Legislator Case Law & Legislation
626/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring order under voluntary jurisdiction law.

Case Number 626/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final order granting debt restructuring under voluntary jurisdiction. The appellant argued that three guarantee contracts constituted a single unfair transaction motivated by family duty, but the court found these claims inadmissible as they sought to re-evaluate the evidence without legal grounds. The court ruled that the lower court correctly applied the law and that the appellant's arguments were substantively baseless and aimed at undermining the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure; Article 1(1) of Law 3869/2010: An appeal against a final order in voluntary jurisdiction proceedings is inadmissible and baseless if the appellant fails to demonstrate a violation of the law or a clear error in the assessment of evidence, particularly when the lower court's findings are supported by the facts and the appellant's arguments are merely attempts to re-litigate the case.

Keywords

AI generated
voluntary jurisdiction debt restructuring appeal inadmissibility guarantee contracts family duty defense final order Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 577(1) and 3 of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) of Law 3869/2010
Article 739 et seq. of the Code of Civil Procedure
Article 3(2) of Law 3869/2010
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3)(b)(v) of the Code of Civil Procedure
Article 746 of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 626 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 626/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Ψ. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Εμμανουηλίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:

1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα,

2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, για τον εαυτό της ατομικά και ως καθολικής διαδόχου δι' απορρόφησης της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και

3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Καναβέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Μπαρδάκο και η 3η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Ανδρέου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2013 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και της Χ. Ψ. του Δ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νέων Μουδανιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10/2015 μη οριστική και 19/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 101/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της 2ης των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 3-1-2018 (αρ. κατ. 1/2018) αίτηση αναίρεσης, που απευθύνεται κατά των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών και προσβάλλει την υπ' αριθμ. 101/2017 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ, άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 3869/2010), έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του μοναδικού λόγου αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/ 2010, "φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή".

Η προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας διατυπώνεται από τον νομοθέτη αρνητικά. Το σχετικό αρνητικό γεγονός δεν είναι κατ' αρχήν απαραίτητο να διαλαμβάνεται στην αίτηση ως στοιχείο ενεργητικής νομιμοποίησης. Σύμφωνα με τον σκοπό του νόμου, στη ρύθμιση του νόμου υπάγονται μόνο φυσικά πρόσωπα, και μάλιστα πρόσωπα που δεν ασκούν αυτοτελή οικονομική δραστηριότητα, που να τους προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου.

Προσθέτως, υπάγονται και όσοι ήταν έμποροι, έπαψαν όμως την εμπορία ή την οικονομική τους δραστηριότητα, χωρίς κατά την παύση αυτή να έχουν παύσει τις πληρωμές τους (άρθρ. 2 παρ. 3 ΠτΚ) (εντάσσονται στο Ν. 3869/2010, αν έπαυσαν να έχουν εμπορική ιδιότητα, συνέχισαν τις πληρωμές και έπειτα περιήλθαν σε αδυναμία πληρωμών).

Η εμπορική ιδιότητα, είτε υφιστάμενη, είτε αναγόμενη στο παρελθόν κατά το χρονικό όμως σημείο κατά το οποίο έπαυσαν οι πληρωμές, είναι η προϋπόθεση που προσδίδει πτωχευτική ικανότητα στο φυσικό πρόσωπο, αποκλείοντας την υπαγωγή του στο πεδίο εφαρμογής του νόμου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του ΠτΚ (Ν. 3588/2007) πτωχευτική ικανότητα έχουν οι έμποροι.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ και τη διδασκαλία του εμπορικού δικαίου, έμπορος είναι ο κατά σύνηθες επάγγελμα ασκών εμπορικές πράξεις. Οι έμποροι επομένως, για τους οποίους μάλιστα βάσει του όρθρου 8 παρ. 2 του Διατάγματος περί αρμοδιότητας των εμποροδικείων ισχύει το τεκμήριο της εμπορικότητας, σύμφωνα με το οποίο όλες οι συναλλαγές που γίνονται από τον έμπορο τεκμαίρεται ότι γίνονται χάριν της εμπορίας του, αποκλείονται από την εφαρμογή του Ν. 3869/2010, στη ρύθμιση του οποίου, συνεπώς, δεν υπάγονται ούτε τα ιδιωτικά χρέη του εμπόρου.

