Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility due to procedural failure regarding absent party participation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Court of First Instance's decision, ruling the appeal inadmissible. The appellant company and individuals sought to overturn a lower court judgment that had partially dismissed their lawsuit after the plaintiff withdrew part of their claim. The court found the appeal procedurally flawed because the proceedings were conducted without the required participation of one of the appellants, violating specific rules on how absent parties must be represented.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 and 188 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the hearing is conducted without the participation of a party who is legally required to be present, and costs are borne by the losing party.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 793 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 793/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Σ. Α. του Α., κατοίκου ..., 3) Ν. Β. του Ε., κατοίκου ... και 4) Δ. Β. του Σ., κατοίκου .... Οι 1η, 2ος και 4ος εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Σπυριδούλα - Αγγελική Λιώση, η οποία στο σημείο αυτό δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 3ος αναιρεσείων Ν. Β., παραιτείται από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης. Της αναιρεσίβλητης: Α. Κ. του Δ., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Κωνσταντίνο Δεμερτζή και 2) Κωνσταντίνο Σπανορρήγα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6145/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3889/2014 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι 1η, 2ος και 4ος αναιρεσείοντες με την από 20-4-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Κανελλόπουλος ανέγνωσε την από 5-2-2018 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια των 1ης, 2ου και 4ου αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίσθηκε και δεν εμφανίσθηκε ο αντίδικος του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 22-4-2015 αίτηση αναιρέσεως, δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12-2-2018, προσβάλλεται η 3889/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το οικείο πινάκιο, ο τρίτος των αναιρεσειόντων Ν. Β. εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα - Αγγελική Λιώση, η οποία, πριν το Δικαστήριο προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, δήλωσε, ότι ο πιο πάνω αναιρεσείων παραιτείται του δικογράφου της ένδικης από 22-4-2015 αίτησης, η δήλωση δε αυτή καταχωρίστηκε και στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου.
Όμως, η ανωτέρω δικηγόρος, δεν επικαλέστηκε ούτε προσκόμισε πληρεξούσιο, από το οποίο να προκύπτει, ότι αυτή έχει διοριστεί νόμιμα ως πληρεξούσιος δικηγόρος του ανωτέρω αναιρεσείοντος, ώστε νόμιμα να παρίσταται και να τον εκπροσωπεί και να δηλώνει παραίτηση αυτού από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης.
Συνεπώς, δεν αποδεικνύεται η χορήγηση από τον παραπάνω αναιρεσείοντα νόμιμης πληρεξουσιότητας στην εν λόγω δικηγόρο, με κάποιον από τους συστατικούς τύπους του άρθρου 96 παρ. 3 ΚΠολΔ. Εξάλλου, δεν προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, δεδομένου ότι η νομίμως παρισταμένη αναιρεσίβλητη δεν προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς τον απολειπόμενο αναιρεσείοντα, στην περίπτωση που αυτή επισπεύδει τη συζήτηση, ούτε το αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με κλήση για συζήτηση που της επιδόθηκε, σε περίπτωση που οι πιο πάνω αναιρεσείοντες είναι οι επισπεύδοντες. Επομένως, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, ως προς τον τρίτο των αναιρεσειόντων αφενός και της αναιρεσίβλητης αφετέρου.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 97, 98, 294, 295 παρ.1, 297 και 299 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο ενάγων μπορεί, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον εναγόμενο (άρθρο 297, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο), να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο εναγόμενος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής έχει ως αποτέλεσμα ότι η αγωγή θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της. Δεν αποκλείεται όμως και η έκδοση απόφασης του δικαστηρίου που να αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και να κηρύσσει καταργημένη τη δίκη (ΑΠ 1287/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 188 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "αν γίνει ανάκληση διαδικαστικής πράξης ή παραίτηση είτε από αυτήν είτε από όλη τη δίκη, τα έξοδα επιβάλλονται σε βάρος του διαδίκου, που ανακαλεί ή παραιτείται". Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με αυτές των άρθρων 189 παρ. 1εδ. γ', 191 και 192 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι σε περίπτωση παραιτήσεως από της αγωγής, ως διαδικαστικής πράξης, γεννάται υπέρ του εναγομένου αξίωση κατά του παραιτούμενου ενάγοντος, που εξομοιώνεται σε διάδικο που ηττάται, για απόδοση των αναγκαίων δικαστικών και εξώδικων εξόδων (ΑΠ 539/2008).
