μερισμάτων, οι οποίες στην πράξη ταυτίζονται με άτοκο δανεισμό.

Κατ' αυτόν τον τρόπο οι εναγόμενοι ζημίωσαν εν γνώσει τους την εταιρεία με το ποσό των τόκων που επιβαρύνθηκε η εταιρεία επιπλέον και που δεν θα πλήρωνε αν τα κεφάλαια αυτά είχαν διατεθεί για την αποπληρωμή των χρεών προς τις τράπεζες. Κατά τα ανωτέρω οι εναγόμενοι εν γνώσει τους ενήργησαν κατά κατάχρηση της αντιπροσωπευτικής τους εξουσίας και παραβίασαν τους κανόνες επιμελούς διαχείρισης, αφού υπήρχε κατά τα ανωτέρω δυνατότητα επωφελέστερης διαχείρισης, επιφέροντας ζημία στην (αλλότρια) περιουσία της ΚΤΕΛ Ν.

Δράμας Α.Ε. Γνώριζαν ότι επιβάρυναν την εταιρεία και το αποδέχονταν.... Συμπερασματικά, η ευθύνη των εναγομένων εστιάζεται στην κατά τα ανωτέρω παροχή πιστώσεων στους ανωτέρω αναφερόμενους μετόχους της εταιρείας. Οι εναγόμενοι ικανοποιώντας το ατομικό συμφέρον σημαντικού αριθμού μετόχων έκαναν δημόσιες σχέσεις σε βάρος της εταιρικής περιουσίας, αποβλέποντας στην επανεκλογή τους στη διοίκηση της εταιρείας.

Σε κάθε περίπτωση, είχαν τη διάκριση και την ικανότητα να αντιλαμβάνονται ότι το ατομικό συμφέρον ορισμένου αριθμού μετόχων δεν ταυτίζεται με το συμφέρον της εταιρείας...... Επομένως, εφόσον τα χρήματα αυτά δεν αποτέλεσαν αντικείμενο υπεξαίρεσης, επειδή, ως κρίθηκε τελεσίδικα ήδη, δεν τα ιδιοποιήθηκαν οι εδώ ενάγοντες αφού σκοπός των τελευταίων ήταν η ταμειακή διευκόλυνση κάποιων μετόχων, οι ανωτέρω διαδώσεις ήταν ψευδείς και οι εναγόμενοι τελούσαν εν γνώσει του ψεύδους, επιθυμώντας τοιουτοτρόπως να συκοφαντήσουν τους ενάγοντες, παρά το ότι γνώριζαν ότι καμιά διοίκηση του ΚΤΕΛ Δράμας, από την 01.01.2002, οπότε άρχισε να ισχύει το άρθρο 13 του ν. 2963/2001, δεν τήρησε τα οριζόμενα στο εν λόγω άρθρο για κατάθεση των εισφορών των παραγράφων 1 β (3%) και 1γ (1%) σε ατομικούς λογαριασμούς, ούτε υπέβαλε ποτέ ανά τρίμηνο το αποδεικτικό κατάθεσης των εισφορών που αντιστοιχούν στους δύο αμέσως παραπάνω λογαριασμούς, συνοδευόμενο με κατάσταση των εισπράξεων που αντιστοιχούν σε αυτούς δεόντως υπογεγραμμένη στην αρμόδια για τον έλεγχο κατάθεσης των εισφορών στους δύο αυτούς ατομικούς λογαριασμούς Υπηρεσία Μεταφορών και Επικοινωνιών, απορριπτόμενης της ενστάσεως περί δικαιολογημένου ενδιαφέροντος ως αναπόδεικτης, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου έφεσης των εκκαλούντων.

