Supreme Court dismisses appeal for lack of reasoning regarding planning scheme validity under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the First Instance Court's dismissal of their property ownership claim. The appellants argued the lower court failed to provide sufficient reasoning regarding the validity of the town planning scheme and land registry data. The court held these arguments were inadmissible as they improperly challenged the trial court's evidence evaluation and lacked specific legal citations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal alleging a violation of the law regarding the consideration of facts is inadmissible if it merely challenges the trial court's assessment of evidence without specific legal grounds.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 901 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 901/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη- Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Φεβρουαρίου 2020 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., 2.Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν ο 1ος μετά, ο 2ος δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Μιμιγιάννη.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Π. Α. του Ε., 2Χ. Α. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Σεμιτέκολο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3459/2009 μη οριστική, 1470/2013 οριστική ίδιου Δικαστηρίου, 374/2015 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-3-2016 αίτησή τους . Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη .
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείο Πειραιώς την από 14/11/2007 διεκδικητική ακινήτου αγωγή, ερειδόμενη στον παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας. Επί της αγωγής αυτής, μετά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης που τάχθηκε με την 3459/2009 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, εκδόθηκε η 1470/2013 απόφαση που δέχθηκε αυτή ως βάσιμη κατ'ουσίαν. Κατ' αυτής ασκήθηκε από τους εναγομένους και ήδη αναρεσιβλήτους η από 7/10/2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 374/2015 απόφαση του ΜονομελούςΕφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής την απέρριψε ως αβάσιμη κατ'ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, η οποία είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 ΚΠολΔ).
1. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Ενόψει αυτών δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/ 2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 403/2017,1455/2009). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτή (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 677/2015, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1304/2012).
Ο ίδιος δε λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που με επίκληση προσκομίστηκαν, καταλήξει σε, έστω και εσφαλμένη, για τα "πράγματα", κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 677/2015, 2148/2007, 356/2002). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο αναιρετικό λόγο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 8 εδ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, και, ειδικότερος ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς ,που άγουν στην κατάλυση της αγωγής, χωρίς αυτοί να έχουν προταθεί από τους εναγομένους, που άντλησε από την τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Σ., η οποία στηρίχθηκε στο αναθεωρημένο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ... την οποία έκθεση οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, απλά, είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει και, πιο συγκεκριμένα, μέμφονται το Εφετείο, καθόσον δέχθηκε ότι: "το επίδικο, συμπεριλαμβάνεται στο οικόπεδο των εναγομένων, όπως, όμως, η εν λόγω ιδιοκτησία τους εμφανίζεται να έχει υπερδιπλάσια (δήθεν) έκταση από εκείνη των 500 τ.μ.
που αναγράφεται στους τίτλους κυριότητάς τους (εναγομένων), με βάση πράγματα και επιχειρήματα συναγόμενα από την τεχνική έκθεση του Γ. Σ., που στηρίχθηκε στο αναθεωρημένο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, που ισχύει από το έτος 1993 και δεν αποτελεί, ωστόσο, τίτλο κυριότητας για τους εναγομένους". Επίσης, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, οι ενάγοντες ήδη αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη την ίδια από τον αριθμό 8α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "πράγματα", που δεν είχαν προταθεί από αυτούς και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα δέχθηκε ότι: "το ακίνητο τους έχει εμβαδόν, με βάση την ανωτέρω τεχνική έκθεση του Γ.
Σ. 1055τ.μ. και όχι το, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, των 500τ.μ.". Οι ανωτέρω λόγοι είναι, πρωτίστως, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, με το πρόσχημα των αναιρετικών πιο πάνω αιτιάσεων, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το Εφετείο, που δεν επιτρέπεται, έστω και αν το δικαστήριο, με την εκτίμησή τους, κατέληξε σε εσφαλμένη, κατά τους αναιρεσείοντες, για τα πράγματα κρίση (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ΑΠ403/2017).
