Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to absent party and invalid grounds regarding lack of standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court of Mytilene, declaring the hearing inadmissible regarding the second appellant who failed to appear or be represented. The appellant argued the lower court erred by ignoring her claim of lack of active standing, but the court ruled such arguments are mere denials rather than substantive facts. Consequently, the appeal was rejected, the case split for the first appellant, and the appellant was ordered to pay legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 108, 110, 568, 576, 576, 559, 8 of the Code of Civil Procedure; If a party does not appear or participate in the appeal hearing, the hearing is declared inadmissible unless validly expedited, and denials of standing are not substantive facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 270 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 270/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Α. - Κ. - Ε. Π. του Ε., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παλαιολόγο Παλαιολόγου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Β. Κ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Σπυριδούλα Κακλαμάνη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Γ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/11/2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 129/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 77/2018 του Μονομελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/1/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του παραστάντος αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 568 παρ. 1, 2 και 4, 576 παρ. 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση. Και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι. Διαφορετικά, δηλαδή αν δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζητήσεως ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι διάδικοι και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η συζήτηση δεν κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους, αλλά χωρίζεται η υπόθεση και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, κηρύσσεται δε απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 412/2018, ΑΠ 99/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 10-01-2019 αίτηση για αναίρεση της 77/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Β. Αιγαίου. Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας νόμιμη δικάσιμο αυτής, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο. Εφόσον, όμως, δεν προκύπτει ότι η συζήτηση της υποθέσεως επισπεύσθηκε με επιμέλειά του, ούτε προσκομίζεται αποδεικτικό επιδόσεως προς αυτόν της αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτησή της, ως προς αυτόν. Εξάλλου, εφόσον μεταξύ του ανωτέρω, μη παρισταμένου, αναιρεσίβλητου και του πρώτου, που παρίσταται, συντρέχει απλή και όχι αναγκαία ομοδικία, δεδομένου ότι αυτοί, με την ένδικη αγωγή τους, επιδιώκουν να τους επιδικασθεί αποζημίωση με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξίας (914 επ. ΑΚ), σε συνδυασμό με αυτές περί εντολής (ΑΚ 719, 721), πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον πρώτο και να συζητηθεί η αναίρεση κατά το μέρος, που τον αφορά.
ΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 ΚΠολΔ καθιερώνεται, ως κανόνας, η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών πολιτικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διαφορών, εφόσον συνδέονται με την ελληνική πολιτεία με κάποιο στοιχείο θεμελιωτικό της αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου, συντρέχει δηλαδή κάποια από τις δωσιδικίες των άρθρων 22 έως 40 του ΚΠολΔ.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπέρβαση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων υπάρχει (εκτός από την περίπτωση, κατά την οποία τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υπόθεσης που κατά νόμο ανήκει στην δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, άρθ. 1 και 2 ΚΠολΔ) και όταν για την εκδίκαση της διαφοράς δεν υπάρχει διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων (ΑΠ 613/2017, ΑΠ 954/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου Κώδικα, περί γενικής δωσιδικίας της κατοικίας "Κατά τόπον αρμόδιο είναι το δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει την κατοικία του ο εναγόμενος, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.". Κατά δε την παρ. 1 άρθρου 221 ΚΠολΔ, "Με την άσκηση τη αγωγής σύμφωνα με το άρθρο 215, η κατάθεσή της έχει ως συνέπεια...β) το αμετάβλητο της δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας του δικαστηρίου....".
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 51 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι, "το πρόσωπο έχει κατοικία τον τόπο της κυρίας και μόνιμης εγκατάστασής του. Κανένας δεν μπορεί να έχει συγχρόνως περισσότερες από μια κατοικίες. Για τις υποθέσεις που αναφέρονται στην άσκηση του επαγγέλματος λογίζεται ως ειδική κατοικία του προσώπου ο τόπος όπου ασκεί το επάγγελμά του", κατοικία είναι ο τόπος όπου το πρόσωπο έχει την κύρια και μόνιμη εγκατάστασή του, ο τόπος δηλαδή που έχει καταστεί, σύμφωνα με τη βούλησή του, το σταθερό κέντρο των βιοτικών του εν γένει σχέσεων, διατηρείται δε αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 52 ΑΚ, ωσότου αποκτηθεί νέα.
