Legislator Case Law & Legislation
812/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on trademark dispute, ruling second-instance evidence citation was legally sufficient.

Case Number 812/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed Beiersdorf A.G.'s appeal against the Athens Court of Appeal's decision in a trademark infringement case. The appellant argued the lower court improperly considered a witness affidavit and documents without specific, clear citation in the second-instance briefs. The court rejected this claim, holding that the second-instance briefs directly and specifically referenced these documents, satisfying procedural requirements for evidence admissibility.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11b) and 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a second-instance court may lawfully consider documents cited specifically and clearly within the second-instance briefs, even if those citations are technically reproduced from the first-instance briefs, provided the reference is direct and not indirect.

Keywords

AI generated
trademark infringement appeal admissibility evidence citation second instance procedure Code of Civil Procedure procedural defect legal sufficiency

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11b) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Council Regulation (EC) No 207/2009
Law 2239/1994

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 812 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 812/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "BEIERSFORF A.G.", που εδρεύει στην Γερμανία και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μαυρίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Γ. Σ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΑΛΛΥΝΤΙΚΩΝ, ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ, ΟΙΚΙΑΚΩΝ ΚΑΙ ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΩΝ ΕΙΔΩΝ", που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευάγγελο Λιάσκο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/1/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 743/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2970/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/3/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 18-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2970/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας, εκτός της άλλης, και την έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 743/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 22-1-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας περί προστασίας των αναφερομένων σημάτων της, έκανε δεκτή την έφεση αυτής (αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως προς την τελευταία. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 4, 9, 14, 95, 98, 101 και 102 του Κανονισμού (ΕΚ) 207/2009 του Συμβουλίου της 26-2-2009 "Για το Κοινοτικό Σήμα", που ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην ένδικη υπόθεση χρόνο (Οκτώβριο 2011) ως μέρος του εφαρμοστέου εσωτερικού δικαίου (άρθρ. 249 παρ. 1 και 2 ΣυνθΕΚ), καθώς και από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ.

α', β' και γ', 18 παρ. 1 και 26 του εφαρμοζόμενου στην προκείμενη υπόθεση ν. 2239/1994, με τον οποίο μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη η Οδηγία 89/104/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 21ης Δεκεμβρίου 1988 για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών περί σημάτων (η οποία έχει ήδη καταργηθεί από την κωδικοποιητική Οδηγία 2008/95/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 22ας Οκτωβρίου 2008), όπως οι παραπάνω διατάξεις ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το ν. 4072/2012, συνάγονται τα εξής:

α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεικτικό γραφικής παράστασης, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα άλλων επιχειρήσεων. β) Με την καταχώριση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσης του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, όποιος δε χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα που ανήκει σε άλλον μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο.

γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντύπωσης, που προκαλεί η όλη παράσταση και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια της θεώρησης, από πλάνη, του προϊόντος στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζομένη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος.

Ειδικότερα, για την κατά τα ως άνω εκτίμηση του προαναφερόμενου κινδύνου ως κοινό θεωρούνται οι μέσοι αποδέκτες των σχετικών προϊόντων ή υπηρεσιών, δηλαδή λαμβάνεται υπόψη ο μέσος καταναλωτής, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος. Στην περίπτωση δε σύνθετου σήματος, αποτελουμένου από λέξεις, σχηματικές απεικονίσεις και χρωματισμούς, κρίσιμη για τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης ή μη απομίμησής του είναι η συνολική εντύπωση που προκαλεί το καθένα από τα παραβαλλόμενα, στο μέσο, μη έμπειρο, άτομο του καταναλωτικού κοινού.

Σε ένα τέτοιο σύνθετο σήμα ιδιαίτερη σημασία για το σχηματισμό συνολικής εντύπωσης έχει το λεκτικό μέρος του σήματος, χωρίς όμως να αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίσιμο να είναι το εικαστικό μέρος, ιδιαίτερα όταν το καταναλωτικό κοινό συνδέει τη σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση και η απεικόνιση έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές ως διακριτικό γνώρισμα, ώστε στους καταναλωτές να υφίσταται ο κίνδυνος συνειρμικής συσχέτισης.

Όσο δε μεγαλύτερος είναι ο βαθμός καθιέρωσης μιας ένδειξης στις συναλλαγές τόσο μεγαλύτερη διακριτική δύναμη διαθέτει και επομένως οι προϋποθέσεις για τον αποκλεισμό της παραποίησης ή απομίμησης πρέπει να είναι αυστηρότερες. δ) Ιδιαίτερη κατηγορία σημάτων αποτελούν τα "σήματα φήμης", σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1γ' του ανωτέρω νόμου.

Στα σήματα αυτά ο νομοθέτης παρέχει διευρυμένη νομική προστασία, πέραν της δια τα κοινά διακριτικά γνωρίσματα προβλεπομένης, προς το σκοπό αφενός της αποτροπής του παρασιτικού ανταγωνισμού από τρίτους, πλην του δικαιούχου, συνισταμένου στην εμπορική αξιοποίηση της φήμης του σήματος προς ίδιο, αθέμιτο όφελος, και αφετέρου του κινδύνου υπονόμευσης της ιδιαίτερης διακριτικής δύναμης των σημάτων αυτών.

