Legislator Case Law & Legislation
272/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds violate Article 560 Civil Procedure Code limits.

Case Number 272/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to appeal the First Instance Court's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court erred in evidence evaluation and reasoning, but the Court ruled these grounds fall outside the specific exceptions listed in Article 560 of the Civil Procedure Code. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the appellant attempted to re-evaluate facts and evidence rather than citing a statutory ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Article 560 of the Civil Procedure Code; Article 559 of the Civil Procedure Code: Appeals against decisions of Peace Courts and First Instance Courts are admissible only for specific statutory grounds, excluding general challenges to evidence evaluation or factual reasoning.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Appeal Admissibility Evidence Evaluation Statutory Grounds Construction Contract Dispute Factual Reasoning Inadmissible Appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Civil Procedure Code
Article 559 of the Civil Procedure Code
Article 495 of the Civil Procedure Code
Article 106 of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code
Article 191 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 272 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 272/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Π., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σοφία Κωσταράκου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Ζ. του Ι., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Πούλιο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/3/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Δράμας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 104/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου δράμας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/4/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Σύμφωνα με το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν 4335/2015, "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.".

Εξ αντιθέτου συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ως άνω δικαστηρίων δεν επιτρέπεται αναίρεση για τους λοιπούς, αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, λόγους (ΟλΑΠ 45/1987, ΑΠ 1123/2019, ΑΠ 147/2019, ΑΠ 744/2009). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ταυτόσημη προς εκείνη του αριθμού 1 άρθρου του ίδιου 559 Κώδικα, αναίρεση κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).

Κατά το εδ. β' της ίδιας, ως άνω, διάταξης η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του.

Για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν, από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια, που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος, κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 1378/2018, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία". (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό. Και, συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005.

ΟλΑΠ 16/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 238/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 216/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018).

ΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, αποδίδει στο Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο ότι, προκειμένου να κρίνει ως ουσιαστικά βάσιμη την, εναντίον του, ένδικη αγωγή του αναιρεσίβλητου και ουσιαστικά αβάσιμη τη νόμιμα προβληθείσα ένστασή του, περί πενταετούς παραγραφής της αγωγικής αξίωσης του τελευταίου, περί καταβολής σ' αυτόν του αναλογούντος στο εκτελεσθέν, έργο ΦΠΑ και, στη συνέχεια, να απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεσή του κατά της πρωτόδικης, ειρηνοδικειακής, απόφασης, η οποία είχε κρίνει ομοίως, υποχρεώνοντάς τον να καταβάλει, στον αντίδικό του, το ποσό των 13.192,72 ευρώ, για την ανωτέρω αιτία, υπέπεσε στις ακόλουθες αναιρετικές πλημμέλειες: 1) από τον αριθμό 5 άρθρου 560 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη του αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν τόσο σ' αυτό, όσο και στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και, συγκεκριμένα, το από 16-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της Α.

Τ. και του αντιδίκου του (πρώτος λόγος), αλλά και γιατί δεν έλαβε υπόψη του τη με αριθμό …/….-08-2006 άδεια οικοδομής, που αυτός νόμιμα προσκόμισε και επικαλέσθηκε (δεύτερος λόγος). 2) Από τον αριθμό 6 της ανωτέρω διάταξης του ΚΠολΔ, συντελεσθείσα με ανεπαρκείς, αλλά και αντιφατικές αιτιολογίες, που διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με το ζήτημα της απόρριψης ως ουσιαστικά αβάσιμης της ένστασής του, περί πενταετούς παραγραφής της ένδικης αξίωσής του, επικαλούμενος, αυτολεξεί, ότι αυτό: "...έκρινε ότι η παράδοση των διαμερισμάτων σε εμένα δεν είχε λάβει χώρα πριν τον Οκτώβριο του 2009, παραδοχή που οδηγεί...στην απόρριψη του ισχυρισμού μου περί παραγραφής, κρίση ερειδόμενη κατά την αναιρεσίβλητη στην από 24-06-2009 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου προς εμένα και στο από 16-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, που συνυπέγραψαν η Α.