Από την ουσιαστικού δικαίου πρώτη των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι η έννοια της κατοικίας είναι νομική και υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 άρθρου 559 ΚΠολΔ, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του αν τα γενόμενα από αυτό δεκτά πραγματικά περιστατικά θεμελιώνουν τη, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, έννοια αυτή, εφόσον η κρίση για την κατοικία ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως και στην περίπτωση για τη θεμελίωση, κατά το άρθρο 22 ΚΠολΔ, δικαιοδοσίας των ελληνικών δικαστηρίων, επί της κρινόμενης διαφοράς (ΑΠ 468/2016, ΑΠ 281/2012, 1730/2009, ΑΠ 788/1994).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν.
Για το ορισμένο του ανωτέρω, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο εκτός από τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα και σε περίπτωση κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).
Κατά δε το εδ. β' της ίδιας, ως άνω, διάταξης η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήτοι τις γενικές αρχές για την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων και των βιοτικών σχέσεων, που συνάγονται επαγωγικά από την εμπειρία, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών, που αποτέλεσαν τις παραδοχές του (ΑΠ 1378/2018, ΑΠ 574/2010, ΑΠ 225/2009, ΑΠ 2174/2007).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.19 του ίδιου Κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006 ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει, μεταξύ άλλων, να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά, που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια, ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό.
Και, συγκεκριμένα, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, σε τι συνίσταται η αντίφαση (ΟλΑΠ 32/1996, 20/2005.
ΟλΑΠ 16/2013, ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 238/2020, ΑΠ 587/2020, ΑΠ1401/2010, ΑΠ 1198/2009, ΑΠ 216/2009). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις ή οσάκις υπό την επίφαση συνδρομής αναιρετικού λόγου πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 238/2020, ΑΠ 573/2018).
Στην προκείμενη περίπτωση, αναφορικά με την ένσταση ελλείψεως διεθνούς δικαιοδοσίας των Ελληνικών Δικαστηρίων, για την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, που προβλήθηκε από την ήδη αναιρεσείουσα, στο πρόσωπο της οποίας, αναγκαστικά επαναλήφθηκε, με την από 26-03-2010 κλήση των ήδη αναιρεσιβλήτων, εναγόντων, στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κατ' άρθρο 291 ΚΠολΔ, η δίκη, που είχε διακοπεί βιαίως, υπέρ αυτής (αναιρεσείουσας), με το θάνατο, στις 04-07-2009, του αρχικώς εναγομένου πατέρα της, τον οποίο αυτή καθολικά διαδέχθηκε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμος, αποδεχθείσα την κληρονομία του, με το ευεργέτημα της απογραφής, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής ουσιώδη: "...Η εκκαλούσα προέβαλε ένσταση έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, ισχυριζόμενη ότι ο αποβιώσασας πατέρας της είχε από το έτος 2005 κατοικία στο …, χωρίς όμως να αναφέρει ακριβή διέθυνση αυτού.Ωστόσο από τα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι κατά τον χρόνο κατάθεσης της αγωγής και εγγραφής στο πινάκιο..., που είναι ο κρίσιμος χρόνος που κρίνεται η δωσιδικία, ο αρχικώς εναγόμενος είχε μόνιμη εγκατάσταση και σταθερό κέντρο των βιοτικών του σχέσεων το …, αλλά αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ήταν κάτοικος ΔΔ ....
Μόνη δε η κατάθεση του μάρτυρα της εκκαλούσας, ο οποίος κατέθεσε ότι ο αρχικώς εναγόμενος διέμενε στην … αλλά και στην … κάποιο χρονικό διάστημα, εφόσον δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου. Ειδικότερα η εκκαλούσα δεν προσκομίζει κάποιο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο (πχ.