Εξάλλου, τα παραπάνω περιήλθαν σε γνώση, εκτός των δικαστικών, ανακριτικών και εισαγγελικών αρχών και μετόχων του ΚΤΕΛ Δράμας, με τους οποίους επικοινωνούσαν είτε τηλεφωνικά, είτε δια ζώσης, αλλά και άλλων ΚΤΕΛ της χώρας, κατηγορώντας τους ενάγοντες για διάπραξη από πρόθεση (δόλο) του αδικήματος της υπεξαίρεσης των εισφορών των περιπτώσεων 1β (3%) και 1γ (1%) του άρθρου 13 του ν. 2963/2001 (βλ σχ και τη με αρ 136/2017 ένορκη βεβαίωση του Ι.

Ι., οδηγού και συνιδιοκτήτη λεωφορείου ΚΤΕΛ Καστοριάς), πρέπει δε να σημειωθεί ότι το σύνολο της ανωτέρω συμπεριφοράς των εναγομένων αποδίδεται σε άπαντες εξ αυτών, αφού ενεργούσαν από κοινού, με συντονισμένες προσπάθειες ως ομάδα επιδιώκοντας κοινό στόχο. Τα ανωτέρω, μάλιστα, επιτείνονται από το γεγονός ότι οι εναγόμενοι πέρα από τα πλείστα όσα ενδοεταιρικά μέσα ελέγχου κατέφυγαν στην κατάθεση της από 23.01.2012 μηνυτήριας αναφοράς, ως προαναφέρθηκε, δεν αρκέστηκαν όμως και ούτε σταμάτησαν την άκρως προσβλητική συμπεριφορά τους κατά των εναγόντων, ακόμη και μετά τις πραγματογνωμοσύνες που διενεργήθηκαν, ούτε μετά την έκδοση του σχετικού απαλλακτικού βουλεύματος για την πράξη της υπεξαίρεσης, αλλά ούτε και μετά την έκδοση της με αρ 208/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (κατά της οποίας δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, ως προκύπτει από την από 05.11.2018 βεβαίωση του Εφετείου Θράκης), δυνάμει της οποίας απαλλάχθηκαν για την πράξη της απιστίας με το σκεπτικό: "...οι κατηγορούμενοι δεν υπερέβησαν τα όρια της επιτρεπτής έννομης δράσης τους, αλλ' αντιθέτως προέβησαν σχετικά με τις ανωτέρω προκαταβολές σε επιβεβλημένες για τους ίδιους ενέργειες για την αντιμετώπιση της σοβαρής οικονομικής δυσπραγίας, που αντιμετώπιζαν οι μέτοχοι της εταιρίας και για την εξυπηρέτηση τελικώς των συμφερόντων αυτών...".

Επομένως, κατά τα παραπάνω, με την πιο πάνω συμπεριφορά τους, η οποία διήρκεσε επί μακρό χρονικό διάστημα, οι εναγόμενοι, ενεργώντας με πρόθεση, δυσφήμησαν τους ενάγοντες, ακριβώς διότι ισχυρίστηκαν για αυτούς ενώπιον τρίτων, ψευδή γεγονότα, που ήταν πρόσφορα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των τελευταίων, και οι εναγόμενοι το γνώριζαν, ωστόσο με πρόθεση τα ισχυρίστηκαν ενώπιον τρίτων, ακριβώς επειδή είχαν πρόθεση να βλάψουν την προσωπικότητα των εναγόντων σε προσωπικό και επαγγελματικό πεδίο.