Τα δικαστικά αυτά έξοδα, σε πληρωμή των οποίων καταδικάζεται ο παραιτηθείς από την αγωγή ενάγων, ανήκουν στον εναγόμενο και όχι στον πληρεξούσιο δικηγόρο του, του οποίου την αμοιβή οφείλει αυτός εξ ιδίων να καταβάλει βάσει της μεταξύ τους υφιστάμενης σχέσης εντολής (ΑΠ 648/2009, ΑΠ 202/2008). Έτσι, στην περίπτωση κατά την οποία η παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής επιφέρει την κατάργηση της δίκης χωρίς να εκδοθεί σχετική απόφαση, η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων γίνεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 679 επ.
ΚΠολΔ από το μονομελές πρωτοδικείο. Εφόσον, όμως, εκδοθεί απόφαση του δικαστηρίου που αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης και κηρύσσει καταργημένη τη δίκη, τότε με την απόφαση αυτή γίνεται και η εκκαθάριση των δικαστικών εξόδων, αν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα, το οποίο δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από κατάλογο των εξόδων (ΑΠ 545/2016, ΑΠ 1287/2011), οπότε το δικαστήριο προβαίνει στην εκκαθάριση σύμφωνα με το νόμο και ιδίως τη διατίμηση του Κώδικα Δικηγόρων.
Στα ως άνω αποδιδόμενα στον εναγόμενο έξοδα περιλαμβάνεται και η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου του για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων (ΑΠ 374/2016, ΑΠ 779/2015). Από τις διατάξεις των άρθρων 100 παρ.1, 102 και 107 του ν.δ. 3026/1934 (Κώδικα περί Δικηγόρων), προκύπτει, ότι το δικαστήριο, προκειμένου να καθορίσει και επιδικάσει στο δικηγόρο αμοιβή για σύνταξη αγωγής και προτάσεων, οφείλει να λάβει υπόψη του το αίτημα της αγωγής, που συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση (ΑΠ 122/2015, ΑΠ 1295/2010), οπότε η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το ποσό που ζητείται ως κεφάλαιο, επαυξημένο με τους τυχόν αξιούμενους τόκους μέχρι το χρόνο άσκησης της αγωγής, ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, μέχρι το χρόνο της πρώτης συζήτησης στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (ΑΠ 1225/2001), ενώ αν το αίτημα δεν συνίσταται σε ορισμένη χρηματική απαίτηση, το ελάχιστο όριο αμοιβής καθορίζεται με βάση την πραγματική αξία του αντικειμένου της κατά το χρόνο της άσκησής της ή, εάν επακολουθήσει συζήτηση αυτής, κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησής της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αφού κατά το χρόνο αυτό διαμορφώνεται τελικά, σύμφωνα με το άρθρο 224 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της αγωγής και, συνεπώς, οι προϋποθέσεις του προσδιορισμού της αξίας αυτού (ΑΠ 727/2018).
Κατά συνέπεια, το ελάxιστo όριο της αµοιβής του δικηγόρου προσδιορίζεται ποσοστιαία επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης (ΟλΑΠ 7/2005, ΑΠ 733/1818, ΑΠ 390/2015). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 του Κ.Πολ.Δ., όταν επέλθει η εκκρεμοδικία είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, αλλά κατ' εξαίρεση μπορεί ο ενάγων με τις προτάσεις του εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό να περιορίσει το αίτημα της αγωγής.
Ο περιορισμός αυτός του αιτήματος θεωρείται κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, με την έννοια ότι και ο ανωτέρω περιορισμός έχει ως αποτέλεσμα να θεωρείται η αγωγή κατά το μέρος αυτό ως μη ασκηθείσα και να αίρονται αναδρομικώς οι συνέπειες της ασκήσεώς της (ΑΠ 165/2018).
Ωστόσο, η μερική αυτή παραίτηση δεν έχει ως περαιτέρω συνέπεια την καταδίκη του ενάγοντος στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, όπως συμβαίνει, κατά τα ανωτέρω, επί ολικής παραίτησης από την αγωγή. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, επέρχεται κατάργηση όλης της δίκης, το δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην εξέταση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής και έτσι, εφόσον δεν υπάρχει εν όλω ή εν μέρει νικήσας ή ηττηθείς διάδικος, τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου, είτε εκδοθεί απόφαση που αναγνωρίζει το κύρος της παραίτησης είτε όχι, επιβάλλονται σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 188 ΚΠολΔ σε βάρος του παραιτηθέντος ενάγοντος, καθοριζομένης της αμοιβής του δικηγόρου του εναγομένου με βάση το αίτημα της αγωγής.
