Legislator Case Law & Legislation
27/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to lack of substantive examination of the second ground.

Case Number 27/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the first-instance judgment on procedural grounds. The appellant argued that the lower court failed to examine the incidental claim of unjust enrichment, but the court found this ground inadmissible because the first-instance judgment had already rejected it as legally unfounded. Consequently, the court held that no substantive examination was required for this specific ground, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Art. 560 no. 6 KPolD; Art. 576 KPolD: An appeal alleging lack of legal basis is inadmissible if the first-instance judgment rejected the claim as legally unfounded without establishing a factual finding, as no substantive examination occurred.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal lack of legal basis unjust enrichment claim procedural inadmissibility substantive examination first instance judgment annulment request

Cited Legislation

AI generated
Art. 576 KPolD
Art. 560 no. 6 KPolD
Art. 495 no. 4 KPolD
Art. 904 AC

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 27 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 27/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Ευτύχιο Νικόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Χ., κατοίκου …. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τζοάνο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Π. Π. του Α., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κορίνθου.

Εκδόθηκε η απόφαση 85/2019 του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολιπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε (ΑΠ 793/2019). Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση της αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμόν …/2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφερείας του Εφετείου … με έδρα το … Γ. Β., προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το οικείο πινάκιο και, συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΟλΑΠ 6/2020, ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 6/2019, ΟλΑΠ 2/2019).

Για να ιδρυθεί ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ απαιτείται ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης, από το δικαστήριο της ουσίας, αφού η έλλειψη νόμιμης βάσης προϋποθέτει ότι υπάρχουν ελλείψεις στην περιγραφή της εμπειρικής πραγματικότητας. Έτσι, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν έχει εφαρμογή όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη (ΑΠ 1026/2019, ΑΠ 920/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο, δικάζοντας κατά τις ειδικές διατάξεις για τις μικροδιαφορές, δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, τα ακόλουθα ως προς το νόμω βάσιμο της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος: "Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου αγωγή κατά τη διαδικασία των μικροδιαφορών με την οποία ισχυρίστηκε ότι με την εναγομένη πρώην σύζυγο του διέμεναν από κοινού σε κατοικία συνιδιοκτησίας τους στην ….

Ότι δυνάμει της από 20.12.2012 προσωρινής διαταγής, η οποία εξεδόθη επί της από 17.12.2012 αίτησης ανάκλησης - μεταρρύθμισης προσωρινής διαταγής, το Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου, διέταξε την μετοίκησή του από την ανωτέρω οικία, στην οποία συνέχισε να διαμένει η εναγομένη με το τέκνο της, μάλιστα δε δυνάμει της υπ' αριθ. 37/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου η αποκλειστική χρήση της ανωτέρω οικίας παραχωρήθηκε σε αυτή (την εναγομένη).

Ότι περαιτέρω, ο ενάγων πριν την αποχώρηση του από την οικία προέβη σε σύμβαση με τη ΔΕΗ για την εγκατάσταση στην ταράτσα της ως άνω οικίας φωτοβολταϊκών με δικές του δαπάνες και τον όρο ότι το αντίτιμο της προερχόμενης από τα ανωτέρω φωτοβολταϊκά και, εν συνεχεία πωλούμενης προς την ΔΕΗ ενέργειας θα συμψηφίζεται με την αξία της καταναλισκομένης ηλεκτρικής ενέργειας που αντιστοιχεί στην ανωτέρω οικία, η παροχή της οποίας έχει συνδεθεί και εκδίδεται στο όνομα του ενάγοντα με αποτέλεσμα να εξοφλεί ο ίδιος το εκάστοτε οφειλόμενο ποσό για κατανάλωση στην οποία έχει προβεί η εναγομένη.

Ότι η εναγομένη, η οποία έχει και την αποκλειστική χρήση της ανωτέρω οικίας έχει την υποχρέωση να καταβάλει τις δαπάνες για την καταναλισκόμενη ηλεκτρική ενέργεια, ωστόσο αυτή παράνομα και υπαίτια και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις αυτού αρνείται να καταβάλει στον ενάγοντα τα αντίστοιχα ποσά για κάθε αναφερόμενη ειδικά στην αγωγή περίοδο που ανέρχονται συνολικά σε 3.905,08 ευρώ και ειδικότερα 619,38 ευρώ για περίοδο από 6.5.2016 έως 1.11.2016, 282,11 ευρώ για περίοδο από 20.9.2016 έως 3.1.2017, 397,48 ευρώ για περίοδο από 4.1.2017 έως 3.5.2017, 1.375,58 ευρώ για περίοδο από 4.5.2017 έως 4.9.2017, 618,75 ευρώ για περίοδο από 5.9.2017 έως 4.1.2018 και 611,78 ευρώ για περίοδο από 5.1.2018 έως 3.5.2018, όπως προκύπτουν από τον συμψηφισμό της αξίας της πωλούμενης προς αυτή της καταναλωθείσας ενέργειας.

