Supreme Court dismisses appeal against final judgment on co-ownership acquisition via adverse possession.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the First Instance Court's final judgment regarding the acquisition of co-ownership rights through adverse possession. The State argued the lower court lacked sufficient reasoning on inheritance succession and good faith elements, but the Court found the lower court's reasoning complete and legally sound. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(19), 176, 183 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment on the acquisition of co-ownership via adverse possession is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient and free from contradictions, even if it does not detail every specific element of good faith or inheritance distribution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 272 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 272/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Μερόπη Τζουγκαράκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ζ. του Σ., κατοίκου Π. Π., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Κούτση, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2406/2014 εν μέρει οριστική, 3903/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 316/2020 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 30-6-2021 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 30-06-2021 αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα με την κατάθεση του δικογράφου στην γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου (υπ' αριθ. εκθ. κατ. 572/65/30-6-2021) και εμπρόθεσμα μέσα στην οριζόμενη διετή προθεσμία από την δημοσίευση της προσβαλλόμενης οριστικής απόφασης, αφού δεν γίνεται επίκληση ούτε προκύπτει επίδοσή της από κάποιο διάδικο προς τον αντίδικό του (άρθρα 495 παρ. 1, 552, 553 παρ. 1 β, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθούν οι λόγοι της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).
Με την από 30-06-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 316/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά, που εκδόθηκε με την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, επί εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά των (συν)εκκαλουμένων υπ' αριθ. 2406/2014 και 3903/2018 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά επί αγωγής περί αναγνώρισης (συγ)κυριότητας και διόρθωσης κτηματολογικής εγγραφής ακινήτου των Α. Ζ. του Σ., ήδη αναιρεσιβλήτου και Ι. Τ. του Α., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, απλών ομοδίκων μεταξύ τους, κατ' άρθρο 74 ΚΠολΔ (ΑΠ 235/2020, ΑΠ 399/2018, ΑΠ 175/2017, ΑΠ 758/2016). Οι αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εκδόθηκαν με την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, και με την δεύτερη από αυτές έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή κατά την βάση περί κτήσης (συγ)κυριότητας του επίδικου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την βάση περί ειδικής χρησικτησίας (άρθρο 4 Ν. 3127/2003) και ακολούθως διατάχθηκε η διόρθωση της ανακριβούς κτηματολογικής εγγραφής. Με την πρώτη από αυτές απορρίφθηκαν οι λοιπές βάσεις της αγωγής περί κτήσης κυριότητας με παράγωγο μεν τρόπο, ως αόριστη, με τακτική δε χρησικτησία, ως μη νόμιμη (δεν προσβλήθηκαν τα σχετικά κεφάλαια της απόφασης).
Στην από 25-8-2010 (υπ' αριθ. κατ. 9064/14-9-2010) αγωγή, την οποία άσκησε ο Α. Ζ. του Σ. (πρώτος ενάγων) και ο Ι. Τ. του Α. (δεύτερος ενάγων), που τώρα δεν είναι διάδικος, εκθέτουν ότι έγιναν (συγ)κύριοι κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου αγροτεμαχίου, που κείται στην περιφέρεια Α. Σ., συνολικής έκτασης 280 τ.μ., κατά τον τίτλο κτήσης και 274 τ.μ., κατά την μέτρηση του οικείου Κτηματολογίου, όπου έχει ΚΑΕΚ .../0/0.
Ότι ο Α. Ζ. του Σ. (τότε πρώτος ενάγων) απέκτησε την (συγ)κυριότητα στο ακίνητο κατά το ήμισυ με αγορά από τον Γ. Β. του Κ. δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ...-1977 συμβολαίου. Ότι οι Γ. Β. του Κ. και ο (τότε δεύτερος ενάγων) Ι. Τ. του Α. απέκτησαν την (συγ)κυριότητα στο ακίνητο κατά το ήμισυ με αγορά από τους Κ.
Κ. του Ε. και Θ. Κ. του Ε., δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. ...1974 συμβολαίου. Ότι οι ανωτέρω πωλητές απέκτησαν την (συγ)κυριότητα κατά το ήμισυ με αγορά από την Ε. σύζυγο Ι. Κ. το γένος Γ. Μ., δυνάμει των νόμιμα μεταγεγραμμένων υπ' αριθ. ...1970 και ...1970 συμβολαίων αντίστοιχα. Ότι η Ε. σύζυγος Ι. Κ. το γένος Γ.
Μ. απέκτησε την αποκλειστική κυριότητα του επιδίκου, ως τμήματος μεγαλύτερου γεωτεμαχίου εμβαδού 95.987 τ.μ. με αγορά από τους κατονομαζόμενους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του Π. Σ. του Α. ή Α., δυνάμει του νόμιμα μεταγεγραμμένου υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου. Ότι η εν λόγω εδαφική έκταση των 95.987 τ.μ. ανήκε στα μέλη της οικογένειας του Π.
Σ. του Α. ή Α., που ενεργούσαν υλικές πράξεις φυσικής εξουσίασης με καλή πίστη και διάνοια κυρίου ανεπιλήπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1850 μέχρι και το έτος 1961, οπότε ολόκληρη η εδαφική έκταση περιήλθε στην Ε. σύζυγο Ι. Κ. το γένος Γ. Μ., η οποία και την διαμόρφωσε σε αυτοτελή αγροτεμάχια με κατάτμηση, ρυμοτόμηση και διάνοιξη ιδιωτικών οδών, ενώ στη συνέχεια πωλούσε και παρέδιδε τη νομή των σχηματισθέντων αυτοτελών τμημάτων σε τρίτους, που ενεργούσαν με διάνοια κυρίου πράξεις φυσικής εξουσίασης αυτών.
Ότι ο ενάγων έγινε συγκύριος κατά το ήμισυ στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο, ήτοι με αγοραπωλησία με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, άλλως με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας, ενεργώντας από το έτος 1977 συνεχώς με διάνοια κυρίου πράξεις φυσικής εξουσίασης μέχρι και την έγερση της αγωγής, προσμετρώντας τον χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του στον δικό του χρόνο νομής, άλλως με τα προσόντα της ειδικής χρησικτησίας του άρθρου 4 Ν. 3127/2003 σε βάρος του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος, Αρβανίτες στην καταγωγή, ασχολούμενοι ανέκαθεν με αγροτικές καλλιέργειες και βόσκηση ποιμνίων ζώων στην συγκεκριμένη περιοχή, χρησιδέσποζαν από το έτος 1850 την ευρύτερη έκταση, από την οποία προήλθε και το επίδικο ακίνητο, ασκώντας νομή με διάνοια κυρίου και καλή πίστη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου συνεχώς μέχρι και την 11-9-1915, οπότε συμπληρώθηκε η απαιτούμενη από το ισχύον βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο τριακονταετής νομή χρησικτησίας, την οποία συνέχισαν αυτοί να ασκούν και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, χωρίς ποτέ να την απωλέσουν.
