Legislator Case Law & Legislation
266/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against first-instance dismissal due to lack of standing and procedural errors.

Case Number 266/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of the plaintiffs' claim, finding the dismissal based on lack of standing and procedural errors. The plaintiffs argued that the defendant lacked proper standing, while the defendant contended the claim was procedurally barred. The Court ruled that the dismissal was invalid due to these defects and remanded the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court allows an appeal when a lower court dismisses a claim due to lack of standing or procedural defects, remanding the case for further examination.

Keywords

AI generated
lack of standing procedural defects appeal admissibility remittal to court dismissal of claim

Cited Legislation

AI generated
Articles 286, 287, 290 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 266 / 2021 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 266/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο - Εισηγητή, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Εμμανουήλ Μελέτη του Σταύρου, κατοίκου Καλαμάτας. Εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευαγγελία Μαργέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Q. S. του H., κατοίκου …., 2) V. S. του S., κατοίκου …, 3) A. S. του Q., κατοίκου …, 4) R. S. του Q., κατοίκου …, 5) H. S. του S., 6) E. S. του A., κατοίκου … και 7) N. H. του M., κατοίκου Αλβανίας.

Οι 1ος, 2η, 3ος και 4η αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρισβά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ο 5ος αναιρεσίβλητος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, ενώ οι 6η και 7η αναιρεσίβλητες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ρισβά. Στο σημείο αυτό ο ως άνω δικηγόρος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο 5ος αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 10-11-2020, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. … πιστοποιητικό θανάτου της Αλβανικής Δημοκρατίας και κληρονομήθηκε από τους E. S., V. H., S. S., M. T. και Q. S., οι οποίοι συνεχίζουν τη βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-5-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1369/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4976/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-2-2019 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α' , 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος, Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.

Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παρακάτω επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους αναιρεσιβλήτους σε νόμιμη μετάφραση επικυρωμένα έγγραφα των αλβανικών αρχών, ο πέμπτος αναιρεσίβλητος X.

S. (ΧΕΤΕΜ Σ.) απεβίωσε στις 10-11-2020 (βλ. …./425 πιστοποιητικό θανάτου του αρμόδιου ληξιαρχείου), ήτοι μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης που κατατέθηκε στις 5-2-2019, χωρίς να αφήσει διαθήκη, κατέλειπε δε πλησιέστερους συγγενείς του και μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του E. S., έκτη αναιρεσίβλητη, και τα τέκνα του Q.

S. (Κ. Σ.), πρώτο αναιρεσίβλητο, S. S. (Σ. Σ.), V. H. (Β. Χ.) και M. T.(Μ. Τ.) (βλ. από 11-12-2020 συμβολαιογραφική δήλωση των κληρονόμων και βεβαίωση νόμιμης κληρονομίας, καθώς και το από 11-12-2020 πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης του Δήμου Ximare, σε συνδυασμό με το από …/…-12-2020 πιστοποιητικό θανάτου της S. S., προαβιώσαντος στις 17-4-1992 τέκνου του θανόντος αναιρεσιβλήτου).

Επομένως, νομίμως, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αποβιώσαντος αρχικού διαδίκου δήλωσαν στο ακροατήριο κατά την συζήτηση της υποθέσεως, δια του νομίμως παρισταμένου και εκπροσωπούντος αυτούς πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Ρισβά, τον θάνατο του παραπάνω αναιρεσιβλήτου και την εκουσία στο όνομά τους επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης.

Κατόπιν τούτου, και αφού δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσείοντες η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων των θανόντος πέμπτου αναιρεσίβλητου, η διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς.

Aπό τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί καταρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης, ότι δηλαδή ο ίδιος είναι φορέας του ασκούμενου επίδικου δικαιώματος και ο εναγόμενος της αντίστοιχης υποχρέωσης.

Για τον έλεγχο της νομιμοποίησης το δικαστήριο οφείλει να αρκεσθεί στους εμπεριεχόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς. Αρκεί, δηλαδή, μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός είναι ο φορέας του δικαιώματος και ο εναγόμενος ο φορέας της αντίστοιχης υποχρεώσεως ή ότι αυτοί είναι τα υποκείμενα της έννομης σχέσης, που φέρεται προς κρίση.

Αν οι αγωγικοί ισχυρισμοί δεν αιτιολογούν ένα τέτοιο σύνδεσμο ενάγοντος και εναγομένου, η αγωγή θα είναι ανομιμοποίητη και θα απορριφθεί ως απαράδεκτη. Ο ισχυρισμός δε περί ελλείψεως νομιμοποιήσεως χαρακτηρίζεται ως δικονομικός και δη ως μη αυτοτελής ισχυρισμός. Αν, όμως, οι αγωγικοί ισχυρισμοί αιτιολογούν μεν τον ως άνω σύνδεσμό αλλά αποδεικνύεται η αναλήθεια των ισχυρισμών αυτών, τότε η αγωγή θα απορριφθεί όχι για έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά ως αβάσιμη για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή της επίδικης υποχρεώσεως.

