Supreme Court dismisses appeal where lower court rejected public entity's debt interest claim as illegal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the anonymous company's appeal against the First Instance Court of Athens regarding a claim for unjust enrichment against a public entity. The lower court correctly rejected the plaintiff's request for interest based on specific decrees, ruling that such interest only accrues upon the formal creation of a dispute. Consequently, the Supreme Court found the appeal inadmissible because it challenged a decision on procedural illegality rather than the substantive merits of the case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 § 19 and 576 §§ 1-2 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument challenging a lower court's decision on the illegality of a claim is inadmissible if that decision was made solely on procedural grounds without a substantive ruling.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 275 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 275/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "S. H. A..E.. και τον διακριτικό τίτλο «S.» H. S..A..", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσείουσα Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Α. «Ε. και τον διακριτικό τίτλο «T..A..E.. H. A..E.. (πρώην με την επωνυμία «A.» L. H. Α. Ε. Β. Α."), η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γλυκερία Βανιώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Σ. Γ..Ν..Α.. - Α. Φ." που εδρεύει στο ….και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/7/2015 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και ... του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20/3/2023 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε έγκυρα τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (ΑΠ 878/2022, ΑΠ 544/2021, ΑΠ 739/2020, ΑΠ 446/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση από την υπ' αριθ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Γ. Χ.. Μ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, προκύπτει ότι κατόπιν έγγραφης παραγγελίας της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Μαρίας Τσιλιγκίρη, πληρεξουσίας της αναιρεσείουσας, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 20-3-2023 και με αρ. κατ. ... αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στο αναιρεσίβλητο νοσοκομείο. Το τελευταίο, όμως, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-10-2024) δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου της εν λόγω δικασίμου, ούτε κατατέθηκε, κατ' άρθρο 242 § 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή.
Συνεπώς, πρέπει, παρά την δικονομική απουσία του, να προχωρήσει το δικαστήριο στη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτό, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 73 και 556 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναίρεσης αποτελεί και η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση αναίρεσης του διαδίκου που νίκησε ή νικήθηκε πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο άσκησης όσο και κατά τον χρόνο της συζήτησής της και απαιτείται όχι μόνο γενικά για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, αλλά και ειδικά για κάθε επιμέρους λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, το έννομο συμφέρον προκύπτει από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος από την προσβαλλόμενη απόφαση, πρέπει δε να είναι ατομικό και άμεσο του διαδίκου, ο οποίος υφίσταται τη βλάβη. Βλάβη υπάρχει όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι αιτήσεις του αναιρεσείοντος ή γίνονται ολικά ή μερικά έναντι αυτού οι αιτήσεις του αντιδίκου του, υπέρ του οποίου η προσβαλλόμενη περιέχει σχετική διάταξη (ΑΠ 517/2023, ΑΠ 777/2022, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 1163/2019). Η συνδρομή του εννόμου συμφέροντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση. Εφόσον δε το έννομο συμφέρον δεν θεμελιώνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης ή δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη (ΑΠ 83/2024, ΑΠ 131/2023, ΑΠ 263/2023, ΑΠ 319/2022, ΑΠ 21/2022, ΑΠ 1377/2019, ΑΠ 1163/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ' άρθρο 561 § 2 KΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτει η ακόλουθη διαδικαστική διαδρομή της υπόθεσης: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την από 23.7.2015 (αριθ. εκθ. κατ. ...) αγωγή της στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ιστορούσε ότι ασχολείται με την παραγωγή και πώληση διαφόρων βιομηχανικών και ιατρικών αερίων και έχει εργοστάσια παραγωγής στον ..., στην Τανάγρα και στη Θεσσαλονίκη.
Ότι στα πλαίσια της δραστηριότητάς της αυτής, ύστερα από τη διενέργεια σχετικού διαγωνισμού, ο οποίος έλαβε χώρα την 1-2-2008, που προκήρυξε το ΙΚΑ, για την ανάδειξη προμηθευτή αερίων οξυγόνου και πρωτοξειδίου του αζώτου, στον οποίο έλαβε μέρος και ανακηρύχθηκε προμηθευτής, συνήψε με το ΙΚΑ - ΕΤΑΜ και υπέγραψε την υπ' αριθ. ...
σύμβαση χορήγησης, με την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να χορηγήσει τα θεραπευτήρια του ΙΚΑ - ΕΤΑΜ, μεταξύ των οποίων και το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο, με ποσότητες αερίου οξυγόνου, αντί τιμήματος 21.900 ευρώ, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους, με δικαίωμα του ΙΚΑ, με μονομερή δήλωσή του, να παρατείνει τη σύμβαση αυτή για ένα έτος ακόμη και συνολικά από 17-6-2008 έως 16-6-2010.
Ότι μετά τη λήξη της σύμβασης, στις 16-6-2010, και χωρίς να έχει προηγηθεί η σύναψη άλλης δημόσιας σύμβασης προμήθειας, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων πώλησης, που κατάρτισε προφορικά με το 1° Νοσοκομείο ΙΚΑ - ΕΤΑΜ Αθηνών, ήδη αναιρεσίβλητο, κατόπιν έγγραφων, τηλεφωνικών και προφορικών παραγγελιών του τελευταίου, κατά το χρονικό διάστημα από τις 29.6.2010 έως τις 13.5.2011, πώλησε και παρέδωσε στο τελευταίο ποσότητες αερίου οξυγόνου και αερίου πρωτοξειδίου του αζώτου εντός κατάλληλων φιαλών, όπως τα προϊόντα αυτά αναλυτικά κατ' είδος, ποσότητα και τιμή μονάδας περιγράφονται στα παρατιθέμενα στην αγωγή τιμολόγια πώλησης - δελτία αποστολής και ειδικότερα α) σε εξήντα τρία (63) τιμολόγια, συνολικού ποσού 21.948,17 ευρώ, μη συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., πλέον του τιμολογίου παροχής υπηρεσιών μεταφοράς προϊόντων, ποσού 46 ευρώ, ήτοι συνολικού ποσού 21.994,27 ευρώ, για το έτος 2010 και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 29-6-2010 έως 31-12-2020 και β) σε εξήντα πέντε (65) τιμολόγια, συνολικού ποσού 21.726,10 ευρώ, για το έτος 2011 και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 13-5-2011, μη συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α., συμφωνήθηκε δε πίστωση του τιμήματος εξήντα (60) ή ενενήντα (90) ημερών για κάθε επιμέρους συναλλαγή, όπως οι αντίστοιχες πιστώσεις αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή για κάθε τιμολόγιο.
Ότι, επιπλέον, στις 30.6.2010 τιμολόγησε δύο δρομολόγια - μεταφορικά επικίνδυνου φορτίου υγρού οξυγόνου, κατόπιν συμφωνίας με τον διευθυντή του 1ου ΙΚΑ ΕΤΑΜ, έναντι αμοιβής ποσού 55,66 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. Ότι όλα τα εκδοθέντα για τις πωλήσεις και τη μεταφορά αυτή εκτιθέμενα τιμολόγια - δελτία, που αφορούν στις επιμέρους συμβάσεις, έχουν αξία μικρότερη από 2.500 ευρώ.
Ότι τα ως άνω υλικά παραδόθηκαν στο προαναφερόμενο Νοσοκομείο 1ου ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών, καθολικός διάδοχος του οποίου κατέστη το εναγόμενο νοσοκομείο και ότι το 1ο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Αθηνών τα παρέλαβε ανεπιφύλακτα. Ότι το εναγόμενο αρνήθηκε να καταβάλει τις οφειλές του προς την ίδια (ενάγουσα), παρά τις επανειλημμένες προς τούτο οχλήσεις της.
Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα αιτήθηκε, κυρίως λόγω πώλησης και επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι οι ως άνω συμβάσεις πώλησης είναι άκυρες, κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, (εκθέτοντας ότι ο δικαιοπάροχος του εναγομένου κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της καθόσον παρέλαβε τα πωληθέντα εμπορεύματα, χωρίς να καταβάλει το συμφωνημένο τίμημα) να υποχρεωθεί το εναγόμενο Νοσοκομείο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 55.472,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, επί μεν της κυρίας συμβατικής βάσης ευθύνης από την επομένη της παρόδου της προθεσμίας πίστωσης για έκαστο τιμολόγιο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, με το επιτόκιο που ορίζεται από τις διατάξεις του ΠΔ 166/2003, επί δε της επικουρικής βάσης από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ζήτησε, επίσης να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί το εναγόμενο στη δικαστική της δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η υπ' αριθ. ... οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αφού κρίθηκε ότι η διαφορά της ως άνω αγωγής είναι ιδιωτική, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, στη συνέχεια κρίθηκε η αγωγή ως ορισμένη και νόμιμη τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς την επικουρική βάση της και έγινε δεκτή και ως βάσιμη στην ουσία της κατά την κύρια βάση (της ενδοσυμβατικής ευθύνης) και υποχρεώθηκε το εκκαλούν Ν.Π.Δ.Δ.
να καταβάλει στην ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα, με προσωρινά εκτελεστή απόφαση μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ, το συνολικό ποσό των 55.472,60 ευρώ, νομιμότοκα, κατ' άρθρο 4 § 4 του ΠΔ 166/2003, από τότε που έκαστο επιμέρους ποσό των ένδικων τιμολογίων κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Κατά της απόφασης αυτής το ηττηθέν εναγόμενο άσκησε την από 12-5-2021 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ..., η οποία αφού απέρριψε ως μη νόμιμη την κύρια βάση της αγωγής από την ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου Νοσοκομείου και ήδη αναιρεσίβλητου, έκανε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ...
απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κράτησε και δίκασε την από 23.7.2015 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και έκανε αυτή δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη, υποχρεώνοντας το αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει στην ενάγουσα - αναιρεσείουσα το ποσόν των 55,472 ευρώ, νομιμότοκα, με επιτόκιο υπερημερίας 6% για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής μέχρι την 30.4.2019, κατ' άρθρο 7 § 2 του ΝΔ 496/1974 και 21 του ΚΔ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" και με επιτόκιο υπερημερίας, κατά το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019, για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Κατά της απόφασης αυτής, η αναιρεσείουσα, που είναι η διάδικος που νίκησε, άσκησε την υπό κρίση από 22-3-2023 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 2580/2023, ΕΑΚ 249/2023, Αριθ. Δικ. 552/2023), με την οποία προσβάλλει την προαναφερόμενη ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, ισχυριζόμενη, για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός της, ότι εσφαλμένα η αγωγή της απορρίφθηκε κατά την κύρια βάση της ως μη νόμιμη και έγινε δεκτή κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, με επιτόκιο υπερημερίας όπως παραπάνω αναφέρθηκε, αντί του νομίμου επιτοκίου υπερημερίας της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, κατ' άρθρο 4 § 4 του ΠΔ 166/2003, με προσαύξηση 7%, από την επομένη που έκαστο τιμολόγιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μέχρι την ολοσχερή εξόφληση.
Με αυτό το περιεχόμενο, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, με την οποία προσβάλλεται η με αριθμό ... τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, είναι παραδεκτή (άρθρο 556 § 2 ΚΠολΔ), καθόσον είναι πρόδηλο το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας αναφορικά με το επιδικασθέν ποσόν των τόκων και ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 § 1 περ.
β', 556 § 2, 558, 564 § 3, 566 § 1 και 577 § 1 ΚΠολΔ), πρέπει δε κατόπιν τούτου να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ.Α. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με την μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005, ΑΠ 30/2022).
Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται και όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί μη συνδρομής αυτών, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1342/2021, ΑΠ 1179/2010, ΑΠ 931/2010).
Β. Σύμφωνα με το άρθρο 41 του ΝΔ 496/1974 "περί λογιστικού των Ν.Π.Δ.Δ." ορίζεται ότι κάθε σύμβαση για λογαριασμό ΝΠΔΔ, που έχει αντικείμενο άνω των 10.000 δραχμών (ήδη 2.500 ευρώ, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 2/42053/0094/2002 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών) ή δημιουργεί υποχρεώσεις διαρκείας, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Το ποσό αυτό δύναται να αυξομειώνεται με αποφάσεις του Υπουργού των Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η πρόταση κατάρτισης σύμβασης και η αποδοχή αυτής δύναται να γίνουν και με ιδιαίτερα έγγραφα. Η ακυρότητα από την μη τήρηση τύπου της έγγραφης αποδοχής αίρεται σε περίπτωση που εκπληρωθεί η σύμβαση.
Από τις διατάξεις αυτές, συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό NΠΔΔ συμβάσεις άνω των 2.500 ευρώ, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, και για το λόγο αυτό η έλλειψή του καθιστά, κατά τα άρθρα 158 και 159 § 1 του ΑΚ, άκυρη τη σύμβαση, με συνέπεια να θεωρείται αυτή ως μη γενόμενη, κατά το άρθρο 180 του ΑΚ (ΑΠ 1143/2023, ΑΠ 137/2019), αίρεται δε η ακυρότητα σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης μόνο όταν για την σύναψή της προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει απαραίτητα και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (ΑΠ 640/2024, ΑΠ 269/2023, ΑΠ 457/2023, ΑΠ 1143/2023, ΑΠ 1483/2022, ΑΠ 1223/2019).
Η πρόταση, ούσα μονομερής και απευθυντέα σε τρίτο δήλωση βούλησης και αποτελούσα ουσιώδες, κατ' άρθρο 192 ΑΚ, στοιχείο της σύμβασης, πρέπει να είναι πλήρης κατά περιεχόμενο και ορισμένη. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995, "Περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο, πριν την κατάργησή του με το Ν. 4270/2014, όπως και η συναφής προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974 "περί λογιστικού των ΝΠΔΔ", ορίζει ότι κάθε σύμβαση του Δημοσίου ή ΝΠΔΔ, η οποία έχει ως αντικείμενο το ποσό των 2.500 ευρώ και άνω, όπως αυξήθηκε με την με αριθμό 2/42053/0094/26-7-2002 (ΦΕΚ Β` 1033/7-8-2002) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ή δημιουργεί υποχρεώσεις με διάρκεια, υποβάλλεται στον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου.
Η πρόταση κατάρτισης της σύμβασης και η αποδοχή αυτής μπορεί να γίνουν και με ξεχωριστό έγγραφο. Η ακυρότητα από τη μη τήρηση του τύπου της εγγράφου αποδοχής αίρεται με την εκπλήρωση της σύμβασης. Τούτο όμως εφαρμόζεται μόνο όταν υπήρχε έγγραφη πρόταση κατάρτισης της σύμβασης, όχι και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου τύπος για την κατάρτιση και την αποδοχή.
Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι κάθε σύμβαση που καταρτίζεται από Δημόσιο ή ΝΠΔΔ (Δήμος κλπ.) δηλαδή ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ και έχει το ως άνω αντικείμενο, πρέπει να υποβάλλεται σε έγγραφο τύπο. Η ακυρότητα της σύμβασης από την έλλειψη του απαιτούμενου τύπου, ο οποίος είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, τόσο για την αρχική σύμβαση όσο και για τυχόν τροποποίησή της, είναι απόλυτη και λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, εφόσον προκύπτει από τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 82 § 1, 83 § 1 του ιδίου ως άνω Νόμου (2362/1995) και την Α.Υ.Ο. 35130/739/9-8-2010 (ΦΕΚ Β' 1291/11-8-2010), που ίσχυαν κατά το χρόνο γένεσης της ένδικης αξίωσης, προκύπτει ότι για κάθε σύμβαση του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, που συνεπάγεται έσοδο ή δαπάνη αυτού, αν δεν ορίζεται διαφορετικά με ειδική διάταξη, προηγείται η προβλεπόμενη από τις κατά περίπτωση ισχύουσες διατάξεις διαδικασία ανοικτού ή κλειστού διαγωνισμού, επιτρέπεται, όμως, κατ' εξαίρεση, η με απευθείας ανάθεση σύναψη σύμβασης προμήθειας προϊόντων, παροχής υπηρεσιών ή εκτέλεσης έργων για ετήσια δαπάνη, ήδη από 11-8-2010, μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ (χωρίς να συμπεριλαμβάνεται ο ΦΠΑ), με συνοπτική διαδικασία - πρόχειρο διαγωνισμό μέχρι του ποσού των 45.000 και ήδη 60.000 ευρώ και με διενέργεια τακτικού διαγωνισμού άνω του ποσού των 45.000 (ήδη 60.000) ευρώ.