Ότι ομοίως τόσο οι απώτεροι δικαιοπάροχοι όσο και ο άμεσος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, μετέπειτα δε και ο ίδιος μέχρι την έγερση της αγωγής του, χρησιδέσποζαν ανεπιλήπτως και αδιαταράκτως το επίδικο ακίνητο, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από το Ελληνικό Δημόσιο. Και ότι το επίδικο ακίνητο καταχωρήθηκε στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Α.
Σ. κατά την διαδικασία κτηματογράφησης ως πλήρους κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο προέβαλε εμπράγματα δικαιώματα. Με βάση τα ιστορούμενα στην αγωγή ζήτησε ο ενάγων να αναγνωριστεί (συγ)κύριος του επιδίκου αγροτεμαχίου κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και να διορθωθεί η ανακριβής κτηματολογική εγγραφή στο οικείο βιβλίο, ώστε να αναγραφεί συγκύριος κατά το ποσοστό του.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθ. 2406/2014 απόφασή του απέρριψε την κύρια βάση της αγωγής περί κτήσης κυριότητας με παράγωγο τρόπο ως αόριστη, διότι οι ενάγοντες δεν ανέφεραν ποιος ήταν ο απώτατος δικαιοπάροχός τους που βρισκόταν εν ζωή κατά τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του νέου Ελληνικού κράτους και εάν αυτός κατείχε κάποιο τίτλο έστω και άκυρο, βάσει του οποίου αναγνωρίσθηκε κύριος του ένδικου ακινήτου από το Οθωμανικό Δημόσιο και στη συνέχεια από το Ελληνικό Δημόσιο ή από την Κοινότητα Αμπελακίων και την επικουρική βάση της αγωγής περί κτήσης κυριότητας με τακτική χρησικτησία ως μη νόμιμη, διότι ο εν λόγω τρόπος κτήσεως έχει αποκλεισθεί από το προϊσχύσαν του Αστικού Κώδικα Βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο.
Περαιτέρω, έκρινε νόμιμη την αγωγή κατά τις λοιπές επικουρικές βάσεις της και, αφού ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου: 1) να προσκομισθεί έγγραφο του Δήμου Σαλαμίνας ή της Νομαρχίας Πειραιά ή αρμόδιας Πολεοδομικής Αρχής, από το οποίο να προκύπτει εάν στην περιοχή Κυνοσούρα Σαλαμίνας υφίσταται οικισμός οριοθετημένος, ο πληθυσμός του οποίου σύμφωνα με την τελευταία (πριν από την έναρξη εφαρμογής του Ν. 3127/2003) απογραφή δεν υπερβαίνει τους 2.000 κατοίκους και 2) να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη σχετικά με το εάν το επίδικο ακίνητο:
α) σε περίπτωση που υφίσταται οριοθετημένος οικισμός Κυνοσούρας, βρίσκεται τοποθετημένο εντός αυτού, β) εμπίπτει εντός του ΑΒΚ 60 ή του ΑΒΚ 61 δημοσίου κτήματος και γ) εμπίπτει στη χωρική αρμοδιότητα της τέως Κοινότητας Σελληνίων ή της τέως Κοινότητας Αμπελακίων. Ακολούθως, μετά την διενέργεια των ανωτέρω διαταχθέντων, η αγωγή επαναφέρθηκε μόνο κατά το ασκούμενο από τον πρώτο ενάγοντα Α.
Ζ. του Σ. μέρος της (όχι και κατά το ασκούμενο από τον δεύτερο ενάγοντα Ι. Τ. του Α. μέρος της) και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3903/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η βάση της αγωγής από το άρθρο 4 Ν. 3127/2003, με την παραδοχή ότι η περιοχή, όπου βρίσκεται το επίδικο ακίνητο δεν αποτελεί οριοθετημένο οικισμό κατά την έννοια του ΠΔ 24-4/3-5-1985, ενώ έγινε δεκτή η βάση της περί κτήσης κυριότητας από τον πρώτο ενάγοντα Α.
Ζ. του Σ. με πρωτότυπο τρόπο, ήτοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και διατάχθηκε η αιτούμενη διόρθωση, ώστε να καταχωρηθεί ο ενάγων ως συγκύριος κατά το ήμισυ στο αγροτεμάχιο αυτό. Η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία της αγωγής υπάρχει αν ο ενάγων δεν αναφέρει στο δικόγραφο με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημά της.
Στην περίπτωση αυτή, η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το δικαστήριο παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, κατά την οποία η αγωγή, εκτός των άλλων αναγκαίων για το ορισμένο αυτής στοιχείων, πρέπει να περιέχει και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε ουδεμία να γεννάται αμφιβολία περί της ταυτότητάς του.
Περαιτέρω, από το άρθρο 1094 ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, μεταξύ άλλων, η ακριβής περιγραφή αυτού κατά θέση, έκταση και όρια, καθώς και κατά ιδιότητα (οικοπέδου, αγρού κ.λ.π.), ώστε να μη γεννάται αμφιβολία για την ταυτότητά του. Όταν το επίδικο ακίνητο φέρεται στην αγωγή ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση του επιδίκου τμήματος, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, έτσι ώστε ο εναγόμενος να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου επιδίκου αντικειμένου, το δε δικαστήριο να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και σε περίπτωση παραδοχής της αγωγής να είναι δυνατή η εκτέλεση.
Δεν απαιτείται για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι όμοροι ιδιοκτήτες, οι πλευρικές διαστάσεις, το σχήμα και ο ακριβής προσανατολισμός του ακινήτου, ούτε να επισυνάπτεται τοπογραφικό διάγραμμα (ΑΠ 9/2020, ΑΠ 781/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του δικογράφου της.
Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο είχε προβάλει πρωτοδίκως και επανέφερε κατ' έφεση τον περί αοριστίας ισχυρισμό, λόγω ανεπαρκούς περιγραφής του επιδίκου ακινήτου, που δημιουργεί ασάφεια σχετικά με την ταυτότητά του, διότι στην αγωγή δεν προσδιορίζονται τα όρια της ευρύτερης έκτασης και η θέση του επιδίκου ακινήτου επακριβώς μέσα σ' αυτή, ενώ δεν ενσωματώνεται ούτε το τοπογραφικό διάγραμμα και ούτε το σχετικό απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος του οικείου κτηματολογικού γραφείου, των οποίων γίνεται επίκληση με το αγωγικό δικόγραφο, χωρίς όμως να αποτελούν περιεχόμενο αυτού.
Ο περί αοριστίας ισχυρισμός απορρίφθηκε με την (συν)εκκαλούμενη υπ' αριθ. 2406/2014 εν μέρει μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που έκρινε καθ' όλα ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή ως προς την βάση της περί κτήσης της κυριότητας του αναιρεσιβλήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς και με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, που έχει εκφέρει όμοια κρίση.