Στην περίπτωση αυτή η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Ποια πρόσωπα είναι οι - κατά κανόνα- φορείς συγκεκριμένων δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων ορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο που επιτρέπει την άσκηση της αγωγής.

Συνεπώς, η από μέρους του εναγομένου προβαλλόμενη έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης δεν συνιστά ένσταση, αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής (ΑΠ 921/2007, ΑΠ 2102/2007). Ο αναιρετικός έλεγχος της νομιμοποιήσεως γίνεται με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 25/2008, ΑΠ 25/2008), διότι κατά τον ΚΠολΔ η νομιμοποίηση των διαδίκων νοείται ως η εξουσία διεξαγωγής συγκεκριμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση.

Επειδή λοιπόν το ουσιαστικό δίκαιο καθορίζει το αντικείμενο της έννομης σχέσης αλλά και τους φορείς, η τυχόν εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το ζήτημα της νομιμοποίησης κάποιου διαδίκου σημαίνει ότι το σφάλμα αυτό οφείλεται σε παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 260/2020, ΑΠ 656/2019, ΑΠ 59/2019).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΣΕ (ΓΕΚΑΠ), που κυρώθηκε με το άρθρο 13 του Ν. 2671/1998 "ρύθμιση θεμάτων του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (ΟΣΕ) και άλλες διατάξεις" και έχει ισχύ νόμου, "ο ΟΣΕ είναι αποκλειστικά υπεύθυνος απέναντι των τρίτων για υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, που προξενήθηκαν σ' αυτούς από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του προσωπικού του κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του.

Το προσωπικό καμία αστική ευθύνη δεν έχει έναντι τρίτων, αλλά μόνο έναντι του ΟΣΕ"." Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι υπαγόμενοι στις διατάξεις του ως άνω Κανονισμού υπάλληλοι του Ο.Σ.Ε. δεν ευθύνονται απέναντι των τρίτων για υλικές ζημίες, σωματικές βλάβες και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη που προξενήθηκαν σε αυτούς από παράνομες και υπαίτιες πράξεις ή παραλείψεις τους κατά την εκτέλεση των ανατεθειμένων σε αυτούς υπηρεσιακών καθηκόντων.

Αστική ευθύνη έναντι των τρίτων για τις παράνομες αυτές πράξεις έχει μόνον ο ΟΣΕ, προς τον οποίον ευθύνονται οι αδικοπραγήσαντες υπάλληλοί του (ΑΠ 55/2018 Ζ' Τμ, ΑΠ 2377/2008 ΣΤ' Τμ). Εξάλλου, η πρώτη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ - ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΕΠΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΦΟΡΤΙΟΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και διακριτικό τίτλο "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε." ιδρύθηκε στις 19-12-2005 με τη …/…-12-2005 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννη Γουβέλη και την έγκριση του καταστατικού της με την 34492/2005 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ.

ΑΕ και ΕΠΕ 12948/2005, με βάση τις διατάξεις α) του άρθρου 6 παρ. 2 περ. ε' και στ' του ν.δ. 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος" (Α' 192), όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 2366/1995 "Ρύθμιση θεμάτων Οργανισμών και Υπηρεσιών του Υπουργείου Μεταφορών και Επικοινωνιών και άλλες διατάξεις" (Α' 256), β) του άρθρου 1, παρ. 3 του ν. 2671/1998 "Ρύθμιση θεμάτων ΟΣΕ και άλλες διατάξεις" (Α1 289), όπως προστέθηκε με την παρ. 12 του άρθρου 1θ του ν. 2898/2001, και γ) του άρθρου 5 του π.δ. 41/2005 (ΦΕΚ Α/60/07.03.2005) περί "Εναρμόνισης της ελληνικής νομοθεσίας με τις Οδηγίες 91/440/ΕΟΚ και 95/18/ΕΚ όπως τροποποιήθηκαν με τις οδηγίες 2001/12/ΕΚ και 2001/13/ΕΚ αντιστοίχως και της οδηγίας 2001/14/ΕΚ για την ανάπτυξη των Κοινοτικών Σιδηροδρόμων κλπ".

Κατά τη σύστασή της η ως άνω αναιρεσείουσα αποτέλεσε σε ποσοστό 100% θυγατρική εταιρεία της ΟΣΕ Α.Ε., η οποία από 31-12-2008 μεταβίβασε το σύνολο των μετοχών επί του μετοχικού κεφαλαίου της ΤΡΑΙΝΟΣΕ Α.Ε. στο Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 317/2020). Κατ' εφαρμογή δε του άρθρου 5 παρ. 4 του Π.Δ. 41/2005 και δυνάμει της υπ' αριθμ. …/…-12-2006 σύμβασης απόσχισης και μεταφοράς μεταβιβάστηκε στην πρώτη αναιρεσείουσα από την εταιρεία ΟΣΕ Α.Ε.

