Supreme Court dismisses appeal on inheritance distribution, ruling appeals must cite specific errors affecting the judgment's operative part.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's decision on the distribution of a jointly owned farm. The appellants argued procedural errors regarding the will's interpretation and unexamined objections, but the court found these arguments vague and irrelevant to the final ruling. Consequently, the appeal was rejected because the alleged defects did not impact the operative part of the lower court's decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 559(9)(c) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if it points to specific errors affecting the operative part of the decision, not merely the failure to examine incidental objections.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 277 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 277/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Φ. του Α., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μπουχάγιαρ με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, 2) Δ.-Γ. Φ. του Α., 3) Π.-Σ. Φ. του Α., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. συζύγου Χ. Β., το γένος Α Φ. και Π., κατοίκου …, 2) Α. Μ. του Γ. και Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαλαφέκα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Α. Φ. του Δ. και Δ., 4) Ζ. Φ. του Δ. και Δ., 5) Δ. χήρας Δ. Φ., κατοίκων ..., 6) Α. Π. του Κ. και Α., 7) Α. Ε. συζύγου Σ. Κ. - Π., το γένος Κ. Π. και Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό αναγνώστηκε η από 16-10-2020 δήλωση παραίτησης του β' και της γ' των αναιρεσειόντων από το δικόγραφο της από 10-3-2014 αίτησής τους για αναίρεση της 65/2013 απόφασης του Εφετείου Κέρκυρας. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-8-1983 αγωγή της ήδη α' αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 433/1984, 113/1994 μη οριστικές, 273/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 65/2013 οριστική του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-3-2014 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
H Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη ανέγνωσε την από 27-2-2020 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ανθής Γκάμαρη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 10.3.2014 αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 65/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, με την οποία έγινε δεκτή η από 20.8.1983 αγωγή διανομής του επίκοινου ακινήτου (αγροκτήματος 48.032 τμ) συγκυριότητας των αρχικών διαδίκων (μητέρας και πέντε τέκνων της), η μεταξύ των οποίων δίκη μετά το θάνατο των αρχικών διαδίκων (1ης και 3ης των εναγόντων, πλην της δεύτερης ενάγουσας και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης και όλων των εναγομένων) συνεχίστηκε ως προς τα μερίδια των αποβιωσάντων από τους φερόμενους ως κληρονόμους τους που υπεισήλθαν στη θέση των αποβιωσάντων και διατάχθηκε η πώληση του επίκοινου ακινήτου με πλειστηριασμό, λόγω του ανέφικτου της αυτούσιας διανομής του, ακολούθως, δε, απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η έφεση του αρχικά πρώτου εναγομένου, στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει ήδη κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης οι αναιρεσείοντες- τέκνα του και επικυρώθηκε η εκκληθείσα 273/1998 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας που είχε δεχθεί τα ίδια.
Η ως άνω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552, 553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 και 577 Κ.Πολ.Δικ.) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 97, 98, 188 παρ. 1,189 παρ. 2, 190, 191 παρ. 2, 192, 294, 295 παρ. 1, 297, 299 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτουν τα ακόλουθα:
Ο αναιρεσείων μπορεί με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου, να παραιτηθεί από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αίτησης αναίρεσης χωρίς τη συναίνεση του αντιδίκου του, εφόσον δεν προχώρησε στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ η παραίτηση που γίνεται αργότερα είναι απαράδεκτη, εφόσον ο αναιρεσίβλητος προβάλλει αντίρρηση και πιθανολογεί ότι έχει έννομο συμφέρον η δίκη να περατωθεί με την έκδοση οριστικής απόφασης.
Στην περίπτωση της παραίτησης μόνο από το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, αρκεί η ύπαρξη γενικής μόνο πληρεξουσιότητας στο πρόσωπο του δικηγόρου του παραιτούμενου, ενώ στην περίπτωση της παραίτησης από δικαίωμα ο δικηγόρος του παραιτούμενου πρέπει να έχει ειδική πληρεξουσιότητα προς τούτο, σύμφωνα με το άρθρο 98 εδ.