Γι' αυτούς, σε περίπτωση αδυναμίας εκπληρώσεως των ληξιπρόθεσμων χρηματικών υποχρεώσεών τους κατά τρόπο γενικό και μόνιμο (παύση πληρωμών), ισχύουν οι ρυθμίσεις του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και όχι αυτές του Ν. 3869/2010 (ΑΠ 803/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 η έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας του οφειλέτη αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για τη δυνατότητα υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010. Πτωχευτική ικανότητα έχουν τα πρόσωπα, που έχουν αποκτήσει την εμπορική ιδιότητα, η οποία κτάται κατά το υποκειμενικό (ουσιαστικό σύστημα) σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΕμπΝ, εφόσον ενεργούν κατά σύνηθες επάγγελμα εμπορικές πράξεις.

Ειδικότερα, η από τα άρθρα 847 επ. ΑΚ σύμβαση εγγύησης είναι καθ` αυτή σύμβαση αστικού δικαίου, αφού κατά κανόνα παρέχεται χαριστικώς προς εξυπηρέτηση συμφερόντων άλλου. Στην περίπτωση όμως που η εγγύηση δίδεται από τον εγγυητή για κερδοσκοπία με αμοιβή ή άλλη χρηματική ωφέλεια, ή αυτός έχει οικονομικό συμφέρον από την υπόθεση για την οποία δόθηκε, η πράξη είναι εμπορική και μάλιστα ανεξάρτητα από τον εμπορικό χαρακτήρα της κύριας οφειλής ή της εμπορικής ιδιότητας του εγγυητή.

Είναι δηλαδή πράξη αντικειμενικά εμπορική, διότι περιέχει διαμεσολάβηση στην παροχή πίστης για την ανάληψη του κινδύνου και κερδοσκοπία, στοιχεία που αποτελούν αντικειμενικά γνωρίσματα χαρακτηρισμού της πράξεως ως εμπορικής κατά το άρθρο 2 του β.δ/τος 2/14.05.1835 "περί αρμοδιότητος των εμποροδικείων". Επομένως τέτοιες εγγυήσεις, εφόσον παρέχονται κατά σύνηθες επάγγελμα με σκοπό το βιοπορισμό αποτελούν αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που προσδίδουν στον παρέχοντα την ιδιότητα του εμπόρου, κατά το άρθρο 1 του ΕμπΝ (ΑΠ 1692/1998, ΑΠ 108/1997).

Εξάλλου η παροχή εγγυήσεων τέτοιων προσδίδει την ιδιότητα του εμπόρου κατά την ανωτέρω έννοια στον παρέχοντα αυτές όταν ασκείται κατά σύνηθες και όχι απαραίτητα κύριο επάγγελμα. Η κτήση δηλαδή της εμπορικής ιδιότητας δεν αποκλείεται από την παράλληλη με αυτή άσκηση άλλου μη εμπορικού επαγγέλματος ή άλλης ιδιότητας (ΟλΑΠ 1513/1980).

Κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017).

Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ` ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ ή αναλόγως άρθρ. 560 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε, το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και, επιπλέον, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ενόψει των οποίων εξέφερε την κρίση του για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής.

Διότι, μέσω των πραγματικών αυτών παραδοχών πραγματώνεται εκάστοτε η συγκεκριμένη ερμηνεία και εφαρμογή του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και μόνο ενόψει αυτών μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης, κατ' άρθρο 578 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 28/1998, Ολ.ΑΠ 57/1990, ΑΠ 566/2018, ΑΠ 86/2015, ΑΠ 274/ 2015).

Με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης, όπως ορθά εκτιμάται, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α' ΚΠολΔ για την ευθεία παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 Ν. 3869/2010 σε συνδυασμό με άρθρο 1 του Εμπ. Νόμου, άρθρ. 2 παρ. 1 του Ν. 3588/2007 (ΠτΚ) και άρθρο 2 παρ. 1 και 8 του ΒΔ 2/14-5-1835 "περί της αρμοδιότητος των εμποροδικείων", με την ειδικότερη αιτίαση, ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής, με το να δεχθεί ότι οι τρεις συμβάσεις εγγύησης, που αυτός δήθεν συστηματικά παρείχε υπέρ της ανώνυμης εταιρείας με τον διακριτικό τίτλο ...

