Supreme Court dismisses appeal on grounds that lower court properly considered all evidence including the appellant's own documents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Piraeus. The appellant argued the appellate court failed to consider specific property documents submitted during the cadastral survey process, claiming this violated procedural rules. The court found that the appellate decision explicitly stated it had evaluated all legally submitted evidence, including the appellant's own declarations and objections, and thus the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11γ) and 577(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider evidence is inadmissible if the appellate court's decision explicitly confirms that all submitted evidence was examined and weighed in forming its conviction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 267 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 267/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη, Γεώργιο Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ν. του Κ. και της Α., 2) Μ. Ν. του Λ. και της Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αθηνά Βάτου, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-4-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4028/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 166/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-5-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 08-05-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 166/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 31-01-2018 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της 4028/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Με την τελευταία αυτή απόφαση είχε γίνει δεκτή η από 20-04-2013 αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος, καθώς και κατά των Κ. Ν. και Λ. Ν., με την οποία αυτοί ζήτησαν να αναγνωρισθούν (συγ)κύριοι σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε δύο ακίνητα εμβαδού 479,42 τ.μ. το πρώτο και 401,58 τ.μ. το δεύτερο, που βρίσκονται στο σχέδιο πόλης του Δήμου Σαλαμίνας και στη θέση "ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ" περιφέρειας Παλουκίων.
Ζήτησαν επίσης να διαταχθεί η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας, ώστε αντί της εσφαλμένης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή, εγγραφής, να αναγραφεί ότι τα ως άνω ακίνητα ανήκουν κατά κυριότητα και σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους ενάγοντες.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Στο άρθρο 4 του Ν. 3127/2003 "τροποποίηση και συμπλήρωση των νόμων 2308/1995 και 2664/1998 για την Κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο και άλλες διατάξεις", όπως αντικαταστάθηκε και ισχύει μετά από την τροποποίησή του από την παρ. 11 του άρθρου 154 του Ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27-5- 2016), ορίζονται τα εξής: "1.
Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον: α) νέμεται, μέχρι έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.
Η διάταξη της περίπτωσης β' εφαρμόζεται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. Για ενιαίο ακίνητο εμβαδού μεγαλύτερου των 2.000 τ.μ., η διάταξη εφαρμόζεται μόνο εφόσον στο ακίνητο υφίσταται κατά την 31.12.2002 κτίσμα που καλύπτει ποσοστό τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) του ισχύοντος συντελεστή δόμησης στην περιοχή.
Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ". Με τις διατάξεις αυτές θεσπίζεται εξαίρεση από τον κανόνα ότι επί δημοσίων κτημάτων νομέας κατά πλάσμα του νόμου είναι το Δημόσιο και ότι αυτά είναι ανεπίδεκτα κτητικής ή αποσβεστικής παραγραφής, ο οποίος καθιερώνεται από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926, και του άρθρου 21 του Ν.Δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ.
με το άρθρο 53 του ΕισΝΑΚ και επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του Α.Ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", εκτός εάν η τριακονταετής νομή της εκτάκτου χρησικτησίας είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-09-1915, αφού μετά τη χρονολογία αυτή δεν επιτρέπεται ούτε έκτακτη χρησικτησία επί των ακινήτων του Δημοσίου. Έτσι, κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, κατ' εξαίρεση είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας με χρησικτησία και επί δημοσίου κτήματος, όταν αυτό βρίσκεται σε σχέδιο πόλεως εμβαδού μέχρι 2000 τ.μ., εφόσον κάποιος το νέμεται αδιαταράκτως μέχρι την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, επί τριάντα έτη, εκτός αν κατά την κτήση της νομής ο επιληφθείς της νομής του ακινήτου ήταν κακής πίστης, δηλαδή εφόσον δεν συνέτρεχαν κατά το χρόνο κτήσης της νομής στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 ΑΚ.
Η ρύθμιση αυτή ως ειδική και εξαιρετική επιτρέπει την απόκτηση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία σε ακίνητα του Δημοσίου, εφόσον κάποιος, που απέκτησε με καλή πίστη τη νομή ακινήτου του Δημοσίου, νέμεται αδιατάρακτα τούτο για τριάντα έτη που φθάνουν χρονικά μέχρι την έναρξη ισχύος του παραπάνω νόμου, δηλαδή μέχρι την 19-03-2003, υπό τις λοιπές διαλαμβανόμενες προϋποθέσεις στην παρ. 1 β' του ίδιου νόμου (Ολ ΑΠ 11/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 984 ΑΚ, η νομή προσβάλλεται είτε με διατάραξη είτε με αποβολή του νομέα. Διατάραξη της νομής, η έννοια της οποίας δεν είναι νομοθετικά καθορισμένη, υπάρχει όταν δεν αποβάλλεται ο νομέας από το πράγμα, αλλά εξακολουθεί να διατηρεί τη νομή του σ' αυτό, συνιστά δε διατάραξη της νομής κάθε θετική πράξη ή παράλειψη που αποτελεί παρενόχληση του νομέα στην άσκηση της νομής του.