Η έννοια του "σήματος φήμης", μη προσδιοριζόμενη από το νομοθέτη, δύναται να καθοριστεί με βάση ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια, όπως: α) ο αυξημένος βαθμός καθιέρωσης του σήματος στις συναλλαγές, υπό την έννοια ότι η ανταγωνιστική δύναμη της ένδειξης να εκδηλώνεται σε μεγάλο βαθμό, να έγινε δηλαδή γνωστή πέραν από το σχετικό κύκλο των καταναλωτών, β) η μοναδικότητα του σήματος, υπό την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί, χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) η ιδιοτυπία στην εν γένει εμφάνιση και την εκφραστική του δύναμη, δ) η ύπαρξη ιδιαίτερης θετικής εκτίμησης του καταναλωτικού κοινού, αναφορικά με τα προϊόντα που διακρίνει, ε) το καλυπτόμενο από το σήμα μερίδιο αγοράς, η χρονική διάρκεια της χρησιμοποίησής του, στ) το μέγεθος των επενδύσεων που έχει πραγματοποιήσει η επιχείρηση για την προβολή του, ζ) η γεωγραφική έκταση, εντός της οποίας το σήμα χαίρει φήμης.

Εάν πρόκειται περί σήματος φήμης, η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος είναι απαγορευμένη, εάν θα προσπόριζε στον χρήστη αυτού, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος. Επί ενός τέτοιου σήματος δεν είναι απαραίτητο να δημιουργείται κίνδυνος σύγχυσης.

Αρκεί ότι η χρήση του θα βλάψει το διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη του σήματος φήμης ή θα προσπορίσει χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος στο μεταγενέστερο μη δικαιούχο. Ειδικότερα, ενόψει της ανωτέρω διευρυμένης νομικής προστασίας του σήματος φήμης, η προστασία του έναντι του κινδύνου της υπόσκαψης δεν συναρτάται οπωσδήποτε από την διαπίστωση τέτοιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ του φημισμένου σήματος και του υπό του μη δικαιούχου χρησιμοποιημένου σημείου, ώστε να υφίσταται κίνδυνος σύγχυσής τους από το ενδιαφερόμενο κοινό.

Αρκεί η ύπαρξη για την προστασία του σήματος φήμης κάποιου βαθμού ομοιότητας μεταξύ των δύο σημάτων, ώστε να είναι δυνατή από το καταναλωτικό κοινό η συνειρμική διασύνδεση του υπό του μη σηματούχου χρησιμοποιουμένου σημείου και του σήματος φήμης. Αθέμιτο δε όφελος προσπορίζεται ο τρίτος, όταν, χρησιμοποιώντας το ξένο σήμα φήμης, μεταφέρει στα προϊόντα που παράγει ή εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προσφέρει την καλή εντύπωση την οποία έχουν για το σήμα οι συναλλαγές, δημιουργώντας την εντύπωση ότι ο δικαιούχος του σήματος φήμης βρίσκεται σε οικονομικό και εν γένει οργανωτικό δεσμό με τον τρίτο ή ότι επεξέτεινε τη δραστηριότητά του και στα προϊόντα ή τις υπηρεσίες του τρίτου και εφόσον αυτός (ο τρίτος) καρπώνεται χωρίς αντάλλαγμα την προσπάθεια του σηματούχου να καθιερώσει το σήμα του στην αγορά.

Βλάβη του διακριτικού χαρακτήρα του σήματος φήμης επέρχεται κυρίως, όταν αυτό χάνει την ελκτική του δύναμη. Το τελευταίο επέρχεται ακόμη και όταν το διακριτικό γνώρισμα του τρίτου χρησιμοποιείται σε ανόμοια προϊόντα ή υπηρεσίες. Παρά δε τη γραμματική διατύπωση της διάταξης του εδαφίου γ' του άρθρου 4 παρ. 1 του Ν. 2239/1994, στην οποία γίνεται μνεία περί μη παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, η διάταξη αυτή, τελολογικώς ερμηνευόμενη, πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς, καταλαμβάνουσα και τις περιπτώσεις που το προγενέστερο σήμα φήμης χρησιμοποιείται από το μη δικαιούχο προς διάκριση παρόμοιων προϊόντων ή υπηρεσιών.

Tούτο δε γιατί η ανωτέρω μνεία έχει ως σκοπό μόνο να υπογραμμίσει ότι οι κανόνες αυτοί έχουν εφαρμογή και όταν δεν είναι παρόμοια τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες (ΑΠ 966/2019, ΑΠ 221/2018, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 249/2014, ΑΠ 338/2012, ΑΠ 1030/2008). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 3/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα, γερμανική εταιρία, παράγει και εμπορεύεται παγκοσμίως και στην ελληνική αγορά την κρέμα περιποίησης της επιδερμίδας με την ονομασία NIVEA creme, η οποία κυκλοφόρησε πρώτη φορά το έτος 1911, αντικαθιστώντας το συνδυασμό νερού, σαπουνιού και πούδρας που μέχρι τότε χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για την περιποίηση της επιδερμίδας τους.

Από το έτος 1925, η ως άνω κρέμα διατίθεται σε μεταλλική συσκευασία με μορφή τμήματος κυλίνδρου σε διατομή, που αποτελείται από δύο, ανεξάρτητα, μη αρθρωτά και συνδεδεμένα μεταξύ τους μέρη, ήτοι το καπάκι και το δοχείο, το οποίο περιέχει τη λευκού χρώματος κρέμα, αμφότερα των οποίων έχουν μορφή τμήματος κυλίνδρου και εφαρμόζουν το ένα επάνω στο άλλο, όταν η συσκευασία είναι κλειστή.