Επί των ως άνω συμβάσεων, εφ' όσον καθεμία έχει μικρή διάρκεια (κάτω του έτους), για να επιτρέπεται η σύναψή τους από το Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ, με απευθείας ανάθεση, πρέπει η από τις συμβάσεις αυτές προκαλούμενη για το Δημόσιο ή τα ΝΠΔΔ ετήσια δαπάνη να ανέρχεται μέχρι του ποσού των 20.000 ευρώ (ΑΠ 197/2022) και τούτο διότι ο επιμερισμός της ετήσιας αυτής δαπάνης, προερχόμενη από μία ενιαία συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων με συνολικό αντικείμενο άνω των 20.000 ευρώ, σε επιμέρους μερικότερες συμβάσεις, με τα εκάστοτε τιμολόγια, οδηγεί σε καταστρατήγηση των ως άνω νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης και αντιτίθεται στο περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, οι οποίες ως σκοπό έχουν τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και του δημόσιου συμφέροντος.
Για το λόγο αυτό, οι ένδικες αυτές συμβάσεις είναι άκυρες στο σύνολό τους, κατά τα άρθρα 85 εδ. α' του Ν. 2362/1995, με συνέπεια να θεωρούνται ως μη γενόμενες (άρθρο 180 ΑΚ) και από αυτές δύναται να γεννηθεί μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 433/2023, ΑΠ 1308/2021). Αντίστοιχη ρύθμιση περιλαμβάνεται και στις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη συμβάσεων προμηθειών των ΝΠΔΔ ως προς τις οποίες απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο ΠΔ 394/1996 "περί κανονισμού προμηθειών του δημοσίου", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 Ν. 2286/1995 (ήτοι προκήρυξη σχετικού διαγωνισμού, προσφορές, αξιολόγηση αυτών ή απευθείας ανάθεση και υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη εγγράφως).
Κατ' εξουσιοδότηση δε των διατάξεων του άρθρου 2 §§ 12 εδάφιο γ' και 13 του Ν. 2286/1995, οι οποίες εφαρμόζονται και μετά την ισχύ του Ν. 2955/2001 (ΑΠ 431/2018, ΑΠ 1515/2017), εκδόθηκε η Π1/7446/31-1-2002 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 112), που καθόρισε την ετήσια συνολική δαπάνη των προμηθειών μεταξύ άλλων και των ΝΠΔΔ, για τις οποίες η σύναψη των σχετικών συμβάσεων διενεργείται με διαδικασίες διαπραγμάτευσης (εξαιρετική ή με απευθείας ανάθεση) μέχρι του ποσού των 15.000 ευρώ με ΦΠΑ, ενώ με την Π1/3305/3-11-2010 ΥΑ (ΦΕΚ Β' 1789) αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 20.000 ευρώ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Ν. 2286/1995, οι συμβάσεις από επαχθή αιτία για την προμήθεια αγαθών που ενεργούνται από φορείς του δημόσιου τομέα, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα ΝΠΔΔ, οφείλουν να καταρτίζονται εγγράφως (ΑΠ 1143/2023, ΑΠ 1308/2021). Προκειμένου δε να διαπιστωθεί το ποσό, στο οποίο ανέρχεται η δαπάνη συγκεκριμένης προμήθειας και, κατ' επέκταση, η δυνατότητα απευθείας ανάθεσής της, λαμβάνεται υπόψη η συνολική δαπάνη που απαιτείται ετησίως για να καλυφθούν οι ανάγκες του ΝΠΔΔ σε αγαθά που, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις συναλλακτικές αντιλήψεις, θεωρούνται όμοια ή ομοειδή ή που, ως εκ της φύσης τους, του αντικειμένου τους ή της λειτουργικότητάς τους, εντάσσονται σε όμοιες ή παρεμφερείς κατηγορίες αγαθών.
Συνεπώς, δεν είναι νόμιμος ο επιμερισμός της συνολικής ποσότητας όμοιων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση των μερικότερων αυτών προμηθειών με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής ποσότητας αντί της διενέργειας μιας ενιαίας για τα είδη αυτά προμήθειας, διότι με τον τρόπο αυτό επιχειρείται, κατά περιγραφή των ως άνω οικείων διατάξεων, η αποφυγή τήρησης της οριζόμενης από αυτές διαδικασίας του διαγωνισμού (ΑΠ 18/2024, ΑΠ 643/2023, ΑΠ 624/2022, ΑΠ 197/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 493/2020).
Έτσι, εφόσον η συνολική ετήσια δαπάνη υπερβαίνει το ποσόν των 20.000 ευρώ, η σύμβαση είναι άκυρη και οποιαδήποτε αξίωση αναζητείται μόνον με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ανεξαρτήτως του γεγονότος εάν οι επιμέρους συμβάσεις είναι κάτω των 2.500 ευρώ, οπότε δεν απαιτείτο η τήρηση έγγραφου τύπου ή εάν οι επιμέρους συμβάσεις, για τις οποίες δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος, υπερβαίνουν το ποσόν των 2.500 ευρώ, αλλά επήλθε ίαση της ακυρότητάς τους λόγω μη τήρησης του τύπου, επειδή προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση και η σύμβαση εκτελέσθηκε, γεγονότα τα οποία ερευνώνται, για την ύπαρξη ακυρότητας ή μη των συμβάσεων, εξαιτίας της έλλειψης εγγράφου τύπου, μόνον εφόσον η ετήσια δαπάνη των συμβάσεων δεν υπερβαίνει το ποσόν των 20.000 ευρώ ή η ακυρότητα εξ αυτού του λόγου έχει ιαθεί δυνάμει ειδικού νόμου [ΑΠ 643/2023, ΑΠ 327/2018, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα προς επίρρωση των ισχυρισμών της).
Ωστόσο η ως άνω 327/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε εφαρμογή του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974, καθόσον η ακυρότητα των αναφερομένων σε αυτή συμβάσεων, κατά τα άρθρα 82 § 1, 83 § 1 και 85 εδ. α' του Ν. 2362/1995, που αφορούσαν προμήθειες ιατρικών ειδών που έλαβαν χώρα με απευθείας ανάθεση και με ετήσια δαπάνη ανώτερη των 20.000 ευρώ, είχε ιαθεί δυνάμει του άρθρου 17 § 2 του Ν. 3301/2004, σύμφωνα με το οποίο "Προμήθειες των νοσοκομείων του Ε.Σ.Υ., εκτός των ψυχιατρικών νοσοκομείων, για υγειονομικό υλικό και χημικά αντιδραστήρια, που πραγματοποιήθηκαν από 1.1.2002 έως τη δημοσίευση του παρόντος (23-12-2004) με απευθείας ανάθεση ή στα πλαίσια συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί νόμιμα αλλά είχε λήξει η ισχύς τους, εξαιτίας της μη ολοκλήρωσης των διαδικασιών κατακύρωσης των αποτελεσμάτων των σχετικών διαγωνισμών, θεωρούνται νόμιμες", οπότε το Δικαστήριο ερεύνησε εάν εφαρμόσθηκε ορθά η διάταξη του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974].
Αναφορικά δε με τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, λεκτέα τα ακόλουθα: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 904 § 1 και 908 ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη.
Ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό", προκύπτει ότι σε περίπτωση που εκτελείται και παραδίδεται έργο ή παρέχονται εργασίες ή υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση "ο αντισυμβαλλόμενος" του παρέχοντος, που δέχεται το έργο ή τις υπηρεσίες στο πλαίσιο της άκυρης σύμβασης, η οποία συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, υποχρεούται να αποδώσει την ωφέλεια, που απέκτησε χωρίς νόμιμη αιτία και που συνίσταται, σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης της παροχής που έλαβε χώρα χωρίς νόμιμη αιτία, στη χρηματική αποτίμηση του παρασχεθέντος έργου ή της παρασχεθείσας εργασίας ή υπηρεσίας και στη δαπάνη που εξοικονόμησε, στην οποία θα υποβαλλόταν, εάν την εκτέλεση του ίδιου έργου ή της εργασίας ανέθετε, με έγκυρη σύμβαση, σε άλλο πρόσωπο, το οποίο θα διέθετε τα ίδια επαγγελματικά προσόντα και ικανότητες.