AE, της οποίας πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και μεγαλομέτοχος ήταν η σύζυγός του (αναιρεσείοντα), με την ανάληψη δήθεν εκ μέρους του του σχετικού κινδύνου υπέρ της πιστούχου ανώνυμης εταιρείας, αποτελούν δήθεν αντικειμενικές εμπορικές πράξεις και σκοπούσαν στην επιδίωξη εκ μέρους του έμμεσου οικονομικού οφέλους με την αύξηση των οικογενειακών του εισοδημάτων και με τη συνεισφορά της συζύγου του, εσφαλμένα ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, στις οποίες υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί για την πλήρωση του πραγματικού των ανωτέρω διατάξεων και έτσι κατέληξε στο εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα να δεχθεί κατ' ουσίαν την ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης αυτού για την υπαγωγή του στον Ν. 3869/2010, την οποία προέβαλαν οι αναιρεσίβλητες πιστώτριες τράπεζες και να απορρίψει την αίτησή του περί υπαγωγής του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010, διότι δήθεν είχε την εμπορική ιδιότητα.

Τονίζεται στο σημείο αυτό, ότι ο μοναδικός αναιρετικός λόγος κρίνεται επαρκώς ορισμένος, αν και στο αναιρετήριο δεν μνημονεύονται αριθμητικά οι παραβιασθείσες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, που προαναφέρθηκαν, καθόσον το πραγματικό τους προκύπτει χωρίς αμφιβολία από όλο το περιεχόμενο του αναιρετηρίου και συγχρόνως ο αναιρεσείων εκθέτει κατά τρόπο σαφή και ευσύνοπτο το περιεχόμενο της αίτησής του για την υπαγωγή του στο Ν. 3869/2010, τις διαπιστώσεις του ως Εφετείο δικάσαντος Δικαστηρίου και το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης κατά την εφαρμογή των διατάξεων, που παραβιάστηκαν.

Συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει η 2η αναιρεσίβλητη τράπεζα περί αοριστίας του αναιρετικού λόγου πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ένσταση αοριστίας δεν προβλήθηκε παραδεκτά κατά το άρθρο 570 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω μη τήρησης της εικοσαήμερης προθεσμίας που προβλέπει η ανωτέρω διάταξη.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης πρέπει να λεχθούν τα εξής: ο αναιρεσείων άσκησε την από 18-12-2013 (αρ. κατ. 53/2013) αίτησή του (από κοινού με τη σύζυγό του, η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη) ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπροθέσμων χρηματικών του οφειλών προς τις καθών η αίτηση πιστώτριες τράπεζες και ήδη αναιρεσίβλητες, ζητούσε τη ρύθμιση των χρεών του, σύμφωνα με το σχέδιο που πρότεινε και την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της κύριας κατοικίας του, λαμβανομένης υπόψη της οικογενειακής του κατάστασης και των εισοδημάτων του, προκειμένου να απαλλαγεί από τα χρέη του.

Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η μη οριστική υπ' αριθμ. 10/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... Χαλκιδικής, η οποία απέρριψε την αίτηση της συζύγου του αναιρεσείοντα (το κεφάλαιο αυτό δεν αφορά την αναιρετική δίκη), ενώ διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου ο αιτών και ήδη αναιρεσείων να παράσχει τις αναγκαίες διασαφήσεις.

Ακολούθως με την υπ' αρ. 54/3-11-2015 κλήση η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση και εκδόθηκε η οριστική υπ' αριθμ. 19/2016 απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., η οποία απέρριψε την αίτηση του αναιρεσείοντα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ο αναιρεσείων άσκησε την από 10-11-2016 (αρ. κατ. 983/2016) έφεση κατά της εκκαλουμένης ως άνω απόφασης, της οποίας η συζήτηση ματαιώθηκε κατά την αρχικά προσδιορισθείσα δικάσιμο της 11-1-2017.

Ακολούθως, με την υπ' αρ. 356/16-3-2017 κλήση του αναιρεσείοντα η υπόθεση επανεισήχθη προς συζήτηση και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 101/2017 οριστική απόφαση του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής. Σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αιτών-εκκαλών, Κ.

Ψ. του Μ., γεννηθείς στις 15.08.1958, είναι παντρεμένος με την Χ. Ψ. του Δ., γεννηθείσα στις 20.12.1960, έχουν δε αποκτήσει δύο τέκνα, τα οποία είναι πλέον ενήλικα, εργάζονται και δεν τους επιβαρύνουν με τις δαπάνες διαβίωσής τους. Είναι συνταξιούχος του ΙΚΑ λαμβάνει μηνιαίως σύνταξη ποσού 1.220,000 ευρώ (βλ. σχετική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την υπ' αριθμ. 10/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου ...