Η μεταλλική αυτή συσκευασία είναι χρώματος μπλε σκούρου, στο καπάκι της αναγράφεται η λεκτική ένδειξη NIVEA creme, με γράμματα λευκού χρώματος, ενώ η ίδια αυτή λεκτική ένδειξη επαναλαμβάνεται και στην περίμετρο του δοχείου της ως άνω μεταλλικής συσκευασίας. Επιπρόσθετα, το καπάκι της συσκευασίας επεκτείνεται πλευρικά προς τα κάτω σε όλη την περίμετρο του, κατά τρόπο ώστε να εφαρμόζει γύρω από τα "χείλη" του δοχείου, τα οποία σχηματίζουν για το σκοπό αυτό χαρακτηριστική εσοχή στο άνω τμήμα τους.

Στο σημείο που τελειώνει η ως άνω περιμετρική εσοχή, το ανάγλυφο επιφάνειας της συσκευασίας είναι ελαφρώς διογκωμένο, αντίστοιχα, δε, το καπάκι περιλαμβάνει χαρακτηριστικό "στεφάνι" σε "φυσικό" μεταλλικό χρώμα ασημένιας απόχρωσης στην απόληξη του χείλους της πλευρικής επιφανείας του περιμετρικώς, το οποίο είναι επίσης ανάγλυφο επ' αυτής και, όταν η συσκευασία είναι κλειστή, επικάθεται στο προεξέχον ανάγλυφο του δοχείου.

Η άνω επιφάνεια της συσκευασίας είναι λεία και επίπεδη, ενώ η κάτω διατρέχεται περιμετρικώς από ανάγλυφη στεφάνη, ενώ η μεταλλική συσκευασία της κρέμας NIVEA Creme έχει συγκεκριμένες διαστάσεις και αναλογίες ύψους - διαμέτρου ανάλογα με το μέγεθος της συσκευασίας. Ο διασχηματισμός αυτός απέκτησε διακριτική δύναμη και ταυτίσθηκε με την ενάγουσα εταιρεία, η οποία όπως προεκτέθηκε τον χρησιμοποιεί από το έτος 1925 και η οποία επιπλέον τον κατοχύρωσε ως σήμα (βλ.

παρακάτω υπ' αριθμ. … τρισδιάστατο κοινοτικό σήμα της ενάγουσας). Συγκεκριμένα, η ενάγουσα προς διάκριση του προϊόντος της NIVEA Creme είναι δικαιούχος των κάτωθι σημάτων: α) Του υπ' αριθμ. …/…-4-1996 σύνθετου και έγχρωμου κοινοτικού σήματος, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση ενός κυκλικού φόντου χρώματος μπλε σκούρου και από τη λεκτική ένδειξη NIVEA Creme, λευκού χρώματος που αναγράφεται εντός του ως άνω μπλε φόντου, καταχωρήθηκε την 11-3-1998, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, προϊόντων και υπηρεσιών της κλάσεως 3 (ταξινόμηση Νίκαιας) [σαπούνια, αρώματα, καλλυντικά, προϊόντα για την περιποίηση του σώματος και προϊόντα ομορφιάς, ιδίως κρέμες] και η διάρκεια προστασίας του λήγει την 1-4-2016.

β) Του υπ' αριθμ. …/…-7-1998 κοινοτικού σήματος, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση ενός κυκλικού φόντου χρώματος μπλε σκούρου και από δύο παράλληλες σειρές λευκών γραμμών, οι οποίες στη μεν πρώτη σειρά είναι παχιές, ίδιου μεγέθους, ευθείες και μεταξύ τους παράλληλες, στη δε δεύτερη σειρά είναι λεπτές, ίδιου μεγέθους, διαγώνιες και παράλληλες μεταξύ τους, καταχωρήθηκε την 6-8-1999, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, προϊόντων και υπηρεσιών της κλάσεως 3 (βλ.

ανωτέρω) και η διάρκεια προστασίας του λήγει την 6-7-2018. γ) Του υπ' αριθμ. …/…-11-1996 έγχρωμου τρισδιάστατου κοινοτικού σήματος, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση της ως άνω μεταλλικής κυλινδρικής συσκευασίας του προϊόντος NIVEA Creme, σε μπλε σκούρο χρώμα, με ασημί μεταλλική στεφάνη στο τελείωμα του καπακιού της περιμετρικά, χωρίς άλλη ένδειξη, το οποίο καταχωρήθηκε την 17-4-2000, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, προϊόντων και υπηρεσιών της κλάσεως 3, η διάρκεια προστασίας του οποίου λήγει την 24-11-2016.

δ) Του υπ' αριθμ. … έγχρωμου τρισδιάστατου σήματος που καταχωρήθηκε στο Διεθνές Γραφείο του Παγκοσμίου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας και η προστασία του επεκτείνεται στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα βάσει του Πρωτοκόλλου της Μαδρίτης, το οποίο αποτελείται από την απεικόνιση της ως άνω μεταλλικής συσκευασίας του προϊόντος NIVEA Creme, σε σκούρο μπλε χρώμα με ασημί μεταλλική στεφάνη στο τελείωμα του καπακιού της περιμετρικά και από τη λεκτική ένδειξη NIVEA Creme με λευκά γράμματα, η οποία είναι αποτυπωμένη στην επιφάνεια του καπακιού της μεταλλικής συσκευασίας και στο μέσον αυτού, το οποίο καταχωρήθηκε στις 7-7-2008, προς διάκριση, μεταξύ άλλων, προϊόντων και υπηρεσιών της κλάσεως 3, η διάρκεια προστασίας του οποίου λήγει την 7-7-2018.