Θετικά εκδηλώνεται η διατάραξη είτε με πράξη του προσβολέα στο πράγμα είτε με παρεμπόδιση πράξης του νομέα, ενώ αρνητικά, με παράλειψη, όταν ο προσβολέας δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης. Δεν συνιστά διατάραξη η απλή προφορική αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομέα, η οποία αντιμετωπίζεται με την αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ).
Η διατάραξη της νομής κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 984 του ΑΚ αναφέρεται σε προσβολή της νομής και σε προστασία της νομής από την προσβολή της με διατάραξη κατά το άρθρο 989 ΑΚ. Η έννοια όμως του "νέμεται αδιαταράκτως" στην ως άνω διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 δεν αναφέρεται σε προσβολή και προστασία της νομής του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά πλάσμα του νόμου αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Δημόσιο, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις των νόμων περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων, αλλά αναφέρεται σε μη παρενόχληση του νεμομένου το δημόσιο κτήμα από τον κατά το νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος που είναι το Ελληνικό Δημόσιο.
Η παρενόχληση δε αυτή μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο μπορεί να προστατεύσει τη νομή του επί του δημοσίου κτήματος το Ελληνικό Δημόσιο. Τέτοιος δε νόμιμος τρόπος προστασίας της νομής του ... επί του δημοσίου κτήματος είναι μεταξύ άλλων και η κοινοποίηση της πράξης της αρμόδιας Αρχής περί καθορισμού αποζημίωσης αυθαίρετης χρήσης του δημοσίου κτήματος (Ολ ΑΠ 11/2015), επίσης η κοινοποίηση του πρωτοκόλλου κατάληψης (ΑΠ 826/2018), η με οποιοδήποτε τρόπο γνώση από τον ιδιώτη της δήλωσης ιδιοκτησίας του ...
ότι έχει καταχωρηθεί ως δημόσια έκταση (ΑΠ 712/2020), ή της ένστασης του τελευταίου προς το Κτηματολόγιο (ΑΠ 111/2023) και η γνωστοποίηση της απόφασης επί της ένστασης κατά της απόφασης της πρωτοβάθμιας επιτροπής που δικαιώνει τον προβάλλοντα δικαίωμα κυριότητας ιδιώτη (ΑΠ 807/2019). Δηλαδή από το χρονικό σημείο κατά το οποίο ο νεμόμενος δημόσιο κτήμα λαμβάνει γνώση ότι υφίσταται παρενόχληση από τον κατά νόμο αληθή νομέα του δημοσίου κτήματος, που είναι το Ελληνικό Δημόσιο, παύει να νέμεται αδιαταράκτως από το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 727/2022, ΑΠ 1647/2022, ΑΠ 1813/2017).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στην διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2022, Ολ ΑΠ 12/2016, Ολ ΑΠ 10/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ' αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ' ανέλεγκτη κρίση, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας των αναιρεσιβλήτων τα ακόλουθα κατά το ενδιαφέρον, για την έρευνα των αναιρετικών λόγων, μέρος της: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. 2483/2001 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας (ποσοστού 453/1000 εξ αδιαιρέτου) και δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας (ποσοστού 453/1000 εξ αδιαιρέτου) της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α.
Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 402 και με α.α. 91 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας (ποσοστού 47/1000 εξ αδιαιρέτου) και δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητα (ποσοστού 47/1000 εξ αδιαιρέτου) της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 402 και με α.α. 92 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, περιήλθε στη νομή των εναγόντων ως ψιλών κυρίων κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ακολούθως δε με την υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής επικαρπίας (ποσοστού 453/1000 εξ αδαιρέτου) και δωρεάς εν ζωή επικαρπίας (ποσοστού 453/1000 εξ αδιαιρέτου) της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 440 και με α.α. 136 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και με την υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής επικαρπίας (ποσοστού 47/1000 εξ αδιαιρέτου) και δωρεάς εν ζωή επικαρπίας (ποσοστού 47/1000 εξ αδιαιρέτου) της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένη στον τόμο 440 και με α.α. 135 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας περιήλθε από τους συνεπικαρπωτές-παλαιότερους συγκυρίους Κ.