Χαλκιδικής), ενώ η σύζυγος του είναι λογίστρια - ασφαλίστρια και, κατά το χρόνο άσκησης της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 53/20.12.2013 αίτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, διατελούσε διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε.- ... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", ήταν δε βασικός μέτοχος της παραπάνω εταιρίας, κατέχοντας το μεγαλύτερο μέρος των μετοχών αυτής, ήτοι συνολικά 9.900 μετοχές, αξίας εκάστης 30,00 ευρώ, ήτοι συνολικής αξίας 297.000,00 ευρώ.

Δυνάμει της προαναφερόμενης υπ' αριθμ. 10/2015 απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η προαναφερόμενη υπ' αριθμ. 53/20.12.2013 αίτηση απορρίφθηκε ως προς τη σύζυγο του αιτούντος, Χ. Ψ., λόγω της εμπορικής ιδιότητας αυτής, καθόσον μάλιστα, δυνάμει της υπ' αριθμ. 42/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής έχει ήδη κηρυχθεί σε κατάσταση πτώχευσης, ως χρόνος δε παύσης των πληρωμών ορίσθηκε η 27η-02-2014.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της εν λόγω αίτησης ο αιτών είχε αναλάβει τα παρακάτω χρέη, ήτοι:

Α) Προς την πιστώτρια ... (βλ. την από 11.11.2015 κατάσταση οφειλών με ημερομηνία αναφοράς υπολοίπου οφειλών την 09.11.2015): (α) από την υπ' αριθμ. 2621815 σύμβαση δανείου (αριθ. λογ. 989001828981104), στην οποία ευθύνεται ως εγγυητής, συνολικό ποσό 88.337,23 ευρώ, και (β) από την υπ' αριθμ. 2621815 σύμβαση δανείου (αριθ. λογ. 989001828980208), στην οποία ευθύνεται ως εγγυητής, συνολικό ποσό 84.380.52 ευρώ,

Β) Προς την πιστώτρια ... Α.Ε. (βλ. την από 20.11.2015 κατάσταση οφειλών), από την υπ' αριθμ. 33024268/15.12.2005 σύμβαση πίστωσης δανείου, στην οποία ευθύνεται ως εγγυητής, συνολικό ποσό 44.279,27 ευρώ. Γ) Προς την πιστώτρια ... ΑΕ (βλ. την από 05.02.2016 κατάσταση οφειλών): (α) από την υπ' αριθμ. 00010-2259- 00002197798 σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία ευθύνεται ως οφειλέτης, συνολικό ποσό 281.145,22 ευρώ και (β) από την υπ' αριθμ. 00010-2259-00002211665 σύμβαση στεγαστικού δανείου, στην οποία ευθύνεται ως οφειλέτης, συνολικό ποσό 149.654,47 ευρώ.

Συνεπώς, η συνολική οφειλή του αιτούντος προς τις προαναφερόμενες πιστώτριες εφεσίβλητες ανέρχεται στο ποσό των 647.796,71 ευρώ, εκ του οποίου ποσό ύψους 216.997,02 ευρώ, αφορά δύο συμβάσεις εγγύησης προς την δεύτερη εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα "..." και μία σύμβαση εγγύησης προς την τρίτη εφεσίβλητη πιστώτρια τράπεζα "... Α.Ε.", οι οποίες (εγγυήσεις) δόθηκαν από τον αιτούντα υπέρ της προαναφερόμενης ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." οικονομικών συμφερόντων της συζύγου του, Χ. Ψ., η οποία για τις ανάγκες της εμπορικής της δραστηριότητας προέβη σε δανεισμό, με την εγγύηση του αιτούντος. Κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, οι ανωτέρω εγγυήσεις που παρασχέθηκαν από τον αιτούντα, συστηματικά, με την ανάληψη του σχετικού κινδύνου υπέρ της ανώνυμης εταιρίας, της οποίας μεγαλομέτοχος, διευθύνων σύμβουλος και πρόεδρος ήταν η εν λόγω σύζυγός του, αποτελούν πράξεις εμπορικές, διότι δόθηκαν με την επιδίωξη έμμεσου οικονομικού οφέλους, καθόσον οι εν λόγω συμβάσεις εγγύησης καταρτίσθηκαν ως παρακολουθηματικές των επιχειρηματικών συμβάσεων της συζύγου του, μέσω δε της οικονομικής ενίσχυσης της παραπάνω εταιρίας εξυπηρετούνταν τα οικονομικά συμφέροντα της συζύγου του και η συνέχιση της επικερδούς επιχειρηματικής της δραστηριότητας.