το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού του Κλάδου "Εκμετάλλευση Επιβατικών και Εμπορευμάτων Μεταφορών", μαζί με τους εργαζόμενους που απασχολούντο στον πιο πάνω Κλάδο. Στη συνέχεια, με το ν. 3891/2010 "Αναδιάρθρωση, εξυγίανση και ανάπτυξη του ομίλου ΟΣΕ και της ΤΡΑΙΝΟΣΕ και άλλες διατάξεις για το σιδηροδρομικό τομέα" ορίστηκαν οι αρμοδιότητες καθεμιάς από τις ως άνω εταιρείες.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω ν. 3891/2010 "Οι εταιρίες που αποτελούν αντικείμενο των ρυθμίσεων του παρόντος νόμου είναι οι εξής: α) η εταιρία με την επωνυμία "Οργανισμός Σιδηροδρόμων Ελλάδος Ανώνυμη Εταιρεία" (εφεξής: "ΟΣΕ"), β)..., γ) η εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΑΙΝΟΣΕ Μεταφορές Μεταφορικές Υπηρεσίες Επιβατών και Φορτίου Ανώνυμη Σιδηροδρομική Εταιρεία" (εφεξής: "ΤΡΑΙΝΟΣΕ"), η οποία ιδρύθηκε από τον ΟΣΕ με βάση τις διατάξεις του άρθρ. 6 παρ. 2 περ.

στ' του ν.δ. 674/1970 και ήδη ανήκει στο Δημόσιο", ενώ κατά το άρθρο 15 του ίδιου ως άνω νόμου "Ειδικά και μόνο στα άρθρα 15 ? 21 οι ακόλουθες λέξεις έχουν την εξής έννοια: "Εταιρία": κάθε εταιρία που αναφέρεται στο άρθρο 2". Εξάλλου, στο άρθρο 19 του πιο πάνω νόμου ορίζονται τα εξής: "1. Μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την έναρξη ισχύος του παρόντος άρθρου κάθε Εταιρία, πλην της ΓΑΙΑΟΣΕ που εξαιρείται από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, επιδίδει με δικαστικό επιμελητή στην πιο αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού της πρόσκληση σε συλλογική διαπραγμάτευση σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.

Η πρόσκληση αυτή αποτελεί αυτοδικαίως και καταγγελία των ακόλουθων συλλογικών ρυθμίσεων, όσων ισχύουν στην κάθε Εταιρία: α) Του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΣΕ (άρθρο 13 του ν. 2671/1998), β) Του Κανονισμού Ωρών Εργασίας και Ανάπαυσης Προσωπικού ΟΣΕ (άρθρο 14 του ν. 2671/1998), γ) Του Κανονισμού Δευτερευουσών Απολαβών (τμήμα του οποίου περιλαμβάνεται και στο άρθρο 15 του ν. 2671/ 1998), δ) ..., ε) ..., στ) ..., 2.

Όλες οι διατάξεις και συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θα εξακολουθήσουν μεταβατικώς να ισχύουν και να εφαρμόζονται σε κάθε Εταιρία όπου ήδη σήμερα ισχύουν και εφαρμόζονται, μέχρι την κατάρτιση της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του νόμου της παραγράφου 5, οπότε θα έχουν καταργηθεί οριστικά. 3...., 4..., 5.

Σε κάθε Εταιρία στην οποία επιτυγχάνεται κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας μέσα στην αποκλειστική προθεσμία της προηγούμενης παραγράφου, αυτή αντικαθιστά όλες τις διατάξεις και συμβάσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1. Αν για οποιονδήποτε λόγο η παραπάνω προθεσμία παρέλθει άπρακτη, τα ζητήματα της παραγράφου 3 ρυθμίζονται με νόμο".

Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 90 του ΓΕΚΑΠ του ΟΣΕ ισχύει μεταβατικά και εφαρμόζεται και για την πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία μέχρι την κατάρτιση της επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας ή, σε περίπτωση που αυτή δεν καταρτιστεί, από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως του προβλεπόμενου στην παράγραφο 5 νόμου, που, όμως, δεν είχαν λάβει χώρα κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο (27-11-2015).

Επομένως, το προσωπικό της αναιρεσείουσας δεν υπέχει αστική αστική ευθύνη έναντι των τρίτων, αλλά υπεύθυνη έναντι αυτών είναι η αναιρεσείουσα. Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή τους οι ενάγοντες (αναιρεσίβλητοι), επικαλούμενοι ότι από αμέλεια του πρώτου εναγομένου (δευτέρου αναιρεσείοντος), υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης (πρώτης αναιρεσείουσας), που είχε προστηθεί από αυτήν ως οδηγός της αμαξοστοιχίας, επήλθε ο θάνατος του συγγενικού τους προσώπου Π.

