Legislator Case Law & Legislation
269/2022 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility as new bad faith claim raised for the first time before the Supreme Court.

Case Number 269/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court's decision regarding a lease contract. The appellant argued that the lower court failed to apply Article 288 of the Civil Code regarding good faith performance, raising this issue for the first time before the Supreme Court. The court rejected this claim as inadmissible because the factual basis for the alleged bad faith must have been presented to the court of first instance, which it was not.

Legislator headnote

AI generated

Articles 178, 179, 288 of the Civil Code; A claim alleging bad faith performance raised for the first time on appeal is inadmissible if the underlying facts were not submitted to the court of first instance.

Keywords

AI generated
bad faith performance good faith execution inadmissible appeal Civil Code provisions procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 178 of the Civil Code
Article 179 of the Civil Code
Article 174 of the Civil Code
Article 180 of the Civil Code
Article 288 of the Civil Code
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, letter e of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 269 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 269/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Μπιλίση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Σ. χας Α. Σ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Ξανθόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1270/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-8-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Αλεξάνδρα Αποστολάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 178 του ΑΚ "δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη με φρόνηση και χρηστότητα σκεπτομένου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση δε στα χρηστά ήθη που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, όχι μεμονωμένα από την αιτία που κίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή τον σκοπό, στον οποίον αυτοί αποβλέπουν, αλλά από το σύνολο των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν.

Κατά δε το άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου 178: "άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή περιουσιακά ωφελήματα που κατά τις περιστάσεις τελούν σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή".

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό αυτών των διατάξεων και εκείνων των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, για να χαρακτηριστεί μία δικαιοπραξία ως αισχροκερδής - καταπλεονεκτική και συνεπώς άκυρη, λόγω αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικά τρία στοιχεία, δηλαδή α) προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός από τους συμβαλλομένους και γ) εκμετάλλευση από τον συμβαλλόμενο της γνωστής σε αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του αντισυμβαλλομένου του.

Τα στοιχεία της ανάγκης, της κουφότητας ή της απειρίας όμως δεν είναι απαραίτητο, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωση της δεύτερης από τις πιο πάνω διατάξεις, να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά αρκεί η συνδρομή και μόνον του ενός απ' αυτά. Απειρία είναι η έλλειψη συνήθως πείρας ως προς τα οικονομικά δεδομένα και μεγέθη, ως προς τις τιμές και ως προς τις συναλλαγές.

Κουφότητα είναι η αδιαφορία για τις συνέπειες και τη σημασία των πράξεων, ενώ ανάγκη είναι και η οικονομική, αρκεί να είναι άμεση και επιτακτική. Η δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής πρέπει να είναι προφανής. Εξάλλου, εκμετάλλευση υπάρχει, όταν αυτός που γνωρίζει την ως άνω κατάσταση του αντισυμβαλλομένου του (ανάγκη, κουφότητα, απειρία), επωφελείται και με κατάλληλο χειρισμό επιτυγχάνει προφανώς μειωμένη αντιπαροχή.

Ειδικότερα, φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής είναι αυτή που υποπίπτει στην αντίληψη λογικού και έχοντος πείρα των σχετικών συναλλαγών ανθρώπου και η οποία υπερβαίνει το μέτρο κατά το οποίο είναι ανθρωπίνως φυσικό να αποκομίζει ο ένας κάποιο όφελος από σύμβαση οικονομικού περιεχομένου επί ζημία του άλλου.

Η δυσαναλογία αυτή, η οποία διαπιστώνεται, ενόψει των περιστάσεων και της φύσης της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, κατά το χρόνο της κατάρτισής της, (περιεχόμενο, σκοπός, αξία παροχών), χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι υποκειμενικές παραστάσεις ή επιθυμίες των μερών, αποτελεί νομική έννοια, και ως εκ τούτου η κρίση περί της υπάρξεως αυτής ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 403/2017, ΑΠ 234/2017, ΑΠ 810/2013, ΑΠ 890/2011).

Η κρίση, όμως, του ουσιαστικού δικαστηρίου με την οποία διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι συνέτρεξαν ή όχι τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 86/2018). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται εν όψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 343/2020, ΑΠ 166/2020).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης, που εφαρμόσθηκε, ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΑΠ 10/2020, ΑΠ 1225/2017).

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/2017).