Συνεπώς, με την παροχή των παραπάνω εγγυήσεων υπέρ του προαναφερόμενου νομικού προσώπου, ο αιτών αποσκοπούσε στην αύξηση των οικογενειακών του εισοδημάτων και της συνεισφοράς της συζύγου του σε αυτά, εξασφαλίζοντας ένα επίπεδο ζωής ανώτερο αυτού που του επέτρεπε το εισόδημά του. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι οι εν λόγω εγγυήσεις που δόθηκαν προς διαφορετικά πιστωτικά ιδρύματα, έγιναν "χάριν ελευθεριότητας".

Αντίθετα αποδείχθηκε ότι ο αιτών διέθετε εισοδήματα και αξιόλογη ακίνητη περιουσία, ήτοι: (α) μια ισόγεια κατοικία, στο αγρόκτημα ..., επί της θέσης νυν "περιοχή …." (... ... - ...) …, εμβαδού κύριων χώρων 119,00 τ.μ. και βοηθητικών χώρων 80,00 τ.μ., έτους κατασκευής 1997, κείμενη σε δύο συνενωμένα αγροτεμάχια έκτασης 1.500 και 3.400 τ.μ.

στη θέση άλλοτε "…." αγροκτήματος ... (β) ένα αγροτεμάχιο με μονοετή καλλιέργεια έκτασης 1.500 τ.μ. και πολυετή καλλιέργεια - δενδροκαλλιέργεια ελιάς 3.400 τ.μ. στην θέση "..." στην Κτηματική περιοχή ... (βλ. δεύτερη και τρίτη σελίδα της υπ' αριθμ. 53/20.12.2013 αίτησης του εκκαλούντος ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου), (γ) ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου ενός ισόγειου επαγγελματικού χώρου, εμβαδού 24,90 τ.μ., έτους κατασκευής 2004, στα ..., (δ) ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου μιας υπόγειας αποθήκης εμβαδού 24,90 τ.μ., έτους κατασκευής 2004, στα ..., και (ε) ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από έναν αγρό στην περιοχή ... ...

με πολυετή καλλιέργεια έκτασης 6.000,00 τ.μ. (βλ. τη βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης - έντυπο E9, όπως έχει δηλωθεί την 01.01.2013), για το λόγο δε αυτό, η προσωπική εγγύηση αυτού (αιτούντος) αποτελούσε προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της εμπορικής δραστηριότητας της συζύγου του από τις προαναφερόμενες πιστώτριες Τράπεζες, σε περίπτωση δε άρνησής του να παράσχει εγγύηση δεν θα χορηγούνταν οι απαιτούμενες για την επικερδή συνέχιση των εργασιών της ανωτέρω εταιρίας πιστώσεις.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, η συνομολόγηση των προαναφερόμενων συμβάσεων πίστωσης εκ μέρους του αιτούντος ως εγγυητή υπέρ της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας, στην οποία η σύζυγός του ήταν μεγαλομέτοχος, πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος, έγινε κατά συνήθεια και με σκοπό το κέρδος και προσέδωσε σ' αυτόν (αιτούντα) την εμπορική ιδιότητα, λόγω της οποίας όλες του οι συναλλαγές τεκμαίρεται ότι έγιναν χάριν αυτής, βάσει του άρθρου 8 παρ. 2 του διατάγματος περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων, και, συνεπώς, ο τελευταίος (αιτών) κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης είχε πτωχευτική ικανότητα.

Σημειωτέον ότι δεν αποκλειόταν η κτήση της εμπορικής ιδιότητας από την παράλληλη άσκηση έτερου επαγγέλματος από τον αιτούντα, ο οποίος, κατά την κατάθεση της εξετασθείσας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μάρτυρος και συζύγου του, εργαζόταν, στο παρελθόν ως μηχανουργός - υπάλληλος στα μεταλλεία …..

Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η με οποιοδήποτε τρόπο απώλεια της εμπορικής ιδιότητας του εκκαλούντος και, συνεπώς, δε συντρέχει στο πρόσωπο αυτού η απαραίτητη για την υπαγωγή του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ουσιαστική προϋπόθεση της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητάς του. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης, στο ίδιο δε συμπέρασμα περί μη συνδρομής της ουσιαστικής προϋπόθεσης της έλλειψης πτωχευτικής ικανότητας του αιτούντος κατέληξε και η εκκαλουμένη, η οποία επομένως δεν έσφαλε.