β' του Κ.Πολ.Δ. Η παραίτηση που γίνεται με τον προαναφερόμενο τρόπο έχει ως αποτέλεσμα ότι η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε και η δίκη καταργείται, χωρίς να είναι αναγκαία η έκδοση απόφασης που να κηρύσσει την κατάργησή της. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, τούτο έχει ως κύρια συνέπεια ότι οι πράξεις του καθενός ομοδίκου ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους.
Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η κοινή διαδικαστική πορεία της παρ. 1 αποκλείει το ενδεχόμενο της διασπάσεως της δικονομικής ενότητας που απαρτίζουν οι αναγκαίοι ομόδικοι, όπως είναι οι ομόδικοι της δίκης διανομής, στην οποία λόγω της φύσεως της διαφοράς δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους.
Γι’ αυτό δεν μπορεί ο ένας να συμβιβασθεί ο άλλος να αποδεχθεί την αγωγή ή να παραιτηθεί από αυτήν και ο τρίτος να συμφωνήσει διαιτητική επίλυση της διαφοράς. Για να επιχειρηθούν οι διαδικαστικές αυτές πράξεις χρειάζεται η σύμπραξη όλων των αναγκαίων ομοδίκων, η δε τυχόν χωριστή επιχείρηση από τον ένα από αυτούς είναι ανίσχυρη τόσο έναντι των άλλων, όσο και έναντι εκείνου που τις επιχείρησε σε κάθε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση και συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά την δικάσιμο της 18ης Νοεμβρίου 2020, δεν εμφανίσθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο ή με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων Δ. - Γ.
Φ. και Π. - Σ. Φ. και οι τρίτη, τέταρτη, πέμπτη, έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, Α. Φ., Ζ. Φ., Δ. Φ., Α. Π. και Α. Κ. Π., ενώ αντιθέτως ο πρώτος αναιρεσείων Α. Φ. εκπροσωπήθηκε με δήλωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Μπουχάγιαρ και οι πρώτη και δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπήθηκαν με δήλωση από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μαλαφέκα ο οποίος συνέταξε και κατέθεσε τις από 16.11.2020 προτάσεις τούτων.
Οι απολειπόμενοι κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων παραιτήθηκαν από το δικόγραφο της κρινόμενης από 10.3.2014 αιτήσεως αναιρέσεως κατά της 65/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, ως προς άπαντες τους αναιρεσίβλητους, με την από 16.10.2020 εξώδικη δήλωσή τους που υπογράφεται από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Κουνδουρά, δυνάμει (ο δεύτερος) του …/….2.2020 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, Σουλτάνας ΜΠΡΟΒΑ, και (η τρίτη) του …/….2.2020 ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Κέρκυρας Ανδρομάχης - Αικατερίνης ΣΠΙΓΓΟΥ, αντίστοιχα.
Η ως άνω από 16.10.2020 δήλωση παραίτησης κατατέθηκε στις 10.11.2020 στο γραμματέα του Αρείου Πάγου από την δικηγόρο Αθηνών Γλυκερία Παπακαλαμπόκη, η οποία εξουσιοδοτήθηκε προς τούτο με την από 4.11.2020 εξουσιοδότηση του έχοντος την ειδική πληρεξουσιότητα δυνάμει των ως άνω ειδικών πληρεξουσίων πληρεξουσίου δικηγόρου των παραιτουμένων από το δικόγραφο της αναίρεσης, Κωνσταντίνου Κουνδουρά.