Το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με το από 27-7-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, που καταρτίστηκε στη Θεσσαλονίκη μεταξύ της εναγομένης εκμισθώτριας και της υπό σύσταση ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Τ.

Γ. – Π. Γ. O.E." μισθώτριας, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τα μοναδικά μέλη και διαχειριστές της (Γ. Τ. του Κ. και Γ. Π. του Κ.), η εναγομένη εκμίσθωσε στην ως άνω εταιρία ένα πρατήριο υγρών καυσίμων, που βρίσκεται στο ..ο χιλιόμετρο της εθνικής οδού Σερρών -Θεσσαλονίκης, στη θέση "…", πλήρως εξοπλισμένο με όλες τις αναγκαίες εγκαταστάσεις για τη λειτουργία του.

Το μίσθιο αποτελείτο από τον αύλειο χώρο που συνδέεται με την εθνική οδό, ένα κατάστημα εμβαδού 121,47 τ.μ., τρεις αποθηκευτικούς χώρους, ένα εσωτερικό στεγασμένο πλυντήριο λιπαντήριο και ένα πλυντήριο ανοικτό και έναν ανοικτό υπόγειο χώρο με την δίοδο που οδηγεί σε αυτόν και τα μηχανήματα. Όμως, παρά την ανωτέρω περιγραφή του που αναφερόταν στο μισθωτήριο, στην πραγματικότητα το μίσθιο την 27-7-2012 αποτελείτο από α) ένα κατάστημα πρατηρίου πώλησης υγρών καυσίμων, συνολικού εμβαδού με όλους τους κύριους και βοηθητικούς χώρους 129 τ.μ., που περιελάμβανε:

αα) έναν ισόγειο χώρο-αίθουσα πωλήσεων 74τ.μ. ββ) έναν υπόγειο χώρο με W.C. , γγ) δύο αποθήκες εντός των οποίων βρίσκεται η αντλία γεώτρησης του πρατηρίου, δδ) δύο εξωτερικά W.C., εε) έναν ισόγειο κλειστό χώρο χρήσης πλυντηρίου - λιπαντηρίου με υδραυλική ράμπα, β) ένα ανοικτό πλυντήριο (βούρτσα), γ) μια στεγασμένη δεξαμενή 5 κ.μ.

με αντλία για την εξυπηρέτηση του ανοικτού πλυντηρίου-βούρτσας, δ) τρεις στεγασμένες με μεταλλικό στέγαστρο θέσεις καθαρισμού αυτοκινήτου και ε) μια αίθουσα αναψυκτηρίου καφετέριας -οβελιστήριου- εστιατορίου, εμβαδού 218,20 τ.μ.. Το εν λόγω ενιαίο μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί από τη μισθώτρια εταιρία ως πρατήριο υγρών και αερίων καυσίμων με πλυντήριο και λιπαντήριο αυτοκινήτων, αναψυκτήριο οβελιστήριο και κάθε άλλη παρεμφερή εργασία και δραστηριότητα, για χρονικό διάστημα εννέα ετών δηλαδή από 1-8-2012 έως 31-7-2021, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.250 ευρώ, πλέον του μισού χαρτοσήμου.

Ταυτόχρονα, με το από 27-7-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας, ο ενάγων και ο εγγονός της εναγομένης Γ. Τ. σύστησαν την εταιρία με την επωνυμία "Τ. Γ. – Π. Γ. O.E.", με έδρα το προαναφερόμενο μίσθιο και σκοπό τη λειτουργία του ως άνω πρατηρίου. Προκειμένου να καταστεί εφικτή η λειτουργία της ως άνω επιχείρησης συμφωνήθηκε προφορικά ότι ο ενάγων θα δαπανούσε εξ ιδίων πόρων το ποσό των 50000 ευρώ για εργασίες ανακαίνισης του μισθίου και η εναγομένη θα διευκόλυνε την παροχή πίστωσης προς τη μισθώτρια εταιρία από εταιρία πετρελαιοειδών, συνυπογράφοντας την οικεία σύμβαση εμπορικής συνεργασίας ως εγγυήτρια και παραχωρώντας υπέρ της τελευταίας προσημείωση υποθήκης σε βάρος ακινήτου της, για την εξασφάλιση της σχετικής απαίτησης.