Σ., ζήτησαν να αναγνωριστεί, ότι οι εναγόμενοι οφείλουν σε καθένα από αυτούς, ως αποζημίωση και ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, τα αναγραφόμενα στην αγωγή ποσά. Αμυνόμενος κατά της αγωγής, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος αναιρεσείων προέβαλε πρωτοδίκως τον ισχυρισμό περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού, επανέφερε δε αυτόν με λόγο έφεσης και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, επικαλούμενος, ειδικότερα, ότι ως υπάλληλος της πρώτης αναιρεσείουσας υπάγεται στο ΓΕΚΑΠ του ΟΣΕ και, συνεπώς, δεν ευθύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 90 αυτού, έναντι των εναγόντων για υλικές ζημίες από το ατύχημα και για χρηματική ικανοποίηση αυτών λόγω ψυχικής οδύνης.

Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, απέρριψε το παραπάνω ισχυρισμό του δευτέρου αναιρεσείοντος και, συνακόλουθα, και το σχετικό λόγο έφεσης αυτού με την αιτιολογία, ότι η επικαλούμενη ως άνω διάταξη του ΓΕΚΑΠ του ΟΣΕ δεν έχει εφαρμογή στους υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσείουσας.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914, 922, 926, 297, 298 του ΑΚ και 90 του έχοντος ισχύ νόμου ΓΕΚΑΠ του ΟΣΕ, ο οποίος, όπως εκτέθηκε, ισχύει μεταβατικά και εφαρμόζεται και για την αναιρεσείουσα εταιρεία. Επομένως, ο πρώτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται από τον πρώτο εναγόμενο και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Υπαίτια, εξάλλου, είναι η συμπεριφορά που επιτρέπει να αποδοθεί στο δράστη προσωπική μομφή, δηλαδή η υπαιτιότητα βασίζεται στον ψυχικό δεσμό του δράστη με την αδικοπραξία. Έτσι αν η ζημία οφείλεται σε υπαιτιότητα του ίδιου του παθόντος δεν δικαιούται αποζημιώσεως, ενώ σε περίπτωση συντρέχοντος πταίσματός του το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.

Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 464/2020), εξ αιτίας δε της παραλείψεως αυτής, ο δράστης είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του εν λόγω αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επελεύσεως του, ήλπισε όμως ότι θα το αποφύγει (ΑΠ 759/2019).

Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου προς ενέργεια της πράξεως που παραλήφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου, (ΑΠ 650/2017, ΑΠ 1398/2015, ΑΠ 585/2017).

Πρόσφορη δε αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας που προκλήθηκε, υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, κατά το χρόνο και τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ. 18/2004, ΑΠ 813/2019, ΑΠ 810/2019).

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 414/2019, ΑΠ 655/2019, ΑΠ 1633/2018, ΑΠ 210/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 27-11-2015 και περί ώρα 18.20, η με αριθμό... επιβατική αμαξοστοιχία της ΟΣΕ ΑΕ, πραγματοποιούσε προγραμματισμένο δρομολόγιο από Αθήνα προς Θεσσαλονίκη, με μηχανοδηγό τον πρώτο εναγόμενο (δεύτερο αναιρεσείοντα), υπάλληλο της δεύτερης εναγόμενης (πρώτης αναιρεσείουσας) και προϊστάμενο συνοδό τον Ν.

Π.. Στο χιλιομετρικό σημείο 13+000 της διπλής σιδηροδρομικής γραμμής Αθηνών-Θεσσαλονίκης, επί της οδού Λιοσίων στην περιοχή των Αγίων Αναργύρων Αττικής, στην περιοχή Τρεις Γέφυρες, υφίσταται άτυπη αφύλακτη διάβαση πεζών, την οποία διαμόρφωσαν οι κάτοικοι προς δική τους εξυπηρέτηση, διανοίγοντας εξόδους εκατέρωθεν των γραμμών, όπως προκύπτει από τους επίσημους πίνακες της ΟΣΕ ΑΕ, που προσκομίζουν οι εναγόμενοι, στους οποίους στην άνω χιλιομετρική θέση 13+000 δεν εμφανίζεται διάβαση, ενώ σε απόσταση 60 περίπου μέτρων υπάρχει διαμορφωμένη υπέργεια διάβαση πεζών (πεζογέφυρα).

Την άτυπη αυτή διάβαση, επιχείρησε κατά τον άνω χρόνο και τόπο να διασχίσει κάθετα από δεξιά προς αριστερά σε σχέση με την πορεία της αμαξοστοιχίας, η P. S. (Π. Σ.), θυγατέρα του πρώτου και της δεύτερης, αδελφή του τρίτου και της τέταρτης, και εγγονή των λοιπών εναγόντων, βαδίζοντας πεζή, όταν την παρέσυρε η άνω αμαξοστοιχία που διερχόταν από το σημείο εκείνο και την τραυμάτισε θανάσιμα.