2.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11α, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, σε ζητήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν (Κ.Πολ.Δικ.390) δεν είναι ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο, που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, (ως δικαστικό τεκμήριο), χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή του από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία του (ΑΠ 107/2010, ΑΠ 769/2008).
Τέτοιες γνωμοδοτήσεις είναι και οι γνωμοδοτήσεις και τα σχεδιαγράμματα των ιδιωτών μηχανικών (ΑΠ 406/2006), οι εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων (αρθ. 391, 392) και τα τοπ/κά διαγράμματα που συντάσσονται μετά από αίτηση του διαδίκου, ενώ δεν εντάσσονται εδώ οι εξώδικες γνωμοδοτήσεις, που δεν αφορούν στην ένδικη υπόθεση (ΑΠ 483/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου, σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας ελεύθερα, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 §1 Κ.Πολ.Δ., ΑΠ 738/2015), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από άλλα ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1964/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, πρώτο σκέλος, της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατ'επίκληση των πλημμελειών από το άρθρο 559 αριθμ.11α' και 12 ΚΠολΔ, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι έλαβε υπόψη την από 21-5-2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.
Σ., την οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι, με τις αιτιάσεις αφενός ότι είναι ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, καθόσον, ενώ δεν συμπεριλαμβάνεται στα οριζόμενα στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, εν τούτοις η αναιρεσιβαλλομένη έλαβε αυτήν υπόψη ως αυτοτελές αποδεικτικό μέσο και αφετέρου ότι της προσέδωσε αυξημένη αποδεικτική δύναμη, υπέρτερη της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης.
Ο ανωτέρω λόγος, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του είναι αβάσιμος, καθόσον το ανωτέρω αποδεικτικό έγγραφο, που εκτιμάται ελεύθερα, επιτρεπτώς έλαβε υπόψη του το Εφετείο, κατ'άρθρο 390 ΚΠολΔ, ενώ όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δεν του προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη από εκείνη που προβλέπει ο νόμος, αλλά το εκτίμησε ελεύθερα μαζί με τα υπόλοιπα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και δη εκείνο της πραγματογνωμοσύνης, ενόψει του ισοδύναμου των εν λόγω αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1014/2018).
Β. Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, εξάλλου, δεν υπάρχει, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάστηκε και, μάλιστα, ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 120/2017, 261/2016), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (ΑΠ 1040/2010, 651/2010), β) τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005), έστω και κατά τρόπο συνοπτικό ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, ενώ δεν αρκούν οι όλως περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογήν αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή, τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005, ΑΠ 121/2014).Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ ΑΠ 57/1990, ΑΠ 1265/2017, 674/2016).
Γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν αρκούν. Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο, 2ο σκέλος, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την έννοια ότι έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες και, ειδικότερα, μέμφονται το Εφετείο ότι κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα και απέρριψε κατ'ουσίαν την αγωγή τους "υιοθετώντας αυτούσια την τεχνική έκθεση του Γ.
Σ., χωρίς επαρκώς να αιτιολογήσει: α)με βάση ποιο κριτήριο αξιολόγησε την εν λόγω έκθεση ως τόσο πολύ βαρύνουσα και β) γιατί αγνόησε την έκθεση δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, κάνοντας σ'αυτήν συντομότατη αναφορά , αγνόησε δε τα λοιπά αποδεικτικά μέσα κάνοντας συντομότατη αναφορά στο μάρτυρα των εναγομένων και καμιά αναφορά στον δικό τους μάρτυρα", στερώντας έτσι την απόφασή του από την νόμιμη βάση της.
Περαιτέρω, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλλόμενη απόφαση η ίδια, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, με την επίκληση ότι διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες και ειδικότερα αναφέρεται επί λέξη ότι: "Α) Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση στερείται επαρκών αιτιολογιών ως προς το σκεπτικό και αιτιολογικό της (το αναφερόμενο στην δεύτερη σελίδα του τετάρτου φύλλου αυτής) ότι "το ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγομένων, το οποίο σύμφωνα με την παραπάνω έκθεση του Γ.