Η εξώδικη αυτή δήλωση παραίτησης αναγνώστηκε πριν από τη προφορική συζήτηση της υποθέσεως κατά την εκφώνησή της με τη σειρά του πινακίου από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου τούτου και καταχωρίστηκε στα πρακτικά, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 573, 299, 294 και 297 ΚΠολΔ. Παράλληλα, με την επιμέλεια του ίδιου πληρεξούσιου δικηγόρου των δεύτερου και τρίτης των αναιρεσειόντων, η ως άνω δήλωση παραίτησης επιδόθηκε στον πληρεξούσιο δικηγόρο απάντων των αναιρεσιβλήτων Νικόλαο Μαλαφέκα, όπως προκύπτει από την 322γ' /26.10.2020 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Η.
Κ. Δ.. Πλην, όμως, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη η παραίτηση αυτή είναι ανίσχυρη, καθόσον η επίδικη διαφορά αφορά σε δίκη διανομής επικοίνου ακινήτου και ο δεσμός που συνδέει τους διαδίκους και των δύο πλευρών είναι εκείνος της αναγκαστικής ομοδικίας. Συνακόλουθα, η επίμαχη παραίτηση, εφόσον δεν γίνεται από όλους μαζί τους αναιρεσείοντες δεν επιφέρει τα οριζόμενα από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του ΚΠολΔ αποτελέσματα, τόσο για τους αναιρεσείοντες, όσο και για τους αναιρεσίβλητους στους οποίους επιδόθηκε.
Ενόψει τούτων η παραίτηση αυτή πρέπει να θεωρηθεί ανίσχυρη, μη παράγουσα ουδέν έννομο αποτέλεσμα. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1-3 ΚΠολΔικ. προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης για αναίρεση κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιος επισπεύδει τη συζήτηση.
Αν μεν τη συζήτηση επέσπευσε εγκύρως ο διάδικος που απουσιάζει κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση ή άλλο διάδικο η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, δηλαδή αν την επέσπευσε ο αντίδικός του ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο διάδικος που δεν εμφανίσθηκε ή αν και εμφανίσθηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση.
Στην περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση. Αν, όμως, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προχωρεί η συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Η επίδοση της κλήσης για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 143 παρ.3, 104 και 96 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., μπορεί να γίνει και στο δικηγόρο που υπογράφει αυτήν, ως πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος και ο οποίος τεκμαίρεται ότι είναι αντίκλητος αυτού για τη σχετική υπόθεση και ως εκ τούτου μπορεί να παραλαμβάνει τα δικόγραφα που απευθύνονται στο διάδικο που τον διόρισε και αφορούν την ίδια υπόθεση.
Επί πλέον, με την παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/30.5.2020 (ΦΕΚ Α' 104/30.5.2020) με τον τίτλο "Διατάξεις για την επαναλειτουργία των πολιτικών δικαστηρίων και τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτελέσεως" επιβλήθηκε, μεταξύ άλλων, το μέτρο της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, για λόγους δημόσιας υγείας, για το χρονικό διάστημα από 13.3.2020 μέχρι 31.5.2020, ενώ με την παρ. 2 τούτου ορίστηκε ότι σε περίπτωση που η συζήτηση της υποθέσεως οποιουδήποτε βαθμού δικαιοδοσίας ή με οποιαδήποτε διαδικασία ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής, δηλαδή μέχρι 31.5.2020 ορίζεται αυτεπαγγέλτως, με πράξη του προέδρου του τμήματος ή του δικαστή ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο και η εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ή το έκθεμα γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Στην προκείμενη περίπτωση η συζήτηση της υπό κρίση από 10.3.2014 αίτηση αναιρέσεως κατά των αναιρεσιβλήτων και της 65/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας προσδιορίσθηκε αρχικά για την 18η.3.2020, κατά την οποία όμως η συζήτηση ματαιώθηκε διαρκούσης της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων, και με πράξη της προέδρου του Γ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Ασπασίας Μαγιάκου, με βάση τις ως άνω διατάξεις του άρθρου 74 παρ. 2 του ν. 4960/30.5.2020 ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη συζήτηση της η αναφερόμενη στην αρχή της αποφάσεως.
