Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to lack of service on one co-defendant and rejects review of factual findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a first-instance judgment regarding property inheritance. The appellant argued the lower court erred in evaluating witness testimony and failed to consider evidence, but the court found these claims inadmissible. The primary reason for dismissal was the failure to prove legal service of the appeal on one co-defendant, while the court also upheld the lower court's discretion in assessing witness credibility.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(11)(c) PolD; Art. 561(1) PolD: An appeal is inadmissible if the appellant fails to prove legal service on all co-defendants, and the Supreme Court cannot review the lower court's evaluation of evidence or factual findings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 758 / 2016 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 758/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Θ. Τ. του Β., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Μιχαλόπουλο.
Των αναιρεσίβλητων: 1)Α. συζ. Κ. Κ., το γένος Β. Τ., κατοίκου ..., 2)Π. Τ. του Β., κατοίκου ..., 3)Γ. Τ. του Β., κατοίκου ..., 4)Π. συζ. Γ. Π., το γένος Β. Τ., κατοίκου ..., 5)Μ. Τ. του Β., κατοίκου .... Ο 2ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, οι 1η 3ος 4η 5η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Απόστολο Παπαχαραλάμπους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-2-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο ....
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:387/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 878/2014 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 15-9-2014 αίτησή του.
Με την από 13-1-2015 κλήση του, η υπόθεση επανήλθε προς συζήτηση μετά από ματαίωση λόγω εκλογών. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 17-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος, ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων να απορριφθεί, καθένας δε και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τα έγγραφα της δικογραφίας, τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου και το οικείο πινάκιο προκύπτουν τα εξής: Κλήση για συζήτηση για τη δικάσιμο της 2.3.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον απολιπόμενο δεύτερο αναιρεσίβλητο Π.
Τ. του Β., όπως τούτο προκύπτει από την υπ’ αριθμ..../1.12.2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ... Ν. Κ.. Νέα κλήτευση για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν χρειαζόταν, αφού η εγγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (αρθρ.226 παρ.4 εδ.γ και 575 ΚΠολΔ). Πλήν όμως δεν προκύπτει ότι στον εν λόγω απολιπόμενο αναιρεσίβλητο, επιδόθηκε και αντίγραφο της αναιρέσεως, η αρχικά ορισθείσα δικάσιμος της οποίας για τις 16.9.2015 ματαιώθηκε λόγω των διενεργηθεισών τότε βουλευτικών εκλογών (αρθρ.568 παρ.4 ΚΠολΔ).
Εφόσον όμως δεν αποδεικνύεται η επίδοση και του αναιρετηρίου δεν υφίσταται νόμιμη κλήτευση του εν λόγω αναιρεσιβλήτου. Ενόψει τούτου και εφόσον αυτός συνδέεται με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσιβλήτους με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (αρθρ.74 παρ.1 ΚΠολΔ), καθόσον η ένδικη υπόθεση αφορά σε αναγνωριστική αγωγή κυριότητας ακινήτου, πρέπει κατά τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.2 και 3 ΚΠολΔ να χωρισθεί η υπόθεση και αφού κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση, ως προς τον εν λόγω απολιπόμενο αναιρεσίβλητο (2ο), να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς διαδίκους.
Επειδή κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί μία εικοσαετία. Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 και 983 ΑΚ, η νομή αποκτάται είτε με παράδοση αυτής στον αποκτώντα, με τη βούληση του έως τώρα νομέα ή και με μόνη τη μεταξύ τους συμφωνία για μεταβίβαση αυτής, εφόσον ο αποκτών είναι σε θέση να ασκεί την εξουσία πάνω στο πράγμα, είτε με κληρονομική διαδοχή.
Νομέας κατά το άρθρο 974 του ίδιου κώδικα είναι όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κάτοχος), αν ασκεί την εξουσία αυτή, με διάνοια κυρίου. Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει, ότι προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή η βούληση εξουσιάσεως αυτού με διάνοια κυρίου (animus domini) και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (corpus).