Ν. του Μ. και Λ. Ν. του Μ. στους ενάγοντες που είχαν ήδη καταστεί ψιλοί κύριοι κατά 50% εξ αδιαιρέτου κατ' άρθρο 4 παρ. 1β του ν. 3127/2003 κατά τα παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενα και η επικαρπία, ούτως ώστε κατέστησαν αποκλειστικοί συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός γεωτεμαχίου (οικοπέδου), άρτιου και οικοδομήσιμου με το εντός αυτού ισόγειο κτίσμα εμβαδού 57,10 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται στη θέση "ΑΓΙΑ ΒΑΡΒΑΡΑ - ΠΑΛΟΥΚΙΑ" και στο 68β οικοδομικό τετράγωνο. Το εν λόγω γεωτεμάχιο έχει επιφάνεια σύμφωνα με τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις 478 τετρ. μέτρων, ενώ σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., όπου εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία 23-25-26-27-30-31-33-40-Ε-Δ-Γ-21-19-20-22-23, έχει επιφάνεια 479,42 τετρ.
μέτρων, συνορεύει δε σύμφωνα με τους ως άνω τίτλους κτήσης των εναγόντων και ειδικότερα σε αναφορά με το προσαρτημένο σε αυτούς από Φεβρουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., συνδυαστικά με το προσαρτημένο στους κάτωθι τίτλους κτήσης των αμέσων δικαιοπαρόχων τους (εναγόντων) από Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.
Π., ανατολικά με Ακτή Σαλαμινομάχων, δυτικά με ιδιοκτησία Γ. Κ., βόρεια με ιδιοκτησία Π. Ζ. και νότια με ιδιοκτησία Κ. και Λ. Ν. Επίσης, δυνάμει του υπ' αριθμ. 2485/2001 συμβολαίου γονικής παροχής ψιλής κυριότητας (ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) και δωρεάς ψιλής κυριότητας (ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α.
Τ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 402 και με α.α. 93 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας περιήλθε στη νομή των εναγόντων ως ψιλών κυρίων κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, ακολούθως δε με το υπ' αριθμ. 8099/2006 συμβόλαιο γονικής παροχής επικαρπίας (ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) και δωρεάς εν ζωή επικαρπίας (ποσοστού 1/2 εξ αδιαιρέτου) της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένο στον τόμο 440 με α.α. 134 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, περιήλθε στους ενάγοντες που είχαν ήδη καταστεί ψιλοί κύριοι κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου κατ' άρθρο 4 παρ. 1β του ν. 3127/2003 κατά τα παρακάτω αναλυτικά αναφερόμενα και η επικαρπία, ούτως ώστε κατέστησαν αποκλειστικοί συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενός γεωτεμαχίου (οικοπέδου) άρτιου και οικοδομήσιμου, με την εντός αυτού ισόγεια αποθήκη εμβαδού 19,70 τετρ.
μέτρων, που βρίσκεται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης Σαλαμίνας, στη θέση "ΠΑΛΟΥΚΙΑ" και στο 68β οικοδομικό τετράγωνο. Ειδικότερα το εν λόγω γεωτεμάχιο έχει επιφάνεια, σύμφωνα με τις ανωτέρω συμβολαιογραφικές πράξεις, 392 τ.μ., ενώ σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι.
Ρ., όπου εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία 21-Γ-41-39-37-Β-Α-Ζ-10-11-12-14-17-21, επιφάνεια 401,58 τετρ. μέτρων, συνορεύει δε σύμφωνα με τους ανωτέρω τίτλους κτήσης των εναγόντων και ειδικότερα, σε αναφορά με το προσαρτημένο σε αυτούς από Φεβρουαρίου 2001 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., συνδυαστικά με το προσαρτημένο στους παρακάτω τίτλους κτήσης του άμεσου δικαιοπαρόχου τους από Οκτωβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα της πολιτικού μηχανικού Π.
Π., ανατολικά με την Ακτή Σαλαμινομάχων, δυτικά με ιδιοκτησία Σάντου, βόρεια εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Κ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Κ. και Λ. Ν., νότια με οδό Θέμιδος. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το εκ των παραπάνω γεωτεμαχίων εμβαδού, σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι.
Ρ., επιφάνειας 479,42 τ.μ., είχε περιέλθει στη συννομή των άμεσων δικαιοπαρόχων των εναγόντων Κ. Ν. του Μ. και Λ. Ν. του Μ., κατά τα επιμέρους ποσοστά 453/1000 εξ αδιαιρέτου και 47/1000 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, με αγορά από την Ε. Τ. του Π., δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης της συμβ/φου Πειραιώς Ε. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 322 και με α.α. 335 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, ενώ κατά τα λοιπά επιμέρους ποσοστά 453/1000 εξ αδιαιρέτου και 47/1000 εξ αδιαιρέτου αντίστοιχα, με αγορά από την Α.
συζ. Σ. Μ., το γένος Π. Τ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ε. Γ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 322 και με α.α. 336 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Η εκ των ανωτέρω απώτερη δικαιοπάροχος των εναγόντων Ε. Τ. του Π., είχε προηγουμένως καταστεί νομέας του επιδίκου γεωτεμαχίου, αφενός κατά το επιμέρους ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου με δωρεά εν ζωή του Ε.