Ότι ο ενάγων ως εκ τούτου υποχρεώθηκε να καταβάλει το ως άνω συνολικό ποσό το οποίο έχει ζημιωθεί και το οποίο η εναγομένη οφείλει να του αποδώσει για την ανωτέρω αιτία και επικουρικά κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού καθώς κατέστη πλουσιότερη αδικαιολόγητα και ο πλουτισμός εξακολουθεί να σώζεται εις χείρας της.

Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητά με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 3.905,08 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. ... Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα ... είναι απορριπτέα ως νόμω αβάσιμη κατά μεν την κύρια βάση της αδικοπραξίας καθόσον από τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, ούτε όμως και αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής της, καθόσον ο ενάγων δεν επικαλείται με την αγωγή του ότι η εναγομένη αθέτησε κάποια συμβατική μεταξύ τους υπάρχουσα υποχρέωση, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίζεται ότι η παροχή ηλεκτρικής ενέργειας έχει συνδεθεί και οι εκδιδόμενοι λογαριασμοί κατανάλωσης εκδίδονται επ' ονόματι του.

Και κατά την επικουρική της βάση, όμως, του αδικαιολόγητου πλουτισμού η ένδικη αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη καθώς, όπως προκύπτει, ο ενάγων με βάση τη μεταξύ αυτού και της Δ.Ε.Η σύμβασης πώλησης ηλεκτρικής ενέργειας παραγόμενης από φωτοβολταϊκά, που εγκατέστησε στην ταράτσα της οικίας του είχε αποδεχθεί ότι η καταβολή της αξίας της πωλούμενης από αυτόν προς τη ΔΕΗ ενέργειας θα γινόταν υπό τον όρο του προηγούμενου συμψηφισμού της καταναλωθείσας επί της ως άνω οικίας ηλεκτρικής ενέργειας και ότι αυτός με τον τρόπο αυτό θα κατέβαλλε κάθε φορά το οφειλόμενο από την εναγομένη ποσό που αντιστοιχούσε σε κάθε περίοδο κατανάλωσης μετά την καταμέτρηση της από τη Δ.Ε.Η, ώστε με την καταβολή διά συμψηφισμού του οφειλόμενου κάθε φορά ποσού να αποσβήνεται η οφειλή της τελευταίας προς τον Δ.Ε.Η.

και αυτή να καθίσταται πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του ενάγοντος. Στην προκειμένη περίπτωση, επομένως ... δεν μπορεί να εφαρμοστεί το άρθρο 904 ΑΚ, καθώς δεν υπήρξε άμεση περιουσιακή μετακίνηση από την περιουσία του ενάγοντος στην περιουσία της εναγομένης, αλλά η περιουσιακή μετακίνηση πραγματοποιήθηκε από την περιουσία του πρώτου στην περιουσία της δεύτερης με την παρεμβολή τρίτου (νομικού) προσώπου (Δ.Ε.Η.), ενεργούντος, όταν εισέπραττε κάθε φορά διά συμψηφισμού το οφειλόμενο κάθε φορά ποσό από την μεταξύ τους σύμβαση, για λογαριασμό του (ήτοι για εξόφληση της προς αυτό οφειλής) και ως εκ τούτου ελλείπει η βασική προϋπόθεση της άμεσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της ζημίας του ενάγοντος και του πλουτισμού της εναγομένης".

Κατόπιν αυτού, το Ειρηνοδικείο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ως προς αμφότερες τις βάσεις της, ήτοι τόσο ως προς τη βάση από την αδικοπραξία όσο και ως προς εκείνη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Με τον μοναδικό αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων αποδίδει στο Ειρηνοδικείο εκ πλαγίου, παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, συνισταμένη στην απόρριψη, ως μη νόμιμης, της ένδικης αγωγής, ως προς την επικουρικά σωρευόμενη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με τις προαναφερόμενες παραδοχές περί έλλειψης αμεσότητας της περιουσιακής μετακίνησης από την περιουσία του αναιρεσείοντος σε εκείνη της αναιρεσίβλητης. Εφόσον, όμως, η αγωγή απορρίφθηκε, κατά τα ανωτέρω, ως μη νόμιμη και ως προς τη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού και, συνεπώς, το δικαστήριο της ουσίας δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση περί έλλειψης νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλομένης, ως διαλαμβάνουσας ελλιπείς αιτιολογίες, αναφορικά με την απορριπτική, ως μη νόμιμης της ένδικης αγωγής, είναι, κατά τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, απαράδεκτος, αφού ελλείπει η αναγκαία της στοιχειοθετήσεώς του προϋπόθεση της ουσιαστικής έρευνας της υπόθεσης και, συνακόλουθα, της καταρτίσεως ελάσσονος προτάσεως εκτιμήσεως των αποδείξεων.

Επομένως, αφού δεν υπάρχει, προς έρευνα, άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2.12.2021 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθμόν 85/2019 απόφασης του Ειρηνοδικείου Κορίνθου.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