Η ταυτόχρονη, κατά κανόνα, συνύπαρξη (με εξαίρεση την πλασματική κτήση της νομής) των δύο αυτών στοιχείων είναι δημιουργική του προστατευόμενου, από το ισχύον δίκαιο, δικαιώματος της νομής. Ειδικότερα, η διάνοια κυρίου συνίσταται, στην πρόθεση του έχοντος αυτήν προσώπου, για διαρκή, απεριόριστη και αποκλειστική εξουσίαση του πράγματος, όμοια ή ανάλογη με εκείνη που απορρέει από το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας και που αναγνωρίζεται στο δικαιούχο αυτής.
Η διάνοια κυρίου εκδηλώνεται με τη μεταχείριση του πράγματος με τον ίδιο τρόπο, με τον οποίο θα μπορούσε να το μεταχειριστεί ο ιδιοκτήτης, χωρίς να απαιτείται απαραίτητα να κατευθύνεται η πρόθεση του νομέα σε έννομη κτήση της κυριότητας, ούτε και να έχει αυτός την πεποίθηση ότι έχει κυριότητα (opinion domini).
Εκείνος όμως που εξουσιάζει το πράγμα για μια εικοσαετία γίνεται, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ανεξαρτήτως, όπως ειπώθηκε, αν είχε και την πεποίθηση ότι είχε την κυριότητα. Άσκηση της νομής επί ακινήτου που οδηγεί στην κτήση της κυριότητας αυτού με έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν οι υλικές και εμφανείς, πάνω σ’ αυτό, πράξεις, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του και κατά την αντικειμενική συναλλακτική αντίληψη είναι δηλωτικές εξουσιάσεως αυτού, κατά τρόπο διαρκή και σταθερό, με διάνοια κυρίου.
Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η περιτοίχηση και η ανοικοδόμηση, εφόσον δεν πρόκειται για οικία η κατοίκηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας και αν πρόκειται για κληρονομιαίο ακίνητο η αποδοχή της κληρονομίας, η μεταγραφή της και η καταβολή των οικείων φόρων.
Εξ ετέρου ο διάδικος που προβάλλει τη χρησικτησία, πρέπει να επικαλεσθεί τη νομή και να καθορίσει συνάμα και τις μερικότερες υλικές πράξεις αυτής από τις οποίες, αν αποδειχθούν, θα συναχθεί η πραγμάτωση της θέλησης του κατόχου να κατέχει το πράγμα σαν δικό του. Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει ότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (αρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας, από έκτακτη χρησικτησία, αγωγή του αναιρείοντος, κατά των αναιρεσιβλήτων: "Με τον υπ’ αριθμό .../1973 τίτλο κυριότητας της Διεύθυνσης Γεωργίας της Νομαρχίας Πιερίας, που μεταγράφηκε στις 8-3-1974 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου … (τόμος ...) ο Β.
Τ., πατέρας των διαδίκων, απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το υπ’ αριθμο ... οικόπεδο της οριστικής διανομής του αγροκτήματος ... Πιερίας, εμβαδού, κατά τον τίτλο κτήσης 1998 τμ, που βρίσκεται στο οικοδομικό τετράγωνο … του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου Δίου Ν.Πιερίας. Εντός του οικοπέδου ο Β.
Τ. ανήγειρε με δικές του δαπάνες αποθήκη - σταύλο εμβαδού 50 τμ και μία διώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από μία οικία στο ισόγειο όροφο, εμβαδού 70 τμ και αποθήκη δίπλα 40 τμ περίπου και μία οικία στον πρώτο όροφο εμβαδού 70 τμ. Ο Β. Τ., ο οποίος ασχολούνταν με γεωργικές εργασίες, διέμενε στην προαναφερόμενη οικία με την οικογένεια που δημιούργησε και στον περιβάλλοντα χώρο (αυλή) τοποθετούσε φυτώρια καπνού, καλλιεργούσε οπωροκηπευτικά και περιποιόταν τα δένδρα.