Τ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή του συμβολαιογράφου Πειραιώς Δ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 217 και με α.α. 68 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στον οποίο (Ε. Τ.) το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει κατά το εν λόγω ποσοστό εξ αδιαιρέτου δυνάμει της 688/1950 απόφασης του Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 76 και με α.α. 397 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, αφετέρου (αυτή) κατά το λοιπό επιμέρους ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της ίδιας ως άνω απόφασης, νομίμως μεταγεγραμμένης, ενώ η έτερη των ως άνω απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων Α.
συζ. Σ. Μ., το γένος Π. Τ., είχε προηγουμένως καταστεί νομέας του επιδίκου γεωτεμαχίου, αφενός κατά το επιμέρους ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, με αγορά από την Ε. χήρα Μ. Σ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης του συμβ/φου Πειραιώς Δ. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 255 και με α.α. 295 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, στην οποία (Ε.
χήρα Μ. Σ.) το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει κατά το εν λόγω ποσοστό δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης του συμβ/φου Σαλαμίνας Κ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 72 και με α.α. 250 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, αφετέρου, κατά το υπόλοιπο επιμέρους ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της ως άνω 688/1950 απόφασης του Προέδρου Πρωτοδικών Πειραιώς, νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 76 και με α.α. 397 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας.
Επί πλέον, αποδείχθηκε ότι το δεύτερο από τα παραπάνω γεωτεμάχια εμβαδού σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., επιφάνειας 401,58 τετρ. μέτρων, είχε περιέλθει στη νομή του άμεσου δικαιοπαρόχου των εναγόντων Λ. Ν. του Μ., κατά το επιμέρους ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου, με αγορά από τον Ο.-Ν.
Κ.-Κ. του Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης της συμβ/φου Σαλαμίνας Α. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 322 και με α.α. 249 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, ενώ κατά το υπόλοιπο ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, με αγορά από την Α. χήρα Ν. Κ., το γένος Α. Π. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης της συμβ/φου Σαλαμίνας Α.
Λ., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 322 και με α.α. 250 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Ο εκ των ανωτέρω απώτερος δικαιοπάροχος των εναγόντων Ο.-Ν. Κ.-Κ. είχε προηγουμένως καταστεί νομέας του εν λόγω ακινήτου, κατά το οικείο ποσοστό 5/8 εξ αδιαιρέτου, με αποδοχή κληρονομίας του πατέρα του Α.
Κ.-Κ. δυνάμει της υπ' αριθμ. 9228/1988 συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Σαλαμίνας Α. Λ., νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 321 και με α.α. 74 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνα, στον οποίο (Α. Κ.-Κ.) το εν λόγω ακίνητο είχε περιέλθει, αφενός κατά το επιμέρους ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ. ...
συμβολαίου πώλησης της συμβ/φου Αθηνών Α.-Δ. Ο., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 246 και με α.α. 334 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, με αγορά από τους Μ. χήρα Σ. Τ., Ν. Τ. του Σ., Π. Τ. του Σ., Π. Τ. του Σ., Ι. Τ. του Σ., στους οποίους είχε περιέλθει με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Σαλαμίνας Κ.
Κ., νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 81 με α.α. 123 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη της συμβ/φου Αθηνών Α.-Δ. Ο., νομίμως μεταγεγραμμένη στον τόμο 246 και με α.α. 333 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, σε συνδυασμό με τυν υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφική πράξη καθορισμού και ρυθμίσεως ορίων του συμβ/φου Σαλαμίνας Π. Χ., νομίμως μεταγεγραμμένη στον τόμο 174 με α.α. 159 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, αφετέρου κατά το υπόλοιπο μέρος των 3/8 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης της συμβ/φου Αθηνών Α.-Δ.
Ο., νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 248, με α.α. 2 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, με αγορά από την Α. συζ. Ε. Β., το γένος Σ. Γ., στην οποία είχε περιέλθει προηγουμένως κατά το οικείο ποσοστό εξ αδιαιρέτου με αγορά από τον Α. Π. του Δ. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου πώλησης του συμβ/φου Πειραιώς Α.
Π. νομίμως μεταγεγραμμένου στον τόμο 196, με α.α. 163 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, ενώ ο εν λόγω πωλητής Α. Π. είχε καταστεί νομέας του παραπάνω ακινήτου κατά το ίδιο ως άνω ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από κληρονομιά του πατέρα του Δ. Π. και σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 7141/1971 συμβολαιογραφική πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβ/φου Σαλαμίνας Π.
Χ., νομίμως μεταγεγραμμένη στον τόμο 174 και με α.α. 160 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας. Περαιτέρω, η έτερη των εκ των απώτερων δικαιοπαρόχων των εναγόντων Α. χήρα Ν. Κ., το γένος Α. Π. είχε προηγουμένως καταστεί νομέας του εν λόγω γεωτεμαχίου, κατά το οικείο ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου, από κληρονομία του από το έτος 1961 αποβιώσαντος εξ αδιαθέτου πατέρα της Α.