μισθωτήριο κατοικίας, έγγραφα δημοσίων υπηρεσιών της …) από το οποίο να αποδεικνύεται ότι ο πατέρας της τον ανωτέρω χρόνο κατοικούσε κατά τρόπο μόνιμο και διαρκή στο … και είχε απολέσει την κατοικία του στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι πράγματι ο πατέρας της ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα στο …. με συνέπεια να διαμένει κατά διαστήματα εκεί αλλά και στην Αλβανία, όπως κατέθεσε ο μάρτυράς του, δεν αναιρεί το γεγονός ότι η κατοικία του δηλαδή ο τόπος της κύριας και μόνιμης εγκατάστασης του (ΑΚ 51), ήταν στο ΔΔ ....
Σύμφωνα με τα παραπάνω, ο ανωτέρω, ανεξάρτητα από την επαγγελματική δραστηριότητα του στο …, εξακολουθούσε κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο να έχει κατοικία στο ΔΔ .... Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την προσκομιζόμενη 174/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία απέρριψε τη με αριθμ.
κατ.174/ΤΠ/22-6-2011 αγωγή άλλων εναγόντων κατά της ήδη εκκαλούσας, λόγω έλλειψης διεθνούς δικαιοδοσίας, κρίνοντας ότι, ο πατέρας της εκκαλούσας είχε κατά τον χρόνο θανάτου του την κατοικία του στο …, διότι η ανωτέρω απόφαση αναφέρεται σε διαφορετικό χρόνο ήτοι στον χρόνο θανάτου αυτού (8-7-2009), ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο από τον χρόνο κατάθεσης της κρινόμενης αγωγής και εγγραφής στο πινάκιο.
Τα παραπάνω εξάλλου, επιβεβαιώνονται από το γεγονός ότι ο ίδιος ο πατέρας της εκκαλούσας στο από 20-11-2006 καταστατικό της ετερόρρυθμης εμπορικής εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Κ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ", είχε δηλώσει ότι είναι κάτοικος ΔΔ ....
Συνεπώς, αφού αποδεικνύεται ότι ο πατέρας της εκκαλούσας είχε κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο την κατοικία του στο ΔΔ ..., υφίσταται τοπική αρμοδιότητα και διεθνή δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να δικάσει την ένδικη διαφορά, απορριπτομένου του αντιθέτου ισχυρισμού της εκκαλούσας...". Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το ουσιώδες, εν προκειμένω, ζήτημα της θεμελίωσης διεθνούς δικαιοδοσίας του να δικάσει την ένδικη αγωγή, αναφέρει, αφενός, όλα τα θετικά στοιχεία, από τα οποία προκύπτει η επιλογή του ανωτέρω αρχικώς, εναγομένου, να έχει ως τόπο της κατοικίας του, κατά τον κρίσιμο χρόνο κατάθεσης της υπόψη αγωγής, το ΔΔ ...
και, αφετέρου, όλα τα αρνητικά στοιχεία, με βάση τα οποία δεν είχε καταστεί, κατά τον ίδιο χρόνο, τόπος κατοικίας του, το …, στο οποίο αυτός διέμενε, κατά διαστήματα, προς άσκηση και μόνο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, ενώ ως κύρια και μόνιμη εγκατάστασή του, όπως αυτό (Εφετείο) δέχθηκε, είχε, κατά τον εν λόγω χρόνο, το προαναφερόμενο Δημοτικό Διαμέρισμα της Μυτιλήνης.
Έτσι, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, επί του ουσιώδους ζητήματος της κατοικίας του ανωτέρω, αρχικώς, εναγομένου, κατά τον κρίσιμο, εν προκειμένω, χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής (02-12-2008), οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 51 και 52 ΑΚ, που εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου.