Πράγματι, μετά την ανωτέρω προφορική συμφωνία και την υπογραφή των παραπάνω συμφωνητικών, ο ενάγων προέβη στην εκτέλεση των συμφωνημένων οικοδομικών εργασιών, συνολικής δαπάνης 53050 ευρώ. Ταυτόχρονα, η εναγομένη υπέγραψε ως εγγυήτρια την από 2-10-2012 σύμβαση εμπορικής συνεργασίας μεταξύ της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και της εταιρίας "EKO ΑΒΕΕ", καθώς και το από 2-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό, χορήγησης εμπορευματικής πίστωσης-εξασφάλισης, με το οποίο συμφώνησε να εγγραφεί προσημείωση υποθήκης μέχρι του ποσού των 80000 ευρώ, σε βάρος ακινήτου της, για την εξασφάλιση της απαίτησης της εταιρίας "EKO ΑΒΕΕ" από την ως άνω εμπορική συνεργασία.

Τελικά, οι σχέσεις των εταίρων της ομόρρυθμης εταιρίας δεν εξελίχθηκαν ομαλά, κυρίως λόγω της αδυναμίας άμεσης έναρξης της λειτουργίας του πρατηρίου και τον Φεβρουάριο του 2013 η εναγομένη αρνήθηκε να παραχωρήσει τη συμφωνηθείσα προσημείωση, με συνέπεια να καταστεί αδύνατη η προμήθεια καυσίμων, λόγω έλλειψης ρευστότητας.

Έτσι οι ως άνω εταίροι προέβησαν αφενός στη λύση της εμπορικής συνεργασίας με την "EKO ΑΒΕΕ" και αφετέρου στη λύση της ομόρρυθμης εταιρίας και της μισθωτικής σύμβασης. Ενόψει της εξέλιξης αυτής, o ενάγων που είχε ήδη δαπανήσει το ποσό των 77800 ευρώ, αποφάσισε να μισθώσει μόνος του το επίδικο μίσθιο και έτσι στις 14-3-2013 καταρτίσθηκε η επίδικη μίσθωση μεταξύ των διαδίκων.

Με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε ρητά ότι το μίσθιο θα χρησιμοποιηθεί αποκλειστικά ως πρατήριο πώλησης και χώρος διάθεσης παντός είδους καυσίμων και λοιπών συναφών προϊόντων, καθώς και ως τόπος παροχής συναφών υπηρεσιών με πλυντήριο λιπαντήριο, καφετέρια, μίνι μάρκετ κ.λπ. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για εννέα έτη, ήτοι από 14-3 2013 έως 14-3-2022 και το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 3.000 ευρώ, πλέον του αναλογούντος τέλους χαρτοσήμου.

Το ως άνω μίσθωμα, για το οποίο συμφώνησε o ενάγων, δεν είναι δυσανάλογο προς την πραγματική μισθωτική αξία του ακινήτου, το οποίο και στην προηγούμενη μίσθωση, στην οποία συμμετείχε και o εγγονός της εναγομένης, ανερχόταν σε 2250 ευρώ, όσο ήταν και στην πιο προηγούμενη μίσθωση προς την εταιρία " Α. Κ. – Ε. ΟΕ".

Άλλωστε, ο ίδιος ο ενάγων με την αγωγή του προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησής του στο ποσό των 36.000 ευρώ για μόλις πέντε μήνες λειτουργίας της επιχείρησης μόνο για το τμήμα πώλησης αερίων καυσίμων. Το γεγονός ότι τον Απρίλιο του 2013, o ενάγων προέβη σε κατεδάφιση της αίθουσας εστιατορίου, λόγω αδυναμίας τακτοποίησης των πολεοδομικών της παραβάσεων και στις 29-5-2014 έκλεισε το τμήμα της εθνικής οδού μπροστά από το επίδικο και αντίστοιχα η σύνδεση του πρατηρίου με αυτό, λόγω της κατασκευής του κάθετου άξονα της Εγνατίας Οδού, δεν αρκεί για να καταστήσει φανερά δυσανάλογα το μίσθωμα που συμφωνήθηκε με την πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου ακινήτου, καθόσον η τυχόν δυσαναλογία αυτή διαπιστώνεται κατά τη σύναψη της σύμβασης και όχι με βάση μεταγενέστερα περιστατικά.

Συνεπώς, το αγωγικό αίτημα περί αναγνώρισης της επίδικης μίσθωσης ως καταπλεονεκτικής για το υπερβάλλον φανερά δυσανάλογο μίσθωμα είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο και ως εκ τούτου δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχθηκε τα ίδια, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με το σχετικό λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα".