Με την πάροδο του χρόνου τα τέκνα του δημιούργησαν δικές τους οικογένειες και ζούσαν χωριστά, ο ίδιος όμως εξακολουθούσε να διαμένει με τη σύζυγο του στην προαναφερόμενη οικία. Ο γιος του Θ. Τ. (ενάγων και ήδη εφεσίβλητος) ζούσε στη Γερμανία με την οικογένεια του και επέστρεψε στην Ελλάδα το έτος 1979. Τότε ο πατέρας του παραχώρησε σε αυτόν τη χρήση του πρώτου ορόφου της προαναφερόμενης διώροφης οικίας, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένεια του και προέβη στην επέκταση αυτής με την προσθήκη κτίσματος εμβαδού 40 τμ δυνάμει της υπ’ αριθμο ...1978 οικοδομικής άδειας που εκδόθηκε στο όνομα του από τη Νομαρχία Πιερίας.
Παράλληλα με τη χρήση της οικίας χρησιμοποιούσε τμήμα του οικοπέδου για την καλλιέργεια των δικών του καπνών. Μετά την παραχώρηση του πρώτου ορόφου στον ενάγοντα, οι γονείς του διέμεναν στην οικία του ισογείου ορόφου, όπου επισκέπτονταν αυτούς τα τέκνα και τα εγγόνια τους. Το έτος 1983 απεβίωσε ο Β. Τ., σε ηλικία 80 ετών και κατέλιπε την υπ’ αριθμό .../1980 δημόσια διαθήκη, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ...
Ζήση Κωστίκου και δημοσιεύθηκε με τα υπ’ αριθμό 57/22-3-1984 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Με τη διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμους των περιουσιακών του στοιχείων τη σύζυγο του Ε. και τα τέκνα του (διαδίκους) και κατελιπε στον ενάγοντα διαιρετό τμήμα, εμβαδού 300 τμ, που βρίσκεται στη νοτιοανατολική γωνία του προαναφερόμενου οικοπέδου, όπως αυτό εμφαίνεται με αύξοντα αριθμό … και τα αλφαβητικά στοιχεία ...
στο συνημμένο στη διαθήκη τοπογραφικό διάγραμμα του τεχνολόγου μηχανικού ... Κ. Δ., το οποίο υπογράφηκε από τον διαθέτη και τους παριστάμενους κατά τη σύνταξη της διαθήκης μάρτυρες. Πρέπει να σημειωθεί ότι εσφαλμένα στη διαθήκη αναφέρεται ο αριθμός του κληρονομιαίου οικοπέδου ..., ενώ ο ορθός αριθμός είναι ....
Το υπόλοιπο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου, εμβαδού 1697 τμ με τα κτίσματα που υπήρχαν εντός αυτού (διώροφη οικία, αποθήκη) κατέλιπε στη σύζυγο του Ε., όπως αυτά εμφαίνονται στο συνημμένο στη διαθήκη τοπογραφικό διάγραμμα του προαναφερόμενου μηχανικού. Μετά το θάνατο του συζύγου της η Ε. Τ. εξακολουθούσε να διαμένει στην ισόγεια οικία της διώροφης οικοδομής, ενώ συνέχισε να παραχωρεί τη χρήση του πρώτου ορόφου στον γιό της (ενάγοντα).
Η προαναφερόμενη, εκτός από την παραμονή της στην ισόγεια οικία, φρόντιζε τον αύλειο χώρο, δηλαδή φύτευε λαχανικά και περιποιόταν τα δένδρα, είτε η ίδια, είτε χρησιμοποιώντας τρίτα πρόσωπα. Με την υπ’ αριθμό .../1987 πράξη του συμβολαιογράφου ... Ζήση Κωστίκου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...) και την ...8-8-2003 έκθεση αποδοχής κληρονομιάς της Γραμματέα του Πρωτοδικείου ..., που μεταγράφηκε νόμιμα (τόμος ...) η Ε.