Ο παραπάνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιείκειας, έχει εφαρμογή και για το Δημόσιο, δεδομένου ότι δεν καθιερώνεται γι' αυτό εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΟλΑΠ 4/2021, ΟλΑΠ 218/1977, ΑΠ 404/2024, ΑΠ 1143/2023, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1102/2018). Γ. Με τον πρώτο και τρίτο συναφή λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 82 § 1, 83 § 1 και 85 του Ν. 2362/1995, του άρθρου 2 §§ 12 και 13 του Ν. 2286/1995 και 2955/2001, 3, 174, 180 ΑΚ και με αντιφατική - ανεπαρκή αιτιολογία έκανε δεκτή την έφεση του εναγομένου νοσοκομείου και ήδη αναιρεσίβλητου, κρίνοντας ως μη νόμιμη την αγωγή του από την κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, ενώ εάν εφάρμοζε τη διάταξη του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, θα έκρινε νόμιμη την αγωγή του κατά την κύρια βάση και θα απέρριπτε την έφεση.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...Εξάλλου, απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει... και ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με την οποία το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δεν έκρινε ως άκυρες τις επίμαχες συμβάσεις πώλησης - προμήθειας, λόγω μη τήρησης του έγγραφου συστατικού τύπου.
Και τούτο διότι...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπολαμβάνοντας ότι, υπό τα αγωγικώς εκτιθέμενα περιστατικά, οι επιμέρους συμβάσεις για τις οποίες εκδόθηκαν τα ένδικα τιμολόγια - δελτία αποστολής ήταν έγκυρες αναφορικά με την τήρηση του έγγραφου τύπου, καθότι η αξία κάθε σύμβασης - τιμολογίου δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο της έφεσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την αγωγή κατά την κύρια βάση της, καθότι η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία την θεμελιώνει σε επιμέρους συμβάσεις προμήθειας Ν.Π.Δ.Δ., που καταρτίστηκαν στο σύνολό τους κατά τα έτη 2010-2011 με ετήσια δαπάνη που υπερέβαινε το ποσό των 20.000 ευρώ, χωρίς, όμως να τηρηθεί η διαδικασία διενέργειας του προβλεπόμενου από τις διατάξεις του ν. 2286/1995 διαγωνισμού.
Σύμφωνα δε με τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, προκύπτει ότι οι κατ' έτος συνολικές δαπάνες του αντισυμβαλλόμενου της ενάγουσας, ΙΚΑ-ΕΤΑΜ (1° Νοσοκομείο), στη θέση του οποίου, υποκαταστάθηκε το εναγόμενο-εκκαλούν δημόσιο Νοσοκομείο, εντός του επίδικου χρονικού διαστήματος από 29.6.2010 έως 13.5.2011, ανέρχονταν για τις μεν 63 συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις των εκτιθέμενων όμοιων και ομοειδών προϊόντων ιατρικών αερίων (φιάλες ιατρικού συνθετικού αέρα, οξυγόνου κ.ά), στο συνολικό ποσό των 21.948,17 πλέον του εκτιθέμενου τιμολόγιου παροχής υπηρεσιών μεταφοράς ανωτέρω προϊόντων 46 ευρώ ίσον 21.994,27 ευρώ για το έτος 2010 (χρονικό διάστημα από 29.6.2010 έως 31.12.2010), για τις δε έτερες 65 συναφθείσες διαδοχικές συμβάσεις των, επίσης, εκτιθέμενων όμοιων προϊόντων, στο συνολικό ποσό των 21.726,10 ευρώ, για το έτος 2011 (χρονικό διάστημα από 1.1.2011 έως 13.5.2011) σε ποσά δηλαδή που υπερέβαιναν κατ' έτος το ποσό των 20.000 ευρώ χωρίς Φ.Π.Α, στο οποίο (ποσό) ανέρχεται η ετήσια ανώτερη επιτρεπόμενη δαπάνη για κατάρτιση συμβάσεων από αυτό, ως ΝΠΔΔ με απευθείας ανάθεση, χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, κατά παράβαση όσων ορίζονται στις διατάξεις του άρθρου 2 παρ.
παρ. 12 και 13 & VIII του Ν 2286/1995, όπως η παράγραφος 13V III συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 παρ. 3 Ν 2503/1997 και της ΥΑ Π1/3305/03.11.2010 (ΦΕΚ Β' 1789/12.11.2010), οι οποίες εφαρμόζονται και στα νοσοκομεία ΝΠΔΔ... Επομένως, ο επιμερισμός της ετήσιας αυτής δαπάνης σε επιμέρους μικρότερες με τα προαναφερόμενα τιμολόγια οδηγεί σε καταστρατήγηση των ως άνω νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης και αντιστρατεύεται το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, οι οποίες ως σκοπό έχουν τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και του δημόσιου συμφέροντος.
Για το λόγο αυτό, οι ένδικες συμβάσεις είναι άκυρες στο σύνολό τους κατά τα άρθρα 3 και 174 ΑΚ, με συνέπεια να θεωρούνται ως μη γενόμενες (άρθρο 180 ΑΚ) και από αυτές δύναται να γεννηθεί μόνο αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, όπως στην ίδια νομική σκέψη αναφέρεται...". Με το να κρίνει το Εφετείο την αγωγή ως μη νόμιμη, κατά την κύρια βάση της από την πώληση των προϊόντων (ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου), λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης, από τις διατάξεις των άρθρων 82 § 1, 83 § 1 του Ν. 2362/1995, 2 §§ 12 και 13 VIII του Ν 2286/1995, όπως η παράγραφος 13V III συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 § 3 Ν 2503/1997 και της ΥΑ Π1/3305/03.11.2010, διαδικασίας διαγωνισμού, επειδή η ετήσια δαπάνη για τα κρίσιμα χρονικά διαστήματα υπερέβαινε το ποσόν των 20.000 ευρώ και στη συνέχεια να κάνει δεκτή την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και συνακόλουθα ως κατ' ουσία βάσιμη την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ή αντιφατική αιτιολογία τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε, επειδή πράγματι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο διότι πρόκειται για διαδοχικές συμβάσεις πώλησης - προμήθειας ομοειδών προϊόντων (ιατρικών ειδών), ετήσιας διάρκειας ή μικρότερης του έτους διάρκειας, με απευθείας ανάθεση και με συνολική ετήσια δαπάνη άνω των 20.000 ευρώ, οι οποίες εκ του λόγου αυτού είναι άκυρες, αφού για να είναι έγκυρες απαιτείτο η τήρηση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις των άρθρων 82 § 1 και 83 § 1 του Ν. 2362/1995 και 2 §§ 12 και 13 VIII του Ν 2286/1995, όπως η παράγραφος 13V III συμπληρώθηκε με το άρθρο 13 § 3 Ν 2503/1997 και της ΥΑ Π1/3305/03.11.2010 διαδικασίας διαγωνισμού, η οποία δεν έλαβε χώρα εν προκειμένω.
Διαφορετικά, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στην υπό στοιχεία ΙΙΙΒ νομική σκέψη της παρούσας, ο επιμερισμός της συνολικής ποσότητας όμοιων ή ομοειδών αγαθών σε περισσότερες μικρότερες ποσότητες ή μερικότερες όμοιες ή ομοειδείς κατηγορίες και στη συνέχεια η απευθείας ανάθεση των μερικότερων αυτών προμηθειών με βάση το ύψος της δαπάνης που προκύπτει από την κατάτμηση της συνολικής ποσότητας αντί της διενέργειας μιας ενιαίας για τα είδη αυτά προμήθειας, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση, θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση των ως άνω νόμιμων διαδικασιών ανάθεσης και θα αντιτίθετο στο περιεχόμενο των διατάξεων αυτών, που ορθά εφαρμόσθηκαν και οι οποίες ως σκοπό έχουν τη διασφάλιση του υγιούς ανταγωνισμού και του δημόσιου συμφέροντος.
Έτσι, εφόσον η συνολική ετήσια δαπάνη των επιμέρους διαδοχικών συμβάσεων υπερέβαινε το ποσόν των 20.000 ευρώ, οι συμβάσεις αυτές είναι άκυρες (άρθρα 3, 174 και 180 του ΑΚ) και οποιαδήποτε αξίωση αναζητείται μόνον με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι οι επιμέρους συμβάσεις ήταν κάτω των 2.500 ευρώ, οπότε δεν απαιτείτο η τήρηση έγγραφου τύπου, αφού η διάταξη του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974, την οποία επικαλείται η αναιρεσείουσα επιχειρώντας να θεμελιώσει την αγωγή της σε αυτήν, θα ήταν εφαρμοστέα μόνον στην περίπτωση που η ετήσια δαπάνη δεν υπερέβαινε το ποσόν των 20.000 ευρώ.