Τ. του Σ. (τρίτη αγοράστρια των επίδικων ιδιοκτησιών) και ο αναιρεσίβλητος. Αφενός μεν η εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, στην οποία επαναλαμβάνει τους αναληθείς και στρεψόδικους ισχυρισμούς του και οι οποίοι δεν αποδείχθηκαν ούτε σε πρώτο αλλά ούτε και σε δεύτερο βαθμό με μάρτυρες ή έγγραφα ή άλλο μέσο, δεν δύναται να αποτελέσει αποδεικτικό μέσο, για τον ίδιο λόγο που δεν δύναται να αποτελέσει αποδεικτικό μέσο το ίδιο το δικόγραφο της αγωγής του, αφετέρου δε το από 16-10-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα είναι απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, σε κάθε περίπτωση...

από το οικείο έγγραφο αυτό το οποίο αποδεικνύεται είναι ότι η παράδοση σε εμένα των διαμερισμάτων έγινε σε χρόνο προγενέστερο της 28-02-2008, ημεροχρονολογία κατά την οποία απέκτησε την κυριότητα, νομή και κατοχή αυτών μετά από παράδοσή τους από εμένα η Α. Τ., καθώς από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι η παράδοση των κλειδιών από τον αναιρεσίβλητο στην Α.

Τ. λαβούσα χώρα την 16-10-2009, συνέβη μετά την παρά τη θέληση της Α. Τ. αφαίρεση της νομής και κατοχής της επί του διαμερίσματος από τον αναιρεσίβλητο, νομή και κατοχή την οποία είχε ήδη από την 28-02-2008 οπότε μεταβιβάσθηκε και παραδόθηκε σε αυτήν το επίδικο διαμέρισμα. Ήτοι, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ουσιώδες αυτό ζήτημα του χρόνου παράδοσης σε εμένα του εκτελεσθέντος έργου, από τον οποίο χρόνο προκύπτει η έναρξη του χρόνου παραγραφής της ένδικης αξίωσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, συνεκδοχικά οδηγούμενο στην απόρριψη της έντασης παραγραφής και στην παραδοχή της αγωγής του αναιρεσίβλητου ως νόμω και ουσία βάσιμης, καθιστώντας κατά τον τρόπο αυτό την αναιρεσίβλητη απόφαση αναιρετέα σύμφωνα με το άρθο 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ.

Έτι περαιτέρω όλως ανεπαρκής αλλά και αντιφατική κρίνεται η αιτιολογία του Εφετείου όσον αφορά την αποδεικτική ισχύ αφενός εγολαβικού προσυμφώνου αφετέρου δε του συμβολαίου πώλησης του επίμαχου ακινήτου στην Τ.. Το Εφετείο διαλαμβάνοντας ανεπαρκή αιτιολογία απέρριψε την πλήρη απόδειξη της συντελεσθείσας παράδοσης του υπόψιν διαμερίσματος από εμένα προς την Τ.

κατά το χρόνο μεταβίβασής του και δη σύνταξης του πωλητηρίου συμβολαίου, γεγονός το οποίο βεβαιώνεται στο πωλητήριο συμβόλαιο από τον συντάξαντα αυτό συμβ/φο ότι συνέβη, η δε βεβαίωση αυτή αποτελεί περιεχόμενο του υπόψιν συμβολαίου. Επιπρόσθετα, καθώς πρόκειται για ίσης αποδεικτικής αξίας έγγραφα και δη συμβολαιογραφικά (εργολαβικό προσύμφωνο και πωλητήριο συμβόλαιο) παρίσταται αντιφατική η αιτιολογία της Εφετειακής - όσο και της Πρωτόδικης - απόφασης, που έκρινε ότι το μεν πρώτο από αυτά συνιστά πλήρη απόδειξη όσον αφορά τα σε αυτό περιεχόμενα όρους συμφωνίες κλπ, το δε δεύτερο δεν συνιστά πλήρη απόδειξη όσον αφορά το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου παράδοσης του διαμερίσματος στην Τ. (και συνακόλουθα σε μένα τον ίδιο)...." (τρίτος λόγος).