Τ. αποδέχθηκε την κληρονομιά που κατέλιπε σε αυτήν ο αποβιώσας σύζυγος της και κατέβαλε τους φόρους κληρονομιάς που επιβλήθηκαν από την αρμόδια ΔΟΥ. Το έτος 1999 διαταράχθηκαν οι σχέσεις της με τον ενάγοντα - γιό της για το λόγο ότι ζητούσε να μεταβιβάσει σε αυτόν το τμήμα του οικοπέδου με τη διώροφη οικία που απέκτησε με την προαναφερόμενη διαθήκη, με αποτέλεσμα μετά από έντονο οικογενειακό επεισόδιο να αναγκαστεί η Ε.
Τ. να κοινοποιήσει την από 6-9-1999 εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία. Στις 3-10-2005 απεβίωσε η μητέρα των διαδίκων και κατέλιπε την υπ’ αριθμό .../2001 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ιωάννη Βακαλίκου και δημοσιεύθηκε με το υπ’ αριθμό 10/19-1-2006 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου .... Με τη διαθήκη εγκατέστησε κληρονόμους τα τέκνα της και κατέλιπε το υπ’ αριθμό ...
οικόπεδο με τα επ’ αυτού κτίσματα κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου στον ενάγοντα, 5/20 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη εναγομένη θυγατέρα της Α. και 3/20 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους υπόλοιπους εναγομένους. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι ο πατέρας των διαδίκων Β. Τ. ουδέποτε αποξενώθηκε από τη νομή του επιδίκου οικοπέδου μετά των επ’ αυτού κτισμάτων, αλλά είχε αυτό συνεχώς στη νομή και κατοχή του από το έτος 1974, όταν παραχωρήθηκε σε αυτόν από το ελληνικό Δημόσιο μέχρι το θάνατο του που συνέβη το έτος 1983.
Στον ενάγοντα-γιό του παραχώρησε μόνο τη χρήση του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας, προκειμένου να εγκατασταθεί αυτός με την οικογένεια του, όταν επέστρεψε στην Ελλάδα από τη Γερμανία, με έννομη συνέπεια ο ενάγων να έχει αποκτήσει απλή φυσική εξουσία στην οικία του πρώτου ορόφου, ενώ έλειπε το πνευματικό στοιχείο (διάνοια κυρίου).
Ο τελευταίος ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του Β. Τ. το έτος 1977 παρεχώρησε σε αυτόν, με άτυπη δωρεά, όλο το οικόπεδο με τα επ’ αυτού κτίσματα και έκτοτε νέμεται και κατέχει αυτό με διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από 20 χρόνια μέχρι την άσκηση της αγωγής με αποτέλεσμα να καταστεί κύριος με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας.
Για την απόδειξη του ισχυρισμού του περί άτυπης μεταβίβασης επικαλείται και προσκομίζει την από 7-10-1977 υπεύθυνη δήλωση του ν.δ 105/69, η οποία λαμβάνεται υπόψη, καθόσον υπογράφηκε σε ανύποπτο χρόνο και δεν συντάχθηκε προκειμένου να χρησιμεύει ως αποδεικτικό μέσο στην προκείμενη δίκη. Στην υπεύθυνη αυτή δήλωση, αναγράφεται επι λέξει ότι "παραχωρώ εις τον υιόν μου Θ.
Τ. του Β. 2000 τμ εκτάσεως οικοπέδου μου δια να ανεγείρει αποθήκη". Το γνήσιο της υπογραφής του δηλούντος-πατέρα του έχει βεβαιωθεί από το AT ..., πλην όμως συνεκτιμώμενη η υπεύθυνη αυτή βεβαίωση με τα υπόλοιπα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα και τις μαρτυρικές καταθέσεις, προκύπτει ότι η βούληση του πατέρα του ήταν να παραχωρήσει σε αυτόν ένα τμήμα οικοπέδου για να τον διευκολύνει να κτίσει αποθήκη και όχι ολόκληρο το οικόπεδο με τα επ’ αυτού κτίσματα (για τα οποία δεν γίνεται καμμία μνεία στην υπεύθυνη δήλωση), ενώ ο πατέρας του ουδέποτε μεταβίβασε τη νομή του επιδίκου, όπως παραπάνω αναφέρεται, παρά μόνο τη χρήση του πρώτου ορόφου και με τη συναίνεση του έγινε η επέκταση της υπάρχουσας οικίας κατά 40 τμ.