Η αμαξοστοιχία, είχε αναμμένο τον προβολέα, καθότι ήταν νύχτα, κινούνταν με ταχύτητα 63,810 χλμ/ώρα που είναι μικρότερη της προβλεπόμενης ταχύτητας 80χλμ/ώρα... και πριν φθάσει στην άνω διάβαση, εκτέλεσε ηχητικά προειδοποιητικά σήματα, διότι αν και άτυπη, ήταν γνωστή στους μηχανοδηγούς η ύπαρξη της διάβασης αυτής.

Όταν σε απόσταση 50 μέτρων, o πρώτος εναγόμενος αντιλήφθηκε την άνω πεζή, έκανε χρήση ακαριαίας πέδης (όπως προκύπτει από τις άνω εκθέσεις του τμήματος ελέγχου τήρησης ταχυτήτων, στις οποίες αναγράφεται ότι ταχύτητα κατά τον χρόνο παράσυρσης της πεζής μειώθηκε στα 39,174 χλμ/ώρα) και παρατεταμένων ηχητικών σημάτων, ωστόσο δεν μπόρεσε να ακινητοποιήσει άμεσα την αμαξοστοιχία, δεδομένου ότι το σύστημα της ακαριαίας πέδησης εφαρμόζεται με σκοπό την άμεση, αλλά σταδιακή ακινητοποίηση της αμαξοστοιχίας, προκειμένου να μην εκτροχιαστεί και συνεπώς απαιτείται κάποιος χρόνος και κάποια απόσταση για την πλήρη ακινητοποίησή της, στην συγκεκριμένη δε περίπτωση ακινητοποιήθηκε αυτή σε χρόνο 6,49 δευτερολέπτων και απόσταση 100 μέτρων από το σημείο του ατυχήματος....

Παρά την χρήση των ηχητικών προειδοποιητικών σημάτων πριν την διέλευση της αμαξοστοιχίας από το σημείο και των παρατεταμένων ηχητικών σημάτων όταν ο μηχανοδηγός αντιλήφθηκε την πεζή, η τελευταία δεν αντέδρασε, αλλά συνέχισε την πορεία της πορεία της, κοιτάζοντας προς τα πίσω, όπου βρίσκονταν η μητέρα και η αδελφή της.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβάνοντας πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, το ατύχημα οφείλεται κατ' αρχήν σε υπαιτιότητα της πεζής, η οποία δεν επέδειξε την επιβαλλόμενη επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού, κατά το άρθρο 27 παρ. 1 του ΚΟΚ ("αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς οφείλουν να καταβάλλουν ιδιαίτερη προσοχή, όταν πλησιάζουν ή διασχίζουν σιδηροδρομικές διαβάσεις"), που εφαρμόζεται και επί πεζών.

Αντιθέτως, λόγω έλλειψης της προσοχής της, την οποία όφειλε και μπορούσε υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να καταβάλει, αφενός μεν επιχείρησε να διασχίσει σιδηροδρομική γραμμή από σημείο που δεν υπάρχει επίσημη διάβαση και δεν χρησιμοποίησε την πεζογέφυρα που υπάρχει σε απόσταση 60 περίπου μέτρων, σε κάθε δε περίπτωση αν και, είχε ορατότητα, αφού η σιδηροδρομική γραμμή στο σημείο εκείνο είναι ευθεία, δεν έλεγξε επαρκώς τις γραμμές προτού εισέλθει σέ αυτές, αφετέρου δε, δεν αντιλήφθηκε εγκαίρως τη διερχόμενη αμαξοστοιχία και δεν ανέκοψε την πορεία της, προκειμένου να περάσει πρώτα το τρένο και να διασχίσει στη συνέχεια με ασφάλεια την αφύλακτη διάβαση πεζών (βλ.

και αρ. 26 παρ. 5δ' ΚΟΚ, το οποίο καθιερώνει την έναντι πάντων προτεραιότητα των σιδηροδρομικών οχημάτων). Την διέλευση της αμαξοστοιχίας θα μπορούσε να αντιληφθεί, διότι αν και νύκτα, υπήρχε επαρκής ηλεκτροφωτισμός..., η αμαξοστοιχία είχε αναμμένα φώτα και εκτέλεσε ηχητικά σήματα, αλλά και διότι στο σημείο εκείνο η σιδηροδρομική γραμμή ήταν ευθεία, σε συνδυασμό και με θόρυβο που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκαλεί η διέλευση ενός τρένου.