Τα άνω σήματα της ενάγουσας και κυρίως το υπ' αριθμ. … έγχρωμο τρισδιάστατο σήμα που μας αφορά στην ένδικη περίπτωση λόγω της υψηλής διαφημιστικής δαπάνης στην οποία υποβάλλεται επί σειρά ετών έχουν αποκτήσει ευρεία φήμη στην παγκόσμια και στην Ελληνική αγορά, στην οποία διαθέτει το άνω προϊόν της, NIVEA Creme, έχουν μεγάλη διακριτική δύναμη και είναι μοναδικά, αφού δεν χρησιμοποιούνται από τρίτους και έχουν καθιερωθεί στις συναλλαγές με τρόπο ώστε τα προϊόντα της να είναι αναγνωρίσιμα και εκτός του κύκλου των καταναλωτών, οι οποίοι τα ταυτίζουν με την ενάγουσα και η αναγνώριση συνοδεύεται από θετικές εκτιμήσεις όσον αφορά την ποιότητα των προϊόντων της.

Ειδικότερα, το παραπάνω μεταλλικό σχήμα, σκούρου μπλε χρώματος του προϊόντος NIVEA Creme, με την ασημί μεταλλική στεφάνη στο τελείωμα του καπακιού και τη λεκτική ένδειξη NIVEA Creme, έχει κατοχυρωθεί ως τρισδιάστατο σήμα της ενάγουσας, έχει έντονο διακριτικό χαρακτήρα όπως προεκτέθηκε, αφού αποτέλεσε την πρώτη συσκευασία κρέμας περιποίησης της επιδερμίδας το έτος 1925, ενώ διατηρεί μέχρι και σήμερα τη μοναδικότητά της, δοθέντος ότι ακριβώς ίδια συσκευασία, με τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, διαστάσεις, χρώμα και υλικό δεν κυκλοφορεί από κανένα ανταγωνιστή της ενάγουσας ομοειδών προϊόντων (βλ.

προσκομιζόμενα από την εναγομένη προϊόντα κρέμας περιποίησης επιδερμίδας με τις ονομασίες Dove, Neutrogena, Marel, Wilkinson Sword, οι συσκευασίες των οποίων διαφοροποιούνται επαρκώς από το προϊόν NIVEA Creme, ως προς τις διαστάσεις, το συνδυασμό χρωμάτων, το υλικό και το σχήμα της συσκευασίας τους και ως προς τα υπόλοιπα απεικονιστικά στοιχεία τους, πλην του προϊόντος "atrix" που χρησιμοποιεί την άνω μεταλλική συσκευασία διαφορετικού χρώματος, το οποίο ανήκει στην ενάγουσα).

Έτσι, ο μέσος καταναλωτής προϊόντων ευρείας κατανάλωσης, όπως αυτό της ενάγουσας, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, έχει ταυτίσει την προέλευση της ως άνω συσκευασίας με τα λεκτικά και απεικονιστικά στοιχεία που προαναφέρθηκαν με την επιχείρηση της ενάγουσας.

Επίσης, το άνω προϊόν της ενάγουσας πωλείται σε πάνω από διακόσιες (200) χώρες παγκοσμίως, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, εντός της προπεριγραφομένης συσκευασίας, που έχει κατοχυρώσει ως σήμα, σημειώνοντας πωλήσεις που αγγίζουν ετησίως τον αριθμό των 150.000.000 τεμαχίων. Στην Ελλάδα το προϊόν NIVEA Creme σημειώνει ετησίως πωλήσεις ενός εκατομμυρίου (1.000.000) τεμαχίων, κατέχοντας μερίδιο αγοράς μεταξύ ομοειδών προϊόντων που ανέρχεται σε ποσοστό 60%.

Όλα τα ανωτέρω λοιπόν συνηγορούν, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, υπέρ της διαπίστωσης ότι το άνω τρισδιάστατο σήμα της ενάγουσας (υπ' αριθμ. … που μας ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση) έχει καταστεί σήμα φήμης και απολαμβάνει της διευρυμένης προστασίας που ο νόμος προβλέπει στις περιπτώσεις σημάτων φήμης, αφού, όπως αποδείχθηκε, έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές σε αυξημένο βαθμό, λόγω του μεγέθους των επενδύσεων που η ενάγουσα έχει πραγματοποιήσει για την προβολή, προώθηση και καθιέρωσή του στη συνείδηση του καταναλωτικού κοινού, έχει μεγάλη ανταγωνιστική δύναμη, αφού καλύπτει μεγάλο μερίδιο της αγοράς, χρησιμοποιείται για μεγάλη χρονική διάρκεια στην Ελλάδα και παγκοσμίως (από το 1925) και χαίρει φήμης παγκοσμίως, παρουσιάζει μια μοναδικότητα, εφόσον δεν έχει φθαρεί με τη χρησιμοποίησή του από τρίτους, σε ανόμοια ή ομοειδή προϊόντα, εμφανίζει ορισμένη ιδιοτυπία στο σχήμα, το υλικό κατασκευής και τον τρόπο κλεισίματος της συσκευασίας και υπάρχει θετική εκτίμηση του κοινού σχετικώς με το προϊόν που διακρίνει ως προερχόμενο από την επιχείρηση της ενάγουσας.