Π. του Ι., καθώς και της από το έτος 1941 αποβιώσασας αδιάθετης μητέρας της Π. το γένος Γ. Κ. ή Κ. και ειδικότερα, κατά το μεν επιμέρους ποσοστό 1,5/16 εξ αδιαιρέτου δυνάμει της υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικής πράξης αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Αθηνών Α.-Δ. Ο., νομίμως μεταγεγραμμένης στον τόμο 269 με α.α. 66 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, κατά δε το υπόλοιπο ποσοστό 4,5/16 εξ αδιαιρέτου σύμφωνα με τις προϊσχύσασες του ΑΚ διατάξεις περί κληρονομικής διαδοχής...
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι οι ενάγοντες από το έτος 2001 με διάνοια ψιλών κυρίων και οι δικαιοπάροχοί τους με διάνοια κυρίων και από το έτος 2001 με διάνοια επικαρπωτών νέμονταν μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003, ήτοι μέχρι τις 19-3-2003, τα παραπάνω επίδικα ακίνητα αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα ετών, ασκώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση τους ως αστικών ακινήτων πράξεις νομής και έχοντας καλή πίστη κατά την κτήση της νομής τους, στηριζόμενοι σε σειρά νομίμως μεταγεγραμμένων συμβολαιογραφικών τίτλων.
Συγκεκριμένα, οι προκτήτορές τους είχαν προβεί σε εμβαδομέτρηση των επιδίκων ακινήτων, τα είχαν οριοθετήσει, τα επέβλεπαν με τακτικές επισκέψεις, στο πρώτο οικόπεδο είχαν κατασκευάσει μεταξύ των ετών 1940-1942 πέτρινο κτίσμα το οποίο χρησιμοποιούσαν ως κατοικία μέχρι το έτος 1988 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγόντων κατά τα προαναφερθέντα, οπότε οι άμεσοι δικαιοπάροχοι αυτών το γκρέμισαν για να προβούν εν έτει 1989 επί των δύο ενωμένων ακινήτων στην κατασκευή πρατηρίου υγρών καυσίμων, λόγος για τον οποίο απευθύνθηκαν στο Πολεοδομική Γραφείο Σαλαμίνας, το οποίο βρίσκεται στην ίδια περιοχή, σε δρόμο παράλληλο με τη Λεωφόρο Ακτής Σαλαμινομάχων, οπότε η Πολεοδομία εξέδωσε την υπ' αριθμ. 107/1989 άδεια οικοδομής πρατηρίου υγρών καυσίμων, αφού πρώτο έλεγξε εάν μπορεί να δομηθεί το ενιαίο ακίνητο και να γίνουν οι απαραίτητες αλλαγές, δεδομένου ότι έπρεπε να σκαφτούν τα οικόπεδα σε μεγάλο βάθος για να κατασκευαστούν οι υπόγειες δεξαμενές καυσίμων.
Το ως άνω πρατήριο υγρών καυσίμων λειτουργεί μέχρι σήμερα, καθώς οι ενάγοντες το έχουν εκμισθώσει σε εταιρία υγρών καυσίμων. Επίσης, όλα αυτά τα έτη και μάλιστα μέσα στην τελευταία τριακονταετία μέχρι τις 19-3-2003, οι ενάγοντες και οι δικαιοπάροχοί τους υπέβαλαν στην αρμόδια Εφορία, ήδη Δ.Ο.Υ. Σαλαμίνας τις δηλώσεις μεταβίβασης που αφορούσαν στις μεταβιβάσεις των εν λόγω ακινήτων για τη σύνταξη όλων των προαναφερομένων συμβολαίων αγοράς, γονικής παροχής, δωρεάς και αποτελούν τίτλους κτήσης τους και κατέβαλαν στη Δ.Ο.Υ.
τους φόρους που προέκυψαν από αυτές τις μεταβιβάσεις, καθώς και τα έξοδα μεταγραφής στο Υποθηκοφυλακείο Σαλαμίνας. Με όλες αυτές τις ενέργειές τους, οι προκτήτορες των εναγόντων κατέστησαν σαφές τόσο στους γείτονες, όσο και σε οποιονδήποτε τρίτο, συμπεριλαμβανομένου του ..., τη βούλησή τους να εξουσιάζουν τα επίδικα ακίνητα, ως δικά τους με νόμιμο τίτλο, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, οι δε ενάγοντες στη συνέχεια με διάνοια ψιλού κυρίου μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 3127/2003.