Αντιθέτως, στη μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία αποτελεί περιορισμό του αιτήματος αυτής και οδηγεί σε θεμιτή μεταβολή αυτού, η δίκη δεν καταργείται στο σύνολό της, αλλά εξακολουθεί υφισταμένη και η αγωγή ερευνάται, όπως αυτή περιορίστηκε κατ' ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος του ενάγοντος, σύμφωνα με το άρθρο 223 ΚΠολΔ, που προβλέπει ειδικά την ανωτέρω μεταβολή, και την καθιερούμενη με το άρθρο 106 ΚΠολΔ αρχή της διαθέσεως, κατά την οποία οι διάδικοι οριοθετούν το αντικείμενο της δίκης, το δε δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση του διαδίκου, οπότε, στην περίπτωση αυτή, περιλαμβάνεται στην εκδιδόμενη απόφαση διάταξη εξόδων, με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 176-179 ΚΠολΔ, για τον προσδιορισμό των οποίων, όσον αφορά την αμοιβή του δικηγόρου για τη σύνταξη προτάσεων, λαμβάνεται υπόψη το περιορισμένο αυτό αίτημα της αγωγής, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής της ειδικής διάταξης του άρθρου 188 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται μόνον σε περίπτωση ολικής παραίτησης από την αγωγή και, συνακόλουθα, ολικής κατάργησης της δίκης.
Η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού δικαίου και συνεπώς αν παραβιασθεί ευθέως ή εκ πλαγίου, ιδρύονται οι προβλεπόμενοι από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 του ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Η ενάγουσα κατέθεσε την ένδικη αγωγή της ...
επί της οποίας ορίστηκε δικάσιμος αρχικά στις 22-5-2008 και ενόψει της νόμιμης προθεσμίας τα διάδικα μέρη κατέθεσαν στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τις έγγραφες προτάσεις τους και ειδικότερα οι εναγόμενοι κατέθεσαν στις 23-4-2008 τις από 22-4-2008 έγγραφες προτάσεις τους. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο στις 17-9-2009.
Πριν τη συζήτηση κατά τη νέα δικάσιμο η ενάγουσα κατέθεσε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου το από 7-7-2009 δικόγραφό της...., το οποίο επέδωσε στους εναγομένους στις 3-8-2009,.... Με το δικόγραφο αυτό η ενάγουσα παραιτήθηκε εν μέρει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της και ειδικότερα παραιτήθηκε ως προς το πρώτο κύριο αίτημα αυτής κατά των πρώτης, τρίτου και τετάρτου των εναγομένων κατά το ποσό των 4.300.000 ευρώ και ως προς το δεύτερο κύριο αίτημά της κατά των πρώτης και δευτέρου των εναγομένων κατά το ποσό των 50.000 ευρώ.
Έτσι η ενάγουσα παραιτήθηκε, ...., εν μέρει από το δικόγραφο της ένδικης αγωγής της κατά το συνολικό ποσό των 4.350.000 ευρώ, θεωρουμένης αυτής αναδρομικά ότι δεν ασκήθηκε κατά τούτο, και περιόρισε το αίτημά της στο υπόλοιπο, συνολικό ποσό των 650.000 ευρώ, επαναφέροντάς την με την από 21-9-2009 κλήση της, μετά από την ματαίωση της συζήτησής της κατά τη δικάσιμο στις 17-9-2009, που συζητήθηκε στις 9-6-2011.
Οι εναγόμενοι ενόψει της αρχικής δικασίμου της αγωγής στις 22-5-2008 με τις από 22-4-2008 έγγραφες προτάσεις τους που είχαν καταθέσει στις 23-4-2008, πριν από την επίδοση σ' αυτούς στις 3-8-2009 του ως άνω από 7-7-2009.... δικογράφου, με το οποίο η ενάγουσα παραιτήθηκε κατά το προαναφερόμενο μέρος από την ένδικη αγωγή της, ζήτησαν κατά τη συζήτηση της αγωγής, με τις έγγραφες προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, λόγω της επελθούσης καταργήσεως της εκκρεμούς δίκης κατά το αντίστοιχο μέρος με την ανωτέρω μερική παραίτηση της ενάγουσας από το δικόγραφο της αγωγής της, να επιβληθούν σε βάρος της παραιτούμενης ενάγουσας, κατ' άρθρο 188 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα δικαστικά τους έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν, ποσού 87.000 ευρώ, στα οποία ανέρχεται η αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους για τη σύνταξη και κατάθεση των ανωτέρω επί της ένδικης αγωγής εγγράφων προτάσεών τους, υπολογιζομένη με ποσοστό 2% επί του αντικειμένου της αγωγής, ποσού 4.350.000 ευρώ, ως προς οποίο επήλθε μερική κατάργηση της δίκης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο μετά ταύτα με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε νόμιμο και έκανε δεκτό κατ' ουσίαν το αίτημα αυτό των εναγομένων, και κηρύσσοντας καταργημένη τη δίκη ως προς τους πρώτη, τρίτο και τέταρτο των εναγομένων κατά το ποσό των 4.300.000 ευρώ και προς τους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων κατά το ποσό των 50.000 ευρώ, λόγω της γενόμενης αντίστοιχης μερικής παραίτησης της ενάγουσας από το δικόγραφο της αγωγής, επέβαλε σε βάρος αυτής τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, ποσού 87.000 ευρώ, ....