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Κρίνοντας έτσι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο ο αναιρεσείων, κατά την υποβολή της αίτησής του περί υπαγωγής του στις προστατευτικές διατάξεις του Ν. 3869/2010 είχε πτωχευτική ικανότητα, την οποία δεν απώλεσε, διότι ασκούσε αντικειμενικά εμπορικές πράξεις, που του προσέδωσαν την εμπορική ιδιότητα και ειδικότερα με την συστηματική παροχή τριών συμβάσεων εγγύησης, που καταρτίστηκαν με την 2η και 3η των αναιρεσιβλήτων τραπεζικών εταιρειών, για το σημαντικό ποσό των 217.997,02 ευρώ, ανέλαβε τον σχετικό κίνδυνο υπέρ της πρωτοφειλέτιδος ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία "...

AE - ... ΑΕ" και τον διακριτικό τίτλο "... AE", στην οποία πρόεδρος, διευθύνων σύμβουλος και κύριος (βασικός) μέτοχος με την κατοχή 9.900 μετοχών ήταν η σύζυγός του και οι οποίες εγγυήσεις, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ήταν αναγκαίες για την χρηματοδότηση της εμπορικής δραστηριότητας της εταιρείας, καθόσον οι πιστώτριες τράπεζες απέβλεπαν στην προσωπική εγγύηση του αναιρεσείοντα, ενόψει της αξιόλογης ακίνητης περιουσίας αυτού και τις οποίες αυτός, σύμφωνα με τις παραδοχές, κατάρτισε αποσκοπώντας στην επιδίωξη έμμεσου οικονομικού οφέλους, καθόσον με τη διεύρυνση των οικονομικών μεγεθών της ανώνυμης εταιρείας, θα επερχόταν η αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος με την συνεισφορά της συζύγου του, έτσι ώστε να εξασφαλίσει ένα επίπεδο ζωής ανώτερο εκείνου, που του επέτρεπε τότε το εισόδημά του ως τεχνίτης-σιδηρουργός στα μεταλλεία ….

και ήδη συνταξιούχος του ΙΚΑ, με σύνταξη 1.200 ευρώ μηνιαία, ορθά ερμήνευσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, διότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο δέχτηκε, ανελέγκτως αναιρετικά, ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των κανόνων δικαίου, που εφάρμοσε, τους οποίους επομένως δεν παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή.

Εξάλλου, οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντα, με τις οποίες ισχυρίζεται ότι οι τρεις συμβάσεις εγγύησης, ουσιαστικά αποτελούν μια εφάπαξ εγγύηση και ότι δόθηκαν χαριστικά από λόγους οικογενειακής αλληλεγγύης και ηθικού καθήκοντος προς τη σύζυγό του, η οποία ας σημειωθεί τελεί ήδη σε κατάσταση πτώχευσης, είναι προεχόντως απαράδεκτες, διότι ο αναιρεσείων υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη αναιρετικά (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ) εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστή ουσίας.

Όλως επικουρικά, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμες, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές του ως Εφετείο δικάσαντος δικαστηρίου, οι πιστώτριες τράπεζες (2η και 3η αναιρεσίβλητη) δεν θα χρηματοδοτούσαν την ανώνυμη εταιρεία, εάν ο αναιρεσείων δεν χορηγούσε τις τρεις συμβάσεις εγγύησης, διότι απέβλεπαν στην οικονομική επιφάνεια αυτού, καθόσον διέθετε αξιόλογη ακίνητη περιουσία και ειδικότερα, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το ως Εφετείο δικάσαν δικαστήριο, η προσωπική εγγύηση του αναιρεσείοντα συνιστούσε προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της εμπορικής δραστηριότητας της συζύγου του και την επιτυχή διεύρυνση αυτής, την οποία εκμεταλλεύτηκε ο αναιρεσείων, διότι ωφελήθηκε έμμεσα με την αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος διά της συνεισφοράς της συζύγου του.

Επομένως ο μοναδικός αναιρετικός λόγος εκ του άρθρου 560 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται και όχι και εκ του άρθρου 560 αρ. 5 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνουν η 2η και 3η αναιρεσίβλητη εταιρεία, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό του, ως απαράδεκτος και ουσιαστικά αβάσιμος, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β' Ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 65/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-1-2018 (αρ. κατ. 1/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 101/2017 οριστικής απόφασης του ως Εφετείο δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής (ειδική διαδικασία εκουσίας δικαιοδοσίας). Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