Επομένως, ο αντίθετος λόγος έφεσης, ότι δηλαδή δεν πρόκειται για σήμα φήμης είναι ουσία αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη εταιρεία δραστηριοποιείται άμεσα ή μέσω θυγατρικών εταιριών, στην αγορά των καλλυντικών, των τροφίμων και των φαρμακευτικών προϊόντων, προωθώντας και διανέμοντας στην ελληνική αγορά προϊόντα καλλυντικών που φέρουν επ' αυτών πασίγνωστα σήματα, αλλοδαπών ή ελληνικών εταιριών, όπως μεταξύ άλλων, των εταιριών LA PRAIRIE, NINA RICCI, CARTΙER, CLINIQUE κ.ά.

Από τον Οκτώβριο 2011 διανέμει αποκλειστικά μέσω των καταστημάτων HONDOS CENTER την κρέμα περιποίησης της επιδερμίδας με την ονομασία "Leocrema", σε συσκευασίες των 50 και 150 ml. Το εν λόγω προϊόν διατίθεται εντός μεταλλικής συσκευασίας, χρώματος μπλε σκούρου, με μορφή τμήματος κυλίνδρου, αποτελούμενη από δύο ανεξάρτητα τμήματα, ήτοι το καπάκι και το δοχείο στο οποίο περιέχεται η κρέμα, αμφότερα των οποίων έχουν μορφή τμήματος κυλίνδρου και εφαρμόζουν το ένα επάνω στο άλλο, όταν η συσκευασία είναι κλειστή.

Το καπάκι της συσκευασίας επεκτείνεται πλευρικά προς τα κάτω σε όλη την περίμετρό του, κατά τρόπο ώστε να εφαρμόζει γύρω από τα "χείλη" του δοχείου, τα οποία σχηματίζουν για το σκοπό αυτό χαρακτηριστική εσοχή στο άνω τμήμα τους, στο δε σημείο που τελειώνει η ως άνω περιμετρική εσοχή, το ανάγλυφο της επιφάνειας της συσκευασίας είναι ελαφρώς διογκωμένο, ενώ το καπάκι περιλαμβάνει χαρακτηριστικό "στεφάνι" σε φυσικό μεταλλικό χρώμα (ασημένιας απόχρωσης) στην απόληξη του χείλους της πλευρικής επιφάνειάς του περιμετρικώς, το οποίο είναι επίσης ανάγλυφο επ' αυτής και, όταν η συσκευασία είναι κλειστή, επικάθεται στο προεξέχον ανάγλυφο του δοχείου.

Επί της επιφάνειας του καπακιού της συσκευασίας υπάρχει η απεικόνιση γυμνού γυναικείου σώματος και προσώπου και συγκεκριμένα αποτυπώνεται το μισό τμήμα γυναικείου προσώπου (από τα μάτια και προς τα κάτω) και ο κορμός γυμνού γυναικείου σώματος με τα χέρια να αγκαλιάζουν το στήθος, η δε γραφική αυτή ένδειξη καταλαμβάνει το μισό περίπου τμήμα της επιφάνειας του καπακιού της συσκευασίας.

Επιπρόσθετα, στο κέντρο του καπακιού της μεταλλικής αυτής συσκευασίας και στο άνω τμήμα αυτής, υπάρχει απεικονιστική ένδειξη που αποτελείται από ένα κυκλικό φόντο με λεπτό περίγραμμα χρώματος ασημί σε όλη την περίμετρό του, το οποίο (φόντο) είναι διαμέτρου περίπου 4,5 εκατοστών, χρώματος λευκού και απαλού ροζ, εντός του οποίου αναγράφεται η λεκτική ένδειξη "Leocrema", με έντονα γράμματα λευκού χρώματος, η οποία υπογραμμίζεται από μια ελεύθερης σχεδίασης (όχι ευθεία) γραμμή χρώματος ασημί, όπως και το περίγραμμα του ως άνω φόντου.

Ακολούθως, κάτω από το φόντο και έξω από αυτό, στη μέση και προς τα κάτω της επιφάνειας του καπακιού της μεταλλικής συσκευασίας υπάρχει η λεκτική ένδειξη "PELLEMORBIDA", με γράμματα λευκού χρώματος, κάτω από αυτή ακολουθεί η λεκτική ένδειξη "NUTRIENTE MULTIUSO", με λευκά γράμματα μικρότερης γραμματοσειράς και τέλος, υπάρχει η λεκτική ένδειξη "con Vitamina Ε" "Germe di Grano", με λευκά γράμματα ακόμα μικρότερης γραμματοσειράς.

Τέλος, περιμετρικά του δοχείου της ως άνω συσκευασίας και σε όλη την έκταση αυτού αναγράφεται η λεκτική ένδειξη "Leocrema", με λευκά έντονα γράμματα, καθώς και η λεκτική ένδειξη "PELLEMORBIDA", ομοίως με λευκά γράμματα μικρότερης γραμματοσειράς. Από τη σύγκριση του προαναφερομένου τρισδιάστατου σήματος της ενάγουσας με το σημείο που χρησιμοποιεί η δεύτερη εναγομένη για το άνω προϊόν της που είναι ομοειδές με εκείνο της ενάγουσας, αποδεικνύεται ότι το λεκτικό τμήμα του σημείου της τελευταίας δεν παρουσιάζει οπτική ή ηχητική ομοιότητα με το άνω τρισδιάστατο σήμα της ενάγουσας.