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές, το Εφετείο έκρινε ότι η ένδικη από 14-3-2013 σύμβαση μίσθωσης κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, που αφορά στο συμφωνηθέν μίσθωμα, είναι έγκυρη και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης κατά της 6/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα της αγωγής του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση της μερικής ακυρότητας της καταρτισθείσας με την αναιρεσίβλητη σύμβασης μίσθωσης ως αισχροκερδούς για το πέραν των 1.661,63 ευρώ μηνιαίο μίσθωμα.

Έτσι, όπως έκρινε, το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ, ενώ διέλαβε στην απόφασή του, αναφορικά με το κρίσιμο και ουσιώδες ζήτημα της φανερής δυσαναλογίας του συμφωνηθέντος μισθώματος της ως άνω μισθωτικής σύμβασης, σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόστηκαν.

Ειδικότερα, με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, την περιγραφή και τη θέση του μισθίου, τη συμφωνηθείσα χρήση του και τη διάρκεια της μίσθωσης, και τα λοιπά αποδειχθέντα περιστατικά, το συμφωνηθέν μίσθωμα των 3.000 ευρώ πλέον του τέλους χαρτοσήμου δεν είναι προφανώς δυσανάλογο προς την πραγματική μισθωτική αξία του ακινήτου, το οποίο και στην από 27-7-2012 προηγούμενη μίσθωση, με μισθώτρια εταιρεία την ομόρρυθμη εταιρεία "Τ.

Γ. – Π. Γ. ΟΕ", ομόρρυθμοι εταίροι της οποίας ήταν ο ενάγων και o εγγονός της εναγομένης, αλλά και στην πιο προηγούμενη μίσθωση με μισθώτρια την εταιρεία "Α. Κ. - Ε. ΟΕ", ανερχόταν σε 2.250 ευρώ πλέον του ημίσεως τέλους χαρτοσήμου, ενώ ο ίδιος ο ενάγων με την αγωγή του προσδιόρισε τα διαφυγόντα κέρδη της επιχείρησής του στο ποσό των 36.000 ευρώ για μόλις πέντε μήνες λειτουργίας της επιχείρησης μόνο για το τμήμα πώλησης αερίων καυσίμων.

Επομένως είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι ο 1ος λόγος, κατά το πρώτο σκέλος του, και ο 3ος λόγος της αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Όσον αφορά στα περιστατικά, για το ότι τον Απρίλιο του 2013 o ενάγων προέβη σε κατεδάφιση της αίθουσας εστιατορίου, λόγω αδυναμίας τακτοποίησης των πολεοδομικών της παραβάσεων, και ότι στις 29-5-2014 έκλεισε το τμήμα της εθνικής οδού μπροστά από το επίδικο και αντίστοιχα η σύνδεση του πρατηρίου με αυτό, λόγω της κατασκευής του κάθετου άξονα της Εγνατίας Οδού, η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο διαπίστωσε, μετά την αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ότι αυτά (πραγματικά περιστατικά) δεν συνέτρεξαν κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, δεν ελέγχεται αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη, και οι αντίθετες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος με τους ίδιους λόγους είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ελέγχεται αναιρετικά μόνον αν αυτά αφορούν σε ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου (άρθρ. 559 αρ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.), με την έννοια της εξειδίκευσης αόριστων νομικών εννοιών ή της υπαγωγής σε αυτούς πραγματικών περιστατικών, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει, όταν χρησιμεύουν για την υπό του δικαστηρίου εξακρίβωση της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών και συνδέονται με την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 1030/2015).

Έτσι, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα, να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι συντρέχει ή όχι φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ.

β' του ΚΠολΔ, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της φανερής δυσαναλογίας. Δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλ.

κατά την έρευνα της ουσίας της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 40/2020, ΑΠ 518/2017, ΑΠ 64/2017). Ο αιρεσείων με το τρίτο σκέλος του 1ου λόγου της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος, ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής με το να μη δεχθεί, ότι συντρέχει προφανής δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής με βάση τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά.

Ο λόγος αυτός, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια αναφέρεται ευθέως στην παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούν την προφανή δυσαναλογία και όχι στην ερμηνεία του άρθρου 179 του ΑΚ, ή την υπαγωγή σ' αυτό των πραγματικών γεγονότων.

Σε κάθε περίπτωση, με όσα δέχθηκε το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, δεν παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με την κρίση του, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε, δεν υπάγονται στην έννοια της φανερής δυσαναλογίας μεταξύ παροχής (μισθώματος) και αντιπαροχής (μισθωτικής αξίας του μισθίου), αλλά ούτε και στη διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ και ο συναφής λόγος της αναίρεσης είναι και αβάσιμος.