Σ., βάσει των κατατεθειμένων τίτλων, ήταν οριοθετημένο, μετά την ενσωμάτωση, βάσει όρου του τίτλου κτήσης του πρώτου εναγόμενου, των καταργουμένων οδών και την εφαρμογή των νέων οικοδομικών και ρυμοτομικών γραμμών, εμφανίζεται με τον κτηματολογικό αριθμό ιδιοκτησίας ... στο όνομα της μητέρας των εναγομένων Ε.
Α., ως έχον επιφάνεια 1180,85 τετραγωνικά μέτρα". Τούτο διότι, ο μεν κύριος Σ. (προαναφερθείς ιδιωτικός πραγματογνώμων), ως μη νομομαθής, μπορεί να θεωρεί ότι οι καταργούμενες οδοί είναι αντικείμενα δήθεν συναλλαγής των συμβαλλομένων και η τύχη τους ρυθμίζεται με συμφωνημένο μεταξύ τους όρο (εν προκειμένω στο συμβόλαιο του πρώτου εναγομένου), όμως η αναιρεσιβαλλομένη όφειλε να αιτιολογήσει την ανωτέρω δικανική κρίση της επαρκώς, ως προς το γιατί ο όρος του συμβολαίου (υπ' αριθμόν ...24-8-1976 της συμβολαιογράφου Κυθήρων Α.
Α. Λ.) μεταξύ του πρώτου εναγομένου και του δικαιοπαρόχου αυτού (πωλητή, Ι. Φ. Κ.), είτε αφορούσε περιορισμό πλάτους οδού είτε κατάργηση αυτής, είναι δήθεν ισχυρός, από πλευράς νομίμου βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης, δεδομένου ότι οι οδοί, είτε είναι δημόσιες είτε δημοτικές είτε κοινοτικές, είναι πράγματα εκτός συναλλαγής (κατ' άρθρον 966 ΑΚ), ως κοινόχρηστα (κατ' άρθρον 967 ΑΚ), και, ως εκ τούτου, η κυριότητα τους ανήκει στον Δήμο ή Κοινότητα ή στο Δημόσιο αντιστοίχως, (κατ' άρθρον 968 ΑΚ) και είναι ανεπίδεκτες χρησικτησίας (κατ' άρθρον 1054 ΑΚ) δύναται δε να αποκτηθεί κυριότητα επ' αυτών μόνον στις περιπτώσεις που ορίζει ο Νόμος, με επιδίκαση από το Δικαστήριο ή με προσκύρωση από Δημόσια αρχή (κατ' άρθρον 1056 ΑΚ).
Εφ' όσον η αναιρεσιβαλλομένη ουδόλως αναφέρει οποιαδήποτε επιδίκαση με Δικαστική Απόφαση ή προσκύρωση από Δημόσια αρχή οποιουδήποτε εδαφικού τμήματος καταργηθείσας οδού, είτε στον πρώτο εναγόμενο (ή και στους δύο αντιδίκους) είτε σε εμάς, εν σχέσει με τα όμορα ακίνητά μας, αντιστοίχως, αλλά αρκείται στην αιτιολογία της να επαναλάβει τις φράσεις της ως άνω ιδιωτικής πραγματογνωμοσύνης του κυρίου Σ., ότι δήθεν "με βάση (μη νόμιμο κατά τα προαναφερθέντα) όρο του ανωτέρω συμβολαίου του πρώτου εναγομένου" ενσωματώθηκε καταργηθείσα οδός στην έκταση του από αυτόν αποκτηθέντος με το ως άνω συμβόλαιο του έτους 1976 ακινήτου και με τον τρόπο αυτό η συμβατική έκτασή του από 500 τ.μ δήθεν υπερδιπλασιάστηκε, δηλαδή έγινε δήθεν εμβαδού 1180,85 τετραγωνικών μέτρων, και ότι δήθεν (ιδ.