Από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι η περιγραφή του επιδίκου ακινήτου στο δικόγραφο είναι πλήρης, καθώς προσδιορίζεται αυτό κατά θέση, έκταση, όρια, είδος και αριθμό κτηματολογίου ΚΑΕΚ. Το γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο σε προγενέστερο χρόνο της επικαλούμενης κτήσης της νομής του από τον ενάγοντα με την επικαλούμενη αγοραπωλησία αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης έκτασης, δεν δημιουργεί ασάφεια, ως προς την ταυτότητά του.
Ως εκ τούτου η αγωγή είναι ορισμένη, αφού περιγράφεται επαρκώς τόσο το επίδικο ακίνητο, που προέρχεται από κατάτμηση μεγαλύτερης έκτασης, της οποίας δεν αποτελεί πλέον τμήμα, όσο και η μεγαλύτερη αυτή έκταση, χωρίς να απαιτούνται επιπρόσθετα άλλα στοιχεία, δηλαδή ο προσανατολισμός και η θέση αυτού μέσα στην αρχική ευρύτερη έκταση, ούτε και η επισύναψη στην αγωγή τοπογραφικού διαγράμματος, που να απεικονίζει τη θέση και τα όρια του επιδίκου ακινήτου εντός της ευρύτερης έκτασης, καθώς και τα όρια αυτής σε σχέση με άλλα όμορα αγροτεμάχια και δη με το σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων ΕΓΣΑ (Ελληνικού Γεωδαιτικού Συστήματος Αναφοράς).
Επιπλέον στην αγωγή προσδιορίζεται το σημείο του μεγαλύτερου ακινήτου, όπου βρίσκεται το επίδικο με το συγκεκριμένο ΚΑΕΚ τόσο αυτού όσο και των όμορων ιδιοκτησιών, ώστε από την σαφή περιγραφή του μαζί και με τα λοιπά προσδιοριστικά στοιχεία του ουδεμία δημιουργείται αμφιβολία για την ταυτότητά του (ΑΠ 852/2021, ΑΠ 1597/2018).
Με το ανωτέρω περιεχόμενο η ένδικη αγωγή περιέχει ακριβή προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου ακινήτου κατά θέση, έκταση, όρια κει είδος για την εξατομίκευσή του, γίνεται λεπτομερής περιγραφή του τρόπου κτήσης συγκυριότητας με έκτακτη χρησικτησία του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος και των απώτατων, απώτερων και άμεσου δικαιοπαρόχων του και ρητή επίκληση του έννομου συμφέροντος αυτού για την αναγνώριση του αμφισβητούμενου δικαιώματός του έναντι του αναιρεσείοντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου.
Επομένως, η αγωγή περιέχει όλα τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναίρεσης ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ της παρά τον νόμο, μη κηρύξεως απαραδέκτου λόγω αοριστίας του δικογράφου της αγωγής ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7. 39), ν. 9 παρ.1 Πανδ. (50. 14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (41. 4), ν. 6 παρ. 1 Πανδ. (44. 3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18. 1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23. 3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, με βάση τη διάταξη του άρθρου 51 ΕισΝΑΚ εφαρμόζονται για την κτήση κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, κατόπιν ασκήσεως νομής επ' αυτού, ως τέτοιας νοούμενης της διενέργειας εμφανών και συνεχών πράξεων, που εκδηλώνουν βούληση εξουσίας του νομέα πάνω στο ακίνητο, με καλή πίστη, δηλαδή, με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέα ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει, κατ' ουσία, το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Πανδ. (5. 8), 27 Πανδ. (18. 1) και με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας.
Ακολούθως, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28. 7), ν. 14 παρ. 8 Πανδ. (11. 7) και ν. 69 Πανδ. (29. 2) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι, στους οποίους περιλαμβάνονται η σύζυγος, καθώς και οι μη υπεξούσιοι κατιόντες του κληρονομουμένου, δηλαδή οι ενήλικοι κατιόντες, αποκτούν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση στην κληρονομία).
Η δήλωση αυτή μπορεί να είναι είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις, που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της. Εξάλλου, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στον χρόνο της δικής του νομής και τον χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία.
Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Επίσης, σύμφωνα με τα άρθρα 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ, η κληρονομική διαδοχή, είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή εκ νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20, 12 πανδ. (5.8) ν. 27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ. 3, 17 και 48 πανδ. (41. 3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41. 10), 109 πανδ. (50.16) και 2 παρ. 7 και 1 πανδ. (51. 4) ως καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται, κατ' ουσία, το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι την 11-9-1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση κ.λ.π).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά την 11-9-1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 23/2021, ΑΠ 1840/2017, ΑΠ 783/2016). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου (ΑΠ 1182/2018). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα γεγονότα κρίση του, μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα αγροτεμάχιο, που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλης και εκτός οικισμού [.....] στη θέση ΚΑΜΙΝΙΑ - ΚΥΝΟΣΟΥΡΑΣ της κτηματικής περιφέρειας Α.
Σ. Αττικής εμβαδού, κατά το παρακάτω αναφερόμενο με αριθμό ...1977 συμβόλαιο αγοράς καθώς και το από Ιουλίου 2008 τοπογραφικό διάγραμμα της Γ.. Κ. Κ. Σ. Ο. Ε., όπου εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α 280 τ.μ., ενώ, σύμφωνα με την επιμέτρηση του Εθνικού Κτηματολογίου 274 τ.μ., το οποίο έχει λάβει ΚΑΕΚ .../0/0, συνορευόμενο βόρεια με πλευρά μήκους 20 μέτρων με το υπ' αριθ. 16 αγροτεμάχιο και οδό με ΚΑΕΚ ..., ανατολικά με πλευρά μήκους 14 μέτρων με το υπ' αριθ. 19 αγροτεμάχιο με οδό με αριθμό ΚΑΕΚ ..., νότια με πλευρά μήκους 20 μέτρων με το υπ' αριθ. 20 αγροτεμάχιο με αριθμό ΚΑΕΚ ...
και δυτικά με πλευρά-πρόσοψη πλευρά μήκους 14 μέτρων με οδό με ΚΑΕΚ .... Ο ενάγων κατέστη αποκλειστικός νομέας του παραπάνω αγροτεμαχίου δυνάμει του προαναφερθέντος με αριθμό ...1977 συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Πειραιώς Σ. Παπαδόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου, με παράδοσή του σε αυτόν από τον πωλητή Γ.
Β., στη νομή του οποίου είχε περιέλθει εξ αγοράς από τους Κ. Κ. και Θ. Κ., δυνάμει του με αριθμό .../1977 αγοραπωητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου. Οι τελευταίοι είχαν αποκτήσει τη νομή του εν λόγω ακινήτου, κατά το ως άνω ποσοστό, από την πωλήτρια αυτού Ε. Κ., δυνάμει των με αριθμούς 8.243 και ...1979 συμβολαίων του ιδίου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένων.