Το γεγονός αυτό προκύπτει χωρίς αμφιβολία από το περιεχόμενο της υπ’ αριθμό .../1980 δημόσιας διαθήκης που συνέταξε ενώπιον του συμβολαιογράφου ... Ζήση Κωστίκου το έτος 1980, δηλαδή τρία χρόνια μετά από τη σύνταξη της υπεύθυνης δήλωσης. Με τη διαθήκη κατέλιπε στον ενάγοντα διαιρετό τμήμα 300 τμ από το οικόπεδο, ενώ το υπόλοιπο μεγαλύτερο διαιρετό τμήμα του οικοπέδου με τα επ’ αυτού κτίσματα κατέλιπε στη σύζυγο του.
Στην υποθετική περίπτωση κατά την οποία ο διαθέτης είχε παραχωρήσει προγενέστερα, δηλαδή από το έτος 1977 ολόκληρο το οικόπεδο στον ενάγοντα, τότε δεν θα περιελάμβανε αυτό στη διαθήκη του. Αντιθέτως όχι μόνο συμπεριέλαβε το περιουσιακό αυτό στοιχείο στη διαθήκη, αλλά εξέφρασε ρητά την επιθυμία να λάβει ο γιος του διαιρετό τμήμα έκτασης 300 τμ.
Τη ρύθμιση αυτή αποδέχθηκε ο ενάγων, αφού προέβη στην αποδοχή της κληρονομιάς που περιήλθε σε αυτόν με τη διαθήκη του πατέρα του, όπως προκύπτει από τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη 204/2003 έκθεση αποδοχής κληρονομιάς που συντάχθηκε ενώπιον της Γραμματέως του Πρωτοδικείου ... και μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου ... (τόμος ...).
Συνεπώς ο ενάγων ουδέποτε απέκτησε νομή χρησικτησίας επί του επιδίκου ακινήτου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά νομέας αυτού ήταν ο πατέρας του Β. Τ. και μετά το θάνατο του η νομή περιήλθε στην εκ διαθήκης κληρονόμο μητέρα του Ε. Τ., η οποία συνέχισε να ασκεί μέχρι το θάνατο της το έτος 2005 τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις με διάνοια κυρίας (παραμονή στην ισόγεια οικία, περιποίηση αύλειου χώρου, αποδοχή κληρονομιάς, καταβολή φόρων)".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη, που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ’ αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των επικαλουμένων και προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 974, 976 και 1045 ΑΚ περί αποκτήσεως της νομής και περί πρωτοτύπου, από έκτακτη χρησικτησία, αποκτήσεως της κυριότητας ακινήτου.
Ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση, ότι κατά παραχώρηση του πατέρα του, που ήταν κύριος ακινήτου 1998 τ.μ. με τα κτίσματα που είχε ανεγείρει σ’ αυτό, ο ενάγων - αναιρεσείων έκανε από το 1979 χρήση, διανοία δικαιούχου, του πρώτου ορόφου της επί του ακινήτου ανεγερθείσας από τον πατέρα του διώροφης οικίας (την οποία μάλιστα ο ίδιος με εκδοθείσα στο όνομα του οικοδομική άδεια επέκτεινε με την προσθήκη κτίσματος 40 τμ), καθώς και τμήματος του περιβάλλοντος την οικία οικοπέδου, ενώ ο νομέας - πατέρας του ουδέποτε αποξενώθηκε από τη νομή του όλου ακινήτου μέχρι τον επισυμβάντα, το έτος 1983, θάνατό του και μάλιστα με τη νόμιμα δημοσιευθείσα στις 22.3.1984 δημόσια διαθήκη του κατέλιπε σ’ αυτόν (ενάγοντα) διαιρετό τμήμα του ακινήτου επιφανείας 300 τμ., ενώ το υπόλοιπο ακίνητο με τα επ’ αυτού κτίσματά του, το κατέλιπε στη σύζυγό του και μητέρα του ενάγοντα, η οποία αποδέχθηκε την κληρονομιά του συζύγου της και εξακολούθησε να παραχωρεί σ’ αυτόν (ενάγοντα) τη χρήση του πρώτου ορόφου της διώροφης οικίας, ενώ μετά τον θάνατο της στις 3.10.2005 εγκατέστησε, σ’ αυτό, ως κληρονόμους της, με τη νόμιμα δημοσιευθείσα δημόσια διαθήκη της και κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, τον ενάγοντα και τα πέντε αδέλφια του, ήτοι τους εναγομένους.