Το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, όλα αυτά τα χρόνια, αν και ήταν εμφανείς σε αυτό μέσω των αρμόδιων υπηρεσιών του (πολεοδομία, κτηματική υπηρεσία, Δ.Ο.Υ., Υποθηκοφυλακείο, αστυνομία) όλες οι προαναφερόμενες ενέργειες των δικαιοπαρόχων των εναγόντων και μάλιστα η ύπαρξη κτισμάτων στα επίδικα ακίνητο, παρόλα αυτά δεν προέβη σε καμία πράξη για να σταματήσει αυτές, ήτοι δεν προέβη στην έκδοση πρωτοκόλλου αποβολής των δικαιοπαρόχων τους από δημόσιο κτήμα (τμήμα παλαιού αιγιαλού) ή στην επίδοση σ' αυτούς εμπράγματης αγωγής ή έστω στην υποβολή μήνυσης για κατάληψη δημόσιου κτήματος.
Αντίθετα, όλα αυτά τα χρόνια, το εκκαλούν δεν εμπόδισε, ούτε ενόχλησε την άσκηση νομής εκ μέρους των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους, όταν χρησιμοποιούσαν τα παραπάνω ακίνητα, αλλά και το ίδιο ουδέποτε άσκησε οποιαδήποτε φυσική πράξη νομής επί των επιδίκων ακινήτων, ούτε τα επέβλεψε, ούτε προέβη στον καθαρισμό τους...
Περαιτέρω, οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων-εφεσιβλήτων, όταν κηρύχθηκε η έναρξη της διαδικασίας κτηματογράφησης της νήσου Σαλαμίνα το έτος 1999, έσπευσαν να δηλώσουν τα δικαιώματά τους επί των επιδίκων ακινήτων και υπέβαλαν τις απαιτούμενες δηλώσεις νόμιμα και εμπρόθεσμα με τα απαραίτητα δικαιολογητικά στο Κτηματολογικό γραφείο Σαλαμίνας και συγκεκριμένα την 1-2-2001 και με αριθμό πρωτοκόλλου ...
ο Κ. Ν. και στις 5-10-1999 και με αριθμό πρωτοκόλλου ... ο Λ. Ν. και για τα δύο ακίνητα. Τόσο δε κατά την πρώτη ανάρτηση, όσο και κατά τη δεύτερη και σύμφωνα με το απόσπασμα προσωρινών κτηματολογικών στοιχείων Α' ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ και το απόσπασμα προσωρινού κτηματολογικού πίνακα της Β' ΑΝΑΡΤΗΣΗΣ που είχαν σταλεί στις κατοικίες των εφεσιβλήτων από την Κτηματογράφηση, τα εν λόγω ακίνητα είχαν εντοπισθεί, είχαν λάβει κατά τη Β' Ανάρτηση ΚΑΕΚ ...
το πρώτο και ΚΑΕΚ ... το δεύτερο και αποδίδονταν ως ιδιοκτησίες τότε των άμεσων δικαιοπαρόχων τους με βάση τους προαναφερόμενους τίτλους, χωρίς να εμφανίζεται ως δικαιούχος του εκκαλούν. Ωστόσο, στη συνέχεια, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο μέσω της Κτηματικής Υπηρεσίας υπέβαλε την υπ' αριθμ. πρωτ. 69224/15-3-2003 ένσταση με την οποία ζητούσε "...
να αποδοθεί το με ΑΒΚ 134 Δημόσιο Κτήμα εκτάσεως 34.710 τ.μ. που φαίνεται στο προσαρτώμενο διάγραμμα και εντοπίζεται πίσω από τη λωρίδα της παραλίας..." και αφορούσε τα ως άνω αναφερόμενα τμήματα των επίδικων ακινήτων με την αιτιολογία ότι αυτά αποτελούν δημόσια κτήματα. Η ένσταση αυτή, αφού εξετάσθηκε, έγινε δεκτή από την Επιτροπή ενστάσεων, η οποία ενέγραψε δικαίωμα υπέρ του ...
και επί των παραπάνω τμημάτων των οικοπέδων των εφεσιβλήτων με ΚΑΕΚ ... και ... με την αιτιολογία ότι "τα συγκεκριμένα γεωτεμάχια αποτελούν τμήμα του ΒΚ 135Π γεωτεμαχίου που ανήκει στο Δημόσιο (βλ. ΦΕΚ 97/Δ/14-2-1997)". Σύμφωνα δηλαδή με το αιτιολογικό της απόφασης αυτής, τα εν λόγω τμήματα των δύο οικοπέδων, επειδή βρίσκονται εντός της λωρίδας γης που δημιουργήθηκε μεταξύ της οριογραμμής του παλαιού αιγιαλού και της οριογραμμής της παραλίας, όπως απεικονίζεται με την μπλε γραμμή και με την κίτρινη γραμμή αντίστοιχα στο από 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η.
