Legislator Case Law & Legislation
269/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds lacking reference to appellate court's factual findings.

Case Number 269/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Third Court of Appeal's decision regarding property co-ownership. The State argued the lower court erred in applying inheritance laws and burden of proof rules but failed to cite specific factual findings. The court ruled the appeal inadmissible because the grounds were too vague and did not reference the actual facts accepted by the appellate court.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if its grounds are vague and fail to reference the factual findings of the appealed decision.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds factual findings code of civil procedure property co-ownership burden of proof legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Article 1 of the Decree of 3/15-12-1833
Article 16 of Law 21-6/10-7-1837
Article 338 of the Code of Civil Procedure
Law 3693/1957
Common Decision 134423/1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 269/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π. του Τ., 2) Ρ. συζ. Ν. Π., κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε ο δικηγόρος Παλαιολόγος-Παναγιώτης Παναγόπουλος, ο οποίος αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις …/2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου … και η υπό στοιχείο 2 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις …/2022 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό …/2022 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου …, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι εκ διαθήκης κληρονόμοι του Ν. Π. και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Ρ. Π.: 1) Γ. Π. του Ν. και της Ρ., 2) Ά. Μ. Ρ., το γένος Ν. Π., κάτοικοι …, 3) Γ. Ρ. του Α. και της Ά. Μ., κάτοικος …, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους, και κατέθεσαν προτάσεις, 4) Ν. Π. του Γ., κάτοικος …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του ιδίου ως άνω πληρεξουσίου δικηγόρου του και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-2-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 61/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 20/2012 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμαρίδης, ανέγνωσε την από 11-10-2022 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 286 εδ. α', 287 παρ. 1 και 290 ΚΠολΔ, οι οποίες εφαρμόζονται και στην κατ' αναίρεση δίκη (άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η βίαιη διακοπή της δίκης, που επέρχεται με το θάνατο κάποιου διαδίκου, καθώς και η εκούσια επανάληψη αυτής από τους κληρονόμους του, μπορούν να γνωστοποιηθούν διαδοχικά με ενιαία δήλωση στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση της ιδιότητάς τους ως κληρονόμων, οπότε ακολουθεί αμέσως συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 2104/2022, ΑΠ 667/2016).

Για το παραδεκτό της συζήτησης πρέπει να προσκομίζονται από εκείνον που δηλώνει το θάνατο διαδίκου και τη συνέχιση της δίκης στο όνομά του, ως κληρονόμου του αποβιώσαντος, αποδεικτικά έγγραφα τόσο του θανάτου του διαδίκου, όσο και της ιδιότητας του δηλούντος τη συνέχιση ως μοναδικού εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης κληρονόμου εκείνου, ώστε να βεβαιωθεί επισήμως ο θάνατος του αρχικού διαδίκου και η ιδιότητα του δηλούντος ως κληρονόμου εκείνου (ΑΠ 907/2021, ΑΠ 295/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο από …/2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου της …Δ.Ε. … του Δήμου …, ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων Ν. Π. απεβίωσε στις …/2016, ήτοι μετά την άσκηση, στις 3-2-2015, της ένδικης αίτησης αναίρεσης και κατέλειπε μόνους εκ διαθήκης κληρονόμους του την τότε εν ζωή σύζυγό του Ρ.

Π. και τους Γ. Π., Ά. Μ. Ρ., Γ. Ρ. και Ν. Ρ., όπως προκύπτει από την από …2016 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το …2016 πρακτικό δημοσίευσης του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης. Από τα με αριθμούς … και …/…2022 πιστοποιητικά της Γραμματέα του ανωτέρω Ειρηνοδικείου προκύπτει αντίστοιχα ότι δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη του πιο πάνω θανόντος, πλην της ανωτέρω ιδιόγραφης διαθήκης του και ότι οι ανωτέρω εκ διαθήκης κληρονόμοι δεν αποποιήθηκαν την κληρονομία του.

Επίσης, από το από …2022 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου του ληξιαρχείου της Δ.Ε. … του Δήμου …, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων Ρ. συζ. Ν. Π. απεβίωσε στις …2022, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, χωρίς να αφήσει διαθήκη, όπως προκύπτει από το …2022 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Ερμούπολης και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τα τέκνα της και πιο πάνω αναφερόμενους Γ.