Ενόψει των παραδοχών αυτών έγινε δεκτό ότι ο ενάγων βρισκόταν κατά παραχώρηση στη χρήση του πρώτου ορόφου της επί του επιδίκου οικίας, (το οποίο επίδικο μετά την περιέλευση σ’ αυτόν των 300 τμ, είχε επιφάνεια 1697 τμ) και ότι συνεπεία της παραχωρήσεως αυτής είχε την κατοχή της διανοία δικαιούχου και όχι διανοία κυρίου και ότι δεν συνέτρεξαν στο πρόσωπό του ούτε για την οικία, αλλά ούτε και για το υπόλοιπο επίδικο οι προϋποθέσεις για την απόκτησή της κυριότητάς τους, με έκτακτη χρησικτησία.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρώτος λόγος της αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω με αιτιάσεις του ίδιου λόγου αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι το Εφετείο, αναιτιολόγητα δέχθηκε ότι ο πατέρας του ενάγοντα δεν είχε αποξενωθεί από τη νομή του ενδίκου ακινήτου, ενώ αποδείχθηκε πλήρως ότι αυτός (πατέρας του) από το 1977 και στη συνέχεια μετά το θάνατό του (1983) η μητέρα του, δεν ασκούσαν νομή στο ένδικο ακίνητο, αλλά νομέας ήταν ο ενάγων, πράγμα το οποίο είχε γίνει αποδεκτό από τη μητέρα και τα αδέλφια του, που μέχρι το 2006 ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν, ενώ ο ενάγων αποδέχθηκε την κληρονομιά του πατέρα του για να καταστεί δυνατό να τακτοποιηθεί τοπικά με τη μητέρα του το θέμα της μεταβιβάσεως του όλου ενδίκου ακινήτου και όχι γιατί αποδεχόταν το περιεχόμενο της διαθήκης.
Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, γιατί απροσχημάτιστα αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα πλήττουν την περί την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.11 περ.γ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη το αποδεικτικό μέσο, αλλά δεν προσέδωσε σ’ αυτό τη βαρύτητα που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι τούτο έχει, αφού η σχετική εκτίμηση και αξιολόγηση, δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο κατά την κατάστρωση του δικανικού του συλλογισμού, ως προς της ζήτημα της αποξένωσης ή μη από το 1977 του πατέρα του ενάγοντα από τη νομή του ενδίκου ακινήτου, δεν αξιολόγησε ορθά την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, αλλά ούτε και εκείνη του μάρτυρα ανταποδείξεως.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί αιτιάται την απόφαση για ανέλεγκτη κρίση της και δη για εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των οποίων διαφορετική εκτίμηση θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα του παραβόλου, κατά το άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ, ενώ προσέτι αυτός (αναιρεσείων) λόγω της ήττας του (άρθρ.183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των παρασταθέντων αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Χωρίζει την υπόθεση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο Π. Τ. του Β..
Κηρύσσει, ως προς αυτόν, απαράδεκτη τη συζήτηση.
Απορρίπτει την από 15.9.2014 αίτηση του Θ. Τ. του Β. κατά των Α. συζ.Κ. Κ., το γενός Β. Τ., Γ. Τ. του Β. κ.λπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ.878/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