Κ., το οποίο συνοδεύει την από 22 Αυγούστου 1995 Έκθεση Επιτροπής καθορισμού και απανακαθορισμού των ορίων του αιγιαλού και της παραλίας δυνάμει της 0208/181/26-4-1982 κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Προεδρίας και Οικονομικών, όπως επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 254 απόφαση που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με αριθμό φύλλου 97/δ/16-1-1997, θεωρείται ότι ανήκουν στην κυριότητα του ...
ως ιδιωτική περιουσία του, καθώς έχει κριθεί ότι στην περίπτωση προσχώσεων στην ακτή ή υπαναχώρησης του αιγιαλού προς τη θάλασσα είτε από φυσικά αίτια, είτε από ανθρώπινες ενέργειες, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ο χώρος που καταλαμβανόταν από τον αιγιαλό και αποτελούσε, για το λόγο αυτό, κοινόχρηστο δημόσιο πράγμα, εξακολουθεί και μετά την πρόσχωση να ανήκει στο Δημόσιο.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο της διαδικασίας καταχώρησης των πρώτων εγγραφών στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Σαλαμίνας και δη αναφορικά με την κτηματική περιφέρεια Δήμου Σαλαμίνας Αττικής (ημερομηνία έναρξης του Κτηματολογίου ως προς την οικεία κτηματική περιφέρεια είναι η 13-11-2006 - ΦΕΚ Β' 1662/13-11-2006), 1) εδαφικό τμήμα εμβαδού 445,52 τετρ.
μέτρων από το ευρύτερο γεωτεμάχιο επιφάνειας, σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., 479,42 τετρ. μέτρων και όπως το παραπάνω τμήμα εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία 23-25-26-27-30-31-33-40-Ε-Δ-38-36-34-32-29-21-20-22-23, συμπεριλήφθηκε σε ευρύτερη εδαφική έκταση με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας ..., 2) έτερο εδαφικό τμήμα εμβαδού 29,77 τετρ.
μέτρων από το ίδιο ευρύτερο γεωτεμάχιο επιφάνειας, σύμφωνα με το από Νοεμβρίου 2012 τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., 479,42 τετρ. μέτρων και όπως το παραπάνω τμήμα εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία 21-29-32-34-36-38-Δ-Γ-21, συμπεριλήφθηκε σε ευρύτερη εδαφική έκταση με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας του ..., 3) εδαφικό τμήμα εμβαδού 256,05 τετρ.
μέτρων από ευρύτερο γεωτεμάχιο επιφάνειας 401,58 τετρ. μέτρων σύμφωνα με το ίδιο ως άνω τοπογραφικό διάγραμμα της τοπογράφου μηχανικού Ι. Ρ., όπου εμφαίνεται με τα περιμετρικά στοιχεία 21-Γ-41-39-37-Β-Α-Ζ-21, συμπεριλήφθηκε ως ευρύτερη εδαφική έκταση με ΚΑΕΚ ... ιδιοκτησίας του .... Εντούτοις, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, οι παραπάνω εγγραφές είναι ανακριβείς, αφού συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας τυγχάνουν οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες, οι οποίοι κατέστησαν αρχικά στις 19-3-2003 ψιλοί συγκύριοι σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στα εν λόγω ακίνητα, με επικαρπωτές τους άμεσους δικαιοπαρόχους τους δυνάμει του άρθρου 4 παρ. 1β του ν. 3127/2003, ακολούθως δε με την υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής επικαρπίας (ποσοστού 453/1000 εξ αδιαιρέτου) και δωρεάς εν ζωή επικαρπίας (ποσοστού 453/1000 εξ αδιαιρέτου) της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένη στον τόμο 440 και με α.α.136 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας και με την υπ' αριθμ. ...
συμβολαιογραφική πράξη γονικής παροχής επικαρπίας (ποσοστού 47/1000 εξ αδιαιρέτου) και δωρεάς εν ζωή επικαρπίας (ποσοστού 47/1000 εξ αδιαιρέτου) της συμβολαιογράφου Σαλαμίνας Α. Τ., νομίμως μεταγεγραμμένη στον τόμο 440 και με α.α. 135 των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σαλαμίνας, ενώθηκε η επικραπία με την ψιλή κυριότητα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, απέρριψε την έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος ... και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε εκφέρει όμοια κρίση και είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Με αυτά που δέχθηκε, με τις ανωτέρω εκτιθέμενες πραγματικές παραδοχές της απόφασής του και έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, που αφορούν στην, υπό τις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, αναγνώριση κυριότητας έναντι του ...