Επιρρωτικό δε των ανωτέρω είναι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, και το γεγονός της προηγηθείσας μεταξύ των διαδίκων ετήσιας σύμβασης από 17-6-2008 έως 17-6-2009, ύστερα από τη διενέργεια σχετικού διαγωνισμού και της παραταθείσας για ένα ακόμη έτος της παραπάνω σύμβασης, από 17-6-2009 έως και 16-6-2010, οπότε και ακολούθησαν οι επίδικες, μικρότερης διάρκειας του έτους, συμβάσεις πώλησης ιατρικών προϊόντων, με απευθείας ανάθεση και χωρίς τη διενέργεια διαγωνισμού, οι οποίες όμως ήταν άκυρες, σύμφωνα με τα άρθρα 3, 174 και 180 του ΑΚ και συνεπώς η σχετική αξίωση μπορούσε να αναζητηθεί μόνο με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904επ του ΑΚ, όπως ορθά έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Σημειώνεται δε ότι οι διατάξεις του Ν. 4152/2013 (παράγραφος Ζ), για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στις διατάξεις της Οδηγίας 2011/7/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 16ης Φεβρουαρίου 2011 "για την καταπολέμηση των καθυστερήσεων πληρωμών στις εμπορικές συναλλαγές", προκειμένου να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και να ενισχυθεί με τον τρόπο αυτόν η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, ιδιαίτερα των μικρών και μεσαίων (ΜΜΕ), δεν έχει εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση καθόσον η ισχύς των διατάξεων αυτών αρχίζει από 16-3-2013 (υποπαράγραφος Ζ.15 της παραγράφου Ζ του Ν. 4152/2013) (ΣτΕ 411/2024), ενώ οι επίδικες συμβάσεις συνήφθησαν κατά τα χρονικά διαστήματα από 29-6-2010 έως 31-12-2010 και από 1-1-2011 έως 13-5-2011.
Τέλος, σημειώνεται ότι ουδεμία αντιφατική αιτιολογία περιλαμβάνει η προσβαλλόμενη απόφαση με το να κρίνει ότι "...το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, υπολαμβάνοντας ότι, υπό τα αγωγικώς εκτιθέμενα περιστατικά, οι επιμέρους συμβάσεις για τις οποίες εκδόθηκαν τα ένδικα τιμολόγια - δελτία αποστολής ήταν έγκυρες αναφορικά με την μη τήρηση του έγγραφου τύπου, καθότι η αξία κάθε σύμβασης - τιμολογίου δεν υπερέβαινε το ποσό των 2.500 ευρώ..", καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ήχθη στην παραπάνω κρίση κατ'αρχήν με βάση αυτά που ορίζει η διάταξη του άρθρου 41 του ΝΔ 496/1974.
Ωστόσο, στη συνέχεια, δεχόμενη τον δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσίβλητου, έκρινε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε "ως έγκυρα καταρτισθείσες τις επίμαχες 128 συνολικά διαδοχικές συμβάσεις πώλησης...με απευθείας ανάθεση χωρίς διαγωνισμό, με έγγραφη παραγγελία και εκτέλεση". Επομένως, το Εφετείο κρίνοντας μη νόμιμη την αγωγή, κατά την κύρια βάση της, την οποία (αγωγή) στη συνέχεια δέχθηκε κατά την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ και οι σχετικοί πρώτος και τρίτος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
IV. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης η απόφασή του υπόκειται σε αναίρεση. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Για να υπάρξει λόγος για λήψη υπόψη μη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως όταν το δικαστήριο της ουσίας κρίνει επί ανύπαρκτης βάσης αγωγής ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 22/2005) ή λαμβάνει υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία δεν περιέχονται σ' αυτή (ΟλΑΠ 294/1981, ΑΠ 712/2022).
Αντίθετα, δεν επέρχεται παραβίαση και δεν θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά σε διάφορο κανόνα δικαίου, από εκείνο που υπέδειξε ο διάδικος (ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 69/2013, ΑΠ 302/19999). Ακόμη, δεν καθιδρύεται ο πιο πάνω λόγος για τα νομικώς αδιάφορα περιστατικά (ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 360/2020, ΑΠ 163/1994) ή αυτά που έχουν τον χαρακτήρα ή την έννοια των νομικών διατάξεων (ΑΠ 1051/2022, ΑΠ 69/2013, ΑΠ 1326/2011, ΑΠ 1713/1997).
Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, όταν λείπει το έννομο συμφέρον, ιδίως όταν είναι αλυσιτελής, διότι η προβαλλόμενη πλημμέλεια δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης (ΑΠ 69/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, και συναφή με τον πρώτο, η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή της κατά την κύρια βάση της από την ενδοσυμβατική ευθύνη του εναγομένου νοσοκομείου, εφαρμόζοντας τις διατάξεις του άρθρου 2 §§ 12 & 13 V & VIII N. 2286/1995, οι οποίες, κατά τις αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, παραμένουν σε ισχύ μόνον για τις συμβάσεις που έχουν ενταχθεί στο Ενιαίο Πρόγραμμα Προμηθειών (ΕΠΠ) του έτους 2014 και προηγούμενων ετών, καθώς και κάθε άλλης διάταξης που απαιτείται για την εκτέλεση του Ε.Ε.Π. 2014 και προηγούμενων ετών, τα οποία δεν έχουν ολοκληρωθεί, δεχόμενο δηλαδή ότι οι επίδικες συμβάσεις είχαν ενταχθεί στο Ενιαίο Πρόγραμμα Προμηθειών, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός, που είναι ουσιώδης, να προταθεί με αντίστοιχο λόγο έφεσης του αναιρεσίβλητου και να αποδειχθεί.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον από την επισκόπηση της υπό κρίση αγωγής της αναιρεσείουσας προκύπτει ότι σε αυτήν εκτίθεται η σύναψη ετήσιων συμβάσεων προμήθειας, των οποίων η δαπάνη κατ' έτος υπερέβαινε το ποσόν των 20.000 ευρώ και ως εκ τούτου αυτές ήταν άκυρες, όπως ορθά δέχθηκε και η απόφαση του Εφετείου, κάνοντας δεκτό τον δεύτερο λόγο έφεσης του αναιρεσίβλητου νοσοκομείου ως κατ' ουσία βάσιμο, με τον οποίο το τελευταίο ισχυριζόταν ότι οι επίδικες αξιώσεις στηρίζονταν σε άκυρες συμβάσεις προμήθειας, κατ' εφαρμογή των άρθρων 2 §§ 12 & 13 V & VIII N. 2286/1995, οι οποίες ίσχυαν κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο της κατάρτισης των επίδικων συμβάσεων, πριν την κατάργησή τους με το άρθρο 377 § 1 περ. 53 του Ν. 4412/2016 και οι οποίες ελήφθησαν υπόψη για την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της κρινόμενης αγωγής από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (ΣτΕ 882/2024, ΣτΕ 883/2024) και όχι επειδή οι ως άνω αξιώσεις έχουν ενταχθεί στο Ενιαίο Πρόγραμμα Προμηθειών (ΕΠΠ) του έτους 2014.
Επιπρόσθετα δε οι διατάξεις που παρέμειναν σε ισχύ, με το άρθρο 377 § 1 περ. 53 του Ν. 4412/2016, για τις συμβάσεις που έχουν ενταχθεί στο Ενιαίο Πρόγραμμα Προμηθειών (ΕΠΠ) έτους 2014 και προηγούμενων ετών, είναι οι παράγραφοι 1 έως 11 του άρθρου 2 του Ν. 2286/1995 και όχι οι παράγραφοι 2 §§ 12 & 13 του ίδιου Νόμου, που ορθά εφάρμοσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
V.Α. Περαιτέρω, το άρθρο 7 § 2 του ΝΔ 496/1974, που συνάδει με το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ (ΟλΑΠ 3/2006, ΑΠ 1228/2012, ΑΠ 157/2011 ΝΟΜΟΣ) και είναι αντίστοιχο του άρθρου 21 του Κ.Δ/τος από 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή ΝΠΔΔ είναι 6% ετησίως εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής.
