Legislator Case Law & Legislation
281/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of specific power of attorney for the filing lawyer.

Case Number 281/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three individuals against a first-instance labor court decision. The plaintiffs argued the lower court judgment was final due to the expiration of the appeal period, but the court found the judgment was not yet final at the time of appeal. The court ruled the appeal inadmissible because the plaintiffs failed to prove they granted specific power of attorney to the lawyer who signed the appeal petition.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure; In the absence of proof of specific power of attorney granted to the lawyer who signed the appeal petition, the appeal is inadmissible.

Keywords

AI generated
specific power of attorney inadmissible appeal labor dispute procedure finality of judgment supreme court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 97, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Articles 576, 577 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 281 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 281/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Δ. Ν. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημήτριου Περπατάρη, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Ζ. Σ. του Σ., κατοίκου ... και 3) Γ. Β. του Π., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκαν.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ευστράτιου Ηλιαδέλη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2011 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 3232/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Την αναίρεση της, ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-2-2016 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, όπως η τελευταία παράγραφος τροποποιήθηκε με το άρθρο 63 του ν. 4509/2017, 97 και 104 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, η προς τον οποίο πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Ειδικά για τις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα μπορεί να δίνεται με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή. Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως, το δε δικαστήριο ελέγχει, αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη της πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της (ΟλΑΠ 13/2008).

Από τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό μ` αυτές των άρθρων 576 παρ. 2 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, επί ερημοδικίας των διαδίκων που φέρονται ότι άσκησαν την αναίρεση, χωρίς την απόδειξη της υπάρξεως πληρεξουσιότητας αυτών προς τον υπογράφοντα αυτή (αναίρεση) δικηγόρο, η τελευταία απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 165/2020, ΑΠ 1320/2020, ΑΠ 1053/2018, ΑΠ 243/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως στη σειρά της, από το οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας αποφάσεως, δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο οι 2ος και 3η των αναιρεσειόντων, Ζ. Σ. και Γ. Β., αντίστοιχα, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο. Επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη η υπό κρίση με αριθ.

κατάθ. 45/25-5-2016 αίτηση αναιρέσεως της με αριθ. 3232/2013, απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τους ως άνω 2ο και 3η των αναιρεσειόντων, διότι δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας αυτών, με έναν από τους προαναφερόμενους τρόπους, προς τον υπογράφοντα την αίτηση αναίρεσης και επισπεύδοντα την παρούσα συζήτηση, δικηγόρο Αθηνών, Δημήτριο Περπατάρη, ο οποίος εκπροσώπησε στο ακροατήριο, με δήλωση παράστασης του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, τον πρώτο, μόνον, αναιρεσείοντα, Δ.Ν., δυνάμει του, με αριθ. 9288/22-2-2019, συμβολαιογραφικού δικαστικού πληρεξουσίου, της Συμ/φου Αθηνών ΜΑΓΔΑΛΗΝΗΣ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ.

Όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 553 παρ. 1 στοιχ. β', 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 και 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης πρέπει η προσβαλλόμενη απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη. Δηλαδή, θα πρέπει η απόφαση, απεκδύοντας τον δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, να περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και να μην υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης, κατά τον χρόνο άσκησης του ένδικου μέσου, δηλαδή κατά τον χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ( ΟλΑΠ 17/2013, Ολ ΑΠ 5/2001, ΑΠ 764/2017, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 1060/2011).

Η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατ' απόφασης που υπόκειται σε έφεση, δηλαδή απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αρχίζει από τη λήξη της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης, από την εκπνοή της οποίας η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη, υποκείμενη πλέον σε αναίρεση κατ' άρθρα 552, 553 ΚΠολΔ, (ΑΠ 62/2020, ΑΠ 851/2011).