Τούτο διότι η αύξηση του μηνιαίου μισθώματος από το ποσό των 2.250 ευρώ, πλέον ποσοστού 1,8% τέλους χαρτοσήμου, της πρώτης μίσθωσης, στο ποσό των 3.000 ευρώ, πλέον 3,6% τέλους χαρτοσήμου, της ένδικης μίσθωσης, ήτοι αύξηση κατά ποσοστό 35,7%, σε συνδυασμό και με τα λοιπά γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν επιφέρει προφανή δυσαναλογία μεταξύ παροχής (μισθώματος) και αντιπαροχής (μισθωτικής αξίας του ακινήτου).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης.

Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν ο αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και απορρίφθηκε ρητά για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 742/2020, ΑΠ 69/2016, ΑΠ 725/2012), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν και τούτο συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 59/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο σκέλος του 1ου λόγου της αναίρεσης και το 2ο λόγο, κατά το πρώτο σκέλος του, υποστηρίζει, ότι το Εφετείο παραβίασε τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του, που επανέφερε με την έφεσή του, ότι δηλαδή η αδυναμία χρήσης της αίθουσας του εστιατορίου υπήρχε κατά την υπογραφή του από 14-3-2013 νέου μισθωτηρίου, παραλείποντας ταυτόχρονα να εκτιμήσει την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου στο ποσό των 1.661,63 ευρώ μηνιαίως, μετά την αφαίρεση της μισθωτικής αξίας της αίθουσας εστιατορίου από το συμφωνηθέν μηνιαίο μίσθωμα των 3.000 ευρώ.

Ανεξάρτητα, όμως, από το ότι, ο αναιρεσείων αντιφατικά υποστηρίζει, ότι η πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου ανέρχεται σε 1.661,63 ευρώ μετά την αφαίρεση της μισθωτικής αξίας των πολεοδομικά αυθαίρετων χώρων, χρησιμοποιώντας ως βάση υπολογισμού για τη σχετική μείωση, το μηνιαίο μίσθωμα της προηγούμενης από 27-7-2012 μίσθωσης, ποσού 2.250 ευρώ, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητεί, ότι ανταποκρίνεται στη μισθωτική αξία του ένδικου ακινήτου, παρότι και σε εκείνη τη σύμβαση μίσθωσης συμπεριλαμβάνονται οι ίδιοι αυθαίρετοι χώροι, τους οποίους κατεδάφισε τον Απρίλιο του 2013, οι αιτιάσεις από τους λόγους αυτούς είναι αβάσιμες, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αγωγικό ισχυρισμό και απάντησε σε αυτόν, δεχθέν τα αντίθετα από τα υποστηριζόμενα από τον αναιρεσείοντα και συνεπώς δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη προταθέντων πραγμάτων.

Ο αναιρετικός λόγος της διάταξης του αριθμού 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Στον ΚΠολΔ, κατά κανόνα ισχύει το σύστημα της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων (άρθρ. 340 του ΚΠολΔ) και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως η δικαστική ομολογία (άρθρο 352) και τα έγγραφα, που παράγουν πλήρη απόδειξη (άρθρα 438 επ., 441, 445).

Για τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά το νόμο, είναι ισοδύναμα, εναπόκειται στο δικαστήριο να κρίνει την αποδεικτική βαρύτητα του καθενός, αφού αυτά, κατ' άρθρο 340 του ως άνω Κώδικα, εκτιμηθούν "ελεύθερα". Ο παραπάνω λόγος ιδρύεται μόνο αν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη, που δεν την είχε κατά το νόμο και όχι αν απέδωσε μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία σε ένα από τα ισοδύναμα αυτά αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 233/2011, ΑΠ 1311/2010, ΑΠ 479/2010).