Από την 10061 Γ' /13.11.2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κέρκυρας, Σ. Γ., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο (της 18ης Μαρτίου 2020), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι επέσπευσαν τη συζήτηση της υποθέσεως, στον Κωνσταντίνο Μπουχάγιαρ, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που έχει υπογράψει την αίτηση αναίρεσης, όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής.
Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υποθέσεως και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 18.11.2020 για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε. Νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Επομένως αφού κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου δεν εμφανίσθηκαν ούτε κατέθεσαν δήλωση κατ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι τρίτη, τέταρτη , πέμπτη, έκτος και έβδομη των αναιρεσιβλήτων, που επέσπευσαν τη συζήτηση και οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσειόντων που κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα από τους αναιρεσείοντες για την αρχική δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία τους, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Από το άρθρο 68 και 556 παρ. 2 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το έννομο συμφέρον αποτελεί προϋπόθεση του παραδεκτού της άσκησης της αναίρεσης και των κατ ιδίαν αυτής λόγων, θεμελιώνεται δε στη βλάβη που υφίσταται ο αναιρεσείων από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και με την άσκηση της αναίρεσης επιδιώκεται η ανατροπή της επιβλαβούς αυτής για τον αναιρεσείοντα συνέπειας. Έτσι, αν οι προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης, οι σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς (ΑΠ 394/2012). Όπως, απορριπτέος ως αλυσιτελής είναι ο λόγος αναίρεσης που πλήττει αιτιολογία της απόφασης που δεν στηρίζει το διατακτικό της, ή προσάπτεται πλημμέλεια για παραδοχή της απόφασης, η οποία δεν επιδρά στο διατακτικό στηριζόμενο αυτοτελώς και σε άλλες παραδοχές, αφού υπό την εκδοχή της τυχόν βασιμότητάς του δεν οδηγεί στην ανατροπή (αναίρεση) της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 144/2015). Αλυσιτελείς, επίσης, είναι οι λόγοι αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προέκυψαν τα ακόλουθα: Οι αρχικές ενάγουσες Π. Α.Φ., Μ. συζ. Χ. Β. και Α. σύζυγος Γ. Μ., άσκησαν την ως άνω αγωγή κατά των Α. Φ. του Α., Δ. Φ. του Α. και Α. χήρας Κ. Π., το γένος Α. Φ., λοιπών τέκνων της πρώτης ενάγουσας και αδελφών των δεύτερης και τρίτης των εναγουσών, με την οποία , επικαλούμενες συγκυριότητα όλων των διαδίκων, με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και κληρονομικής διαδοχής, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσοστά για τον καθένα τούτων επί αγροτεμαχίου κείμενου επί της νήσου …, το οποίο είχε στην αποκλειστική κυριότητα , νομή και κατοχή του ο σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας όλων των λοιπών διαδίκων (πέντε τέκνων) Α.
Φ., που αποβίωσε αδιάθετος, καθώς και ότι οι εναγόμενοι δεν συναινούσαν στην εξώδικη διανομή, ζήτησαν να διαταχθεί η διανομή από το δικαστήριο. Επί της προκειμένης αγωγής διανομής εκδόθηκε αρχικά η 433/1984 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας η οποία διέταξε αποδείξεις ως προς την ένσταση ιδίας κυριότητας που προέβαλε ο πρώτος των εναγομένων Α.
Φ.. Ενώ είχε αρχίσει η διεξαγωγή των αποδείξεων, στις 19.7.1986, αποβίωσε η πρώτη ενάγουσα, μητέρα των λοιπών διαδίκων, η οποία με την από 21.7.1982 δημόσια διαθήκη της εγκαθιστούσε κληρονόμους της επί του ως άνω ποσοστού της στο επίδικο ακίνητο τις συνενάγουσες θυγατέρες της, Μ. Β. και Α. Μ. και τον δεύτερο εναγόμενο Δ.