Με ειδικό νόμο, και συγκεκριμένα, με το ΠΔ 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από την 5-6-2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29-6-2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, που συνεπάγεται την παράδοση αγαθών, ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρα 1-3 του ΠΔ 166/2003), Έτσι, κατ' άρθρο 4 § 2 του ως άνω ΠΔ, που καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του Ν. 4152/2013 (ΦΕΚΑ'107/9-5-2013), αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής, ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους, στην περίπτωση ειδικότερα, που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν τριάντα (30) ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών αυξάνεται σε εξήντα (60) ημέρες.
Με το ίδιο άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους, εφόσον: α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (παρ. 3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες (7%) μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι (6) μήνες (παρ. 4).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τις οφειλές ΝΠΔΔ, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση, που έλαβε χώρα μετά την 5-6-2003 (ημερομηνία έναρξης ισχύος του ΠΔ 166/2003) και που του παρέδωσε αγαθά, ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής, το ΝΠΔΔ καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα (60) ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών, ή υπηρεσιών, και όχι από την επίδοση αγωγής, το οφειλόμενο δε ποσοστό τόκου ορίζεται στο ίδιο ΠΔ (ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 142/2021, ΑΠ 766/2014).
Το πεδίο εφαρμογής του ΠΔ 166/2003 εκτείνεται σε κάθε εμπορική συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημόσιας αρχής, με μόνες προϋποθέσεις: α) την εγκυρότητα της σύμβασης, β) την εκτέλεση αυτής από την επιχείρηση και γ) την υπερημερία του οφειλέτη ως προς την πληρωμή της αμοιβής, στην οποία εμπίπτει και η σχεδίαση και εκτέλεση δημοσίων έργων (ΟλΑΠ 10/2013, ΑΠ 1212/2020, ΑΠ 1492/2017, ΑΠ 323/2014, ΣτΕ 1403/2016).
Έτσι, η εφαρμογή του ΠΔ 166/2003 προϋποθέτει αξίωση αμοιβής στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατική σχέση και συνεπώς δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της, όταν η αξίωση κατά του ΝΠΔΔ συνίσταται σε απόδοση πλουτισμού, λόγω ακυρότητας της μεταξύ του ΝΠΔΔ και του ιδιώτη προμηθευτή, συναφθείσας σύμβασης, διότι αυτή λογίζεται, κατ' άρθρο 180 του ΑΚ, ως μη γενόμενη (ΑΠ 639/2024, ΑΠ 433/2023, ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 624/2022).
Από τις ως άνω δε διατάξεις σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, και 346 του ΑΚ, προκύπτει ότι για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 166/2003, απαιτείται (και αρκεί) η δημιουργία της επιδικίας από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Δημοσίου ή των ΝΠΔΔ.
Η επιδικία αυτή αρχίζει με την επίδοση της αγωγής, και επειδή ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται, όχι μόνο η καταφηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική (ΑΠ 142/2021, ΑΠ 928/2021, ΑΕΔ 7/2011). Δεν είναι, όμως δυνατή η έναρξη της τοκογονίας από προγενέστερο χρονικό σημείο, διότι, χάριν του δημοσίου συμφέροντος αυτό ρητώς έχει αποκλεισθεί, χωρίς ο αποκλεισμός να εισάγει δυσμενή διάκριση, αφού προστατεύει τη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας προς όφελος όλων των πολιτών, ως τοιούτων νοουμένων, όχι μόνο αυτών που επιδιώκουν ικανοποίηση από συγκεκριμένη επιδικία, αλλά και όσων προσδοκούν την απόλαυση κοινωνικών αγαθών από την κρατική οικονομική ευρωστία.
Για την ίδια αιτία, η εν λόγω υπέρ του Δημοσίου εξαίρεση, δεν βρίσκεται σε αντίθεση, ούτε με τις διατάξεις του 1ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που αποβλέπουν στην προστασία της περιουσίας παντός φυσικού ή νομικού προσώπου, όταν αυτή δεν είναι αντίθετη προς το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (ΟλΑΠ 3/2006), κατά μείζονα δε λόγο, ούτε στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, και 346 του ΑΚ (ΑΠ 471/2014, ΑΠ 163/2013, ΑΠ 986/2013).
Β. Περαιτέρω, κατ' άρθρο 45 του Ν. 4607/2019 (ΦΕΚ Α' 65/24-4-2019), για την τοκοφορία οφειλών του Δημοσίου, ορίζεται ότι: "1. Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.
Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (A' 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.
Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων.
Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος", ήτοι από 1-5-2019.
Επομένως, το ετήσιο επιτόκιο υπερημερίας των οφειλών του Δημοσίου, διαμορφώνεται, κατ' άρθρα 7 § 2 του ΝΔ 496/1974 και 21 του Κ.Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", μέχρι 30-4-2019, σε ποσοστό 6%, ενώ από 1-5-2019 και εφεξής, κατ' άρθρο 45 του Ν, 4607/2019, ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης και επίσης, με την ρύθμιση αυτή ενοποιήθηκε η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων.
Περαιτέρω από τη διάταξη της παραγράφου 3 του ιδίου άρθρου 45 του ανωτέρω Ν. 4607/2019, που ορίζει ότι οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο νόμος αυτός δημοσιεύθηκε την 24η Απριλίου 2019, συνάγεται ότι στις υποθέσεις, οι οποίες είναι εκκρεμείς σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, συνεπώς και ενώπιον του Αρείου Πάγου, κατά την 24η Απριλίου 2019, το επιτόκιο οφειλών του Δημοσίου μέχρι και τις 30-4-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με τις προϊσχύσασες διατάξεις (Κ.Δ της 26.6./10.7/1944 ή ΠΔ 166/2003 αναλόγως) και από 1-5-2019 θα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 45 του Ν. 4607/2019 (ΑΠ 234/2024, ΑΠ 639/2024, ΑΠ 358/2024, ΑΠ 381/2023, ΑΠ 1262/2023, ΑΠ 433/2023, ΑΠ 407/2023, ΑΠ 433/2023, ΑΠ 1823/2023, ΑΠ 1303/2022, ΑΠ 1555/2022) Γ.
Με τον τέταρτο και έκτο (επικουρικό) και συναφή λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο α) εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003 και με αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι αυτό εφαρμόζεται μόνο επί εγκύρων συμβάσεων πώλησης, απορρίπτοντας την κύρια βάση της αγωγής της, β) εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019 και όχι το άρθρο 1 παρ.
Ζ του Ν. 4152/2013, με τον οποίο ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 2011/7/ΕΚ, και κατά παράβαση αυτής, η οποία παραμένει ενεργή και εν ισχύ, καθόσον εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4607/2019, σύμφωνα με το άρθρο 45 § 1 εδάφιο τρίτο περ. γ του παραπάνω Νόμου, με το οποίο εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του οι αξιώσεις ιδιωτών έναντι του Δημοσίου, οι οποίες στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου, όπως εν προκειμένω η Ευρωπαϊκή Οδηγία 2011/7/ΕΚ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το Ν. 4152/2013 και γ) εσφαλμένα και με αντιφατική αιτιολογία έκρινε ότι η τοκογονία των οφειλών Δημοσίου και ΝΠΔΔ δεν εκκινεί πριν την επίδοση της αγωγής, παραβιάζοντας τις υποπαραγράφους Ζ.2., Ζ.5.
και Ζ.8. της παρ. Ζ του Ν. 4152/2013. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τους ως άνω αναιρετικούς λόγους μέρος, τα ακόλουθα: "...
Συνεπώς ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως έγκυρα καταρτισθείσες τις επίμαχες 128 συνολικά διαδοχικές συμβάσεις πώλησης (μετά της συνοδεύουσας αυτές μίας επιμέρους σύμβασης παροχής σχετικών υπηρεσιών), με απευθείας ανάθεση χωρίς διαγωνισμό, με έγγραφη παραγγελία και εκτέλεση, κρίνοντας την εν λόγω αγωγή, νόμιμη, κατά την κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης του εκκαλούντος ως οιονεί νόμιμου καθολικού διαδόχου του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, λόγω πωλήσεως και περαιτέρω, δέχθηκε την αγωγή, ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, και υποχρέωσε το εκκαλούν ΝΠΔΔ (Δημόσιο Νοσοκομείο), με απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή μέχρι του ποσού των 30.000 ευρώ να καταβάλει στην ενάγουσα, και ήδη εφεσίβλητη, συνολικό ποσό 55.472,60 ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο υπερημερίας κατ' άρθρο 4 παρ. 4 του Π.