για ακίνητα που βρίσκονται μέσα σε σχέδιο πόλης, όπως εν προκειμένω, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, ούτε αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα αξιώνουν οι διατάξεις του ανωτέρω άρθρου, αφού οι προεκτιθέμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Και, τούτο, διότι, κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφέρεται:
α) ότι τα επίδικα ακίνητα, εμβαδού 479,42 τ.μ. το πρώτο και 401,58 τ.μ. το δεύτερο, περιήλθαν με τις αναφερόμενες συμβολαιογραφικές πράξεις γονικής παροχής και δωρεάς εν ζωή, που μεταγράφηκαν νόμιμα, αρχικά κατά ψιλή κυριότητα σε ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα από τους αναιρεσίβλητους και στη συνέχεια και κατ' επικαρπία κατά το ίδιο ποσοστό εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς, οι οποίοι έτσι κατέστησαν (συγ)κύριοι των επιδίκων κατά το ποσοστό αυτό και ότι στους δικαιοπαρόχους τους, άμεσους και απώτερους, είχαν περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα με τα επίσης αναφερόμενα συμβόλαια πώλησης, που μεταγράφηκαν νόμιμα, από τους προηγούμενους αληθείς κυρίους αυτών, β) ότι αποδείχθηκε η αδιατάρακτη νομή των επίδικων ακινήτων από τους ενάγοντες-αναιρεσίβλητους και τους δικαιοπαρόχους τους, εφόσον επί των ακινήτων αυτών, που βρίσκονται εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλης της Σαλαμίνας, οι ίδιοι και οι δικαιοπάροχοί τους, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τριάντα ετών, που προηγήθηκε της ισχύος του Ν. 3127/2003, με καλή πίστη που στηρίζεται στους αναφερόμενους τίτλους κυριότητας, ασκούσαν τις αναφερόμενες συγκεκριμένες πράξεις νομής διανοία κυρίων.
Περαιτέρω, η με αριθμό πρωτ. 69224/15-3-2003 ένσταση που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ότι υποβλήθηκε από το αναιρεσείον στο Κτηματολογικό Γραφείο Σαλαμίνας, όπως και η με αριθμό πρωτ. 32685/8-6-2000 δήλωση ιδιοκτησίας, η οποία υποβλήθηκε στο ίδιο Γραφείο από την Κτηματική Υπηρεσία του Πειραιά, όπως διατείνεται το αναιρεσείον, δεν αναιρεί, όπως συνάγεται από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, το αδιατάρακτο της νομής των εναγόντων, που δέχθηκε το Εφετείο, δεδομένου ότι το αναιρεσείον δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε ενώπιον του Εφετείου τον ισχυρισμό ότι η ανωτέρω ένσταση, όπως και η δήλωση ιδιοκτησίας, περιήλθαν σε γνώση των αναιρεσιβλήτων, ισχυρισμός, άλλωστε, που δεν προβλήθηκε στο Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της από 31-1-2018 έφεσης του αναιρεσείοντος, ώστε να θεμελιωθεί, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, η διατάραξη της νομής των εναγόντων.
Επομένως, όσα αντίθετα διατείνεται το αναιρεσείον υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα περί παρενόχλησης της νομής των εναγόντων λόγω της υποβολής της πιο πάνω ένστασης και της δήλωσης ιδιοκτησίας εκ μέρους του, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται εν προκειμένω η προϋπόθεση του αδιατάρακτου της νομής, όπως απαιτείται από το άρθρο 4 Ν. 3127/2003, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' του ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας, για τον σχηματισμό της κρίσης του επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, όπως είναι και τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 237 § 1 εδάφ. α', 453 και 524 § 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, να αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, όχι όμως και να κάνει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ζητήματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης (ΑΠ 812/2021, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 1731/2008).
Στην προκείμενη περίπτωση, διατείνεται το αναιρεσείον με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιόν του και που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 11γ' ΚΠολΔ. Ότι ειδικότερα, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τη με αριθμό πρωτ. 32685/8-6-2000 δήλωση δικαιώματος περί της κυριότητάς του επί των επιδίκων, που υπέβαλε κατά τη διαδικασία της κτηματογράφησης, κατ' άρθρο 2 Ν. 2308/1995, καθώς και την με αριθμό πρωτ. 69224/15-3-2003 ένσταση που υπέβαλε προς τον Ο.Κ.Χ.Ε., από τα οποία έγγραφα αποδεικνύεται η διατάραξη της νομής των αναιρεσιβλήτων κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριάντα ετών πριν την 19-3-2003.
Ωστόσο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ύστερα από την εκτίμηση των εκεί αναφερομένων αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και "... τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι... για να ληφθούν υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια..".
Από την κατηγορηματική αυτή διαβεβαίωση, αλλά και από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτές εκτέθηκαν πιο πάνω, δεν καταλείπετε αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, μνημονεύοντας μάλιστα ειδικά και το δεύτερο από τα ανωτέρω έγγραφα και συγκεκριμένα τη με αριθμό πρωτ. 69224/15-3-2003 ένσταση του αναιρεσείοντος.
Κατά συνέπεια, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, σύμφωνα με το νόμιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία όμως, θα καταλογιστούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 08-05-2019 αίτηση του ... για αναίρεση της 166/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Φεβρουαρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