την πρώτη σελίδα του πέμπτου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης) με βάση το αναθεωρημένο σχέδιο πόλεως (εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ... έτους 1993) "μεταξύ των ιδιοκτησιών Γ. - Γ. (με κτηματολογικό αριθμό ...) και εναγόμενων, όπου βάσει των τίτλων κτήσεως τοποθετείται το ακίνητο ιδιοκτησίας των εναγόν των (δηλαδή ημών), υπάρχει έκταση 1055,80 τ.μ (433,05+622,75)" {χωρίς να αναφέρει ούτε να αιτιολογεί η αναιρεσιβαλλομένη, εάν αυτή η ενδιάμεση έκταση (ως προς το υπερβάλλον των 500 τ.μ., το οποίο ανήκει σε εμάς κατά τους τίτλους μας, τμήμα της) είναι ή όχι και γιατί "ορφανή" ιδιοκτήτη, και, εάν ναι, με ποιο τρόπο δύναται να προσμετρηθεί νομίμως υπέρ του ομόρου οικοπέδου μας}, και ότι δήθεν συνεπώς το ακίνητο των εναγόντων (δηλαδή ημών) "ορθά τοποθετούμενο στο σημείο αυτό, όχι μόνο δεν υπολείπεται της έκτασης των 500 τ.μ που αναγράφεται στο συμβόλαιο αγοράς (.../27-8-1976) αλλά αντίθετα η έκταση του έχει υπερδιπλασιαστεί και κατά συνέπεια η επιδίκαση στους ενάγοντες της ένδικης εδαφικής λωρίδας των 374,32 τ.μ. ...
έχει ως αποτέλεσμα η ιδιοκτησία των εναγόντων να ευρεθεί μεγαλύτερη σε βάρος της ιδιοκτησίας των εναγομένων ...", ανεπαρκέστατα αιτιολογεί την εν λόγω εις βάρος μας δικανική κρίση της σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην εις βάρος μας έκβαση της δίκης (διότι με βάση κυρίως την ανεπαρκέστατη αυτή αιτιολογία της απέρριψε την ένδικη αγωγή μας), δηλαδή δεν αιτιολογεί επαρκώς πώς, χωρίς προσκύρωση ή επιδίκαση κατά τα προαναφερθέντα, δήθεν υπερδιπλασιάστηκαν τα εμβαδά των τίτλων κτήσεων ημών και των αντιδίκων αντιστοίχως, δηλαδή 500 τ.
μ για καθένα εκ των ομόρων οικοπέδων μας, και, εάν συνέβη αυτό, με δεδομένο ότι η ένδικη εδαφική λωρίδα εμβαδού 374,32 τ.μ. χωράει και στα δύο υπερδιπλασιασμένα οικόπεδα (ημών και των αντιδίκων αντιστοίχως), δεν αιτιολογεί επαρκώς με βάση ποιά τεχνικά στοιχεία της δικογραφίας προσδιορίζεται επακριβώς η ταυτότητα (κατά θέση, έκταση, όρια, πλευρικές διαστάσεις) της ένδικης λωρίδας εμβαδού 374,32 τ.μ.
και σε ποιά ακριβώς γεωμετρικά σημεία, εντός δήθεν του οικοπέδου των αντιδίκων. Την έλλειψη νόμιμης βάσης της και την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της, η αναιρεσιβαλλομένη εσφαλμένα κατά Νόμο θεωρεί ότι εξαλείφει με το επιχείρημα (ιδ. ομοίως στην πρώτη σελίδα του φύλλου 5 αυτής) ότι δήθεν η επιδίκαση σε εμάς τους ενάγοντες της ένδικης εδαφικής λωρίδος θα έχει ως αποτέλεσμα η ιδιοκτησία μας να ευρεθεί μεγαλύτερη εις βάρος της ιδιοκτησίας των εναγομένων.