Π. και Ά. Μ. Ρ., οι οποίοι δεν αποποιήθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομία, όπως προκύπτει από το …022 πιστοποιητικό της αυτής ως άνω Γραμματέα. Όλοι οι ανωτέρω εκ διαθήκης και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι των αναιρεσιβλήτων με δήλωση του πληρεξουσίου τους δικηγόρου Παλαιολόγου-Παναγιώτη Παναγόπουλου, η οποία έγινε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, γνωστοποίησαν στο αναιρεσείον το θάνατο των αναιρεσιβλήτων και ταυτόχρονα δήλωσαν ότι συνεχίζουν με την παραπάνω ιδιότητά τους τη βιαίως διακοπείσα δίκη.

Ενόψει των ανωτέρω, νομίμως επαναλαμβάνεται μεταξύ των κληρονόμων των ως άνω αποβιωσάντων αναιρεσιβλήτων και του αναιρεσείοντος η προκείμενη δίκη. Με την κρινόμενη από 02-02-2015 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 20/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 61/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου.

Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 23-2-2007 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία αυτοί είχαν ζητήσει να αναγνωρισθεί η (συγ)κυριότητά τους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός ακινήτου εμβαδού 4.244 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "…" του χωρίου … της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου …, όπως το ακίνητο αυτό περιγράφεται ειδικότερα στην αγωγή.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης).

Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου. Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί, είτε αν η αποδιδόμενη στην απόφαση ευθεία παραβίαση ουσιαστικού νόμου οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, είτε αν τα πραγματικά γεγονότα, που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο διότι, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο μπορεί να κριθεί αν η αποδιδόμενη στην απόφαση παραβίαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εξάλλου, η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της έφεσης ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ ΑΠ 27/1998, ΑΠ 626/2019, ΑΠ 1027/2019, ΑΠ 1326/2015, ΑΠ901/2010). Στην προκείμενη περίπτωση με τους δύο αναιρετικούς λόγους της αίτησης αναίρεσης, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, καθώς όπως διατείνεται, το Εφετείο με το να απορρίψει την έφεσή του κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες αναγνωρίστηκαν συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή α) τις διατάξεις του άρθρου 16 του Ν. 21-6/10-7-1837, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 338 ΚΠολΔ και του από 3-2/22-1-1830, 4/16 Ιουνίου και 19 Ιουνίου/1 Ιουλίου 1830 Πρωτοκόλλου του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/πόλεως της 27 Ιουνίου/9 Ιουλίου 1832, ως προς το βάρος απόδειξης των προταθέντων ισχυρισμών του, β) τις ίδιες ως άνω διατάξεις του Ν. 21-6/10-7-1837, του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/πόλεως, σε συνδυασμό με αυτές του Β.Δ.

της 17/29-11-1836, εφόσον κανείς ιδιώτης ή κοινότητα δεν απέδειξε κυριότητα προσάγοντας τίτλους ιδιοκτησίας μέσα σε ένα χρόνο από τη δημοσίευσή του στην επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) του άρθρου 1 του Β.Δ. της 3/15-12-1833, εφόσον ανέκαθεν πριν την ισχύ του, αλλά και συνεχώς μετά το επίδικο είχε χορτολιβαδική βλάστηση, βοσκούμενο από ζώα, χωρίς να υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας ή οιοσδήποτε άλλος τίτλος υπέρ ιδιώτη.

Ότι επίσης, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς του ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του με βάση τις ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του πλημμελείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες. Οι λόγοι όμως αυτοί, στο σύνολο των αιτιάσεών τους, κρίνονται απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, συνισταμένης στην έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο των κρισίμων ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Εφετείο, υπό τα οποία και συντελέστηκαν οι επικαλούμενες παραβιάσεις, αφού το αναιρεσείον αρκέσθηκε στην παράθεση σ' αυτό (αναιρετήριο) μόνο μιας περιορισμένης και αποσπασματικής παραδοχής της απόφασης, εκθέτοντας περαιτέρω εντελώς συνοπτικά το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, περιεχόμενό της.

Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, κατά το νόμιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 02-02-2015 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 20/2012 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