Δ/τος 166/2003, το επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας με προσαύξηση 7%, από τότε που έκαστο επιμέρους ποσό των ειδικότερα αναφερόμενων σ' αυτήν τιμολογίων-δελτίων αποστολής κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό επομένη και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της εφεσίβλητης- ενάγουσας ενώ βάσει όσων εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, έπρεπε, και αυτεπαγγέλτως να απορρίψει την αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο, κατά την κύρια βάση ενδοσυμβατικής ευθύνης, λόγω πωλήσεως, ως μη νόμιμη, στο σύνολό της, έσφαλε, περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, μη ερευνηθείσης πρωτοδίκως κατ' ουσία της επικουρικής αγωγικής βάσης, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Συνεπώς η υπό κρίση έφεση, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και να εξαφανιστεί κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση μαζί i) τόσο με την περί τοκοφορίας διάταξη, στην οποία ο νόμιμος τόκος ορίζεται ότι πρέπει να υπολογιστεί, σύμφωνα με το αρ.4 παρ. 4 του Π.Δ/τος 166/2003, όπου, όμως προϋποτίθεται αξίωση αμοιβής από έγκυρη και όχι άκυρη, όπως εν προκειμένω, συμβατική σχέση, κατά τα διαλαμβανόμενα στην...
μείζονα σκέψη...Κατ' ακολουθίαν όσων αναφέρθηκαν, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., να καταβάλει στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 55.472,60 ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο υπερημερίας 6%, για το επιμέρους χρονικό σημείο από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο Νοσοκομείο μέχρι τις 30.4.2019, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ/τος 496/1974, και 21 του Κ.Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", πλην όμως με επιτόκιο υπερημερίας, κατά το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019, υπολογιζόμενο για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εναγομένου από 1-5-2019 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της ενάγουσας".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα του άρθρου 4 του ΠΔ 166/2003, του άρθρου 1 παρ. Ζ και τις υποπαραγράφους Ζ.2. και Ζ.5. του ίδιου άρθρου του Ν. 4152/2013, ως προς την τοκοφορία και την έναρξη αυτής, καθόσον α) το ΠΔ 166/2003, που ισχύει για εκτέλεση σύμβασης που καταρτίσθηκε μετά την 5-6-2003 (ημερομηνία έναρξης του ως άνω ΠΔ), όπως αναφέρεται στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, έχει πεδίο εφαρμογής μόνον για τις έγκυρες συμβάσεις και συνεπώς δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση που κατά τα προεκτεθέμενα, αφορά άκυρες συμβάσεις πώλησης, από τις οποίες γεννάται μόνον αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, β) ο Ν. 4152/2013 (ΦΕΚ A 107, με έναρξη ισχύος την 16-3-2013), που κατάργησε το άρθρο 4 του ΠΔ 166/2003 (άρθρο 1 παρ.
Ζ υποπαρ. Ζ. 14 του Ν. 4152/2013), ως ειδικός νόμος (όπως εξάλλου και το ΠΔ 166/2003), αν και εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του Ν. 4607/2019, σύμφωνα με το άρθρο 45 § 1 εδάφιο τρίτο περ. γ του παραπάνω Νόμου, με το οποίο εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του οι αξιώσεις ιδιωτών έναντι του Δημοσίου, οι οποίες στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, όπως οι προκείμενες, ισχύει για οφειλές του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ από εμπορική συναλλαγή σε εκτέλεση σύμβασης που καταρτίστηκε μετά την 16.3.2013 και επιπρόσθετα προϋποθέτει νόμιμη και έγκυρη σύμβαση, όπως ακριβώς ισχύει και για το ΠΔ 166/2003 και συνεπώς δεν καταλαμβάνει τις αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, όπως είναι αυτές της ερευνώμενης υπόθεσης και γ) το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας και ο χρόνος έναρξης της τοκογονίας καθορίζεται αποκλειστικά από τη διάταξη του άρθρου 7 § 2 του ΝΔ 496/1974, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του ΠΔ 166/2003 ή του Ν. 4152/2013, όπως εν προκειμένω, εφόσον πρόκειται για αξίωση από αδικαιολόγητο πλουτισμό και συνεπώς δεν αρκεί εξώδικη όχληση του δανειστή, ούτε, κατά μείζονα λόγο, παρέλευση της δήλης ημέρας πληρωμής της κύριας οφειλής, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί, αλλά απαιτείται να γίνει επίδοση της σχετικής περί αυτής αγωγής, η οποία και μόνο, ως διαδικαστική πράξη, συνεπάγεται την τοκογονία των ληξιπρόθεσμων χρεών τους (ΑΠ 1362/2013, ΑΠ 2259/2013, ΕφΑθ 1962023).
Επομένως, ορθά το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και με σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, υποχρέωσε το εναγόμενο και νυν αναιρεσίβλητο Νοσοκομείο να καταβάλει στην ενάγουσα και νυν αναιρεσείουσα το ποσόν των 55.472 ευρώ, νομιμοτόκως, με το επιτόκιο υπερημερίας 6%, για το επιμέρους χρονικό διάστημα από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο Νοσοκομείο μέχρι τις 30-4-2019, κατά τα άρθρα 7 § 2 του ΝΔ 496/1974 και 21 του ΚΔ/τος της 26-6/10-7-1944 και περαιτέρω με επιτόκιο υπερημερίας, κατά το άρθρο 45 του Ν. 46072019, υπολογιζόμενο για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εναγομένου από 1-5-2019 και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, αφού η ως άνω διάταξη (άρθρο 45), έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24-4-2019, ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δηλαδή στις 10-2-2022, και καταλάμβανε (παρ. 3 του άρθρ. 45 Ν. 4607/2019) και την εκκρεμή κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει (δηλαδή από τις 24-4-2019) ένδικη αξίωση της αναιρεσίβλητης, για τόκο, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και μετέπειτα (ΑΠ 234/2024, ΑΠ 18/2024, ΑΠ 1823/2023, ΑΠ 689/2023).
VI. Με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με αντιφατική αιτιολογία καταλήγει στο συμπέρασμα α) ότι η εγκυρότητα της σύμβασης είναι προϋπόθεση για την εφαρμογή των διατάξεων του ΠΔ 166/2003 και του Ν. 4152/2013 και β) ότι δεν εκκινεί η τοκογονία των οφειλών Δημοσίου και ΝΠΔΔ πριν την επίδοση της αγωγής, επικαλούμενη για την αντιφατικότητα την υπ' αριθ. 9 αιτιολογική σκέψη της υπ' αριθ. 2011/7 Οδηγίας ΕΕ, σύμφωνα με την οποία η εν λόγω Οδηγία "θα πρέπει να διέπει όλες τις εμπορικές συναλλαγές".
Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "Στο άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. Δ/τος 496/1974, που συνάδει με το Σύνταγμα, και την ΕΣΔΑ .... και είναι αντίστοιχο του άρθρου 21 του Κ. Δ/τος από 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου" ορίζει ότι ο νόμιμος και ο τόκος υπερημερίας για κάθε οφειλή ΝΠΔΔ είναι 6% ετησίως εκτός αν ορίζεται διαφορετικά με σύμβαση ή ειδικό νόμο, αρχίζει δε από την επίδοση σχετικής αγωγής.
Με ειδικό νόμο, και συγκεκριμένα, με το π.δ/γμα 166/2003, με το οποίο ενσωματώθηκε από την 5-6-2003 στην ελληνική νομοθεσία η Οδηγία 2000/35 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 29-6-2000, ορίζεται διαφορετικά ο τόκος για οφειλές που έχουν χαρακτήρα αμοιβής από εμπορική συναλλαγή, δηλαδή συναλλαγή μεταξύ επιχειρήσεων ή μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών, που συνεπάγεται την παράδοση αγαθών, ή την παροχή υπηρεσιών έναντι αμοιβής (άρθρα 1 - 3 του Π.