Φ. επί διακριτών τμημάτων τούτου. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων με την από 15.7.1992 κλήση των ως άνω εναγουσών επαναφέρθηκε προς συζήτηση η αγωγή διανομής, επ' αυτής δε εκδόθηκε η 113/1994 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του πρώτου εναγομένου και διέταξε πραγματογνωμοσύνη.
Απέρριψε, επίσης, τον ισχυρισμό του αρχικά πρώτου εναγομένου Α. Φ. περί παντελούς ακυρότητας της δημόσιας διαθήκης, δεχόμενο ότι ανεξάρτητα της ακυρότητας της κατάτμησης του εξ αδιαιρέτου κληρονομικού μεριδίου της, τετιμημένοι στη διαθήκη ήταν τα ως άνω τέκνα της και, συνακόλουθα, κληρονόμοι της κατά την αληθή βούλησή της κατ' ισομοιρία.
Με την από 25.10.1996 κλήση οι ίδιες αρχικά ενάγουσες επανέφεραν την υπόθεση προς εκδίκαση και εκδόθηκε η 273/1998 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως κατ' ουσία βάσιμη και διαπιστώνοντας το ανέφικτο της αυτούσιας διανομής διέταξε την δια πλειστηριασμού πώληση.
Κατά της απόφασης αυτής ο αρχικά πρώτος εναγόμενος, στη δικονομική θέση του οποίου έχουν υπεισέλθει ήδη κατά τη διάρκεια της δευτεροβάθμιας δίκης οι αναιρεσείοντες, άσκησε εναντίον όλων των λοιπών διαδίκων, αναγκαίων ομοδίκων και αντιδίκων του την από 28.5.1999 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση.
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτες: 1) τις ως άνω από 15.7.1992 και 25.10.1996 κλήσεις των δεύτερης και τρίτης των εναγόντων για περαιτέρω συζήτηση της αγωγής τους και της πρώτης αρχικής συνενάγουσας μητέρας τους Π.
χας Α. Φ. που απεβίωσε στις 19.7.1986, στη δικονομική θέση της οποίας φέρονται ότι υπεισήλθαν αυτές και ο δεύτερος εναγόμενος ως εκ δημόσιας διαθήκης κληρονόμοι της, συνεπεία των οποίων εκδόθηκαν, αντίστοιχα, οι 356/1992 προδικαστική και 273/1998 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας και 2) τις αναφερόμενες διαδικαστικές πράξεις ήτοι τις καταθέσεις μαρτύρων και τις διεξαχθείσες αποδείξεις που έλαβαν χώρα μετά το θάνατο της ως άνω πρώτης ενάγουσας Π.
Φ. και πριν από την αποδοχή της κληρονομιάς της από τους κληρονόμους της, για τους αναφερόμενους λόγους της μη νομιμοποίησης των εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιώσασας, εξαιτίας: α) της ακυρότητας της διαθήκης, με την οποία αυτή εγκαθιστά τις συνενάγουσες και το δεύτερο εναγόμενο κληρονόμους σε διαιρετά τεμάχια του επίδικου κοινού ακινήτου ως προς το ποσοστό της, προβαίνοντας έτσι σε μονομερή κατάτμηση αυτού, χωρίς τη σύμπραξη των λοιπών συγκυρίων, με συνέπεια, κατά τα εκτιθέμενα, την εξ αδιαθέτου διαδοχή, β) της μη αποδοχής και μεταγραφής της κληρονομίας, γ)της αοριστίας της δεύτερης κλήσης, λόγω μη αναφοράς των ποσοστών τους επί του ενιαίου ακινήτου, δ) της μη προσκομιδής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ.