Ο χαρακτήρας της αποφάσεως, ως τελεσίδικης (ή μη), όπως προαναφέρθηκε κρίνεται κατά τον χρόνο της ασκήσεως του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως, ήτοι της καταθέσεως του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του δικαστηρίου, που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δεν αρκεί η απόφαση να έχει καταστεί τελεσίδικη κατά τον χρόνο συζητήσεως της αναιρέσεως (ΑΠ 594/2017).

Η κατ` αντιμωλία οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, μόνο, αφ` ότου έπαυσε να υπόκειται σε έφεση είτε διότι παρήλθε η νόμιμη γνήσια προθεσμία, από την επίδοση της αποφάσεως, των τριάντα (30) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα ή των εξήντα (60) ημερών, εάν ο εκκαλών διαμένει στο εξωτερικό (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ) είτε διότι παρήλθε η νόμιμη καταχρηστική προθεσμία, από τη δημοσίευση της αποφάσεως, αν η απόφαση δεν έχει επιδοθεί, των τριών (3) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μέχρι 31.12.2015, κατ' άρθρα 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, 13 παρ. 2, 18, 24, 25 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό προς το άρθρο ένατο - άρθρο 1 ν. 4335/2015, ή των δύο (2) ετών για απόφαση, που δημοσιεύθηκε μετά την 1.1.2016, κατ' άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά το άρθρο τρίτο - άρθρο 1 ν. 4335/2015 (ΟλΑΠ 10/2018, ΑΠ 716/2020).

Εξ άλλου τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση είναι και η, κατ` αντιμωλία, εκδοθείσα οριστική απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, αν έχει χωρήσει παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της με το ένδικο μέσο της εφέσεως ή παραίτηση από το ήδη ασκηθέν ένδικο μέσο της εφέσεως. Άλλωστε, η δήλωση για παραίτηση από το δικαίωμα προς άσκηση εφέσεως είναι έγκυρη και χωρίς να τηρηθεί ο νόμιμος διαδικαστικός τύπος (άρθρο 297 ΚΠολΔ), εφ` όσον ο τύπος αυτός αφορά, αποκλειστικά, την παραίτηση από το δικόγραφο ή το δικαίωμα ασκηθέντος ήδη ενδίκου μέσου, δηλαδή η παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως μπορεί να γίνει έγκυρα ακόμη και σιωπηρά με το δικόγραφο της αναιρετικής αίτησης.

Όμως, για να θεωρηθεί η άσκηση αναιρέσεως ως σιωπηρή παραίτηση από τον διάδικο άσκησης έφεσης κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που υπογράφει το δικόγραφο της αναίρεσης, κατ' άρθ. 98 εδ. β'. Κ.Πολ.Δ., οπότε η τελεσιδικία της πρωτόδικης αποφάσεως ανατρέχει στον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, ανεξαρτήτως εάν η επίδοση του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως έγινε σε μεταγενέστερο χρόνο (ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 557/2018).

Η έλλειψη της ειδικής πληρεξουσιότητας μπορεί να καλυφθεί, με έγκριση, δια χορηγήσεως ειδικού πληρεξουσίου, εκ των υστέρων, του διαδίκου που άσκησε την αναίρεση, με συνέπεια, εξ αιτίας της αναδρομικής ενέργειας της εγκρίσεως, που αφορά την παραίτηση από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, να ισχυροποιείται (άρθρο 238 ΑΚ), αναδρομικώς, από τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως και να θεωρείται η απόφαση τελεσίδικη από τότε και να υπόκειται σε αναίρεση από το ίδιο χρονικό σημείο (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 626/1980).

Τέλος, αν δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, η αίτηση αναιρέσεως απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη (ΑΠ 221/2020, ΑΠ 737/2017, ΑΠ 92/2017, ΑΠ 1216/2010). Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα, ως προς τον παραστάντα πρώτο αναιρεσείοντα Δ.Ν.:

Η, με αριθ. 3232/2013, οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που προσβάλλεται, με την κρινόμενη, από 2.2.2016 και με αριθ. κατάθεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών, 45/25-5-2016, αίτηση αναιρέσεως, εκδόθηκε, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, στις 6.12.2013, επί της από 22.12.2011 και με αριθ. κατάθ. 229950/6474/2011 αγωγής, πλην άλλων και των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, 1) Ν.Δ.Σ., 2) Σ.Ζ.Σ.