Η προαναφερόμενη απώτερη δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Ε. Κ. το γένος Γ. Μ. είχε αποκτήσει τη νομή του επιδίκου, ως τμήμα μείζονος έκτασης 95.987 τ.μ., αιτία πώλησης, δυνάμει του υπ' αριθ. ...1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου, [.....] μετά τη σύνταξη του οποίου αυτή προέβη σε νόμιμη κατάτμηση της όλης έκτασης και πώληση αγροτεμαχίων, ένα εκ των οποίων είναι το επίδικο [.....].
Απώτατοι συννομείς της έκτασης αυτής και ακόμη μεγαλύτερης έκτασης επιφάνειας 111.987 τ.μ., ήδη προ του έτους 1850, ήταν ο Α. ή Α. Σ. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και ο Ι. Σ. κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου, οι οποίοι ασκούσαν επ' αυτής πράξεις φυσικής εξουσίασης και νομής με καλή πίστη, ήτοι πιστεύοντας ότι δεν προσέβαλαν την κυριότητα τρίτου και διανοία συγκυρίων, καθώς την χρησιμοποιούσαν κυρίως ως βοσκότοπο, ενώ καλλιεργούσαν τα καλλιεργήσιμα τμήματα αυτής.
Σημειωτέον ότι η επίδικη έκταση ποτέ δεν υπήρξε δημόσια δασική έκταση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, γεγονός που είχε κριθεί από το έτος 1845, οπότε ολοκληρώθηκαν οι εργασίες της επί των διαφιλονικούμενων δασών Επιτροπής της νήσου Σαλαμίνας. Με την απόφασή της αυτή η Επιτροπή αναγνώρισε ως ιδιωτικά τα δάση της νήσου Σαλαμίνας, εκτός εκείνων που ανήκαν στη διαλελυμένη Ιερά Μονή Αγίου Νικολάου, καθώς και εκείνων που είχαν καταχωρηθεί στα βιβλία δημοσίων κτημάτων και στα οποία δεν ανήκε η ως άνω μείζων έκταση των 111.987 τ.μ. [.....].
Έπειτα, ο Ι. Σ. πέθανε και κληρονομήθηκε από τους δύο υιούς του, Γ. και Δ. Σ., οι οποίοι νόμιμα υπεισήλθαν στην κληρονομία του με ανάμειξη σε αυτή, συνεχίζοντας τις ίδιες πράξεις νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, όπως ο προκτήτοράς τους. Το έτος 1899 πέθανε και ο Α. ή Α. Σ. και κληρονομήθηκε κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό του 1/2 επί της μείζονος έκτασης, σύμφωνα με το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο από τον μοναδικό ενήλικο κληρονόμο του, τον υιό του Π.
Σ., ο οποίος απέκτησε τη συννομή του στη μείζονα έκταση κατά το παραπάνω κληρονομηθέν από αυτόν μερίδιο, έχοντας καλή πίστη και διάνοια κυρίου και συνεχίζοντας τις ίδιες διακατοχικές πράξεις νομής που ασκούσε ο πατέρας του. Ο ίδιος Π. Σ. αγόρασε και του παραδόθηκε και το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου της μείζονος έκτασης από τους προαναφερόμενους κληρονόμους του Ι.
Σ., Γ. και Δ. Σ., δυνάμει του ...1908 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Σαλαμίνας Στέφανου Παπασημακόπουλου, νομίμως μεταγεγραμμένου [.....]. Ο εν λόγω Π. Σ. το έτος 1925 μεταβίβασε από την αρχική μείζονα έκταση των 111.987 τ.μ. τμήμα επιφανείας 16.000 τ.μ. [.....] και έτσι απέμεινε στην ιδιοκτησία του έκταση 95.987 τ.μ. [.....], πέθανε στις 22-5-1932 και από τον χρόνο που περιήλθε στην κατοχή του η παραπάνω έκταση, τμήμα της οποίας είναι και το επίδικο, ασκούσε επ' αυτής με διάνοια κυρίου και καλή πίστη πράξεις φυσικής εξουσίασης, δηλαδή αφενός καλλιεργούσε αμπέλια στο ομαλό μέρος αυτής, αφετέρου χρησιμοποιούσε για κτηνοτροφία το υπόλοιπο τμήμα της όλης έκτασης.
Η μείζων έκταση των 95.987 τ.μ. συνόρευε ανατολικά με κτήμα κληρονόμων Παπαμιχαήλ, δυτικά με κληρονόμους Μ., Κ. και αγνώστους, βόρεια με θάλασσα Κόλπο Αμπελακίων και αγνώστους και νότια με θάλασσα Σεληνίων. Ο ως άνω άνευ διαθήκης αποβιώσας Π. Σ. του Α. ή Α. κληρονομήθηκε από την σύζυγό του Π. και τα δέκα τέκνα τους, Α., Δ., Ν., Φ.
σύζυγο Π. Π., Ε. σύζυγο Ε. Β., Π. σύζυγο Κ. Σ., τον υιό του Σ. που πέθανε το έτος 1951, τον υιό του Λ. που πέθανε το έτος 1958, την θυγατέρα του Α. που πέθανε το έτος 1960 και τον υιό του Α. που πέθανε το έτος 1952 και οι οποίοι τον κληρονόμησαν η μεν σύζυγός του Π. κατά τα 450/1800 εξ αδιαιρέτου, καθένα δε από τα προαναφερόμενα τέκνα του σε ποσοστό 135/1800 εξ αδιαιρέτου της ανωτέρω έκτασης, υπεισήλθαν δε νόμιμα στην παραπάνω κληρονομία κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αναμειχθέντες στην κληρονομία και συνεχίζοντας τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής του δικαιοπαρόχου τους.
Όταν πέθανε δε και η Π. χήρα Π. Σ. το γένος Α. Β. το έτος 1937, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την κληρονόμησαν τα παραπάνω δέκα τέκνα της κατ' ισομοιρία, δηλαδή κατά τα 45/1800 εξ αδιαιρέτου ο καθένας και η μερίδα εκάστου εξ αυτών επί της ως άνω μείζονος έκτασης ανήλθε στα 180 /1800 εξ αδιαιρέτου, οι δε ως άνω κληρονόμοι της θανούσας υπεισήλθαν νόμιμα στην κληρονομία της, αναμειχθέντες σ' αυτή και συνεχίζοντας τις πράξεις νομής της δικαιοπαρόχου τους. [.....].
Περαιτέρω, εκ των κληρονόμων - τέκνων του Π. Σ.υ, τον αποβιώσαντα άνευ διαθήκης το έτος 1952 Α. Σ. του Π. κληρονόμησαν η σύζυγός του Λ. χήρα Α. Σ. το γένος Μ. Π. και τα τέκνα του Π.. σύζυγος Γ. Φ., Π.. Σ.. του Α.., Μ. Σ. του Α.., Α. Σ. του Α., Κ. Σ. του Α.. και Π. Σ. του Α... Ο. τελευταίος, δηλαδή ο Π. Σ. του Α. πέθανε χωρίς διαθήκη το έτος 1954 και τον κληρονόμησαν η μητέρα του Λ.
