Supreme Court dismisses appeal claiming single-member court erred by accepting unproven facts as truth.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment from the Athens Single-Member Court of First Instance. The appellants argued that the court erred by accepting the respondent's claim of exercising legal acts without proof, citing Article 559(10) of the Code of Civil Procedure. The court ruled that such claims constitute arguments and conclusions derived from evidence assessment, which fall outside the scope of appellate review under Article 561 of the Code.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 560, 561 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court does not review arguments or conclusions derived from the assessment of evidence, nor does it examine the court's decision to accept a claim as true without proof if the claim was raised during the trial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 280 / 2025 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 280/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Μερόπη Τζουγκαράκη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 29 Μαΐου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Ε. Γ. του Π., κατοίκου ....., 2) Ε. Γ. του Π., κατοίκου ...., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Ηλιόπουλο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "......" και διακριτικό τίτλο "....." νομίμως εκπροσωπούμενης και εδρεύουσας στο ....., στην οδό .... και .... με ΑΦΜ .......5830 Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, σύμφωνα με την τροποποίηση του άρθρου 1 του καταστατικού της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "......" νομίμως εκπροσωπούμενης και εδρεύουσας στο ...., στην οδό .... και .... με ΑΦΜ 5830 Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών, όπως εγκρίθηκε με την υπ' αριθμό 12034/7.12.2021 απόφαση της υπηρεσίας Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό καταχώρησης 2742373, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Πετροπούλου, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο .... . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: ...../2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ...../2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 4-11-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 04-11-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα ..../2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο (τακτική διαδικασία). Με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε η έφεση των εναγομένων - αναιρεσειουσών, κατά της ..../2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου ....., με την οποία και έγινε δεκτή η διεκδικητική αγωγή κυριότητας του επιδίκου ακινήτου που είχε ασκήσει η ενάγουσα - αναιρεσίβλητη εταιρεία κατά των εναγομένων - αναιρεσειουσών.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, προκειμένου για απόφαση του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης Ειρηνοδικείου, θεμελιώνεται η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 ΠολΔ, (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτόν αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από το άρθρο 560 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, στην δε περίπτωση της κατ` ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ` επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Για το ορισμένο, επίσης, αυτού του λόγου της αναίρεσης, σε περίπτωση παραβίασης περισσότερων της μιας διατάξεων, πρέπει να εξειδικεύονται για καθεμιά από αυτές οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου (ΑΠ 404/2013). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 ΠολΔ, (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού (δικανικού) συλλογισμού, δηλ. στο αιτιολογικό της, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που εκτίθενται, δεν καλύπτουν όλα τα αναγκαία στοιχεία, κατά το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής ή ελλιπής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ιδρύεται, έτσι, αυτός ο λόγος, μόνο, όταν η πλημμέλεια αφορά παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και όχι δικονομικής διάταξης που ρυθμίζει τη διαδικασία. Για να είναι ορισμένος (παραδεκτός) τέτοιος λόγος πρέπει στο δικόγραφο της αναίρεσης να αναφέρονται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, σχετικά με την εφαρμογή του οποίου υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης καθώς και οι (ουσιαστικές) παραδοχές της απόφασης με πληρότητα και σαφήνεια, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, δηλ.
ποια στοιχεία, αναγκαία για την επάρκεια των αιτιολογιών, λείπουν ή σε τι συνίσταται η αντίφαση των αιτιολογιών και από ποια μέρη τους προκύπτει (ΑΠ ολ. 1/1999, ΑΠ 109/2020). Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο λόγους της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, μεταξύ άλλων και η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο, εσφαλμένα εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό και κατέληξε στο εσφαλμένο, κατά τις αναιρεσείουσες συμπέρασμα, ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου με αδιάκοπη σειρά τίτλων και ότι αυτές κατέλαβαν το επίδικο το έτος 2013.
Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι διότι οι αναιρεσείουσες αφενός μεν δεν προσδιορίζουν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παραβιάσθηκαν αφετέρου δε δεν αναφέρουν τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δηλ.
το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ούτε προσδιορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, το οποίο οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Εξάλλου, υπό την επίφαση της πλημμέλειας του άρθρου 560 παρ. 1, πλήττεται απαραδέκτως η ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο. Περαιτέρω, οι πέμπτος και έκτος λόγοι της αναίρεσης περιέχουν, μεταξύ άλλων, με την επίκληση του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔ, τις μερικότερες αιτιάσεις ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης καθότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς άλλως αντιφατικές αιτιολογίες, οι οποίες ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ειδικότερα αποδίδεται στο ως άνω Δικαστήριο ότι, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη κατέστη κυρία του επιδίκου και εντεύθεν της αποδοχής της αγωγής της, υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα αυτό.
Κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, ως αόριστοι διότι οι αναιρεσείουσες α) δεν προσδιορίζουν τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εκ πλαγίου παραβιάσθηκαν β) δεν αποσαφηνίζουν αν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει καθόλου ή περιέχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και επί ποίων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών, και γ) δεν αναφέρουν τις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), δηλ.
το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο της αγωγής της αναιρεσίβλητης στην ουσία, ακόμη δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών, πληττομένης κατά τα λοιπά απαραδέκτως της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το Εφετείο.
Εξάλλου, ο από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ (εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.8) προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν από τον αναιρεσείοντα ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, δηλαδή ισχυρισμοί θεμελιωτικοί κατά νόμο αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, που να είναι παραδεκτοί και νόμιμοι, όχι δε και οι μη νόμιμοι, επουσιώδεις και απαράδεκτοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και επί των οποίων το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Δεν αποτελούν επίσης πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο.
Για το παραδεκτό του λόγου αυτού ο αναιρεσείων πρέπει να εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο στο αναιρετήριο τον ισχυρισμό, με την παραπάνω έννοια, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν κατά νόμο πραγματικά περιστατικά, τον νόμιμο τρόπο προβολής του στο δικαστήριο της ουσίας, όταν πρόκειται για μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, καθώς και την ουσιώδη επίδραση που αυτός ασκούσε στη δίκη.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείουσες, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ισχυριζόμενες ότι το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έλαβε υπόψη του ως αληθή τον ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης περί άσκησης πράξεων νομής στο επίδικο κατά το χρονικό διάστημα 1998 έως 2008 χωρίς απόδειξη, καταλογίζουν, αληθώς και ορθή εκτίμηση, στο ως άνω δικαστήριο την προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια (και όχι του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ), ήτοι της παραδοχής πραγμάτων ως αληθινών χωρίς απόδειξη, ο οποίος δεν περιλαμβάνεται στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται εν προκειμένω.
Επομένως, ο λόγος αυτός, κατά την παραπάνω αιτίαση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Περαιτέρω, με τους τρίτο και έκτο λόγους, οι αναιρεσείουσες καταλογίζουν, μεταξύ άλλων, στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ πλημμέλεια. Οι λόγοι όμως αυτοί, ως προς την παραπάνω αιτίαση, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, αφού τα εκτιθέμενα, διηγηματικώς, ως πλημμέλειες της προσβαλλομένης απόφασης εκ του ανωτέρω άρθρου, δεν αποτελούν "πράγματα", αλλά επιχειρήματα των αναιρεσειουσών και συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας, προκύψαντα από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία (εκτίμηση αποδείξεων) δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 124/2022, ΑΠ 901/2020).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚπολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚπολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 04-11-2022 αίτηση αναίρεσης της ..../2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