Η λέξη Creme και Crema που υπάρχει και στα δύο προϊόντα, δηλώνει το είδος του προϊόντος και εξ αυτού του λόγου δεν έχει διακριτική δύναμη. 'Ομως, παρουσιάζει ομοιότητα ο διασχηματισμός του, και συγκεκριμένα, η μεταλλική συσκευασία που χρησιμοποιεί η δεύτερη εναγομένη, η οποία ως προς το υλικό και το σχήμα μοιάζει με εκείνη της ενάγουσας, διαφέρει μόνον ως προς την απόχρωση του σκούρου μπλε χρώματος, το οποίο είναι πιο ανοιχτό στη συσκευασία της δεύτερης εναγομένης.

Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι στο ως άνω σύνθετο σήμα που επιθέτει η ενάγουσα στο προϊόν της NIVEA Creme, κρίσιμο και υπερέχον στοιχείο αυτού κατά την κρίση του Δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση, με βάσει και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι το λεκτικό του μέρους, ήτοι η λεκτική ένδειξη "NIVEA", η οποία χρησιμοποιείται στις συναλλαγές από το έτος 1911, έχει γίνει γνωστή σ' όλο τον κόσμο, σ' όλα τα φύλα και τις ηλικίες και έχει εμπεδωθεί στη συνείδηση του κόσμου ως "NIVEA" μέσα στη διαδρομή του χρόνου.

Η λέξη "NIVEA" υπερισχύει όλων των άλλων διακριτικών γνωρισμάτων του άνω σήματος της και έχει αποκτήσει ισχυρή διακριτική δύναμη και φήμη παγκοσμίως, με συνέπεια η χρήση από την δεύτερη εναγομένη παρόμοιας συσκευασίας (ίδιο υλικό, ελαφρώς διαφορετική χρωματική απόχρωση του σκούρου μπλε), να μην είναι ικανή για να συνδέσει το καταναλωτικό κοινό την άνω σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση της ενάγουσας, ώστε να υφίσταται κίνδυνος συνειρμικής συσχέτισης ως προς την προέλευση του προϊόντος, παρόλο που πρόκειται για όμοια προϊόντα.

Ο μέσος ενημερωμένος καταναλωτής, όταν αντικρίζει το προϊόν της δεύτερης εναγομένης, δεν ανακαλεί στη μνήμη του τα σήματα της ενάγουσας, διότι δεν βλέπει την ένδειξη "NIVEA", την οποία ας σημειωθεί ότι η ενάγουσα επιθέτει σ' όλα της τα προϊόντα και η οποία, όπως ανωτέρω εκτίθεται, έχει αποκτήσει ισχυρή διακριτική δύναμη μέσα στο χρόνο, αλλά την ένδειξη "Leocrema", με αποτέλεσμα ο προαναφερόμενος βαθμός ομοιότητας ως προς το υλικό και το χρώμα της συσκευασίας να μην είναι ικανός να δημιουργήσει στο καταναλωτικό κοινό τη συνειρμική διασύνδεση των άνω χρησιμοποιούμενων σημείων από την δεύτερη εναγομένη στο άνω προϊόν της (κρέμα), με το σήμα φήμης της ενάγουσας.

Έτσι, η ως άνω χρήση τους από τη δεύτερη εναγομένη δεν είναι δυνατό να βλάψει το διακριτικό χαρακτήρα του σήματος φήμης της ενάγουσας και να μεταφέρει στα προϊόντα της την καλή εντύπωση που έχουν για το σήμα της ενάγουσας. Ακόμη και όταν τα άνω προϊόντα των διαδίκων είναι τοποθετημένα στο ίδιο ράφι στα καταστήματα πώλησης, η διακριτική δύναμη της ένδειξης "NIVEA" που διακρίνει το άνω προϊόν της ενάγουσας, δεν καθίσταται ασθενής έναντι του άνω σημείου που χρησιμοποιεί η δεύτερη εναγομένη, η οποία, θα πρέπει να σημειωθεί ότι έχει τελείως διαφορετικές λεκτικές ενδείξεις από το προϊόν της ενάγουσας και δεν υπάρχει λεκτική ούτε ηχητική ομοιότητα, όπως προκύπτει από την προαναφερομένη περιγραφή αυτών, ώστε να προκύπτει ο άνω κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των προϊόντων με την επιχείρηση της ενάγουσας, ή η ύπαρξη κάποιου οργανωτικού δεσμού μεταξύ των επιχειρήσεων των διαδίκων.

Κατόπιν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης της δεύτερης εναγομένης. Άρα, η εκκαλουμένη που ορθώς μεν δέχτηκε ότι πρόκειται για σήμα φήμης, έσφαλλε ως προς την παραδοχή της ότι υπάρχει κίνδυνος συσχέτισης του προϊόντος της δεύτερης εναγομένης με το προϊόν της ενάγουσας και γι' αυτό πρέπει κατά το βάσιμο περί τούτου λόγου της άνω έφεσης να εξαφανιστεί ως προς αυτή (δεύτερη εναγομένη).

Επομένως, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση έφεση της δεύτερης εναγομένης ως ουσιαστικά βάσιμη. Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο τούτο... πρέπει ν' απορριφθεί η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγομένη ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ.