χήρα Α. Σ. και οι αδελφοί του Π. σύζυγος Γ. Φ., Π.. Σ.. του Α.., Μ. Σ. του Α.., Α. Σ. του Α.. και Κ. Σ. του Α., κληρονόμοι οι οποίοι και αποδέχθηκαν την κληρονομία τόσο του Α. Σ. όσο και του Π. Σ. [......].. Τ. αποβιώσαντα άνευ διαθήκης το έτος 1951 Σ. Σ. του Π. κληρονόμησαν η σύζυγός του Ζ. το γένος Ν. Φ. και τα πέντε τέκνα του, Π., Π.., Φ., Α.
και Ν. με την δήλωση αποδοχής [......].. Τ. αποβιώσαντα χωρίς διαθήκη και χωρίς τέκνα το έτος 1958 Λ. Σ. του Π. κληρονόμησαν η σύζυγός του Ε. κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου και κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου τα επτά εν ζωή αδέλφια του Α., Δ., Ν., Φ., Ε., Π., Α., τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Σ. και τα πέντε τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού του Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία του με την πράξη [.....].
Την αποβιώσασα χωρίς διαθήκη το έτος 1960 Α. σύζυγο Ν. Γ. κληρονόμησαν ο σύζυγός της Ν. Γ. κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου και κατά τα υπόλοιπα 3/4 εξ αδιαιρέτου τα πέντε τέκνα της, Ι., Μ., Π., Γ. και Μ. Γ., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομία με την πράξη [.....]. Την παραπάνω έκταση των 95.987 τ.μ. νέμονταν οι παραπάνω συγκλρονόμοι, οι οποίοι με καλή πίστη ανεπίληπτα και αδιατάρακτα ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στην φύση της πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια συγκυρίων μέχρι τη μεταβίβασή της με αιτία την πώληση στην Ε.
Κ. το γένος Γ. Μ., δυνάμει υπ' αριθ. .../1961 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Μανωλέσου, νομίμως μεταγεγραμμένου, οπότε της παρέδωσαν τη νομή της ως άνω έκτασης. Ομοίως η Ε. Κ. συνέχισε να ασκεί στο ίδιο ακίνητο με καλή πίστη ανεπίληπτα και αδιατάρακτα πράξεις φυσικής εξουσίασης με διάνοια κυρίας.
Μετά τη σύνταξη του παραπάνω αγοραπωλητηρίου συμβολαίου η Ε. Κ. προχώρησε σε κατάτμηση της όλης έκτασης σε αγροτεμάχια, δημιουρηγήσασα εν τοις πράγμασι ρυμοτομία αυτής της έκτασης με οικοδομικά τετράγωνα αγροτεμαχίων και ιδιωτικούς δρόμους, τα αγροτεμάχια δε αυτά τα μεταπωλούσε μετά την κατάτμηση σε τρίτους [.....].
Επ' αυτών οι αποκτήσαντες τα αγροτεμάχια, μεταξύ δε τούτων και οι ως άνω δικαιοπάροχοι του ενάγοντος (άμεσος και απώτεροι) προχώρησαν σε καταμετρήσεις, απεικονίσεις σε σχέδια, περιφράξεις, φύτευση καλλωπιστικών φυτών και πολλών δένδρων σε όλη την κατατμηθείσα περιοχή και σε ανέγερση αυθαίρετων κτισμάτων, ήδη από του έτους 1962, στα οποία χορηγήθηκαν στη συνέχεια παροχές κοινής ωφέλειας, ασκώντας ακολούθως με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου πράξεις συντήρησης αυτών, τις οποίες συνέχισε να ασκεί ο ενάγων επί του επιδίκου ακινήτου, από την παράδοση σ' αυτόν, διά της αγοράς του, το έτος 1977 με το προαναφερόμενο συμβόλαιο έως και σήμερα, ήτοι εμβαδομετρώντας το, διαμένοντας και συντηρώντας τις ανεγερθείσες και υπάρχουσες σ' αυτό κατοικίες και γενικά ασκώντας διανοία κυρίου όλες τις προσιδιάζουσας στη φύση του διακατοχικές πράξεις. [.....].
Εκ των ανωτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 1845 τη νομή στο ακίνητο εμβαδού 111.987 τ.μ. και από το έτος 1925, λόγω πώλησης στον Α. Θ. του Π. τμήματος 16.000 τ.μ., τη νομή στο ακίνητο εμβαδού 95.987 τ.μ. ασκούσαν οι απώτατοι δικαιοπάροχοι του ενάγοντος (Α. ή Α. Σ. και Ι. Σ., Π. Σ. του Α. ή Α. και Γ. και Δ. Σ. του Ι., κληρονόμοι Π.. Σ.. του Α..
ή Α.., Ε. σύζυγος Ι. Κ.), οι οποίοι ουδέποτε την είχαν απωλέσει [.....]. Επομένως [.....], ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα, ως ισχυρίζεται το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο της 11-9-1915, ο απώτερος δικαιοπάροχος του ενάγοντος, Π. Σ. του Α. ή Α. είχε καταστεί κύριος του επίδικου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο και συγκεκριμένα με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, καθώς κατά την ημερομηνία αυτή, είχε συμπληρώσει με προσμέτρηση του χρόνου χρησικτησίας των άμεσων δικαιοπαρόχων του, τους οποίους διαδέχθηκε στη νομή, 30ετή καλόπιστη νομή επ' αυτού [.....].
Εξάλλου, ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί ανέκαθεν δασικού χαρακτήρα του επιδίκου, που κατ' αυτό αποτελεί δημόσιο κτήμα εμπίπτον στο ΑΒΚ 61, καταρρίπτεται περίτρανα από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από το ίδιο από 18-11-1998 έκθεση ελέγχου της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά, που συντάχθηκε σε ανύποπτο χρόνο, ήτοι πριν την άσκηση της προκείμενης αγωγής, στην οποία αναφέρεται ότι το δημόσιο κτήμα ΒΚ 61, εμβαδού 288 στρεμμάτων και 180 τ.μ.
αποτελεί αγροτεμάχιο, που βρίσκεται στην περιοχή Αμπελακίων. Σημειωτέον ότι την έλλειψη οιουδήποτε δικαιώματος κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου στην μείζονα έκταση των 95.987 τ.μ., που κατά τα προαναφερόμενα περιήλθε στη νομή της Ε. Κ. δια του με αριθμό .../1961 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου από τους κληρονόμους του Π.
Σ., μέρος της οποίας (274 τ.μ.) αποτελεί το επίδικο δέχτηκαν και οι με αριθμούς 634/2017, 650/2017, 200/2018, 549/2018, 437/2019 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που έκριναν τελεσίδικα επί αγωγών [.....], που ασκήθηκαν για άλλα ακίνητα, προερχόμενα από την κατάτμηση της ίδιας άνω μείζονος έκτασης των 95.987 τ.μ. [.....]. Όλοι οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου είναι απορριπτέοι [.....]".