Και, 3) από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου του ΚΠολΔ, αναφορικά με την απόρριψη της ανωτέρω, περί παραγραφής, ένστασής του ότι: "...η κρίση του που απορρίπτει τη συμβολαιογραφική πράξη της πώλησης ως αποδεικτικό μέσο του ισχυρισμού μου ότι οι ιδιοκτησίες μου παραδόθηκαν εντός του έτους 2008 θεωρώντας ως προσήκοντα αποδεικτικά μέσα μισθωτήρια έγγραφα, συνδέσεις παροχής ρεύματος, ύδατος και αντίστοιχους λογαριασμούς, ήτοι ιδιωτικών εγγράφων ήσσονος αποδεικτικής αξίας και οδηγείται στο εσφαλμένο συμπέρασμα της απόρριψης της ένστασης παραγραφής ως ουσιαστικά αβάσιμης, εκδόθηκε κατά παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας που αποτελεί λόγο αναίρεσης καθώς τα διδάγματα αυτά αφορούν την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους κανόνες δικαίου.

Ενώ αν έκρινε ορθά νόμιμα και δίκαια λαμβάνοντας υπόψη έγγραφα που προσκομίστηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης όφειλε να οδηγηθεί στην ασφαλή δικανική πεποίθηση ότι με την πώληση σε τρίτο πρόσωπο των διαμερισμάτων της αντιπαροχής πληρούται κατά τα άνω ό όρος 22 περί της απόδειξης της παράδοσης των κτισμάτων, αφετήριο δε σημείο της παραγραφής της αξίωσης προς καταβολή εργολαβικής αμοιβής είναι το πέρας του έτους 2008, καταληκτική δε ημερομηνία για την επιδίωξη της ένδικης αξίωσης ως ex lege επιβάρυνσης της εργολαβικής αμοιβής είναι η 31-12-2013 και εφόσον ο αναιρεσίβλητος επέδωσε την υπό κρίση αγωγή του σε εμένα την 09-04-2014, η αξίωση του έχει υποπέσει σε παραγραφή...." (τέταρτος λόγος).

Όλοι οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι κρίνονται απαράδεκτοι. Ειδικότερα: 1) οι δύο πρώτοι, περί λήψης και μη λήψης υπόψη, αντίστοιχα, των αναφερομένων σ' αυτούς εγγράφων, καθώς και οι τρίτος και τέταρτος κατά τις αιτιάσεις τους, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο και ότι προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη σε ιδιωτικά έγγραφα, έναντι συμβολαιογραφικού εγγράφου, καθόσον προσήκουν σε αιτιάσεις από τους αριθμούς 11, β', γ' και 12 άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται μεταξύ των, περιοριστικά, απαριθμούμενων στο άρθρο 560 ΚΠολΔ. 2) Οι τρίτος και τέταρτος λόγοι, κατά τις αιτιάσεις τους περί αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλομένης και περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αντίστοιχα, καθόσον, στον τρίτο λόγο δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο οι ανεπάρκειες και αντιφάσεις των αιτιολογιών της αναιρεσιβαλλομένης, ήτοι, δεν αναφέρεται, ποιες αιτιολογίες θα έπρεπε να διαλαμβάνονται σ' αυτή και ελλείπουν, ούτε ποιες αντιφάσκουν, μεταξύ τους και σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις τους και για τη θεμελίωσή του τετάρτου λόγου δεν αναφέρεται, παντάπασι, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν, από το Δικαστήριο, εσφαλμένα, τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας ούτε ο τρόπος, κατά τον οποίον παραβιάσθηκαν, πέραν του ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν αποτελούν τέτοια διδάγματα τα αναφερόμενα προς θεμελίωση του υπόψη αναιρετικού λόγου.

Tέλος, κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, όλοι οι κρινόμενοι αναιρετικοί λόγοι, είναι απαράδεκτοι, διότι, με το πρόσχημα των επικαλουμένων, με αυτούς, παραβάσεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, περί τα πράγματα, του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού ο αναιρεσείων, με τα εκτιθέμενα σ' αυτούς, προβαίνει στην, κατά την εκδοχή του, αξιολόγηση και εκτίμηση των, κατ' ιδίαν, αποδεικτικών μέσων, αντλώντας το επιθυμητό, για εκείνον, αποδεικτικό πόρισμα.

ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί αυτός, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις του, σχετικού, αιτήματος αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-04-2018 αίτηση αναίρεσης της 13/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