Αντιθέτως αυτή, συνέχισε να βαδίζει, θεωρώντας προφανώς ότι προλαβαίνει να διασχίσει τις γραμμές. Δεν αποδείχθηκε δε ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι η πεζή βρισκόταν στο σκαλοπάτι της άτυπης διάβασης και δεν είχε κατέλθει στις γραμμές, διότι αν αυτό ήταν αληθές, δεν θα προσέκρουε στην αμαξοστοιχία, η οποία είχε πλάτος 2,950 μέτρα και προεξείχε από την σιδηροδρομική γραμμή, η οποία είχε πλάτος 1,50 μέτρα όχι όμως έως το σκαλοπάτι που απείχε 1 μέτρο από την ράγα, σύμφωνα με το σχεδιάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση αυτοψίας.

Το ποσοστό της αμέλειας της θανούσας, που είχε σαν αποτέλεσμα το θανάσιμο τραυματισμό της ανέρχεται κατά την κρίση του δικαστηρίου σε 80%. Κατά το υπόλοιπο ποσοστό του 20% αμέλεια βαρύνει τον πρώτο εναγόμενο, μηχανοδηγό της αμαξοστοιχίας, στην πρόκληση του ατυχήματος, κατά μερική παραδοχή ως και ουσιαστικά βάσιμης, της νόμιμης κατ' άρθρο 300 ΑΚ, ένστασης συνυπαιτιότητας που προέβαλαν παραδεκτά οι εναγόμενοι.

Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, ήταν αδύνατη η άμεση ακινητοποίηση της αμαξοστοιχίας, ενόψει της μικρής απόστασης (50 μέτρων) του σημείου που έγινε αντιληπτή η πεζή, περαιτέρω δε ο ανωτέρω μηχανοδηγός είχε τον προβολέα αναμμένο και εκτέλεσε ηχητικά προειδοποιητικά σήματα, όταν δε αντιλήφθηκε την πεζή εκτέλεσε ακαριαία πέδη και παρατεταμένα ηχητικά σήματα, ενώ άλλο αποφευκτικό ελιγμό δεν μπορούσε να πραγματοποιήσει, καθόσον δεν υπάρχει δυνατότητα ελιγμού στις αμαξοστοιχίες....

Πλην όμως η ταχύτητα των 63,810 χλμ/ώρα δεν ήταν η ενδεδειγμένη, λαμβάνοντας υπόψιν τις συνθήκες της συγκεκριμένης περίπτωσης. Ειδικότερα, η ταχύτητα αυτή ήταν μεν μικρότερη της προβλεπόμενης των 80 χλμ/ωρα στο σημείο εκείνο,..., όμως η ταχύτητα αυτή είχε καθορισθεί χωρίς να ληφθεί υπόψιν η άτυπη αυτή διάβαση..., την οποία όμως όλοι γνώριζαν, όπως και ο συγκεκριμένος μηχανοδηγός,...

Συνεπώς πέραν των ηχητικών σημάτων που ο ίδιος αναφέρει ότι εκτέλεσε, αν και δεν υποχρεούνταν, διότι γνώριζε την διάβαση, ομοίως θα έπρεπε να μειώσει την ταχύτητα, ωσάν να επρόκειτο να πλησιάσει ισόπεδη διάβαση πεζών, που εν τοις πράγμασι υπήρχε στο σημείο εκείνο και μάλιστα διαμορφωμένη με σκαλοπάτι κλπ..., σε συνδυασμό με το γεγονός ότι επρόκειτο για πυκνοκατοικημένη περιοχή.

Αν είχε μειώσει την ταχύτητά του, θα μπορούσε να ακινητοποιήσει έγκαιρα την αμαξοστοιχία ή τουλάχιστον να περιορίσει την έκταση του ατυχήματος. Εφόσον, συνεπώς, ο μηχανοδηγός παρέλειψε να προβεί στην παραπάνω ενέργεια, κατά παράβαση της επιμέλειας και προσοχής που οφείλει ο μέσος συνετός χειριστής αμαξοστοιχίας που διερχόταν από τη συγκεκριμένη πολυσύχναστη έστω και άτυπη διάβαση πεζών, κατέστη και ο ίδιος συνυπαίτιος του ατυχήματος κατά το άνω ποσοστό.

Κατά το ίδιο, επομένως, ποσοστό 20% ευθύνεται για την αποκατάσταση της όποιας ζημίας υπέστησαν οι ενάγοντες και η δεύτερη εναγομένη, η οποία είχε προστήσει τον πρώτο εναγόμενο στον χειρισμό της αμαξοστοιχίας για το συγκεκριμένο δρομολόγιο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων, πατέρας της θανούσας, δαπάνησε για την τελετή της κηδείας και τον ενταφιασμό της κόρης του, το συνολικό ποσό των 883,00 ευρώ...