Με βάση τα ανωτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος όλων των προαναφερόμενων προκτητόρων του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος ήταν ο Π. Σ. του Α. ή Α., ο οποίος απέκτησε την νομή της ευρύτερης έκτασης κατά μεν το 1/2 εξ αδιαιρέτου με κληρονομική διαδοχή από τον πατέρα του Α. ή Α. Σ. του Π., ως ενήλικος γιός του που αναμείχθηκε στην κληρονομία του κατά τον χρόνο του θανάτου του το έτος 1899, κατά δε το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου με αγοραπωλησία το έτος 1908 από τους Γ.
Σ. του Ι. και Δ. Σ. του Ι., που απέκτησαν τη νομή κατά το αντίστοιχο μερίδιο με κληρονομική διαδοχή από τον του πατέρα τους Ι. Σ. του Π., ότι μετά τον θάνατο του Π. Σ. του Α. ή Α. το έτος 1932 η νομή μεταβιβάστηκε με κληρονομική διαδοχή στη σύζυγό του και τα δέκα τέκνα τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του, ότι μετά το θάνατο της συζύγου του το έτος 1937 το μερίδιο της νομής της μεταβιβάστηκε με κληρονομική διαδοχή στα τέκνα τους ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, ότι μετά τον θάνατο των από τα τέκνα τους Σ., Α.., Λ.
και Α.., κατά τα έτη 1951, 1952, 1958 και 1960 αντίστοιχα, καθώς και του Π., γιού του Α., το έτος 1954, το μερίδιο της νομής εκάστου από τους αποβιώσαντες μεταβιβάστηκε με κληρονομική διαδοχή στους δικούς τους εξ αδιαθέτου κληρονόμους, ότι οι απώτατοι αυτοί δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου καλόπιστα ασκούσαν αδιάκοπη νομή στην ενιαία μείζονα έκταση, στην οποία ανήκει το επίδικο εδαφικό τμήμα, ότι με άσκηση νομής σε όλη την έκταση του γεωτεμαχίου χωρίς εξειδίκευση επί μέρους διακατοχικών πράξεων επιδηλωτικών χρησικτησίας επί του επιδίκου και μόνο, έγιναν κύριοι όλης της έκτασης του γεωτεμαχίου, περιλαμβανομένου και του επιδίκου, με έκτακτη χρησικτησία, που είχε συμπληρωθεί μέχρι την 11-9-1915.
Επίσης δέχθηκε ότι το αναιρεσείον εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε πράξεις νομής με διάνοια κυρίου, αντιθέτως, πάντοτε θεωρούσε την περιοχή, ως ιδιωτική, ότι δεν αποτέλεσε ποτέ δάσος, αλλά ήταν ανέκαθεν καλλιεργήσιμη πεδινή έκταση (αγρός) και αργότερα μετά την ένταξη της περιοχής στον οικιστικό τομέα, απέκτησε οικοπεδική μορφή και ότι το Ελληνικό Δημόσιο ούτε επέβλεπε την ευρύτερη έκταση του επιδίκου, ούτε είχε συνάψει μισθώσεις με τρίτους σχετικά με την εκμετάλλευσή του, ούτε απέβαλε, ούτε ενόχλησε με κανένα τρόπο τους κυρίους, αλλά ούτε αμφισβήτησε την κυριότητά τους ή ότι διεξήγαγε δίκες σε βάρος τους.
Ακολούθως δέχθηκε ότι η κυριότητα για το επίδικο ακίνητο, ακόμα και στην περίπτωση που αποτελούσε δημόσιο κτήμα, είχε απωλεσθεί έναντι του Ελληνικού Δημοσίου ήδη την 11-9-1915, χωρίς να ανακτηθεί και ότι οι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου απέκτησαν κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία αρχικά, με βάση το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, με βάση το άρθρο 1051 ΑΚ, με προσμέτρηση του χρόνου νομής των εκάστοτε δικαιοπαρόχων τους.
Κατόπιν τούτων, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αγωγή ήταν και κατ' ουσία βάσιμη, επικυρώνοντας την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 3903/2018 εκκαλούμενη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, η οποία εκφέροντας όμοια κρίση αναγνώρισε τον αναιρεσίβλητο πλήρη (συγ)κύριο του επιδίκου ακινήτου κατά ποσοστό 50% και διέταξε την διόρθωση κατά το αντίστοιχο ποσοστό της οικείας κτηματολογική εγγραφής.
Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης πλήττονται οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης και αποδίδεται στο Εφετείο ότι υπέπεσε στην παράβαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για έλλειψη νόμιμης βάσης. Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αιτιάται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ελλιπείς, ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τον τρόπο που περιήλθε πριν από το έτος 1850 η ευρύτερη έκταση, από την οποία προήλθε το επίδικο ακίνητο, στους Α.
ή Α. Σ. του Π. και Ι. Σ. του Π., απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, ως προς το είδος κληρονομικής διαδοχής, εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, του αποβιώσαντος το έτος 1899 Α. ή Α. Σ.. του Π. από τον γιό του, ως μοναδικό κληρονόμο του, ως προς το αν τα δέκα τέκνα του εν λόγω Π. Σ. του Α. ή Α., που απέκτησε με την σύζυγό του, Π.
και υπεισήλθαν στην κληρονομία τους, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι τους, ήταν ανήλικα ή ενήλικα κατά τον χρόνο επαγωγής, ως προς το αν στην κληρονομιαία περιουσία συμπεριλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, ως προς την παράθεση συγκεκριμένων πράξεων στο επίδικο ακίνητο, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση έκαστου από τα τέκνα τους να αναμειχθούν στην κληρονομία των γονέων τους με πρόθεση κληρονόμου, ως προς τον καθορισμό του ποσοστού συννομής έκαστου τέκνου τους στο επίδικο ακίνητο, ως προς τον καθορισμό του ποσοστού κληρονομικής διαδοχής και (συν)νομής έκαστου από τα μεταποβιώσαντα τέκνα τους από έκαστο δικό τους τέκνο στο επίδικο ακίνητο και ως προς την παράθεση συγκεκριμένων πράξεων στο επίδικο ακίνητο, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση έκαστου από τα τέκνα των μεταποβιωσάντων τέκνων τους να αναμειχθεί στην κληρονομία των γονέων τους με πρόθεση κληρονόμου.
Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης, το Εφετείο ερεύνησε τον πρωτότυπο τρόπο, όχι τον παράγωγο, τρόπο κτήσης κυριότητας στο επίδικο ακίνητο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, διότι κατά το κεφάλαιο αυτό μεταβιβάστηκε η υπόθεση. Ως εκ τούτου, δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να προσδιορίζεται ο τρόπος κτήσης της συγκυριότητας στο μείζον ακίνητο των δικαιοπαρόχων του Π.