ως προς το κληρονομηθέν μερίδιο της αποβιώσασας μητέρας τους. Ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής, αφού οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης περί συγκυριότητας των αρχικών διαδίκων (μητέρας και πέντε τέκνων της) στο επίδικο ακίνητο, στη δίκη διανομής που συνεχίστηκε από τους κληρονόμους των αρχικών διαδίκων μετά την υπεισέλευσή τους στη θέση των αποβιωσάντων, και περί μη συναίνεσης όλων (αρχικών διαδίκων) για εξώδικη διανομή τούτου στηρίζουν το διατακτικό αυτής περί δικαστικής διανομής του επιδίκου (με πλειστηριασμό), χωρίς το τυχόν απαράδεκτο των ως άνω κλήσεων ή των αναφερομένων διαδικαστικών πράξεων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να επιδρούν και να ασκούν επιρροή στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνισταμένη: 1) στο ότι, κατά το πρώτο σκέλος, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 785, 787, 793, 1113 και 1891 ΑΚ με το να δεχθεί (ορθά) την ακυρότητα της διάταξης της δημόσιας διαθήκης, με την οποία η άνω αποβιώσασα αρχική πρώτη ενάγουσα Π.
χα Α. Φ. εγκατέστησε τις συνενάγουσες και το δεύτερο εναγόμενο σε διαιρετά τμήματα του επίκοινου ως προς το ποσοστό συγκυριότητάς της, χωρίς όμως ακολούθως να δεχθεί ότι χωρεί η εξ αδιαθέτου διαδοχή, και 2) κατά το δεύτερο σκέλος, ότι εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 173 ΑΚ, που δεν είχε εφαρμογή, και δέχθηκε ότι οι ακύρως εγκαταστάντες ως άνω διάδικοι είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ο καθένας στο μερίδιο της μητέρας τους.
Επίσης με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της δημόσιας διαθήκης της αποβιώσασας αρχικής πρώτης ενάγουσας, με το να δεχθεί διαφορετικά περιστατικά από εκείνα που αναφέρονται στη διαθήκη. Οι λόγοι αυτοί είναι, προεχόντως, αλυσιτελείς, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ως προς την απόρριψη του πρώτου αναιρετικού λόγου, καθόσον οι αποδιδόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της πληττόμενης απόφασης για τη διανομή του επίδικου ακινήτου, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις αιτιολογίες και στις παραδοχές περί συγκυριότητας των αρχικών διαδίκων στο επίδικο ακίνητο και στη μη συναίνεση όλων για εξώδικη διανομή.
Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι είναι απορριπτέοι ως αόριστοι, καθώς δεν αναφέρονται, ως προς μεν το δεύτερο λόγο ποια επίδραση είχαν τα αποδιδόμενα νομικά σφάλματα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 609/2008), ως προς δε τον τρίτο λόγο ποια ουσιώδη επιρροή άσκησε η επικαλούμενη λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου επί του διατακτικού της απόφασης (ΑΠ 1044/2013).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται, όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνο εκείνη που αναφέρεται σε ιδιαίτερο κεφάλαιο της δίκης και προκαλεί εκκρεμοδικία.
Έτσι, η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να λάβει υπόψη του ενστάσεις, αντενστάσεις ή να αποφανθεί επί κάθε είδους αυτοτελών ισχυρισμών, που αποτελούν πράγματα υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, δεν θεμελιώνει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 9 του άρθρου 559, αλλά εκείνο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 1394/2017).
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν εξέτασε "τις περί αοριστίας ενστάσεις των αναιρεσειόντων λόγω της μη αναφοράς στην αγωγή του ύψους της ετήσιας προσόδου του επίδικου ακινήτου για τον προσδιορισμό του δικαστικού ενσήμου" και έτσι άφησε αδίκαστη αίτηση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος. Συνακόλουθα με τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 65/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες ως ηττηθέντες διάδικοι στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, κατά το σχετικό αίτημά τους (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 εδάφ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10.3.2014 αίτηση των Α. Φ., Δ.- Γ. Φ. και Π. - Σ. Φ. για αναίρεση της 65/2013 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των πρώτης και δεύτερου των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2021.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