Στην κρινόμενη περίπτωση, με τον 2ο λόγο της αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, η από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη δικαστική ομολογία της αντιδίκου του με τις κατ' έφεση προτάσεις της σχετικά με το περιεχόμενο του όρου του από 14-3-3013 μισθωτηρίου συμφωνητικού, που προσκομίσθηκε και από τους δύο αντιδίκους, σύμφωνα με τον οποίο (όρο) ο μισθωτής έχει λάβει γνώση και αποδέχεται, ότι η αίθουσα του αναψυκτηρίου - οβελιστηρίου προς το παρόν δεν μπορεί να τακτοποιηθεί στο σύνολό της με το Ν 4014/2011, όπως και οι τρεις στεγασμένες θέσεις καθαρισμού αυτοκινήτων και ότι, εφόσον καταστεί δυνατή η τακτοποίησή τους, η ιδιοκτήτρια είναι υποχρεωμένη να τις τακτοποιήσει, και αν δεν επιτραπεί, ο μισθωτής αναλαμβάνει την ευθύνη να προχωρήσει στις κατεδαφίσεις μέχρι 30-4-2013.

Ότι αν λάμβανε υπόψη τον όρο αυτό, αποδεικνυόμενο με δικαστική ομολογία της αντιδίκου του, δεν θα απορριπτόταν με την προσβαλλόμενη ο περί δυσαναλογίας ισχυρισμός του. Εντούτοις, με τον ανωτέρω όρο της μισθωτικής σύμβασης, τον οποίο πράγματι επικαλείται η αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 22-1-2018 κατ' έφεση προτάσεών της, προβλέπεται, ότι κατά το χρόνο σύναψης του ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης υπήρχαν δύο μελλοντικά ενδεχόμενα, δηλαδή είτε να τακτοποιηθούν οι αυθαίρετοι χώροι είτε, αν δεν επιτραπεί η τακτοποίηση, να αναγκασθεί ο μισθωτής να κατεδαφίσει τις αυθαίρετες κατασκευές μέχρι τις 30-4-2013.

Αντίθετα, η παραδοχή του εν λόγω όρου δεν περιέχει πραγματικά περιστατικά, επιζήμια για την αναιρεσίβλητη και ως εκ τούτου η εκ μέρους της επίκλησή του δεν συνιστά δικαστική ομολογία, καθόσον έγινε στο πλαίσιο της εκ μέρους της αιτιολογημένης άρνησης των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, ενώ, πολύ περισσότερο, η επίμαχη παράθεση δεν έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς για την αναιρεσίβλητη γεγονότος, ότι συντρέχει μία από τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 179 ΑΚ, ήτοι η φανερή δυσαναλογία μεταξύ παροχής και αντιπαροχής.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρ. 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν τον νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 2119/2009).

Και στις εξαιρετικές περιπτώσεις, όμως, του άρθρου 562 § 2 ΚΠολΔ, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά στη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα, στα οποία στηρίζεται, να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττομένη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).

Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Περαιτέρω, το δικαστήριο λαμβάνει μεν υπόψη αυτεπαγγέλτως τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, η απόφασή του όμως πρέπει να αντιστοιχεί προς το αίτημα της αγωγής ή της ανταγωγής και προς τα πραγματικά περιστατικά που είναι κρίσιμα για την εφαρμογή της διάταξης αυτής και που έχουν προταθεί και αποδειχθεί από τους διαδίκους (ΑΠ 937/2008, πρβλ.

ΑΠ 126/2009). Ο αναιρεσείων με τον 4ο και τελευταίο λόγο της αναίρεσής του προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ περί καλόπιστης εκτέλεσης της παροχής, η οποία διάταξη, κατά τους ισχυρισμούς του, έπρεπε να εφαρμοσθεί από το Εφετείο, ανεξαρτήτως της μη επίκλησής της από τον ίδιο, διότι με τα προαναφερθέντα περιστατικά, που δέχθηκε, αιτιολογούνταν η εφαρμογή της.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων προβάλλει το σχετικό ισχυρισμό το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, είναι και αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα στη νομική σκέψη, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη του άρθρου 288 ΑΚ δεν αναφέρεται και στα κρίσιμα για την εφαρμογή του πραγματικά περιστατικά (μεταξύ των οποίων είναι η έκθεση στην αγωγή περί έγκυρης συμφωνίας για το μίσθωμα και μεταβολής των συνθηκών από τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης έως και την άσκηση της αγωγής), τα οποία πρέπει να προβληθούν εμπροθέσμως και να αποδειχθούν, ούτε εκτοπίζει την ανάγκη προβολής από το διάδικο του οικείου αιτήματος, προϋποθέσεις, που δεν συντρέχουν στην ένδικη περίπτωση.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ισχύει) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-8-2019 αίτηση (αριθμ. κατάθ. 290/12-9-2019) για αναίρεση της 1270/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Φεβρουαρίου 2022.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