Δ/τος 166/2003). Έτσι, κατ' άρθρο 4 παρ. 2 του ως άνω π. δ/τος, που καταργήθηκε με την υποπαράγραφο Ζ.14 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του Ν. 4152/2013, αλλά οι διατάξεις του παρέμειναν σε ισχύ για τις συμβάσεις που υπογράφτηκαν κατά τη διάρκεια της ισχύος του, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αν δεν συμφωνήθηκε ορισμένη ημέρα ή προθεσμία πληρωμής της αμοιβής ο οφειλέτης γίνεται υπερήμερος χωρίς να απαιτείται όχληση και οφείλει τόκους στην περίπτωση ειδικότερα, που παρέλαβε το τιμολόγιο μέχρι το χρόνο της παραλαβής των αγαθών ή της παροχής των υπηρεσιών ή μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, εφόσον βέβαια προβλέπεται τέτοια διαδικασία, μόλις περάσουν τριάντα (30) ημέρες από την παραλαβή των αγαθών ή την παροχή των υπηρεσιών ή από την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποδοχής ή ελέγχου των παραλαμβανόμενων αγαθών ή υπηρεσιών, ενώ αν πρόκειται για συμβάσεις μεταξύ επιχειρήσεων και δημοσίων αρχών η προθεσμία των τριάντα (30) ημερών αυξάνεται σε εξήντα (60) ημέρες.
Με το ίδιο άρθρο 4 του Π. Δ/τος 166/2003 ορίζεται περαιτέρω ότι ο δανειστής δικαιούται τόκους εφόσον: α) έχει εκπληρώσει τις συμβατικές και νόμιμες υποχρεώσεις του, και β) δεν έχει εισπράξει εγκαίρως το οφειλόμενο ποσό, εκτός εάν δεν υπάρχει ευθύνη του οφειλέτη για την καθυστέρηση (παρ. 3) και ότι το ύψος του τόκου υπερημερίας, που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει ο οφειλέτης υπολογίζεται με βάση το επιτόκιο που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα στην πιο πρόσφατη κύρια πράξη αναχρηματοδότησης, η οποία πραγματοποιείται πριν από την πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου (επιτόκιο αναφοράς), προσαυξημένο κατά επτά εκατοστιαίες (7%) μονάδες (περιθώριο), εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στη σύμβαση, το δε επιτόκιο αναφοράς, που ισχύει στην πρώτη ημερολογιακή ημέρα του οικείου εξαμήνου, εφαρμόζεται και για τους επόμενους έξι (6) μήνες (παρ. 4).
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για τις οφειλές φορέα κοινωνικής ασφάλισης που αποτελεί ΝΠΔΔ, από εμπορική συναλλαγή με επιχείρηση, που του παρέδωσε αγαθά, ή υπηρεσίες έναντι αμοιβής το ΝΠΔΔ καθίσταται υπερήμερο και οφείλει τόκους υπερημερίας εξήντα (60) ημέρες μετά την ημερομηνία παραλαβής των αγαθών, ή υπηρεσιών, που έγινε μετά την 5-6-2003, ημερομηνία έναρξης ισχύος του Π.Δ/τος 166/2003, και όχι από την επίδοση αγωγής το οφειλόμενο δε ποσοστό τόκου ορίζεται στο ίδιο π.δ/γμα....Η εφαρμογή, όμως του Π.
Δ/τος 166/2003 προϋποθέτει αξίωση αμοιβής, στηριζόμενη σε έγκυρη συμβατική σχέση, και συνεπώς δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της, όταν η αξίωση κατά του Ν.Π.Δ.Δ συνίσταται σε απόδοση πλουτισμού, λόγω ακυρότητας της μεταξύ του Ν.Π.Δ.Δ και του ιδιώτη προμηθευτή, συναφθείσας συμβάσεως, διότι αυτή λογίζεται, κατ' άρθρο 180 του Α.Κ., ως μη γενόμενη....
Από τις ως άνω δε διατάξεις σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, και 346 του Α.Κ., προκύπτει ότι για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του Π. Δ/τος 166/2003, απαιτείται (και αρκεί) η δημιουργία της επιδικίας από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Δημοσίου, ή των Ν.Π.Δ.Δ.
Η επιδικία αυτή αρχίζει με την επίδοση της αγωγής, και επειδή ο νόμος δεν διακρίνει, ως αγωγή νοείται, όχι μόνο η καταψηφιστική, αλλά και η αναγνωριστική...
Συνεπώς η υπό κρίση έφεση, πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη και να εξαφανιστεί κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση μαζί i) τόσο με την περί τοκοφορίας διάταξη, στην οποία ο νόμιμος τόκος ορίζεται ότι πρέπει να υπολογιστεί, σύμφωνα με το αρ.4 παρ. 4 του Π.Δ/τος 166/2003, όπου, όμως προϋποτίθεται αξίωση αμοιβής από έγκυρη και όχι άκυρη, όπως εν προκειμένω, συμβατική σχέση, κατά τα διαλαμβανόμενα στην...
μείζονα σκέψη....Κατ' ακολουθίαν όσων αναφέρθηκαν, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη ως προς την επικουρική της βάση, τη στηριζόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού και να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ., να καταβάλει στην ενάγουσα, το συνολικό ποσό των 55.472,60 ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο υπερημερίας 6%, για το επιμέρους χρονικό σημείο από την επίδοση της ένδικης αγωγής στο εναγόμενο Νοσοκομείο μέχρι τις 30.4.2019, κατ' άρθρο 7 παρ. 2 του Ν.Δ/τος 496/1974, και 21 του Κ.Δ/τος της 26-6/10-7-1944 "περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", πλην όμως με επιτόκιο υπερημερίας, κατά το άρθρο 45 του Ν. 4607/2019, υπολογιζόμενο για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εναγομένου από 1-5-2019 και μέχρι ολοσχερούς εξοφλήσεως της ενάγουσας".
Με βάση τα ανωτέρω, σύμφωνα και με όσα έχουν λεχθεί στην υπό στοιχεία V.Α. νομική σκέψη της παρούσας, το Εφετείο ορθά απέρριψε ως μη νόμιμο το αίτημα περί τοκοδοσίας με βάση το ΠΔ 166/2003 και το Ν. 4152/2013 και περαιτέρω ορθά έκρινε ότι για την έναρξη της τοκογονίας των οφειλών του Δημοσίου και των Ν.Π.Δ.Δ, όταν δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ 166/2003, απαιτείται (και αρκεί) η δημιουργία της επιδικίας από την οποία λαμβάνει επίσημο χαρακτήρα η αμφισβήτηση, ως προς την ύπαρξη ή μη της απαίτησης για χρηματική παροχή έναντι του Δημοσίου, ή των Ν.Π.Δ.Δ, οπότε η επιδικία αυτή αρχίζει με την επίδοση της αγωγής, κρίνοντας έτσι μη νόμιμο το αίτημα της αναιρεσείουσας για την έναρξη της τοκογονίας με βάση το ΠΔ 166/2003 και το Ν. 4152/2013.
Κατόπιν τούτων, ο πέμπτος λόγος πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως απαράδεκτος, διότι ο λόγος της αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και συνεπώς δεν ιδρύεται όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή ή αίτημα αυτής κρίνεται από το δευτεροβάθμιο ως μη νόμιμο, όπως συνέβη και στην προκειμένη περίπτωση που απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα αιτήματα περί επιδίκασης τόκων και έναρξης της τοκογονίας με το ΠΔ 166/2003 και το Ν. 4152/2013 (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 10/2022).
Τα παραπάνω ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος (πέμπτος) λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, σύμφωνα με όσα ορθά δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σημειουμένου επιπρόσθετα ότι η αντιφατικότητα ελέγχεται με βάση τις παραδοχές του δικαστηρίου και όχι με βάση τα οριζόμενα στο νόμο.
VΙ. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 § 3 εδ.ε' ΚΠολΔ). Τέλος, δικαστικά έξοδα σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσείουσας, δεν επιβάλλονται καθόσον λόγω της ερημοδικίας του το αναιρεσίβλητο δεν υποβλήθηκε σε τέτοια (ΑΠ 429/2024) και δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-3-2023 και με αρ. κατ. ... αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τ. Α. Ε. Α. Ε." κατά της υπ' αριθμ. ... απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Φεβρουαρίου 2025.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