α', β', γ', 18 παρ. 1 και 26 του ν. 2239/1994, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό τους και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους. Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι δεν συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων προς προστασία του αναφερόμενου σύνθετου σήματος φήμης της αναιρεσείουσας και συγκεκριμένα ότι δεν συνέτρεχε η κατά τα ως άνω απαιτουμένη προϋπόθεση του κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης από το καταναλωτικό κοινό του από την αναιρεσίβλητη μη σηματούχο πιο πάνω χρησιμοποιούμενου σημείου και του αναφερόμενου σύνθετου σήματος φήμης της αναιρεσείουσας.

Περαιτέρω, κατά τις σχετικές παραδοχές, παρά τις εκτιθέμενες ομοιότητες του τρισδιάστατου σήματος φήμης της αναιρεσείουσας με το σημείο που χρησιμοποιεί η αναιρεσίβλητη για το ομοειδές προϊόν της, από τη σύγκριση μεταξύ τους συνάγεται ότι στο ως άνω σύνθετο σήμα της αναιρεσείουσας κρίσιμο και υπερέχον στοιχείο αυτού είναι το λεκτικό του μέρος, ήτοι η λεκτική ένδειξη "ΝΙVEA", η οποία υπερισχύει όλων των άλλων διακριτικών γνωρισμάτων του, με συνέπεια η χρήση από την αναιρεσίβλητη παρόμοιας συσκευασίας να μην είναι ικανή για να συνδέσει το καταναλωτικό κοινό την ως άνω σχηματική απεικόνιση με την επιχείρηση της αναιρεσείουσας και έτσι δεν υφίσταται κίνδυνος συνειρμικής συσχέτισης ως προς την προέλευση του προϊόντος.

Επιπλέον, εκτίθεται, εκτός των άλλων, και ότι ο μέσος ενημερωμένος καταναλωτής, όταν αντικρίζει το προϊόν της αναιρεσίβλητης, δεν ανακαλεί στη μνήμη του τα σήματα της αναιρεσείουσας, διότι δεν βλέπει την ένδειξη "NIVEA", με αποτέλεσμα ο προαναφερόμενος βαθμός ομοιότητας ως προς το υλικό και το χρώμα της συσκευασίας να μην είναι ικανός να δημιουργήσει στο καταναλωτικό κοινό τη συνειρμική διασύνδεση των χρησιμοποιούμενων σημείων από την αναιρεσίβλητη στο ως άνω προϊόν της (κρέμα), με το σήμα φήμης της αναιρεσείουσας.

Ακόμη, αναφέρεται ότι η ως άνω χρήση από την αναιρεσίβλητη δεν είναι δυνατό να βλάψει το διακριτικό χαρακτήρα του σήματος φήμης της αναιρεσείουσας και να μεταφέρει στα προϊόντα της την καλή φήμη που έχουν για το σήμα της αναιρεσείουσας, ενώ ούτε και η διακριτική δύναμη της ένδειξης "NIVEA", που διακρίνει το εν λόγω προϊόν της αναιρεσείουσας, καθίσταται ασθενής έναντι του σημείου που χρησιμοποιεί η αναιρεσίβλητη, ακόμη και όταν τα σχετικά προϊόντα των διαδίκων είναι τοποθετημένα στον ίδιο χώρο στα καταστήματα πώλησης.

Επίσης, για την εκτίμηση του ως άνω αναφερομένου κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης και για τον προσδιορισμό του καταναλωτικού κοινού το Εφετείο ορθά έλαβε υπόψη το κριτήριο του μέσου ενημερωμένου καταναλωτή, το οποίο σαφώς αναφέρεται στο μέσο άπειρο (μη έμπειρο) άτομο και όχι στον εξειδικευμένο χρήστη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα.

Ακόμη, από τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνάγεται σφάλμα αυτής ως προς την μη υπαγωγή των σχετικών περιστατικών στους ως άνω κανόνες δικαίου από το ότι, παρά την αποδοχή της ως άνω ομοιότητας του χρησιμοποιούμενου σημείου από την αναιρεσίβλητη και του αναφερόμενου σύνθετου σήματος φήμης της αναιρεσείουσας, καταλήγει στην κρίση ότι δεν υφίσταται κίνδυνος συνειρμικής συσχέτισης ως προς την προέλευση του προϊόντος.

Τούτο δε διότι η ύπαρξη ομοιότητας μεταξύ των παραπάνω δεν είναι δυνατόν να οδηγήσει χωρίς άλλο στην κρίση περί της ύπαρξης κινδύνου συνειρμικής συσχέτισης, ενόψει των ως άνω παραδοχών περί σύνθετου σήματος της αναιρεσείουσας και περί της κρισιμότητας και υπεροχής στην παρούσα περίπτωση του λεκτικού μέρους αυτού και ειδικότερα της λεκτικής ένδειξης "NIVEA", που υπερισχύει έναντι όλων των άλλων διακριτικών γνωρισμάτων και αναιρεί τη δυνατότητα και τον κίνδυνο συνειρμικής συσχέτισης ως προς την προέλευση του προϊόντος.