Η συμπεριφορά των τελευταίων, που είναι παράνομη και υπαίτια, πληροί την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφημήσεως και συνιστά αδικοπραξία κατά τα άρθρα 914 επ. ΑΚ. Οι εναγόμενοι προέβαλαν πρωτοδίκως και επαναφέρουν με σχετικό λόγο εφέσεως την ένσταση, ότι αίρεται ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεώς τους, διότι οι ίδιοι ενήργησαν, κατά τον τρόπο αυτό, από νόμιμο καθήκον και δικαιολογημένο ενδιαφέρον.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι ορισμένος και νόμιμος, συνιστά ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 367 παρ.1 γ' ΠΚ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω. Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η άποψή τους για την διαχείριση των χρηματικών ποσών, ειδικότερα, οι χαρακτηρισμοί που συμπεριέλαβαν στα ανωτέρα δικόγραφα περί υπεξαίρεσης των παραπάνω χρηματικών ποσών, η εμμονή με την οποία εμφάνιζαν τους εδώ ενάγοντες ως καταχραστές, παρά το απαλλακτικό βούλευμα και τα όσα σχετικά ήδη αναφέρθηκαν, υπερέβαιναν το αναγκαίο μέτρο, αφού θα ήταν δυνατό να εντοπίσουν το γεγονός της ύπαρξης οικονομικής διαφοράς, να διενεργήσουν οικονομικούς ελέγχους κλπ, χωρίς ευθεία, εμμένουσα, έντονη επίθεση σε βάρος της τιμής και της υπόληψης των εναγόντων, αφού τα όσα σχετικά διέδιδαν, ιδίως σε μέλη του ΚΤΕΛ Δράμας, πρόσβαλλαν το πρόσωπο αυτών, χωρίς αυτή τους η ενέργεια να αποτελεί το αναγκαίο μέτρο για την στήριξη των θέσεών τους, αλλά με ειδικό σκοπό εξύβρισης που εκφεύγει των ορίων του δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, ιδίως λόγω της οξύτητας των εκφράσεων που επαναλήφθηκαν πλείστες φορές, εις επήκοον τόσων "τρίτων", με συνέπεια, η ανωτέρω ένσταση να καθίσταται απορριπτέα ως αβάσιμη από ουσιαστική άποψη.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που απέρριψε την ως άνω ένσταση ως αόριστη, ορθώς κατ' αποτέλεσμα έκρινε και ο συναφής λόγος εφέσεως, με τον οποίο οι εναγόμενοι παραπονούνται για την απόρριψη της ενστάσεώς τους, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς τους από τους εναγόμενους, οι ενάγοντες υπέστησαν ηθική βλάβη, συγκεκριμένα, δοκίμασαν έντονη στεναχώρια, ψυχικό άλγος, με απότοκα προβλήματα στην προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή, για την αποκατάσταση της οποίας, σταθμιζομένων των συνθηκών, του βαθμού του πταίσματος των μερών, της επαγγελματικής και οικονομικής κατάστασης αυτών και των εν γένει περιστάσεων, όπως εκτιμούνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι θα πρέπει να τους επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίησή τους, το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, σε έκαστο εξ αυτών από έκαστο των εναγομένων, το οποίο αναγνωρίζεται οτι θα υποχρεωθούν να τους καταβάλουν και το οποίο είναι εύλογο (αρθρ. 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (αρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, ώστε, το πρωτόδικο Δικαστήριο, το οποίο επιδίκασε για την παραπάνω αιτία το ποσό των δύο χιλιάδων ευρώ, μη ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, γινομένου δεκτού εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού λόγου εφέσεως των εναγόντων.>>.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο με το να επιδικάσει στους αναιρεσείοντες ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την αδικοπρακτική συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων το ως άνω ποσό των 3.000 ευρώ σε έκαστο εξ αυτών από έκαστο των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας και δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, την δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπεται, καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης και δεν είναι υπερβολικά χαμηλό, ενόψει και του ότι στις μηνυτήριες αναφορές και στα δικόγραφα που κατέθεσαν στα πολιτικά δικαστήρια οι αναιρεσίβλητοι περιέλαβαν το ίδιο δυσφημηστικό γεγονός, ότι δηλ.

οι αναιρεσείοντες υπεξαίρεσαν τα χρήματα της εταιρείας "ΚΤΕΛ Ν. Δράμας ΑΕ", χωρίς να διαλάβουν και επιπλέον δυσφημηστικά γι' αυτούς γεγονότα. Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 αριθ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών πλην του ογδόου εξ αυτών που δεν παραστάθηκε (άρθρα 106,176,183,189 αριθ.1,191 αριθ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 213/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την με αριθμό 320/2020 απόφαση του ιδίου ως άνω Δικαστηρίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, πλην του ογδόου εξ αυτών, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