Σ. του Α. ή Α. πριν από το έτος 1850, ήτοι του πατέρα του Α.. ή Α.. Σ.. του Π. (άμεσου δικαιοπαρόχο του) και του θείου του Ι. Σ. του Π. (απώτερου δικαιοπαρόχου του), αρκεί η παραδοχή στην απόφαση ότι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοί του ασκούσαν συννομή σ' αυτό. Δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ο τρόπος κληρονομικής διαδοχής, εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, του αποβιώσαντος το έτος 1899 Α.
ή Α. Σ. από τον γιό του Π. Σ., αφού αρκεί η παραδοχή ότι υπεισήλθε, ως μοναδικός κληρονόμος του, στην κληρονομία, ότι την αποδέχθηκε και ότι άσκησε όμοιες με τον κληρονομούμενο πατέρα του διακατοχικές πράξεις, ιδίως καλλιέργεια αμπελιού και βοσκή ζώων, με τις οποίες αναμείχθηκε στην κληρονομία και από αυτές προκύπτει η βούλησή του να αποκτήσει κυριότητα στο κληρονομιαίο ακίνητο.
Δεν ήταν αναγκαίο να διευκρινίζεται αν τα δέκα τέκνα, που απέκτησε ο Π. Σ. του Α. ή Α. με την σύζυγό του, Π., οι οποίοι απεβίωσαν αμφότεροι υπό την ισχύ του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι τα έτη 1899 και 1832 αντίστοιχα, ήταν ανήλικα ή ενήλικα κατά το χρόνο θανάτου των γονέων τους, αφού αρκεί η παραδοχή ότι όλα τα τέκνα τους αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομία και συνέχισαν να ασκούν όμοιες με αυτούς διακατοχικές πράξεις, αυτοπροσώπως ή μέσω τρίτων, με τις οποίες αναμείχθηκαν στην κληρονομία και χρησιδέσποζαν ολόκληρο το μεγαλύτερο ακίνητο, που περιλαμβάνει και το επίδικο, ως καθολικοί διάδοχοί τους με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα να συνυπολογίσει έκαστο από τα τέκνα τους στον χρόνο της νομής του και τον χρόνο νομής έκαστου δικαιοπαρόχου γονέα του, καθώς και με την άδολη πεποίθησή τους ότι με την κτήση της νομής δεν προσβάλλεται, κατ' ουσία, το δικαίωμα κυριότητας άλλου επί του κληρονομιαίου ακινήτου.
Ειδικότερα, δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύεται ότι οι κληρονόμοι των απώτατων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου ήταν ανήλικοι κατά τον χρόνο του θανάτου των κληρονομούμενων ή ενήλικοι, διότι αρκούσε η παραδοχή της απόφασης ότι μετά τον θάνατο των γονέων τους εκδήλωσαν με συγκεκριμένες υλικές πράξεις την πρόθεσή τους να λάβουν το μερίδιό τους από την κληρονομία αυτή (ΑΠ 1432/2011, ΑΠ 1571/1983).
Σε σχέση με τις πράξεις νομής των απώτατων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου σαφώς αναφέρονται στην απόφαση η καλλιέργεια του επιδίκου ακινήτου και η χρησιμοποίησή του για βοσκή ζώων από το έτος 1850 με καλή πίστη από τον Π. Σ. του Α. ή Α. και αφότου απεβίωσε αυτός από την σύζυγό του και τα τέκνα τους, οι οποίοι υπεισήλθαν δι' αναμείξεως, κατά τις διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, στην κληρονομία του και συνέχισαν αυτοί τη νομή του δικαιοπαρόχου τους, ενώ από το έτος 1832 αφότου απεβίωσε και η σύζυγός του και μητέρα τους συνέχισαν την άσκηση όμοιας νομής τα τέκνα τους με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη και γενικά ενεργώντας κάθε πράξη που δηλώνει βούληση εξουσίασης (ΑΠ 452/2016).
Πληρέστερη εξειδίκευση των διακατοχικών πράξεων δεν απαιτείται, αφού επρόκειτο για ενιαία εδαφική έκταση και ο φυσικός εξουσιασμός των απώτατων και απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος καθώς και το πνευματικό στοιχείο της νομής επεκτείνονταν σε όλη την έκταση αυτή, μέσα στην οποία εντάσσεται, κατά τις ανέλεγκτες αναιρετικά παραδοχές, το επίδικο εδαφικό τμήμα (ΑΠ 638/2016).
Αναφορικά με την επαγωγή της κληρονομίας όσων από τα τέκνα του Π. Σ. του Α. ή Α. και της συζύγου του Π. απεβίωσαν υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα στα δικά τους τέκνα, δεν ήταν απαραίτητη για την απόκτηση της νομής τους στο επίδικο κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας και η μεταγραφή της σχετικής δήλωσης, αφού η νομή των γονέων τους μεταβιβάστηκε αυτοδικαίως στα τέκνα τους, ως κληρονόμους τους.
Περαιτέρω, δεν ήταν αναγκαία η αναφορά στην απόφαση ότι στην επαχθείσα κληρονομία τόσο των απώτατων όσο και των απώτερων δικαιοπαρόχων του αναιρεσιβλήτου περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, αφού σε όλες τις περιπτώσεις η διαδοχή αυτή περιελάμβανε το σύνολο της κληρονομίας εκάστου κληρονομουμένου, ούτε ήταν αναγκαία η αναφορά του ποσοστού του κληρονομικού μεριδίου εκάστου κληρονόμου, αφού για μεν τον πριν από την ισχύ του Αστικού Κώδικα χρόνο καθοριζόταν από το νόμο Ν. 2310/1920, για μετά δε την εισαγωγή του καθορίζεται από τα άρθρα 1813 επ.
αυτού. Δεν ήταν αναγκαία η αναφορά του ποσοστού εξ αδιαιρέτου κατά το οποίο έκαστος από τους κληρονόμους έγινε συγκύριος του επιδίκου, αλλά ούτε και το αντίστοιχο ιδανικό μερίδιο συννομής αυτών επί του μεγαλυτέρου ακινήτου και επί του επιδίκου, αφού έκαστος κληρονόμος ασκούσε τις επαρκώς προσδιοριζόμενες πράξεις νομής και για λογαριασμό των λοιπών συννομέων (ΑΠ 2192/2013), χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των πράξεων νομής μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας (ΑΠ 847/2013, ΑΠ 92/2013, ΑΠ 991/ 2012), ούτε ο προσδιορισμός των πράξεων αυτών σε κάθε επίδικο τμήμα της ευρύτερης έκτασης (ΑΠ 556/2012), ούτε των ονομάτων των αντιπροσώπων του νομέα ή των βοηθών νομής αυτού, αρκεί η παράθεση πράξεων νομής στην μείζονα έκταση (ΑΠ 24/2021, ΑΠ 1296/2020).