Το ανωτέρω όμως αίτημα των εναγομένων για καταδίκη της ενάγουσας στα δικαστικά τους έξοδα, λόγω μερικής καταργήσεως της δίκης συνεπεία της παραίτησής της από αντίστοιχο μέρος της αγωγής της, ...είναι μη νόμιμο .... Και τούτο διότι, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά τη σαφή διατύπωσή της, ο παραιτούμενος από την αγωγή ενάγων καταδικάζεται στα γενόμενα μέχρι την παραίτησή του έξοδα του αντιδίκου του, μόνο στην περίπτωση παραίτησης από το σύνολό της αγωγής, η οποία επιφέρει την κατάργηση όλης της δίκης, και όχι επί μερικής παραιτήσεώς του από το αίτημα της αγωγής....
που αποτελεί περιορισμό αυτού και οδηγεί σε θεμιτή μεταβολή του. Ειδικότερα επί μερικής παραιτήσεως η δίκη δεν καταργείται στο σύνολό της, όπως απαιτείται για να επιδικαστούν, κατά τη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 ΚΠολΔ, τα έξοδα σε βάρος του παραιτούμενου ενάγοντος, αλλά εξακολουθεί υφισταμένη, ερευνωμένης της αγωγής με την οποία αυτή ανοίχθηκε, όπως περιορίστηκε μετά τη μερική παραίτηση από το δικόγραφό της, και πλέον τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται, όχι κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 ΚΠολΔ, αλλά ανάλογα με τη νίκη ή ήττα των διαδίκων που θα κριθεί στα πλαίσια της ίδιας εκκρεμούς δίκης, είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 176 ΚΠολΔ, αν αυτή (νίκη ή ήττα) είναι ολική, είτε κατά τη διάταξη του άρθρου 178 ΚΠοΔ εάν είναι μερική.
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 188 παρ. 1 ΚΠολΔ ο παραιτούμενος από το σύνολο του δικογράφου της αγωγής του ενάγων καταδικάζεται στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αντιδίκου του, εξομοιούμενος με τον ηττηθέντα διάδικο, ακριβώς για το λόγο ότι στην περίπτωση παραίτησης από το σύνολο του δικογράφου της αγωγής δεν χωρεί συζήτηση αυτής, ώστε να κριθεί η νίκη ή ήττα του ενάγοντος, ενώ τούτο συμβαίνει επί μερικής παραιτήσεως από το δικόγραφο της αγωγής του, όπως εν προκειμένω, αφού χωρεί συζήτηση αυτής, όπως περιορίστηκε μετά τη μερική παραίτηση από το δικόγραφό της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά το μέρος που επέβαλε σε βάρος αυτής τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων λόγω κηρύξεως καταργημένης εν μέρει της εκκρεμούς δίκης, μετά τη μερική παραίτηση της αναιρεσίβλητης από το δικόγραφο της αγωγής της, και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, απέρριψε το σχετικό αίτημα των αναιρεσειόντων ως μη νόμιμο.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 188 ΚΠολΔ, αφού, κατά τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, ο παραιτούμενος από την αγωγή ενάγων καταδικάζεται στα γενόμενα μέχρι την παραίτησή του έξοδα του εναγομένου, μόνο σε περίπτωση ολικής παραίτησης από την αγωγή, η οποία επιφέρει την κατάργηση όλης της δίκης, και όχι επί μερικής παραιτήσεώς του από αυτή και, συνεπώς, και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις σε βάρος των πρώτης, δευτέρου και τετάρτου των αναιρεσειόντων λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση μεταξύ του τρίτου των αναιρεσειόντων Ν. Β. και της αναιρεσίβλητης Α. Κ..
Απορρίπτει την από 20-4-2015 αίτηση της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." κλπ για αναίρεση της 3889/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στη Δημόσιο Ταμείο. Και Επιβάλλει στους πρώτη, δεύτερο και τέταρτο των αναιρεσειόντων τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 16 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