Το επιχείρημα, όμως, αυτό, συνιστά λογική και νομική υπέρβαση, καθώς θεωρεί αυθαίρετα ως δεδομένο ότι όποια έκταση, παρεμβαλλόμενη μεταξύ του οικοπέδου μας και οικοπέδου ομόρων ιδιοκτητών, χαρακτηρίζεται στο ανωτέρω ρυμοτομικό σχέδιο ως "αγνώστου ιδιοκτήτη", ανήκει σε εμάς. Β)Η αναιρεσιβαλλομένη στερείται επαρκών αιτιολογιών, ως προς το σκεπτικό και αιτιολογικό της, το έχον σχέση με το αναθεωρημένο εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του ανωτέρω οικισμού (ιδ.
το 4° φύλλο της προσβαλλόμενης Αποφάσεως) και τα συνοδευτικά αυτού, κτηματολογικό πίνακα φερομένων ιδιοκτητών και κτηματολογικό διάγραμμα, δεδομένου ότι με απουσία αιτιολογίας, άρα (κατά μείζονα λόγο) με ανεπαρκή αιτιολογία, θεωρεί αυτά (ρυμοτομικό, πίνακα ιδιοκτητών και κτηματολογικό διάγραμμα) ισχύοντα, χωρίς ουδεμία μνεία στα κατά νόμον προαπαιτούμενα για την ισχύ του ως άνω ρυμοτομικού σχεδίου, δηλαδή χωρίς να μνημονεύει η αναιρεσιβαλλομένη εάν κυρώθηκε κατά νόμο η οικεία Πράξη Εφαρμογής, η οποία ως γνωστόν συντάσσεται ταυτόχρονα (υπογραφόμενη από τον αρμόδιο τότε Νομάρχη) σύμφωνα με τα άρθρα 8 και 9 του Ν. 1337/1983.
Με αυτό τον τρόπο η αναιρεσιβαλλομένη, δηλαδή με αυτή την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της ως προς το νόμιμο έρεισμα της ισχύος του ανωτέρω ρυμοτομικού σχεδίου, δηλαδή ως προς ζήτημα το οποίο κατά το σκεπτικό της ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (δεδομένου ότι δέχθηκε η αναιρεσιβαλλομένη τα επιχειρήματα της τεχνικής έκθεσης Σ.
ότι δήθεν με το ως άνω Ρυμοτομικό διευρύνθηκαν τα αναφερόμενα στους τίτλους ιδιοκτησίας ημών και των αντιδίκων αντιστοίχως, οικόπεδα μας), απέρριψε την αγωγή μας, με παραδοχή της εφέσεως των αντιδίκων". Οι ανωτέρω λόγοι, ως προς τις προαναφερόμενες αιτιάσεις είναι, προεχόντως απαράδεκτοι, διότι, με το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας από το αρθ.559 αρ.19 ΚΠολΔ πλήττουν την κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), σε κάθε δε περίπτωση είναι αόριστοι, καθόσον στον μεν δεύτερο λόγο (δεύτερο σκέλος), δεν παρατίθεται στο αναιρετήριο και, μάλιστα, ενάριθμα η διάταξη ή διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάσθηκαν εκ πλαγίου, και καθόλου δεν διαλαμβάνονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, στον δε τρίτο λόγο δεν αναφέρονται με πληρότητα παρά μόνο, όλως, περιορισμένες, μεμωνομένες και κατ'επιλογή αποσπασματικές παραδοχές αυτής.
Συνεπώς, είναι απορριπτέοι ο δεύτερος λόγος στο σύνολο του, καθώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου και βάσιμου αιτήματος τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-3-20186 αίτηση των 1) Α. Μ. και 2) Α. Μ. για αναίρεση της 374//2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Αυγούστου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