Επίσης αρκεί η αναφορά της κληρονομικής διαδοχής και της χρησιμοποίησης της ευρύτερης έκτασης κατά το είδος και τη φύση της, που συνεχίστηκε από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1961 και με τον τρόπο αυτό όλοι οι προαναφερόμενοι κληρονόμοι επιλήφθηκαν της νομής του ακινήτου και έκαστος από αυτούς αναμείχθηκε στην κληρονομιαία περιουσία.
Τέλος υπάρχει σαφής αναφορά ότι επακολούθησαν από το έτος 1961 πράξεις νομής από την απώτερη δικαιοπάροχο του αναιρεσιβλήτου με καταμέτρηση, κατάτμηση και μεταβίβαση τμημάτων του ευρύτερου ακινήτου και πώληση από αυτή των αυτοτελών ακινήτων που προέκυψαν σε τρίτους, μεταξύ των οποίων και του επιδίκου στους λοιπούς απώτερους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, ότι αυτοί και στη συνέχεια και ο ίδιος με την αγορά και παράδοση από τον άμεσο δικαιοπάροχό του έγινε συννομέας κατά το μερίδιό του και ουδέποτε απώλεσε τη (συν)νομή μέχρι την έγερση της αγωγής του.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 1041 και 1045 ΑΚ προκύπτει ότι για την αναγνωριστική ή διεκδικητική κυριότητας αγωγή, που βασίζεται σε χρησικτησία και αφορά τμήμα μείζονος έκτασης, αρκεί η παράθεση και απόδειξη διακατοχικών πράξεων εκ μέρους του ενάγοντος και των τυχόν δικαιοπαρόχων του, επιδηλωτικών της νομής τους στη μείζονα έκταση για όσο χρόνο προβλέπεται κατά περίπτωση από το νόμο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία), χωρίς επιπλέον να απαιτείται η εξειδίκευση των μερικότερων πράξεων νομής και στο επίδικο τμήμα, αφού πρόκειται για ενιαία εδαφική έκταση, έτσι ώστε η φυσική εξουσία (κατοχή) και το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου) εκτείνεται σε ολόκληρο το μείζον ακίνητο, εντός του οποίου εμπίπτει και το επίδικο τμήμα (ΑΠ 358/2016, ΑΠ 1420/2014).
Σε σχέση με το στοιχείο της καλής πίστης κατά την άσκηση νομής για την κτήση κυριότητας σε ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία με βάση το βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο, δεν είναι αναγκαίο να παρατίθενται γεγονότα, κατ' εκτίμηση των οποίων να μπορεί να ελεγχθεί η συνδρομή της ενδιάθετης αυτής κατάστασης, αλλά αρκεί η μνεία αυτής, ως έννοιας κοινώς γνωστής (ΑΠ 987/2017).
Με τον ίδιο (πρώτο) λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αιτιάται επίσης ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αιτιολογούνται οι παραδοχές ότι στα τμήματα του ευρύτερου ακινήτου, που καλλιεργούσαν οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπαρόχοι του αναιρεσιβλήτου, περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο και ότι υπήρχε καλή πίστη στο πρόσωπό τους κατά την άσκηση της νομής.
Αναφορικά με τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου, για τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι καλλιεργούσαν το μεγαλύτερο ακίνητο, εκτάσεως αρχικά 111.987 τ.μ. και στη συνέχεια 95.987 τ.μ., σε ορισμένα τμήματά του και ότι το χρησιμοποιούσαν και ως βοσκότοπο, δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται πράξεις νομής επιλεκτικά εντός του επιδίκου ακινήτου των 274 τ.μ, ούτε να διευκρινίζεται αν στο τμήμα που καλλιεργήθηκε από αυτούς περιλαμβάνεται και το επίδικο.
Αρκεί η αναφορά της κληρονομικής διαδοχής και η εκμετάλλευση της ευρύτερης έκτασης κατά τον προορισμό της ανεπιλήπτως, αδιαταράκτως και συνεχώς από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1961, έτσι ώστε με τον τρόπο αυτό όλοι οι προαναφερόμενοι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου αναμείχθηκαν ενεργά στην κληρονομιαία περιουσία.
Αναφορικά με την άσκηση της νομής με καλή πίστη στην επίδικη έκταση των 274 τ.μ. και στην ακόμα μεγαλύτερη, όπου αυτό εμπεριέχεται, η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ότι η βούληση εξουσίασης εκδηλώθηκε ήδη το έτος 1850 από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου με καλή πίστη, η οποία συνάγεται συμπερασματικώς από τα αποδεικνυόμενα γεγονότα και δεν ήταν αναγκαίο να παρατίθενται και άλλα επιπρόσθετα στοιχεία, κατ' εκτίμηση των οποίων να μπορεί να ελεγχθεί η συνδρομή της ενδιάθετης αυτής κατάστασης.
Ανεξαρτήτως αυτού, στην προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνεται ότι οι κάτοικοι του χωρίου Α. Σ., όπως υπήρξαν και οι απώτατοι και απώτεροι δικαιοπάροχοι του αναιρεσιβλήτου, χρησιμοποιούσαν την ευρύτερη περιοχή, όπου κείται το επίδικο, γνωρίζοντας αυτή ως ιδιωτική, περιστατικό που επιστηρίζει την καλή τους πίστη.
Ωστόσο, δεν ήταν αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να επεξηγείται ειδικώς η ύπαρξη του στοιχείου της καλής πίστης, αλλά αρκεί η μνεία αυτής, ως έννοιας κοινώς γνωστής. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε τη νόμιμη βάση από την απόφασή του, με την οποία ορθά εφάρμοσε τις ανωτέρω διατάξεις του νόμου, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της, που παρατίθενται στην αιτιολογία της με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ως προς το ζήτημα της κτήσης συγκυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου με πρωτότυπο τρόπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου και ακολούθως από τον ίδιο κατά το ποσοστό του 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο σχημάτισε την δικαιοδοτική του κρίση περί κτήσης της κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους του αναιρεσιβλήτου και από τον ίδιο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας χωρίς να υπάρχει αιτιολογία για ουσιώδη ζητήματα και δη για τον καθορισμό του είδους κληρονομικής διαδοχής του Π.
Σ. του Α. ή Α. στην κληρονομία του πατέρα του, για τον προσδιορισμό των ιδανικών μεριδίων συννομής της συζύγου του Π. και των δέκα τέκνων τους στην κληρονομία του, για τον προσδιορισμό των ιδανικών μεριδίων (συγ)κυριότητας και (συν)νομής των τέκνων των αποβιωσάντων τέκνων τους στην κληρονομία των δικών τους γονέων, για την άσκηση συννομής με συγκεκριμένες πράξεις, για την παραδοχή ότι στα τμήματα που καλλιεργήθηκαν από όλους τους εκάστοτε κληρονόμους περιλαμβάνεται και το επίδικο και για την εξειδίκευση των συγκροτούντων την έννοια της καλής πίστης στοιχείων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), μειωμένη κατά τα άρθρα 22 παρ. 1, 3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμός 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ. 12 Ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 1344 23/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-6-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 316/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιά.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