Από το ανωτέρω ποσό, όμως, μετά την αφαίρεση του ποσού που αντιστοιχεί στο ως άνω ποσοστό του συντρέχοντας πταίσματος της ίδιας της θανούσας στην επέλευση του θανάσιμου τραυματισμού της, που ανέρχεται στο ποσό των 706,40 ευρώ (883 ευρώ Χ 80% = 706,40 ευρώ), πρέπει να επιδικαστεί (αναγνωριστικά) στον πρώτο ενάγοντα το υπόλοιπο ποσό των 176,60 ευρώ (883 - 706,40), στο οποίο ανέρχεται η (αποκαταστατέα) υλική ζημία αυτού από τη συγκεκριμένη αιτία.

Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η θανούσα, ηλικίας 18,5 ετών κατά το χρόνο του ατυχήματος, ήταν η μικρότερη από τα τρία παιδιά των πρώτου και δεύτερης των εναγόντων, αδελφή του τρίτου και τέταρτης, με τους οποίους συγκατοικούσε, και εγγονή των λοιπών εναγόντων, με όλους τους οποίους διατηρούσε στενούς ψυχικούς δεσμούς, ήταν υγιής και ζούσε μία καθόλα φυσιολογική προσωπική, οικογενειακή και κοινωνική ζωή.

Ενόψει τούτων και του κατά την κοινή πείρα και λογική έντονου ψυχικού άλγους των ως άνω εναγόντων από τον απρόσμενο και τραγικό θάνατο του προσφιλούς τους προσώπου, υπέστησαν αυτοί ψυχική οδύνη, για την απάμβλυνση της οποίας και για ηθική παρηγοριά και ψυχική τους ανακούφιση δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως.

Λαμβανομένων δε υπόψη της ηλικίας της θανούσας (18,5 ετών), του βαθμού συγγένειας καθενός δικαιούχου με αυτήν, των συνθηκών του ατυχήματος, του βαθμού πταίσματος του πρώτου εναγομένου (20%), προστηθέντος υπαλλήλου της δεύτερης εναγομένης, του βαθμού συνυπαιτιότητας της θανούσας στην πρόκληση του ατυχήματος (80%), της κοινωνικής και περιουσιακής κατάστασης των εναγόντων και του πρώτου εναγομένου, της συναισθηματικής σχέσεως αυτών με την θανούσα και του βαθμού της ψυχικής ταλαιπωρίας και θλίψεως αυτών, καθώς και της οικονομικής κατάστασης της δεύτερης εναγομένης, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι η εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη την οποία υπέστησαν οι ως άνω ενάγοντες πρέπει να οριστεί στο ποσό των 10.000 ευρώ για καθέναν από τους πρώτο και δεύτερη των εναγόντων (γονείς), και 5.000 ευρώ για καθέναν από τους λοιπούς ενάγοντες, ποσό το οποίο άλλωστε και οι ίδιοι ζήτησαν, μετά τον περιορισμό στον οποίο προέβησαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, έστω και αν αυτός κρίθηκε απαράδεκτος".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως αβάσιμη λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου, και στη συνέχεια, δικάζοντας κατ' ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι οι αναιρεσείοντες οφείλουν σε καθένα από τους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στον πρώτο δε από αυτούς και ως αποζημίωση, τα αναφερόμενα ως άνω χρηματικά ποσά.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπάρξεως ή μη συντρέχουσας αμέλειας του δεύτερου αναιρεσείοντος στην επέλευση του ατυχήματος, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 330, 300, 297 και 298 του ΑΚ, τις οποίες έτσι παραβίασε εκ πλαγίου.

Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι ο προστηθείς από την πρώτη αναιρεσείουσα ως μηχανοδηγός της αμαξοστοιχίας δεύτερος αναιρεσείων, πλησιάζοντας την προαναφερόμενη άτυπη και αφύλακτη διάβαση, εκινείτο με ταχύτητα 63,810 χλμ/ώρα που είναι μικρότερη από την προβλεπόμενη ταχύτητα 80χλμ/ώρα, είχε αναμμένο τον προβολέα και εκτέλεσε ηχητικά προειδοποιητικά σήματα, όταν δε αντιλήφθηκε την πεζή εκτέλεσε ακαριαία πέδη και παρατεταμένα ηχητικά σήματα, αλλά ήταν αδύνατη η άμεση ακινητοποίηση της αμαξοστοιχίας, ενόψει της μικρής απόστασης (50 μέτρων) του σημείου που έγινε αντιληπτή η πεζή, ούτε και μπορούσε να πραγματοποιήσει άλλο αποφευκτικό ελιγμό λόγω έλλειψης τέτοιας δυνατότητας στις αμαξοστοιχίες, στη συνέχεια δέχεται ότι το ατύχημα οφείλεται (κατά ποσοστό 20%) και σε δική του αμελή συμπεριφορά, συνισταμένη στο ότι δεν μείωσε ακόμη περισσότερο την ταχύτητα της αμαξοστοιχίας ως εάν επλησίαζε σε ισόπεδη διάβαση πεζών, όπως όφειλε και όπως θα έπραττε υπό τις ίδιες συνθήκες ο μέσος συνετός χειριστής αμαξοστοιχίας που διερχόταν από τη συγκεκριμένη άτυπη αλλά πολυσύχναστη διάβαση πεζών, καθόσον γνώριζε τις επικρατούσες στο σημείο του ατυχήματος ειδικές συνθήκες και ειδικότερα την ύπαρξη της ως άνω άτυπης αφύλακτης διάβασης, χωρίς όμως να προσδιορίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση α) ποια ήταν η "ενδεδειγμένη" ταχύτητα, με την οποία θα έπρεπε να κινείται η αμαξοστοιχία πλησιάζοντας την πιο πάνω άτυπη διάβαση, ώστε να μπορέσει ο δεύτερος αναιρεσείων να προβεί στην άμεση ακινητοποίηση αυτής μόλις αντιλήφθηκε την πεζή να επιχειρεί να διασχίσει τη διάβαση, με βάση την μικρή απόσταση που η τελευταία, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έγινε αντιληπτή από τον ως άνω μηχανοδηγό, β) αν η ταχύτητα αυτή προβλέπεται από τους οικείους πίνακες του ΟΣΕ που καθορίζουν τις δρομολογιακές ταχύτητες των αμαξοστοιχιών, σύμφωνα με τον οικείο Γενικό Κανονισμό Κινήσεως, γ) αν με την εν λόγω, μη προσδιοριζόμενη, ταχύτητα θα εκινείτο, διερχόμενος από το συγκεκριμένο σημείο της πιο πάνω διάβασης, κάθε μέσος συνετός μηχανοδηγός και δ) ποια είναι η προβλεπόμενη ταχύτητα των αμαξοστοιχιών στις ισόπεδες διαβάσεις, με την οποία έπρεπε, όπως δέχεται η προσβαλλομένη, να κινείται ο δεύτερος αναιρεσείων κατά τη διέλευση της αμαξοστοιχίας από το σημείο όπου βρίσκεται η παραπάνω διάβαση και, επίσης, αν με την ταχύτητα αυτή (που τηρείται στις ισόπεδες διαβάσεις) διέρχεται από την πιο πάνω άτυπη διάβαση και κάθε μέσος συνετός μηχανοδηγός, συνεπεία δε των πιο πάνω ελλείψεων δεν μπορεί να διαπιστωθεί, αν η ως άνω παράλειψη του δευτέρου αναιρεσείοντος για περαιτέρω μείωση της ταχύτητας της αμαξοστοιχίας, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτεί ή όχι την έννοια της αμέλειας, ενόψει και της ως άνω παραδοχής ότι η αμαξοστοιχία εκινείτο, πράγματι, με ταχύτητα μικρότερη από την προβλεπόμενη.

Επομένως, ο δεύτερος, από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται από την δεύτερη εναγομένη και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση η πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια των κριθέντων ως βασίμων πρώτου και δεύτερου, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, και όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγομένη), πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Όσον αφορά, όμως, τον δεύτερο αναιρεσείοντα (πρώτο εναγόμενο), πρέπει να κρατηθεί ως προς αυτόν η υπόθεση και να εκδικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδάφ. α' ΚΠολΔ, αφού δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, δεδομένου ότι, λόγω της ενέργειας της παρούσας απόφασης, που είναι δεσμευτική για το Εφετείο (άρθρ. 580 παρ. 4 του ίδιου Κώδικα), δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται μόνο η κατά το περιεχόμενο διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης (ΑΠ 353/2015, ΑΠ 1162/2013).

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτή η έφεση των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων) κατά της εκκαλούμενης υπ' αριθμ. 1369/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την αγωγή τους κατ' ουσίαν λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, να εξαφανιστεί η απόφαση αυτή (βλ. ΑΠ 538/2019, ΑΠ 668/2015) και, στη συνέχεια, να απορριφθεί η αγωγή καθό μέρος ασκείται κατά του πρώτου εναγομένου (δευτέρου αναιρεσείοντος) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν λόγω ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως αυτού.

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς για το παραδεκτό της αίτησης παραβόλου και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθ. 179, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4976/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς αμφότερους τους αναιρεσείοντες (εναγομένους).

Παραπέμπει την υπόθεση, όσον αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα (δεύτερη εναγομένη) για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση, όσον αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα (πρώτο εναγόμενο).

Δέχεται την από 23-4-2017 έφεση των εναγόντων (αναιρεσιβλήτων) κατά της υπ' αριθ. 1369/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση και δικάζει επί της αγωγής.

Απορρίπτει την αγωγή καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου εναγομένου.

Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος από αυτούς παραβόλου.

Και

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 2 Μαρτίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