Με το να κρίνει δε, στη συνέχεια, το Εφετείο, ότι έχει διεθνή δικαιοδοσία να δικάσει την ένδικη αγωγή, ως κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο, γιατί ο ανωτέρω, αρχικώς, εναγόμενος, κατοικούσε, κατά τον ως άνω χρόνο κατάθεσης αυτής σε τόπο που κείται στην περιφέρειά του (άρθρο 22 ΚΠολΔ) και, συνακόλουθα, να απορρίψει, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ανωτέρω, περί του αντιθέτου ένσταση της ήδη αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 51 και 52 του ΑΚ, καθώς και στην πλημμέλεια του αριθμού 4 της ίδιας διάταξης του ΚΠολΔ, που φέρεται συντελεσθείσα με παραβίαση του άρθρου 3 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
Επομένως, ο πρώτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο, πέραν του ότι ο ίδιος λόγος, κατά τις αιτιάσεις του περί ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων του ΑΚ, είναι, πολλαπλώς, απαράδεκτος, διότι, δεν αναφέρονται, στο αναιρετήριο δικόγραφο:
α) Οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης. β) Σε τι συνίσταται η παραβίαση των εν λόγω διατάξεων του ΑΚ. γ) Σε τι συνίσταται η παραβίαση των επικαλουμένων "διδαγμάτων της κοινής πείρας". Και, δ) Σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέροντας, συγκεκριμένα, το επί πλέον περιστατικά, που έπρεπε να διαλαμβάνει αυτή, ώστε να είναι επαρκείς οι αιτιολογίες της και ελλείπουν και σε τι συνίστανται οι αντιφάσεις της.
Ενώ, κατά τα λοιπά, με το πρόσχημα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των "διδαγμάτων της κοινής πείρας" και των προαναφερθεισών διατάξεων του ΑΚ, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από το Δικαστήριο της ουσίας, πέραν, βεβαίως, του ότι τα επικαλούμενα, από την αναιρεσείουσα, προς θεμελίωσή του, ως "διδάγματα της κοινής πείρας", δεν αποτελούν τέτοια, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη, της παρούσας απόφασης, έννοια και, κατά τούτο, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται.
ΙΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", είναι οι πραγματικοί αυτοτελείς ισχυρισμοί, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή κάθε περιστατικό, το οποίο, αν ληφθεί, αφηρημένα, υπόψη οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1713/2014, ΑΠ 1795/2008). Δεν αποτελούν, όμως, "πράγματα" οι ισχυρισμοί του εναγομένου, περί έλλειψης ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης, γιατί τούτο αποτελεί άρνηση (ΑΠ 1713/2014, ΑΠ 87/2008). Η άρνηση δε, αιτιολογημένη ή μη της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, δεν έχει "αυτοτέλεια" και άρα, δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης (ΟλΑΠ 469/1984, ΑΠ 619/2020, ΑΠ 1713/2014, ΑΠ 2166/2009).
Με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης, κατά το νοηματικό του περιεχόμενο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη το νόμιμα προβληθέντα ισχυρισμό της, περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποίησης του αντιδίκου της (ενάγοντος), αφού τα αιτούμενα, με την ένδικη αγωγή, χρηματικά ποσά αποτελούν απαιτήσεις της εταιρείας, που είχαν ιδρύσει ο, αρχικά, εναγόμενος, πατέρας της και οι ήδη αναιρεσίβλητοι και, επομένως, αυτός (αντίδικός της) δεν τα δικαιούται, δεδομένου ότι όπως, κατά τους ισχυρισμούς της, αποδείχθηκε, αυτά καταβλήθηκαν για την έναρξη της δραστηριότητάς της και για την πληρωμή μισθωμάτων του ακινήτου της έδρας της (εταιρείας). Όπως, όμως, προαναφέρθηκε, ο ισχυρισμός της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης, ως άρνηση, δεν αποτελεί "πράγμα". Άρα ο κρινόμενος, από το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, όπως απαράδεκτος είναι (αυτός) και κατά τις λοιπές αιτιάσεις του, διότι, με το πρόσχημα της επικαλούμενης παράβασης, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση, περί τα πράγματα, του Δικαστηρίου της ουσίας, αφού η αναιρεσείουσα, με τα αναφερόμενα σ' αυτόν, προβαίνει στην, κατά την εκδοχή της, αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, αντλώντας το επιθυμητό, για εκείνη, αποδεικτικό πόρισμα.
ΙV. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε η αναιρεσείουσα, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί αυτή, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του παρόντος αναιρεσίβλητου, που νίκησε, κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις του, σχετικού, αιτήματος αυτού (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει το χωρισμό της υποθέσεως ως προς τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Απορρίπτει την από 10-01-2019 αίτηση για αναίρεση της 77/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Β. Αιγαίου, όσον αφορά τον πρώτο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Φεβρουαρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