και 3) Γ. Β. Π., κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσίβλητου. Η αγωγή αφορά α) την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της επικαλούμενης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας τους, τυπικά ορισμένου χρόνου, ουσιαστικά όμως, κατά τους ισχυρισμούς τους, αορίστου χρόνου, ως καλύπτοντες πάγιες και διαρκείς ανάγκες του Υπουργείου Πολιτισμού, όπου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους και β) την επαναπρόσληψή τους.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 - 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από τον ν. 4335/2015) και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη. Η προσβαλλόμενη αυτή πρωτόδικη απόφαση, όπως συνομολογείται στο αναιρετήριο, ουδέποτε επιδόθηκε και επομένως κατά τον χρόνο ασκήσεως της αναιρέσεως, στις 25-5-.2016, δεν είχε καταστεί τελεσίδικη, εφ` όσον, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω μείζονα σκέψη, από τη δημοσίευσή της, στις 6.12.2013, έτρεχε η καταχρηστική προθεσμία των τριών (3) ετών, για την άσκηση εφέσεως, που συμπληρώθηκε, στις 6.12.2016.

Εξ άλλου, στο δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως αναγράφεται (δηλώνεται) ότι "η προσβαλλόμενη, με αριθ. 1332/2013, απόφαση κατέστη τελεσίδικη λόγω μη ασκήσεως εφέσεως εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών", όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν οι αναιρεσείοντες, αντί του ορθού των τριών (3) ετών αφού η προσβαλλομένη δημοσιεύτηκε πριν την 1-1-2016..

Η δήλωση αυτή, δεν δύναται καν να θεωρηθεί ως σιωπηρή παραίτηση των αναιρεσειόντων από το δικαίωμα ασκήσεως εφέσεως, ενόψει ασκήσεως της ένδικης αναιρέσεως, ούτε θα μπορούσε άλλωστε μία τέτοια παραίτηση να είναι έγκυρη (παραδεκτή) διότι δεν αποδεικνύεται ειδική πληρεξουσιότητα, όπως απαιτείται, αφού δεν προσκομίζεται ούτε γίνεται επίκληση σχετικού ειδικού πληρεξουσίου προς τον υπογράφοντα το αναιρετήριο, δικηγόρο, ενώ στο προσκομιζόμενο, με αριθ. 9288/22-2-2019, δικαστικό πληρεξούσιο του 1ου αναιρεσείοντος Δ.Ν., προς τον εκπροσωπούντα αυτόν, δικηγόρο, δεν γίνεται καμία μνεία περί παροχής ειδικής πληρεξουσιότητας για δικαίωμα παραίτησης.

Ούτε, τέλος, καλύπτεται η έλλειψη ειδικής πληρεξουσιότητας με κάποια έγκριση, εκ των υστέρων, του 1ου αναιρεσείοντος, αφού αυτός, κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως (4-2-2020), εκπροσωπήθηκε από δικηγόρο, που παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθ. 242 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 891/2014, ΑΠ 1216/2010). Εν όψει αυτών, η αίτηση αναιρέσεως και ως προς τον 1ο αναιρεσείοντα είναι απορριπτέα, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα από το Δικαστήριο, ως απαράδεκτη.

Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού, περιορισμένη κατά το μέτρο του άρθρο 22 ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2, 106 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει τη με αριθ. κατάθεσης 45/25-5-2016 αίτηση αναιρέσεως των 1) Δ.Ν.Σ κατοίκου ..., 2) Ζ.Σ.Σ. κατοίκου ... και 3) Γ.Β.Π., κατοίκου ..., κατά της με αριθ. 3232/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Φεβρουαρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