Με τα δεδομένα αυτά και με βάση τις ως άνω παραδοχές, λόγω έλλειψης στην παρούσα περίπτωση της ως άνω απαιτούμενης προϋπόθεσης του κινδύνου συνειρμικής διασύνδεσης των χρησιμοποιούμενων από την αναιρεσίβλητη σημείων με το σήμα φήμης της αναιρεσείουσας, δεν είναι δυνατό να θεμελιωθεί το επικαλούμενο από την τελευταία δικαίωμά της και η ένδικη αγωγή προς προστασία τούτου ήταν αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη μη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της μη συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν υφίσταται αντίφαση στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης από την αναφορά σ' αυτές, εκτός από το ότι δεν είναι δυνατό να δημιουργηθεί στο καταναλωτικό κοινό η συνειρμική διασύνδεση των ως άνω χρησιμοποιούμενων σημείων από την αναιρεσίβλητη στο αναφερόμενο προϊόν της με το σήμα φήμης της αναιρεσείουσας, και του ότι, ακόμη και όταν τα προϊόντα των διαδίκων είναι τοποθετημένα στον ίδιο χώρο στα καταστήματα πώλησης, δεν προκύπτει ότι υφίσταται ο ως άνω κίνδυνος σύγχυσης ή συσχέτισης των προϊόντων με την επιχείρηση της αναιρεσείουσας.

Τούτο δε διότι είναι φανερό ότι η κατά τα ως άνω μνεία περί κινδύνου σύγχυσης είναι οπωσδήποτε πλεοναστική, ενώ από το σύνολο των παραδοχών αυτής σαφώς συνάγεται ότι δεν πληρούται το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων. Κατά συνέπεια τούτων είναι αβάσιμοι οι πρώτος και τέταρτος συναφείς δύο αναιρετικοί λόγοι από τους αριθ. 1 και 19 αντίστοιχα του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όπως και τα προς θεμελίωση αυτών περιστατικά, καθώς και οι λόγοι έφεσης, όχι όμως και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης.

Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 162/2020, ΑΠ 5/2020, ΑΠ 892/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της και τα προς θεμελίωση αυτών περιστατικά της αγωγής, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και πρόβαλε στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, για τα κοινοτικά σήματα αυτής με αριθ.

…/…-8-1999 "απεικόνιση στρογγυλού σχήματος σκούρου μπλε χρώματος με λευκούς χαρακτήρες" και …/….-9-2000 "απεικόνιση μεταλλικής συσκευασίας στρογγυλού σχήματος σκούρου μπλε χρώματος". Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τα πιο πάνω θεμελιωτικά της αγωγής περιστατικά και τους σχετικούς με αυτά ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας και κατέληξε στην ως άνω απορριπτική της αγωγής κρίση του.

Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα στην αγωγή σήματα της αναιρεσείουσας, η δε αναφορά κυρίως στο υπ' αριθ. … έγχρωμο τρισδιάστατο σήμα αυτής έγινε ενόψει του ότι, κατά τα συναγόμενα από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, αυτό περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά όλων των υπολοίπων και προγενέστερων σημάτων της αναιρεσείουσας.

ΙV. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 1110/2020, ΑΠ 482/2020, ΑΠ 466/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα απ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα επικυρωμένα αντίγραφα των πιστοποιητικών καταχώρησης κοινοτικών σημάτων του Γραφείου Εναρμόνισης στην Εσωτερική Αγορά με αριθ.

…/…-8-1999 και …/…-9-2000. Από το περιεχόμενο όμως της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτή ρητά γίνεται μνεία των ως άνω εγγράφων και συγκεκριμένα στη δεύτερη σελίδα του έβδομου φύλου αυτής. Ανεξαρτήτως δε τούτου, από τη βεβαίωση που περιέχεται στη προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 6ο, δεύτερη σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη "όλα τα έγγραφα που νομίμως οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.

Eπομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (τρίτος), με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η τελευταία αυτή διάταξη αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών", έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η επίκληση στην κατ' έφεση δίκη εγγράφου προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με φωτοτυπική ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (Ολ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 14/2005, Ολ ΑΠ 9/2000).

Δεν πρόκειται όμως για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο συνολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιστοίχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.

Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ` έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1625/2018, ΑΠ 794/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11β' του ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί εσφαλμένα έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. …/….-9-2013 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα Ζ. Ψ. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρλένας Μάγκλαρη και τα έγγραφα που προσκόμισε η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) χωρίς σαφή, ορισμένη και νόμιμη επίκλησή τους, αφού τούτο έγινε με ανεπίτρεπτη αναφορά τους, που περιλαμβάνεται στις ενσωματωμένες στις προτάσεις της του δευτέρου βαθμού πρωτοβάθμιες προτάσεις της.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, καθόσον η εκκαλούσα (αναιρεσίβλητη) νομίμως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, επικαλέστηκε τα προσκομιζόμενα απ' αυτήν έγγραφα και την ως άνω ένορκη βεβαίωση κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου και καλυπτόμενου από την υπογραφή του πληρεξουσίου της δικηγόρου κειμένου των προτάσεών της ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο (μέρος) είχε ληφθεί και με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης στον πρώτο βαθμό και ειδικότερα συνιστά αντιγραφή αυτών.

Επιπλέον, καθόσον αφορά την πιο πάνω επικαλούμενη από την αναιρεσίβλητη ένορκη βεβαίωση, πρέπει να σημειωθεί και το ότι αυτή (αναιρεσίβλητη) έχει ενσωματώσει αυτούσιο το περιεχόμενό της στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της και συγκεκριμένα στην παράγραφο υπ' αριθ. 148 αυτών. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 18-3-2019 αίτηση της αλλοδαπής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Beiersdorf A.G." για αναίρεση της υπ' αριθ. 2970/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)